MILTIADES NEOPHYTOU CIVIL ENGINEERING CONTRACTORS DEVELOPERS LTD κ.α. κ.α. ν. ΙΩΑΝΝΗΣ ΟΚΚΑΣ, Αγ. Αρ. 6597/09, 31/8/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A260 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Παρπαρίνου, Π.Ε.Δ. Αγ. Αρ. 6597/09
- MILTIADES NEOPHYTOU CIVIL ENGINEERING CONTRACTORS & DEVELOPERS LTD
- ΑΘΛΗΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΟΜΟΝΟΙΑ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενάγοντες - και - ΙΩΑΝΝΗΣ ΟΚΚΑΣ Εναγόμενος ---------------------------- Ημερομηνία: 31 Αυγούστου, 2012 Αίτηση ημερ. 1.6.2012 δια Προσωρινό Διάταγμα Για Αιτητή-Εναγόμενο: κ. Χριστοφίδης Γ. (κ. Κ. Ορφανίδης για ν΄ ακούσει απόφαση) Για Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόμενους: κ. Δημητρίου με κα Γιωρκάτζη ------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Εναγόμενος, επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους εργοδοτείτο, με γραπτή συμφωνία ημερ. 28.7.08, από τους εναγόμενους 2 που είναι αθλητικό σωματείο. Στις 29.7.08 κατ΄ εντολή των εναγόντων 1 εξεδόθη τραπεζική εγγυητική επιστολή της Τραπέζης Κύπρου Λτδ προς όφελος του εναγομένου δια το ποσό των €1.600.000 με ισχύ μέχρι την 31.5.
- Σύμφωνα με την Έκθεση Απαιτήσεως η άνω Τραπεζική Εγγυητική Επιστολή «δόθηκε μετά από απαίτηση του εναγομένου ως εγγύηση και/ή εξασφάλιση ότι θα λάμβανε τα συμφωνηθέντα ποσά και/ή αμοιβή για και/ή κατά το χρόνο εργοδότησης του». Σύμφωνα με την Έκθεση Υπεράσπισης η άνω εγγυητική προσεφέρθηκε από τους Ενάγοντες 1 «ως παράλληλη συμφωνία και/ή εξασφάλιση και/ή εγγύηση για την πιστή τήρηση και εκπλήρωση από πλευράς εναγομένης 2 των όρων των συμφωνιών ημερ. 28.7.08 και 29.7.08». Σημειώνεται ότι η πρώτη αφορά τη συμφωνία εργοδοσίας του ενώ η δεύτερη, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης (παράγρ. 6) αφορά συμφωνία με τους ενάγοντες αρ.2 «όπως λάβει το ποσό των €800.000 καθαρά πληρωτέα σε πέντε ισόποσες δόσεις των €40.000 εκάστη.....» Στις 6.11.09 κατεχωρήθη υπό των εναγόντων η υπό την ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή με την οποία αξιώνονται διαφορές αποζημιώσεις διά παράβαση των άνω ρηθέντων συμφωνιών και/ή απάτη και/ή ιδιοποίηση και/ή αθέμιτο πλουτισμό και/ή παράνομη κατακράτηση, Διάταγμα διατάσσον την επιστροφή της ρηθείσας τραπεζικής εγγυητικής επιστολής, Διάταγμα που να εμποδίζει τον εναγόμενο από την είσπραξη της και άλλα δύο Διατάγματα που αφορούν την εγγύηση. Ο εναγόμενος καταχώρησε την Έκθεση Υπεράσπισής του και Ανταπαίτηση με την οποία αξιοί δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο τερματισμός των συμφωνιών ως άνω είναι παράνομος και/ή αντισυμβατικός και/ή αδικαιολόγητος όπως και απόφαση διά €1215000 ως αποζημιώσεις και/ή απώλεια και/ή ζημιά την οποία κατ' ισχυρισμό υπέστη. Στις 6.11.09 κατόπιν μονομερούς αίτησης των Εναγόντων της αυτής ημερομηνίας εξεδόθη προσωρινό Διάταγμα με το οποίο ««να εμποδίζει και/ή απαγορεύει στον Εναγόμενο - Καθ΄ ου η Αίτηση να προβεί προσωπικά ή μέσω οποιουδήποτε προσώπου σε οποιαδήποτε αίτηση ή απαίτηση ή ενέργεια για πληρωμή και/ή είσπραξη και/ή εξαργύρωση οποιουδήποτε ποσού της εγγυητικής επιστολής ημερομηνίας 29.7.2008 με αριθμό 00143-02-0103262 που εκδόθηκε από την Τράπεζα Κύπρου κατόπιν αιτήσεως της Ενάγουσας - Αιτήτριας αρ. 1 (η «Εγγυητική») μέχρι περαιτέρω διαταγής του Δικαστηρίου.» Άλλες δύο αιτούμενες θεραπείες ορίσθησαν δι΄ επίδοση. Κατόπιν ένστασης του εναγομένου και ακροάσεως που ακολούθησε το Δικαστήριο στις 10.9.10, με άλλη σύνθεση, ξέδωσε την Ενδιάμεση Απόφαση του με την οποία το Ενδιάμεσο Διάταγμα ημερ. 6.11.09 κατέστη απόλυτο. Έφεση που κατεχωρήθη υπό του Εναγομένου, εκκρεμεί. Οι υπόλοιπες αιτούμενες θεραπείες με την αίτηση απεσύρθησαν σε προγενέστερο της ακρόασης στάδιο και απερρίφθησαν. Στις 31.5.12 ο εναγόμενος καταχώρησε μονομερή αίτηση με την οποία αιτείτο Διατάγματος του Δικαστηρίου διά του οποίου να διατάσσονται οι ενάγοντες 1 όπως προβούν στην ανανέωση της ρηθείσης τραπεζικής εγγυητικής επιστολής ή διαζευκτικά την έκδοση νέας δια το ίδιο ποσό όπως και η αρχική που ίσχυε μέχρι την 31.5.
- Η αίτηση απεσύρθη και απερρίφθη την 1.6.12 ότε κατεχωρήθη νέα αίτηση δια κλήσεως (η υπό εξέταση) με την οποία αιτείται τα ακόλουθα δύο διατάγματα:- «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στον Ενάγοντα 1/Καθ' ου η Αίτηση 1, ενεργώντας μέσω των διευθυντών και/ή αξιωματούχων του και/ή πληρεξουσίων αντιπρόσωπων του, από του να επιβαρύνει και/ή αποξενώσει και/ή μεταβιβάσει και/ή δωρίσει οποιαδήποτε χρήματα μέχρι του ποσού των €.1.215.000 που βρίσκονται στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ συμπεριλαμβανομένου του τραπεζικού λογαριασμού του στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ η οποία με αίτηση του εξέδωσε την τραπεζική εγγυητική επιστολή με αριθμό 00143-02-0103262 προς όφελος του Εναγόμενου/Αιτητή στις 29/07/2008 με ισχύ μέχρι 31/05/2012 για το ποσό των €.1.600.000, μέχρι περαιτέρω διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι της εκδίκασης και έκδοσης απόφασης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Β. Διαζευκτικά Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Ενάγοντα 1 και/ή την Ενάγουσα 2 όπως προβούν άμεσα στην έκδοση νέας τραπεζικής εγγυητικής επιστολής για το ποσό των €.1.600.000 προς όφελος του Εναγόμενου/Αιτητή με τους ίδιους όρους ως η εγγυητική επιστολή με αριθμό 00143-02-0103262 της Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ που εξέδωσε ο Ενάγοντας 1 στις 29/07/08 με ισχύ μέχρι την έκδοση απόφασης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής.» Η αίτηση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση της κ. Χριστίνας Σιακαλλή, δικηγόρου στο Δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον εναγόμενο - αίτητη. Εις αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρεται το ιστορικό της εργοδοσίας του αιτητή από τους Καθ΄ ων η αίτηση 2 που βάσει των μεταξύ τους συμφωνιών θα έπρεπε να πληρωθεί κατά το χρόνο ισχύς τους το συνολικό ποσό των €2.400.000 πλέον φιλοδωρήματα. Ήταν ουσιώδης όρος των συμφωνιών όπως οι Καθ΄ ων η αίτηση 2 προσφέρουν σε αυτόν τραπεζική εγγύηση ύψους €1.600.000 ενώ για το συνολικό ποσό των €800.000 του δόθησαν επιταγές. Την εγγύηση αυτή συνεφωνήθη όπως την δώσουν οι ενάγοντες 1 όπως και έγινε. Αυτή εκδόθηκε την 29.7.08 με ισχύ μέχρι την 31.5.
- Οι ενάγοντες-Καθ΄ ων η αίτηση 2 τερμάτισαν με επιστολή τους ημερ. 6.7.09 τις μεταξύ τους συμφωνίες επικαλούμενοι παραβίαση εκ μέρους του αιτητή ουσιωδών όρων της κύριας σύμβασης. Ο τερματισμός αυτός κατά τον αιτητή είναι αντισυμβατικός και παράνομος και δι΄ αυτό κατεχώρησε την υπ΄ αρ. 40/09 Προσφυγή στην Επιτροπή Επίλυσης Διαφορών της Κυπριακής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου η οποία εκδικάσθηκε την 12.10.11 και η απόφαση επεφυλάχθη. Ο Αιτητής αναμένοντας την έκδοση της απόφασης δεν κινήθηκε να ρευστοποιήσει την εγγυητική πλην όμως με επιστολή ημερ. 25.5.12 του δικηγόρου του προς τους δικηγόρος των εναγόντων ζήτησε επιβεβαίωση πρόθεσης των εναγόντων να ανανεώσουν την εγγυητική που έληγε την 31.5.12 διαφορετικά θα προέβαινε σ΄ όλα τα αναγκαία μέτρα με σκοπό την ανανέωση της. Έρευνα του δικηγόρου του αιτητή προς την Τράπεζα κατέδειξε την έλλειψη οδηγιών διά ανανέωση της ενώ ο δικηγόρος των εναγόντων 1 τον πληροφόρησε ότι η ενάγοντες 1 αρνούνται να προβούν σε ενέργειες ανανέωσης της εγγυητικής. Είναι τέλος ισχυρισμός του ότι είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα διαφορετικά δεν θα υπάρχει καμία εξασφάλιση διά τον Αιτητή διά το ποσό των €1.215.000 που αξιώνεται και η έφεση αρ. 287/10 που αφορά την πρωτόδικη απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 10.9.10 θα παραμείνει άνευ αντικειμένου λόγω του ότι δεν θα υπάρχει εγγυητική και τέλος η μη ανανέωση ή έκδοση νέας εγγυητικής θα έχει ως αποτέλεσμα η κατάσταση να μεταβληθεί σε τέτοιο βαθμό που θα είναι δύσκολο ή αδύνατο ν΄ απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο βαθμό. Οι Ενάγοντες-Καθ΄ ων η αίτηση κατεχώρησαν ένσταση και προβάλλουν μεταξύ άλλων ως λόγους ένστασης ότι η αίτηση και ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι αντικανονικές, παράτυπες και ανυπόστατες, τα αιτούμενα διατάγματα αντιβαίνουν τις πρόνοιες του Συντάγματος, η Ανταπαίτηση δεν έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, ο Αιτητής δεν έχει απαίτηση εναντίον των Εναγόντων 1, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις δι' έκδοση των αναφερομένων διαταγμάτων, ο Αιτητής δεν ήρθε με καθαρά χέρια στην παρούσα διαδικασία και αιτείται την έκδοση ετεροχρονισμένων διαταγμάτων. Επίσης, δεδομένου ότι η εγγυητική έληξε, το Διάταγμα ημερ. 10.9.10 καθίσταται άνευ αντικειμένου, η τυχόν δέσμευση του ποσού των €1.215.000 θα στερούσε στους ενάγοντες 1 τη δυνατότητα συνέχισης των δραστηριοτήτων τους και/ή θα τους οδηγούσε σε οικονομική καταστροφή, οι οποίοι, εν πάση περιπτώσει, δεν διαθέτουν πιστωτικό λογαριασμό. Περαιτέρω προβάλλεται ότι ο αιτητής δεν επικαλείται την πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων και ή ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση 1 είναι αφερέγγυοι. Τέλος ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δι' έκδοση ή ανανέωση εγγυητικής θα εξανάγκαζε τους Καθ΄ ων η αίτηση 1 να συμβληθούν με τον αιτητή που είναι ανεπίτρεπτο. Η ένσταση στηρίζεται επί ενόρκου δηλώσεως του κ. Μιλτιάδη Νεοφύτου Διευθύνοντα Συμβούλου των Εναγόντων 1 και Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγόντων
- Εις αυτήν ο ενόρκως δηλών επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης με λεπτομέρειες και με κεντρικό πυρήνα ότι η έκδοση νέας εγγυητικής επιστολής καθίσταται αδύνατη καθότι από τις 6.7.09 ημερομηνία τερματισμού των συμβάσεων ημερ. 23.7.08 και 29.8.08 και εν πάση περιπτώσει από της ημερ. 31.5.12 ημέρα λήξεως των δύο συμβάσεων ως άνω δεν υπάρχει καμία συμβατική σχέση μεταξύ των μερών. Συνεπώς δεν υπάρχει υπόβαθρο που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων και η τυχόν έκδοση τους θα εξαναγκάσει τους Καθ' ων η αίτηση να συμβληθούν με τον Αιτητή κάτι που είναι αντίθετο με τις πρόνοιες του Συντάγματος και/ή της νομοθεσίας. Επίσης ότι δεν υπάρχει και δεν υπήρχε συμβατική σχέση μεταξύ Αιτητή και Καθ΄ ων η αίτηση 1 και ο πρώτος με την ανταπαίτησή του δεν απαιτεί οτιδήποτε εναντίον τους. Περαιτέρω προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν διαθέτουν πιστωτικό λογαριασμό αλλά αντίθετα λογαριασμό με χρεοπιστωτικό υπόλοιπο και τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων και δέσμευση ποσού ύψους €1.215.000 καιή ανανέωση της εγγυητικής θα εμπόδιζε τους Καθ΄ ων η αίτηση 1 από το να συνεχίσουν τις εργασίες τους και πιθανόν να οδηγήσει αυτούς σε οικονομική καταστροφή. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου από πλευράς μαρτυρίας. Οι συνήγοροι με τις ικανές αγορεύσεις τους προώθησαν, όπως ήταν φυσικό, τις θέσεις των διαδίκων που εκπροσωπούν. Θα αναφερθώ σε αυτές σε κατοπινό στάδιο εάν κι εφόσον κριθεί αναγκαίο. Η αίτηση στηρίζεται, προωθήθηκε και εκδικάστηκε με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν14/60 και συνεπώς και η εξέταση υπό του Δικαστηρίου θα είναι προς αυτήν την κατεύθυνση. Tα κριτήρια και προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σε αίτηση για διάταγμα στη βάση του άρθρου 32, του Νόμου 14/1960, μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα:
- Πρέπει να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά τη δίκη.
- Να υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία.
- Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. (βλ., μεταξύ άλλων, Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1976)1 C.L.R. 38, Karydas Taxi v. Komodikis
(1975)1 C.L.R 38, Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, Α/φοί Μυλωνά Α.Ε. κ.ά. ν. Μ. Abraamides & Co Ltd,
(1998)1 Α.Α.Δ 1513, Nemitsas Industries Ltd v. S. & S. Maritime Lines Ltd and Others
(1976)1 C.L.R. 302, Constantinides v. Makriyiorghou & Another
(1978)1 C.L.R. 585, Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, M & M Transport v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 C.L.R. 605, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Απαιτείται από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία πρέπει να καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. (βλ. Eurocypria Airlines Ltd v. 1. Κυπριακή Δημοκρατία κ.α. Π.Ε. 170/11 ημερ. 20.10.11). Επίσης πρέπει να αναφερθεί ότι εις το παρόν στάδιο και στο πλαίσιο της παρούσης διαδικασίας πρέπει το Δικαστήριο να αποφύγει τη διεξοδική διερεύνηση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. (ίδε Adidas v. Jonitexo
(1984)1 C.L.R 263). Οι Καθ' ων η αίτηση έθεσαν ως λόγο ένστασης οποίος μάλιστα προωθήθηκε με την αγόρευση του συνηγόρου ότι η ένορκη δήλωση επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και συνεπώς δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Στήριξαν τη θέση αυτή στο ότι η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο και όχι από τον αιτητή χωρίς να δίδεται καμία εξήγηση περί τούτου. Η άλλη πλευρά αντιτάσσει ότι η δικηγόρος που προέβη στην ένορκη δήλωση ήταν πλήρως εξουσιοδοτημένη από τον αίτητη. Το όλο θέμα στηρίχθηκε στην υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovlena κ.α Π.Ε. 130/09, 131/09 ημερ. 29.1.10. Στην υπόθεση αυτή λέχθηκε:- «Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ο ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών.» Εις την ίδια όμως υπόθεση, σελ. 3 λέχθηκαν τα ακόλουθα:- «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μία ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ΄ ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβίβαστου να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεση του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 C.L.R 1, In re Eftymiou
(1987)1 C.L.R 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει να αγνοηθεί η απορριφθεί.» Εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης η ενόρκως δηλούσα δικηγόρος εις την παράγρ. 1 της ένορκης δήλωσης της αναφέρει την πηγή πληροφόρησης της και ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον αιτητή να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αυτό δεν αμφισβητήθη από την άλλη πλευρά αλλά πολύ περισσότερο δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οιουδήποτε ούτε ηγέρθη από τους Καθ΄ ων η αίτηση θέμα ότι στερήθηκαν της δυνατότητας αντεξέτασης του αιτητή. Με αυτά τα δεδομένα και τη νομολογία που ανάφερα δεν πιστεύω ότι τίθεται θέμα ν΄ αγνοηθεί ή απορριφθεί η ένορκη δήλωση Σιακαλλή που υποστηρίζει την αίτηση. Να σημειωθεί ότι αυτή δεν χειρίζεται ως δικηγόρος την αίτηση. Διερωτούμαι εάν έδιδε κάποια εξήγηση της απουσίας του ομνύοντος όπως π.χ. λόγω των επαγγελματικών του ενασχολήσεων (ποδοσφαιριστής) δεν μπορούσε να προσέλθη στο Δικαστήριο τι άλλο θα εξυπηρετούσε παρά την ικανοποίηση καλών τρόπων ευγενείας και επίδειξη σεβασμού προς το Δικαστήριο. Το θέμα πιστεύω θα πρέπει να εξετάζεται στην κατάλληλη υπόθεση όπου ο αιτητής με το να αποφύγει να είναι ο ενόρκως δηλών στερεί την άλλη πλευρά από τη δυνατότητα αντεξετάσεως του, με άδεια του Δικαστηρίου βεβαίως, με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα αναγκαία στοιχεία, αναλόγως βέβαια της περίπτωσης, ώστε να εξυπηρετείται και απονέμεται ορθά η Δικαιοσύνη. Όσον αφορά την ουσία του αιτήματος είναι κοινό έδαφος ότι συνομολογήθησαν μεταξύ αιτητή και Καθ΄ ης η αίτηση 2 δύο συμβάσεις εργοδοσίας του αιτητή ημερ. 28.7.08 και 29.7.08 δια την περίοδο 28.7.08 μέχρι την 31.5.12 έναντι συνολικής αμοιβής των €1.600.
- Τρίτη συμφωνία ημερ. 30.7.08 που υπεγράφη μεταξύ των άνω δια το ποσό των €800.000 φαίνεται ότι αφορά άλλα θέματα. Στις 29.7.08 κατ΄ εντολή των Καθ΄ ων η αίτηση 1 εξεδόθη η εγγυητική επιστολή της ίδιας ημερομηνίας και ημερομηνία λήξης την 31.5.12 προς όφελος του αιτητή και δια ποσό €1.600.
- Η εγγυητική αυτή εξεδόθη όπως αναφέρεται σ΄ αυτήν «..για την πιστή εκπλήρωση από τον Αθλητικό Σύλλογο Ομόνοιας Λευκωσίας των υποχρεώσεων τους δυνάμει της κυρίως συμφωνίας ημερ. 28.7.08 και ή συμπληρωματικής συμφωνίας ημερ. 29.7.08 για εργοδότηση σας μέχρι την 31.5.12 και αναλαμβάνουμεν να σας πληρώσουμε το ποσό των €1.600.000 χωρίς αναφορά στους αιτητές και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ένσταση από μέρους τους αμέσως με τη λήξη της γραπτής απαιτήσεως σας στην οποίαν πρέπει να αναφέρετε ότι οι αιτητές δεν έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους δυνάμει των πιο πάνω συμφωνιών και ότι ζητάτε πληρωμή σύμφωνα με αυτή.». Ακολούθησε ο τερματισμός των δύο άνω συμφωνιών από τους ενάγοντες 2 με επιστολή τους ημερ. 6.7.
- Ο τερματισμός σύμφωνα με τους Καθ΄ ων η αίτηση έγινε εξ υπαιτιότητας του αιτητή ο οποίος παραβίασε ουσιώδεις όρους της κύριας σύμβασης (ημερ. 28.7.08) ενώ σύμφωνα με τον αιτητή αυτός είναι παράνομος και/ή αντισυμβατικός. Προσπάθεια του αιτητή να εισπράξει μέρος της άνω εγγυητικής απέτυχε και με επιστολή της τράπεζας Κύπρου ημερ. 2.11.09 πληροφορήθηκε αυτό. Ακολούθως το τι επεσυνέβη ήδη αναφέρθηκε. Οι Καθ΄ ων η αίτηση κατεχώρησαν την παρούσα αγωγή στις 6.11.09 με αιτούμενες αποζημιώσεις - Διατάγματα που έχουν αναφερθεί και εξεδόθη κατόπιν μονομερούς αιτήσεως το Διάταγμα που έχει αναφερθεί και με το οποίο εμποδίζετο ο Αιτητής να εισπράξει οιονδήποτε ποσό βάσει της ρηθείσης εγγυητικής. Κατόπιν ακρόασης αυτό κατέστη απόλυτο την 10.9.10 και ο αιτητής κατεχώρησε εναντίον της απόφασης αυτής την Έφεση αρ. 287/10 η οποία εκκρεμεί. Ο αιτητής εις την Έκθεση Υπεράσπισης του και ανταπαίτηση του ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός των μεταξύ τους συμβάσεων είναι παράνομος και αντισυμβατικός και ότι ο ίδιος δεν παραβίασε οιονδήποτε όρο τους ή δεν εκπλήρωσε υποχρέωση του. Να σημειωθεί ότι στην επιστολή τερματισμού ημερ. 6.7.09 που στάληκε προς τον αιτητή από τον Καθ΄ ου η αίτηση 2 δεν αναφέρεται παραβίαση συγκεκριμένου όρου/όρων της σύμβασης ή άλλης υποχρέωσης του αιτητή παρά ότι «... λόγω παραβίασης από μέρους σου ουσιωδών όρων της πιο πάνω συμφωνίας». Εις την ένορκη δήλωση που στηρίζεται η ένσταση γίνεται επίκληση των όρων 5 και 15(δ) της κυρίως συμφωνίας ημερ. 28.7.
- Ο όρος 6 όμως προνοεί δια τιμωρία του αιτητή σε περίπτωση παραβάσεως των καθηκόντων και υποχρεώσεων του αιτητή και ο όρος 15(δ) αναφέρεται σε επίμονη και διαρκή κακή διαγωγή του αιτητή. Τέτοιος ισχυρισμός συγκεκριμένων περιπτώσεων δεν αναφέρονται υπό των Καθ΄ ων η αίτηση παρά μόνο μια περίπτωση όπου του επεβλήθη πρόστιμο €10.
- Εις την παράγρ. 6 της ένορκης δήλωσης Σιακαλλή αναφέρεται ότι «οι ενάγοντες 1 ανέλαβαν την πληρωμή προς τον αιτητή του ποσού των €1.600.000 στην περίπτωση που η ενάγουσα 2 δεν θα εκπλήρωνε πιστά τις υποχρεώσεις της δυνάμει των .. συμφωνιών». Τα ίδια περίπου αναφέρονται εις την παράγρ. 7 της Έκθεσης Υπεράσπισης. Οι ενάγοντες-Καθ΄ ων η αίτηση δεν απαντούν ευθέως στον πιο πάνω ισχυρισμό (βλ. παράγρ. 7 ένορκης δήλωσης Νεοφύτου) αλλά γενικά ότι ο αιτητής δεν συνεβλήθη με τους ενάγοντες
- (βλ. παράγρ. 23 ένορκης δήλωσης Νεοφύτου) και ότι ουδέποτε υπέγραψαν οιανδήποτε σύμβαση με τον αιτητή (παράγρ. 9 της Έκθεσης Απαίτησης). Με τα πιο πάνω δεδομένα και χωρίς να αποφασίζω οτιδήποτε, είμαι της γνώμης ότι ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 στον αναγκαίο βαθμό που έχει αναφερθεί πιο πάνω. Το τρίτο κριτήριο - προϋπόθεση - όπως φαίνεται κι από την επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60 και όπως εξηγήθηκε στις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι το κατά πόσο «θα είναι δύσκολο ή αδύνατο ν' απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο» αν δεν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ο αιτητής επιτύχει τελικά στην αγωγή του. Μια περίπτωση που μπορεί να εμπίπτει σ' αυτή την προϋπόθεση είναι εκείνη κατά την οποία ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Άλλη περίπτωση είναι όταν αν δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα θα είναι αδύνατη η ικανοποίηση, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης του εναγόμενου, τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα. Εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης από την ίδια τη μαρτυρία των Καθ' ων η αίτηση (βλ. ένορκη δήλωση Μιλτιάδη Νεοφύτου παράγρ. 24-25) φαίνεται ότι η οικονομική κατάσταση των Καθ΄ ων η αίτηση δεν είναι τόσο καλή με αποτέλεσμα τυχόν απόφαση υπέρ του Αιτητή στην Ανταπαίτηση του να είναι αδύνατη η δύσκολη η ικανοποίηση της εκτός και εάν εκδοθή προσωρινό διάταγμα προς την κατεύθυνση αυτή. Συνεπώς είναι η κρίση μου ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Τέλος, όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα ακόλουθα: Όπως έχει λεχθεί και εις την υπόθεση Όξυνου κ.α. ν. Μαρίας Ρόλη Λου Π.Ε. 310/08 ημερ. 17.6.11 «..σκοπός ενός συντηρητικού διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει των προνοιών του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι η διατήρηση της κατάστασης πραγμάτων (status quo qute) όπως αυτή είχε κατά το χρόνο που η υπό εκδίκαση διαφορά προέκυψε και παράλληλα η διατήρηση της επίδικης περιουσίας για όλο το χρονικό διάστημα που εκκρεμεί η εκδίκαση της αγωγής (Michael v. Brevinos Liuctes
(1969)1 C.L.R 578 και Κουκουνά ν. C.A Simons Ltd
(2002)1 A.A.Δ 1361).». Εδώ ο αιτητής μέχρι την 31.5.12 είχε εις τη διάθεση του την εξασφάλιση της εγγυητικής επιστολής δια το ποσό των €1.600.000 που δόθηκε κατόπιν συμφωνίας και αιτήματος προς την τράπεζα των Καθ΄ ων η αίτηση 1 έστω και με την παγοποίηση της που επέφερε το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 10.9.
- Από 31.5.12 δεν έχει πλέον την άνω δυνατότητα και αν ακόμη η έφεση του είναι επιτυχής θα είναι χωρίς αντίκρυσμα. Η αυτόνομη ύπαρξη της εγγυητικής ως ανεξάρτητου συμβολαίου που έγινε μεταξύ Τραπέζης και αιτητή έπαυσε την 31.5.
- Πρόσθετα, λαμβάνω υπόψη ότι η τυχόν αποξένωση από τους Καθ΄ ων η αίτηση περιουσιακών στοιχείων θα είχε ως αποτέλεσμα η ανταξίωση του αιτητή σε περίπτωση επιτυχίας να παραμένει χωρίς αντικείμενο. Εν πάση περιπτώσει η έκδοση Διατάγματος εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης θα προκαλέσει εις τους Καθ΄ ων η αίτηση 1 λιγότερη ταλαιπωρία και δυσκολία παρά η μη έκδοση του δια τον αιτητή. Ο ισχυρισμός ότι η έκδοση διατάγματος δια το αιτούμενο ποσό θα στερούσε τη δυνατότητα εις τους Καθ΄ ων η αίτηση να συνεχίσουν τις δραστηριότητες και εργασίες τους, χωρίς στοιχεία και συγκεκριμενοποίηση δεν μπορεί να επηρεάσουν το θέμα υπό εξέταση. Δεν πρέπει να διαφεύγει ότι από μόνη της η ύπαρξη της εγγυητικής μέχρι την 31.5.12 προϋποθέτει διαθεσιμότητα του ποσού των €1.600.000 μέχρι την 31.5.12 και ουδείς ισχυρισμός τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δια διάθεση του ποσού αυτού. Ούτε και η κατάσταση λογαριασμού τεκμ. 6 εις την ένορκη δήλωση Μ. Νεοφύτου δεν καταδεικνύει κάτι τέτοιο. Συνεπώς κρίνω ότι η πλάστιγγα κλίνει υπέρ του αιτητή. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος υπό στοιχείο (Β) δεν μπορεί να επιτύχει διότι αυτόματα θα αντιστράτευε και θα παράκαμπτε το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 10.09.10 το οποίο είναι αντικείμενο της έφεσης αρ. 287/
- Δια το λόγο αυτό και μόνο δεν τίθεται θέμα εξέτασης άλλων λόγων διά το θέμα αυτό. Δια τους πιο πάνω λόγους που έχω αναφέρει πρωτύτερα εις την απόφαση μου εκδίδεται Διάταγμα ως το αιτητικό υπο (Α) της Αίτησης. Το αιτητικό (Β) απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, αυτά να είναι εις βάρος των Καθ΄ ων η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της αγωγής. (Υπ) Λ. Παρπαρίνος Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ c:\my documents\parparinos 2010-11/interim decisions cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο