ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΕΤΡΙΔΗ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. S M GRAPHIK WORX CO LIMITED, Αρ. Αγωγής 827/2012, 28/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A294 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 827/2012 ΜΕΤΑΞΥ: ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΕΤΡΙΔΗ ΛΙΜΙΤΕΔ Αιτητές και S. & M. GRAPHIK WORX CO LIMITED Kαθ' ών η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 21.03.2012 για έκδοση συνοπτικής απόφασης 28 Σεπτεμβρίου 2012 Για Αιτητές: κος Κυριακίδης Για Καθ' ών η Αίτηση: κος Γεωργίου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την επίδικη αίτηση οι αιτητές αιτούνται έκδοση συνοπτικής απόφασης ως η απαίτηση. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.18 κκ 1, 2 και 9 (α), Δ.48 κκ 1-4 και 9 και Δ.64 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση που ορκίζεται ο Ανδρέας Πετρίδης, το περιεχόμενο της οποίας σχολιάζω πιο κάτω. Την 11.09.2012 οι καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Η βάση της ένστασης παραπέμπει στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.18 κκ 1, 2, 3, 5 και 6, Δ.48 κκ 1-4 και 9, στο άρθρο 30 του συντάγματος, στην αρχή περί ίσης μεταχείρισης των διαδίκων, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου, στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και στις αρχές της επιείκειας. Και η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που σε αυτή την περίπτωση ορκίζεται η Μαρία Νικολαϊδου. Καμία από τις δυο πλευρές ζήτησε αντεξέταση και έτσι η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις. Κατά την ακρόαση οι συνήγοροι των διαδίκων προσκόμισαν στο δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις το περιεχόμενο των οποίων δεν επαναλαμβάνω, εφόσον πιο κάτω, εκεί και όπου κρίνω ότι χρειάζεται, σχολιάζω τούτο. Ό,τι αξίζει να σημειωθεί εδώ είναι πως στο στάδιο των αγορεύσεων ο συνήγορος των αιτητών απέσυρε τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην αγόρευση (βλ. έγγραφο Α) και υποστηρίζουν ότι η ειδοποίηση καταχωρίστηκε εκπρόθεσμα. Στον αντίποδα ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση απέσυρε δύο εκ των λόγων ένστασης και συγκεκριμένα εκείνους που στο πρόσωπο της ένστασης φέρουν διακριτικό στοιχείο Γ και Δ αντίστοιχα. Ως εκ των πιο πάνω οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί, αιτητών και καθ' ων η αίτηση αντίστοιχα, δεν θα απασχολήσουν το δικαστήριο. Όπως έχει λεχθεί το δικαστήριο ανακτά δικαιοδοσία για έκδοση συνοπτικής απόφασης εκεί και όπου ικανοποιούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις∙ η αγωγή προωθήθηκε δια ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος δυνάμει του κ6 της Δ.2, ο εναγόμενος καταχώρισε εμφάνιση, και η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα και επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και δηλώνει ότι καθώς πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1Β Α.Α.Δ. 782, Νεάρχου κ.α. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1Β Α.Α.Δ.818 και Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πέγειας v. CAA Travel Media Ltd
(2008)1B A.A.Δ. 837). Ικανοποίηση των πιο πάνω μετατοπίζει το βάρος στους ώμους του καθ' ου η αίτηση ο οποίος οφείλει∙ είτε να ικανοποιήσει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή είτε να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που του δίνουν δικαίωμα υπεράσπισης (βλ. Νεάρχου (πιο πάνω), Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 221, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz, Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ.239, Λαζάρου v. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ.817, N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ.1912 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Χατζηνέστορος
(1989)1 Α.Α.Δ.204). Προτού προχωρήσω σε διερεύνηση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων παρατηρώ ότι ένας εκ των λόγων ένστασης είναι πως οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται σε υποβολή της αίτησης, και αυτό επειδή οι καθ' ων η αίτηση έχουν ήδη καταχωρίσει υπεράσπιση. Από το φάκελο του δικαστηρίου διαπιστώνω ότι την 21.03.2012 οι καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν υπεράσπιση. Περαιτέρω, την ίδια ημερομηνία οι αιτητές καταχώρισαν την επίδικη αίτηση. Έχω την άποψη ότι η σχετική θέση των καθ' ων η αίτηση δεν υποστηρίζεται από το ισχύον νομικό καθεστώς και ως εκ τούτου δεν μπορεί να επιτύχει. Πειστική και καθ' όλα καθοδηγητική είναι η παραπομπή των αιτητών στο σύγγραμμα Annual Practice 1958, vol 1, σελ. 260 κάτω από τον τίτλο Show Cause όπου αναφέρεται∙ But it is clear that the plaintiff may apply for a summary judgment even after defence delivered. Σε ανάλογο συμπέρασμα οδηγείται κανείς και από τα γεγονότα της υπόθεσης Maγγλή v. C.B.C.I Cyprus Balkan Consulting and Investments Limited
(2004)1Β Α.Α.Δ 896, 898. Υποδεικνύω ότι διαφορετική αντίληψη θα καθιστούσε το σχετικό κανονισμό ευάλωτο και υποχείριο γρήγορης αντίδρασης του καθ' ου η αίτηση. Περαιτέρω, η καταχώριση ή μή υπεράσπισης δεν εμπίπτει σε καμία από τις προϋποθέσεις που εξετάζει το δικαστήριο, είτε αυτές αφορούν τον αιτητή είτε τον καθ' ου η αίτηση, και βεβαίως δεν δεσμεύει το δικαστήριο. Ως εκ τούτου ως σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται. Οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης (Β, Ε, ΣΤ, Ζ και Η) άπτονται της ουσίας του θέματος, δηλαδή κατά πόσο οι καθ' ων η αίτηση αποκαλύπτουν καλόπιστη και βάσιμη υπεράσπιση. Σημειώνω εδώ ότι αναφορικά με το λόγο Β της ένστασης ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση ευθαρσώς δήλωσε πως δεν αφορά το κύρος της αίτησης, δηλαδή τις τυπικές προϋποθέσεις που βαρύνουν τον αιτητή, παρά μόνο ότι οι καθ' ων η αίτηση έχουν υπεράσπιση. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, και παρά τη δήλωση του συνηγόρου αναφορικά με το λόγο Β της ένστασης, προχωρώ σε διερεύνηση των στοιχείων που βαρύνουν τους αιτητές, εφόσον η υποχρέωση του δικαστηρίου για διερεύνηση του κατά πόσο πληρούται δεν αίρεται (βλ. Μεττη v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1Α Α.Α.Δ. 417). Το περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του δικαστηρίου αποκαλύπτει ότι το κλητήριο ένταλμα που καταχώρισαν οι αιτητές είναι ειδικώς οπισθογραφημένο και ότι την 02.03.2012 οι καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης. Επιπλέον, η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αποκαλύπτει ότι ο ομνύων τούτη, διευθυντής των αιτητών, έχει προσωπική και θετική γνώση των γεγονότων που επικαλείται. Αυτό δεν αναφέρεται απλώς στη σχετική ένορκη δήλωση, διατυμπανίζεται και με αναφορά σε γεγονότα όπως∙ ότι οι σχετικοί λογαριασμοί που τηρούνται στον ηλεκτρονικό υπολογιστή ελέγχονται από τον ίδιο, δηλαδή τον ομνύοντα, ότι ο ίδιος είναι που εξέδωσε τα τιμολόγια που επισυνάπτονται στην αίτηση και τέλος, ότι είχε προσωπική επικοινωνία με μια εκ των συνεταίρων των καθ' ων η αίτηση. Η επικοινωνία αυτή καθ' αυτή επιβεβαιώνεται και από την ομνύουσα την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, εκείνο που αμφισβητά η τελευταία είναι το περιεχόμενο της επικοινωνίας. Ως εκ των πιο πάνω η θετικότητα της γνώσης του ομνύοντα κρίνω πως ικανοποιείται. Στην ίδια ένορκη δήλωση αναφέρεται πως οι καθ' ων η αίτηση οφείλουν το ποσό των €4300, πλέον τόκους, ως χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού για προσφορά υπηρεσιών εκτύπωσης και προϊόντων εκτύπωσης που τους παρασχέθηκαν από τους αιτητές στα πλαίσια εμπορικής δραστηριότητας και μετά από παραγγελία. Περαιτέρω, στις παραγράφους 5 μέχρι και 8 της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση επεξηγείται λεπτομερώς η σχέση των διαδίκων και η εμπορική συνεργασία τους. Συνακόλουθα, τούτες οι αναφορές ικανοποιούν επιβεβαίωση της αιτίας αγωγής καθώς και του ποσού που αξιώνεται. Στη δε 9η παράγραφο της ένορκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση ο ομνύων δηλώνει πως εξ όσων κάλλιον γνωρίζει και πιστεύει οι καθ' ών η αίτηση δεν έχουν καμία υπεράσπιση. Όλα τα πιο πάνω καθιστούν σαφές ότι πληρούται οι προϋποθέσεις που ενεργοποιούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου, και συνεπώς ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσον οι καθ' ων η αίτηση αποκαλύπτουν ότι έχουν υπεράσπιση ή εν πάση περιπτώσει ζήτημα που αξίζει να δικαστεί. Οι ισχυρισμοί της ομνύουσας την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση που σχετίζονται με το ότι οι καθ' ων η αίτηση έχουν υπεράσπιση, συμπυκνώνονται στις παραγράφους 4 και 5 τούτης. Ο,τι αναφέρεται εκεί είναι πως∙ "
- Ως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι μας η Υπεράσπιση μας είναι καλόπιστη και επί της ουσίας της ως άνω Αγωγής, έχει ήδη καταχωρηθεί την ίδια μέρα καταχώρισης της παρούσας αίτησης και συνοψίζεται στα πιο κάτω σημεία: (α) Οι Εναγόμενοι εξόφλησαν τα εκάστοτε εκδοθέντα τιμολόγια και ουδέ ποσό οφείλουν στους Ενάγοντες, το δε ποσό που αναφέρεται στην αναφερόμενη Κατάσταση Λογαριασμού δεν υφίσταται και έχει εξοφληθεί και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. (β) Περαιτέρω οι Εναγόμενοι τονίζουν ότι οι τυπογραφικές εργασίες τις οποίες τους παρείχαν οι Ενάγοντες δεν ήταν καλής ποιότητας, ήταν ελλιπείς και εν πάση περιπτώσει ήταν υπερκοστολογημένες. Εγώ η ίδια ειδοποίησα προς τούτο τον Διευθυντή των Εναγόντων κ. Πετρίδη ο οποίος μου ανέφερε να μην ανησυχώ και ότι θα διευθετούσε συνάντηση με το τεχνικό τους τμήμα. (γ) Οι Εναγόμενοι ουδέποτε συμφώνησαν με τους Ενάγοντες οιονδήποτε χρονικό πλαίσιο προς εξόφληση των εκάστοτε εκδοθέντων τιμολογίων, τονίζουν δε ότι ουδεμία συμφωνία υπήρξε μεταξύ των διαδίκων περί τοκοφορίας υπολοίπου των τιμολογίων. Όμως αναφέρω ότι οποιαδήποτε τιμολόγια εκδόθηκαν και αφορούσαν εκτελεσθείσα εκ μέρους των Εναγόντων εργασία, αφού την ελέγχαμε το πληρώναμε. (δ) Ουδέποτε οι Ενάγοντες όχλησαν, προειδοποίησαν ή ζήτησαν από τους Εναγόμενους να εξοφλήσουν οιονδήποτε ποσό, τονίζουν δε ότι το ποσό των €682,95 κατεβλήθη από τους Εναγόμενους μετά από συγκεκριμένη τυπογραφική εργασία.
- Επί της Ενόρκου Δηλώσεως του κ. Ανδρέα Πετρίδη που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση αναφέρω τα ακόλουθα: (α) Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση που επιδόθηκε στους Δικηγόρους μας δεν φέρει ημερομηνία. (β) Η Κατάσταση Λογαριασμού ημερομ. 15/03/2012 που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στη Ενορκο Δήλωση φέρει μεταφερόμενο υπόλοιπο €1.730,50 χωρίς να υπάρχει Αναλυτική Κατάσταση από πού προέρχεται το εν λόγω υπόλοιπο. Δεν αναγνωρίζουμε ούτε συμφωνούμε με την πιο πάνω αναφερόμενη Κατάσταση. (γ) Περαιτέρω η Κατάσταση Λογαριασμού δεν αναφέρει αναλυτικά τα προϊόντα και υπηρεσίες που παρείχαν οι Ενάγοντες στους Εναγόμενους και αναγράφεται με γενικό τρόπο η φράση "Goods/Services", ώστε να μπορέσουμε να ελέγξουμε την ποσότητα και την ποιότητα τους. (δ) Τα τιμολόγια επι της δέσμης τεκμηρίων 2 υπ' αριθμός 03450, 03466, 03473, 03507, 03526, 03536, 03585, 03601, 03614, 03756, 03862, 03877 και 04008 δεν φέρουν υπογραφή από κανένα διευθυντή ή εκπρόσωπο των Εναγομένων, ούτε και μας παραδόθηκαν οποτεδήποτε. (ε) Οι πληρωμές που αναφέρονται στην παράγραφο 6 της Ενόρκου Δηλώσεως και φαίνονται επί της Κατάστασης Λογαριασμού Τεκμήριο 1 αφορούν τα συμφωνηθέντα ποσά που καταβλήθηκαν για προϊόντα και υπηρεσίες που παρείχαν οι Ενάγοντες στους Εναγόμενους και όχι για τα υπερκοστολογημένα ποσά που εμφαίνονται στην Κατάσταση Λογαριασμού και στα μη υπογεγραμμένα Τιμολόγια. (στ) Ουδέποτε υπήρξε οιαδήποτε παραδοχή επί του ισχυριζόμενου οφειλομένου ποσού ούτε και προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων περί τοκοφορίας οιουδήποτε οφειλόμενου ποσού ως αναφέρεται στις παραγράφους 8 και 9 της Ενόρκου Δηλώσεως και ουδεμία πρόνοια περί τοκοφορίας αναγράφεται επι των εκδοθέντων υπογεγραμμένων τιμολογίων. Αντίθετα στις συνεχείς διαμαρτυρίες μου ο κ. Πετρίδης μου ανέφερε να μην ανησυχώ και ότι θα διευθετούσε συνάντηση με το τεχνικό τμήμα του ώστε να επιλύσουμε τα προβλήματα ποιότητας και κόστους των εργασιών, τα οποία συμφωνούσε ότι υπήρχαν. (ζ) Η επιστολή των Δικηγόρων των Εναγόντων τεκμήριο 3 ήλθε σε γνώσιν μας μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, όπου και τα Γραφεία μας ήταν κλειστά, ήτοι περί τις αρχές Ιανουαρίου 2012 και άμεσα επικοινωνήσαμε με τους Ενάγοντες για να μας γνωστοποιήσουν αναλυτικά ποια προϊόντα και υπηρεσίες αφορούσε το ισχυριζόμενο από αυτούς οφειλόμενο υπόλοιπο, πλην όμως αυτοί ουδέποτε μας παρείχαν οιανδήποτε διευκρίνιση ή πληροφορία για αυτό και προχώρησαν με καταχώριση Αγωγής εναντίον μας, παρά το γεγονός ότι ο κ. Πετρίδης υπόσχετο συνεχώς σε εμένα να μην ανησυχώ και ότι θα επιλύσουμε τις διαφορές μας". Όπως ορθά αναφέρει ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση στη σχετική γραπτή αγόρευση (βλ. έγγραφο Β στη σελ. 5) η υπεράσπιση των καθ' ων η αίτηση συνίσταται στο ότι∙ "(α) Οι Εναγόμενοι εξόφλησαν τα εκάστοτε εκδοθέντα τιμολόγια και ουδέν ποσό οφείλουν στους Ενάγοντες, το δε ποσό που αναφέρεται στην αναφερόμενη Κατάσταση Λογαριασμού δεν υφίσταται και έχει εξοφληθεί και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. (β) Περαιτέρω οι Εναγόμενοι τονίζουν ότι οι τυπογραφικές εργασίες τις οποίες τους παρείχαν οι Ενάγοντες δεν ήταν καλής ποιότητας, ήταν ελλιπείς και εν πάση περιπτώσει ήταν υπερκοστολογημένες. (γ) Οι Εναγόμενοι ουδέποτε συμφώνησαν με τους Ενάγοντες οιονδήποτε χρονικό πλαίσιο προς εξόφληση των εκάστοτε εκδοθέντων τιμολογίων, τονίζουν δε ότι ουδεμία συμφωνία υπήρξε μεταξύ των διαδίκων περί τοκοφορίας υπολοίπου των τιμολογίων. (δ) Ουδέποτε οι Ενάγοντες όχλησαν, προειδοποίησαν ή ζήτησαν από τους Εναγόμενους να εξοφλήσουν οιονδήποτε ποσό, τονίζουν δε ότι το ποσό των €682,95 κατεβλήθη από τους Εναγόμενους μετά από συγκεκριμένη τυπογραφική εργασία". Τί εστί καλή τη πίστει υπεράσπιση επεξηγήθηκε σε πλειάδα αποφάσεων του ανωτάτου δικαστηρίου. Στην υπόθεση Λαζάρου, πιο πάνω, στις σελίδες 821 και 822 αναφέρθηκε ότι∙ "Αναφορικά με τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για να κριθεί το θέμα, στην υπόθεση Banque de Paris et des Pays-Bas (Suisse) SA v. de Naray [1984] 1 Lloyd's Rep. 21, στη σελ. 23, λέχθηκαν τα ακόλουθα: "It is of course trite law that O.14 proceedings are not decided by weighing the two affidavits. It is also trite that the mere assertion in an affidavit of a given situation which is to be the basis of a defence does not, ipso facto, provide leave to defend; the Court must look at the whole situation and ask itself whether the defendant has satisfied the Court that there is a fair or reasonable probability of the defendants' having a real or bona fide defence." Περαιτέρω, στην Bhogal v. Punjab National Bank v. Punjab National Bank [1988] 2 All E.R. 296 στη σελ. 303 ο Bingham L.J. ανέφερε: "But the correctness of factual assertions such as these cannot be decided on an application for summary judgment unless the assertions are shown to be manifestly false either because of their inherent implausibility or because of their incosistency with the contemporary documents or other compelling evidence." Στην Standard Chartered Bank v. Yaacoub [1990] CA Transcript 699 λέχθηκε ότι: "It is sometimes said that in an application under Ord. 14 the court is bound to accept the assertion of a defendant on affidavit unless it is self-contradictory or inconsistent with other parts of the defendant' s own evidence, and that the court cannot reject an assertion on the simple ground that it is inherently incredible." Τέλος, στο Supreme Court Practice 1999, Vol.1 στη σελ. 173, παράγραφος 14/4/7, αναφέρονται τα ακόλουθα: "The plaintiff has long been permitted to answer the defendant's evidence but the case cannot be tried on affidavits, and if the defendant's affidavit discloses a defence based on disputed facts it is generally useless for the plaintiff to reply. The Court is not bound to require documentary evidence from the plaintiff, if by his affidavit in reply he can show that there is no issue to try (Shurmur v. Young [1889] 5 T.L.R, 155, CA) but if he can demonstrate (e.g. by exhibiting contemporary documents) that the evidence of the defendant is not reasonably capable of belief this will prevent leave to defend being given." Έχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση (δέστε Supreme Court Practice 1999 1st Ed. p. 174, para. 14/4/9)». Στην N.V. Caterchef, πιο πάνω, στη σελίδα 1915, λέχθηκε ότι∙ "Είναι αρκετό για εναγόμενο, για την εξασφάλιση του δικαιώματος υπεράσπισης χωρίς όρους, να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει. Όμως, το κριτήριο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση. Διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε κάθε σχεδόν περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Με αποτέλεσμα την αχρήστευση του μέτρου. Τη θέση μας ενισχύει το παρακάτω απόσπασμα από την Annual Practice
(1959)σελ. 250, που αποτελεί το απαύγασμα της αγγλικής νομολογίας με την οποία είναι εναρμονισμένη η κυπριακή: "The defendant's affidavit must "condescend upon particulars". It is not enough merely to deny the debt, or allege fraud, or state a legal objection. Sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence (Wallingford v. Mutual Soc., 5 App Cas. 685, see judgment of Lord Blackburn at p. 704; Harrison v. Bottenheim, 26 W.R. 362; Ray v. Barker, 4 Ex. D. 283; Shurmer r. Young, 5 T.L.R. 155, and cases cited r. 6(n.)." Ανάλογα και στην υπόθεση Παχατουριαν v. Τραπέζης Κύπρου
(2002)1Α Α.Α.Δ 322, 327 όπου αναφέρθηκε ότι∙ "Είναι όμως, σύμφωνα με την πάγια νομολογία στην οποία παρέπεμψε σε έκταση η ευπαίδευτη δικαστής, και την οποία δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε, υποχρέωση του εναγόμενου, εφ' όσον ο Ενάγων συμμορφωθεί με τις προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1, να αποκαλύψει γεγονότα που του δίδουν δικαίωμα να υπερασπισθεί την αγωγή, παρέχοντας όχι γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς και πιθανολογήσεις αλλά επαρκή στοιχεία και λεπτομέρειες. Εν πάση περιπτώσει δε, όλα τα στοιχεία που αφορούσαν τη θέση της Εφεσείουσας για υπερχρεώσεις και ανατοκισμό τέθησαν ενώπιον του δικαστηρίου από την ίδια την Τράπεζα, η ενόρκως δηλούσα για την οποία και δεν αντεξετάσθηκε καν, και αναιρούσαν τη θέση της Εφεσείουσας. Και κάτι άλλο συναφές. Στο τέλος της ημέρας, η θέση της Εφεσείουσας απέληγε να είναι όχι η καθόλου αμφισβήτηση της υποχρέωσης της αλλά η αμφισβήτηση του ακριβούς ποσού που οφείλετο. Και αν ακόμα μπορούσε να δείξει ότι είχε δικαίωμα υπεράσπισης ως προς την έκταση των ισχυριζόμενων υπερχρεώσεων και ανατοκισμού, που δεν έδειξε, η άδεια υπεράσπισης θα περιορίζετο στην έκταση εκείνη και δεν θα εκάλυπτε το σύνολο της απαίτησης". Στη δοσμένη περίπτωση η υπεράσπιση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία. Οι καθ' ών η αίτηση δέχονται ότι είχαν συνεργασία με τους αιτητές. Ο,τι όμως αναφέρουν εις απάντηση της θέσης των αιτητών ότι το αξιούμενο ποσό προκύπτει από τη συνεργασία τους, δεν είναι τίποτα άλλο από γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί που συγκρούονται μεταξύ τους. Αδυνατώ εν προκειμένω να αντιληφθώ πως συμβιβάζεται ο ισχυρισμός πλήρους εξόφλησης των εκάστοτε εκδοθέντων τιμολογίων και της κατάστασης λογαριασμού με τον ισχυρισμό ότι η ποιότητα των προσφερθέντων υπηρεσιών δεν ήταν ικανοποιητική και με το ότι οι υπηρεσίες που προσφέρθηκαν ήταν υπερκοστολογημένες. Ανάλογα ισχύουν και για τη θέση ότι αριθμός τιμολογίων δεν φέρει υπογραφή από διευθυντή ή εκπρόσωπο των καθ' ων η αίτηση, ισχυρισμός ο οποίος πλήττει την εγκυρότητα των εν λόγω τιμολογίων. Το ερώτημα που αναφύεται από τα πιο πάνω είναι∙ ποια είναι εν τέλει η υπεράσπιση των καθ' ων η αίτηση; Ότι εξόφλησαν το σύνολο των τιμολογίων και της κατάστασης λογαριασμού, ότι εξόφλησαν όσα τιμολόγια έφεραν υπογραφή καθ' ότι δεν τους αφορούν τα υπόλοιπα, ότι κατέβαλαν μέρος μόνο των τιμολογίων καθ' ότι κάποια κρίθηκαν υπερκοστολογημένα, ή ότι δεν αποδέχτηκαν και δεν αποπλήρωσαν μέρος του λογαριασμού λόγω κακής ποιότητας; Η υποδεικνυόμενη σύγχυση και αντίφαση δεν επιλύεται από την ένορκη δήλωση των καθ' ων η αίτηση. Αυτή και μόνο η διαπίστωση, δηλαδή ότι δεν διευκρινίζονται οι αντιφατικοί ισχυρισμοί των καθ' ων η αίτηση, αναδεικνύει και μια άλλη παράμετρο, ουδόλως αμελητέα. Πλην του ποσού που παραδέχονται ότι κατέβαλαν στους αιτητές λόγω τυπογραφικής εργασίας (€682,95), δεν αναφέρουν οιεσδήποτε λεπτομέρειες που υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς τους. Ενώ δέχονται τη συνεργασία και ότι λόγω τούτης κατέβαλαν το συγκεκριμένο ποσό, δεν παρέχουν λεπτομέρειες για ό,τι άλλο επικαλούνται. Θα ανέμενε κανείς ότι εφόσον οι καθ' ων η αίτηση διατείνονται ότι έχουν εξοφλήσει το σύνολο των τιμολογίων και της κατάστασης λογαριασμού θα επικαλούντο σχετικές λεπτομέρειες, φερειπείν θα προσκόμιζαν αποδείξεις ή έστω θα ισχυρίζοντο, χωρίς προσκόμιση αποδείξεων, ότι συγκεκριμένα τιμολόγια εξοφλήθηκαν σε συγκεκριμένες ημερομηνίες ή με συγκεκριμένη διευθέτηση. Τίποτα ανάλογο αποκαλύπτει η ένορκη δήλωση των καθ' ων η αίτηση. Ούτε και τα τιμολόγια που δεν φέρουν υπογραφή αποτελούν αντικείμενο σχολιασμού, λόγου χάριν ότι ουδέποτε τους προσφέρθηκαν τέτοιες υπηρεσίες. Από την άλλη θα ανέμενε κανείς ότι με ακρίβεια και σαφήνεια οι καθ' ων η αίτηση θα επεξηγούσαν τόσο την υπερκοστολόγηση όσο και την κακή ποιότητα, πρόκειται άλλωστε για ζήτημα που εμπίπτει στη σφαίρα της προσωπικής τους γνώσης. Ούτε όμως σε αυτή την περίπτωση έδωσαν οιεσδήποτε λεπτομέρειες. Εν ολίγοις, ποια είναι τούτη η εργασία ή υπηρεσία που ήταν κακής ποιότητας ή υπερκοστολογημένη. Δεν αναμένεται βεβαίως ενδελεχής αναφορά και προσκόμιση στοιχείων, ως να επρόκειτο για απόδειξη της υπόθεσης. Αναμένεται όμως λεπτομέρεια η οποία να αποκαλύπτει υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα. Αυτό δεν επιτυγχάνεται με γενικότητα και αοριστία. Καταλήγω λοιπόν ότι η ένορκη δήλωση των καθ' ων η αίτηση δεν ευδοκεί σε λεπτομέρεια. Είναι συνονθύλευμα αόριστων και αντικρουόμενων ισχυρισμών που δεν μπορούν να συνυπάρξουν και δεν αναδεικνύουν έρεισμα, ήτοι λεπτομέρειες, που μπορεί να τους υποστηρίξει. Καταλήγω συνεπώς ότι η ένορκη δήλωση των καθ' ων η αίτηση δεν αποκαλύπτει καλή τη πίστει υπεράσπιση. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι πέραν των πιο πάνω ισχυρισμών οι καθ' ων η αίτηση διατείνονται ότι η κατάσταση λογαριασμού δεικνύει μεταφερόμενο υπόλοιπο χωρίς όμως να υπάρχει αναλυτική κατάσταση και ότι τα τιμολόγια που προσκομίστηκαν δεν κάνουν αναφορά σε τόκο υπερημερίας και ουδέποτε συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων οτιδήποτε σχετικό. Έχω τη γνώμη ότι αυτές οι αιτιάσεις των καθ' ών η αίτηση περιορισμένη έχουν σημασία. Παρεμβάλλω εδώ ότι δεν συμφωνώ με τη θέση των αιτητών πως η μαρτυρία αποκαλύπτει ότι η αγωγή εδράζεται σε παραδεδεγμένο ή εκκαθαρισμένο λογαριασμό (account stated). Το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως των καθ' ων η αίτηση αποκαλύπτει ότι δεν αποδέχθηκαν το υπόλοιπο του λογαριασμού και ούτε συμφώνησαν σε αποπληρωμή τούτου. Ως εκ τούτου απουσιάζουν βασικά συστατικά στοιχεία τέτοιου λογαριασμού (βλ. Επίσημος Παραλήπτης v. Ρεϊνμποου
(2005)1Α Α.Α.Δ.610, 615). Διαπιστώνω όμως ότι η βάση της αγωγής είναι υπόλοιπο λογαριασμού. Περαιτέρω, η κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 1) δεν είναι το μόνο αποδεικτικό στοιχείο που προσκομίστηκε από τους αιτητές. Το τεκμήριο 2 περιλαμβάνει το σύνολο των τιμολογίων που εκδόθηκαν, και το ποσό τούτων ανέρχεται σε €4982,
- Η διαφορά μεταξύ αυτού του ποσού και της απαίτησης (€4300) οφείλεται, όπως επεξηγείται από τους αιτητές και συμφωνούν και οι καθ' ων η αίτηση, σε πληρωμή που προέβησαν οι τελευταίοι, ύψους €682,
- Σύμφωνα με τα λεχθέντα στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1Α, Α.Α.Δ.339, 348, τα τιμολόγια είναι αυτά που συνιστούν το λογαριασμό μεταξύ των διαδίκων. Κατ' επέκταση, ακόμη και επι τη υποθέσει ότι η υποδεικνυόμενη στο τεκμήριο 1 μεταφορά υπολοίπου χρήζει διερεύνησης, τα τιμολόγια που προσκομίστηκαν (τεκμήριο 2 στην αίτηση) αιτιολογούν πλήρως την απαίτηση και δεν αφήνουν περιθώριο αμφιβολίας. Αναφορικά με το διεκδικούμενο τόκο είναι γεγονός ότι τα τιμολόγια που προσκόμισαν οι αιτητές δεν κάνουν αναφορά σε τόκο υπερημερίας. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός των αιτητών ότι συμφωνήθηκε τόκος υπερημερίας δεν μετεξελίχθηκε σε διαπίστωση, εφόσον δεν έγινε αποδεχτός από τους καθ' ων η αίτηση. Καταλήγω συνεπώς ότι οι αιτητές δεν απέδειξαν ότι δικαιούνται τόκο πέραν του νόμιμου. Εντούτοις συμφωνώ μαζί τους ότι στην προκείμενη περίπτωση εφαρμογής τυγχάνει ο περί Καταπολέμησης των Καθυστερήσεων Πληρωμών στις Εμπορικές Συναλλαγές Νόμος (Ν.73(Ι)/2003), ο οποίος ήτο σε ισχύ κατά τον επίδικο χρόνο, δηλαδή μετά την έκδοση των τιμολογίων και μετά την πάροδο του χρόνου αποπληρωμής τούτων (βλ. άρθρο 5 του νόμου). Οι διατάξεις του σχετικού νόμου αποκαλύπτουν ότι ο νόμιμος τόκος ισούται με το άθροισμα εκείνου που εφαρμόζει η κεντρική τράπεζα στην πλέον πρόσφατη κύρια πράξη αναχρηματοδότησής της, συν επτά εκατοστιαίες μονάδες (βλ. άρθρο 6 του νόμου). Ποιο ήταν τούτο το επιτόκιο στην πλέον πρόσφατη πράξη αναχρηματοδότησης της κεντρικής τράπεζας κατά τον επίδικο χρόνο, δεν επεξηγήθηκε από τους αιτητές. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι οι αιτητές δεν μπορούν να επωφεληθούν του περιθωρίου που αναφέρεται στο νόμο και ανέρχεται σε 7%. Ως εκ των πιο πάνω, υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση εκδίδω απόφαση ως η παράγραφος Α της έκθεσης απαιτήσεως, πλέον τόκο προς 7% από την 03.02.2012, ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, πλέον δικηγορικά έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ)...................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ε.χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο