Lucan Invest Ltd κ.α. ν. Afaith Investments Ltd κ.α., Αρ. Αίτησης: 1183/11, 28/8/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A257 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 1183/11 Αναφορικά με τον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο 101/1987, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, άρθρο 9 και Αναφορικά με τον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, άρθρο 32 και Αναφορικά με την Διεθνή Διαιτησία η οποία διεξάγεται στο Ηνωμένο Βασίλειο (LCIA) μεταξύ των
(1)Lucan Invest Ltd και
(2)Duview Holdings Inc (Claimants) και των
(1)Afaith Investments Ltd,
(2)Vinson Holdings Ltd,
(3)Alverstone Trade & Invest Ltd, και
(4)Nemiroff Vodka Ltd (Defendants). Μεταξύ:
- Lucan Invest Ltd
- Duview Holdings Inc Aιτητών και
- Alverstone Trade & Invest Ltd
- Vinson Holdings Ltd
- Afaith Investments Ltd
- Nemiroff Vodka Ltd
- Nemiroff Holdings Ltd
- Σοφίας Ιωάννου
- Χαράλαμπου Μιχαηλίδη
- Abacus Secretarial Ltd Καθ΄ ων η Αίτηση ------------------------- Αίτηση ημερ. 21 Οκτωβρίου 2011 για Έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων 28 Αυγούστου,
- Για τους Αιτητές: κ. Γ. Ζ. Γεωργίου μαζί με κ. Σ. Πίττα Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1-5: κ. Χ. Αρτέμης μαζί με κ. Χρ. Σκορδή Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση 6-8: κ. Κ. Ιωαννίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Λαβύρινθος γεγονότων καλύπτει τις περίπλοκες επαγγελματικές σχέσεις και δοσοληψίες των διαδίκων. Αποτυπώνεται σε σειρά ενόρκων δηλώσεων οι οποίες συνοδεύουν την υπό κρίση Αίτηση και στηρίζουν τους εκτεταμένους λόγους ένστασης. Εμπλέκονται επίσης στην επίδικη διαφορά αριθμός νομικών και φυσικών προσώπων. Απλή και μόνο σύνοψη των ουσιαστικών γεγονότων, στην έκταση που αυτό κρίνεται απαραίτητο προκειμένου να οδηγηθεί το Δικαστήριο στην τελική του κατάληξη, θα καταστήσει ευκολότερη την κατανόηση της υπό εκδίκαση υπόθεσης, χωρίς να παρίσταται ανάγκη παράθεσης της δαιδαλώδους δομής των εμπλεκόμενων εταιρειών και των μετοχικών συμφερόντων των διαδίκων. Συνοπτικά λοιπόν οι Αιτητές, ως μέτοχοι μειοψηφίας, και οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1-3, όλες εταιρείες εγγεγραμμένες στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους (BVI), είναι οι μοναδικοί μέτοχοι της Καθ΄ ης η Αίτηση 4, εταιρείας επίσης εγγεγραμμένης στις πιο πάνω Νήσους. Τα νομικά αυτά πρόσωπα είναι και οι μόνοι διάδικοι διεθνούς διαιτησίας, η οποία διεξάγεται στο Ηνωμένο Βασίλειο (η διαιτησία). Μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της Καθ΄ ης η Αίτηση 4 είναι η Κυπριακή εταιρεία Nemiroff Holdings Ltd, Καθ΄ ης η Αίτηση 5, της οποίας είναι και η μόνη μέτοχος. Η τελευταία έχει δύο διευθυντές, τους Καθ΄ ων η Αίτηση 6 και 7, οι οποίοι ενεργούν ως αντιπρόσωποι-nominees δυνάμει συμφωνίας παροχής υπηρεσιών διά μέσου της Καθ΄ ης η Αίτηση 8, που είναι παροχέας υπηρεσιών-corporate service provider. Μοναδικός σκοπός της Καθ΄ ης η Αίτηση 5 είναι να κατέχει μετοχές στις εταιρείες του Ουκρανικού ομίλου εταιρειών Nemiroff. Απλοποιημένα, η υπόθεση των Αιτητών ενώπιον του πιο πάνω Διαιτητικού Δικαστηρίου αφορά απαίτησή τους για, μεταξύ άλλων, κατ΄ ισχυρισμό παράβαση ουσιωδών όρων συμφωνίας μετόχων εκ μέρους των Καθ΄ ων η Αίτηση 1-3, των αντιπροσώπων και ιδιοκτητών αυτών. Παράβαση που, κατά τους Αιτητές, προκάλεσε τεράστιες ζημιές τόσο σε αυτούς όσο και στον όμιλο Nemiroff. Η συμφωνία μετόχων καθορίζει τις σχέσεις των Αιτητών με τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1-4, αναφορικά με τα θέματα διοίκησης του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων και των θυγατρικών εταιρειών. Είναι, πιο συγκεκριμένα, η θέση τους ότι οι εν λόγω Καθ΄ ων η Αίτηση 1-3, με πρωτοβουλία των ιδιοκτητών των Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 3, υιοθέτησαν μια εκστρατεία από το Μάρτιο του 2011, προκειμένου να εκδιώξουν την οικογένεια Glus, οι οποίοι είναι ιδιοκτήτες των Αιτητών και μετόχων της Καθ΄ ης η Αίτηση 4, από τη διεύθυνση των εταιρικών θεμάτων του ομίλου Nemiroff, ιδιοκτήτη εργοστασίου που κατασκευάζει τη vodka Nemiroff . Προβάλλουν οι Αιτητές ότι οι ενέργειες των Καθ΄ ων η Αίτηση 1-3 και των πραγματικών ιδιοκτητών τους συνιστούν ουσιώδεις παραβάσεις συγκεκριμένου όρου της συμφωνίας μετόχων ημερ. 22.9.2005 που έγινε μεταξύ των Αιτητών και των Καθ΄ ων η Αίτηση 1-
- Η παρούσα διαδικασία αφορά στην ουσία της αναζήτηση δικαστικής συνδρομής, με νομικό στήριγμα το άρθρο 9 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου, Ν.101/87(ο Νόμος). Είναι δηλαδή διαδικασία υποστηρικτική της προαναφερθείσας διαιτησίας, η οποία διεξάγεται στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στα πλαίσια λοιπόν της κυρίως Αίτησης, οι Αιτητές αναζήτησαν, μονομερώς, την έκδοση σειράς διαταγμάτων. Στην απουσία της αντίδικης πλευράς πέτυχαν τη λήψη μέρους των αξιούμενων διαταγμάτων. Κάποια άλλα αποσύρθηκαν, το δε υπόλοιπο της Αίτησης, μετά από σχετικές οδηγίες του Δικαστηρίου, ορίστηκε για επίδοση. Τα εκδοθέντα μονομερώς διατάγματα αφορούν, συνοπτικά, στη διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης αναφορικά με τη μετοχική δομή και τη σύνθεση των διοικητικών συμβουλίων της Καθ΄ ης η Αίτηση 5 και των θυγατρικών της εταιρειών και των περιουσιακών στοιχείων της. Οι λόγοι ένστασης είναι πολυάριθμοι. Καλύπτουν τυπικές και ουσιαστικές παραμέτρους, εκτείνονται δε και σε γεγονότα που ακολούθησαν την έκδοση των υπό κρίση διαταγμάτων και αφορούν ενδιάμεση απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Ως προς το τελευταίο αυτό θέμα, απαραίτητη είναι, ακριβώς λόγω της ιδιομορφίας και της όλης σημασίας του, λεπτομερής καταγραφή των γεγονότων, προκειμένου να γίνει ευκολότερα κατανοητή η θέση των δύο πλευρών: Το Διαιτητικό Δικαστήριο, μετά την καταχώρηση ένστασης στην παρούσα διαδικασία, και μετά από ακρόαση που έλαβε χώρα ενώπιόν του, διέταξε, τη 16.2.2012, μεταξύ άλλων, όπως τα εμπλεκόμενα μέρη διακόψουν τις μεταξύ τους δικαστικές διαδικασίες στην Κύπρο. Οι διάδικοι, με κοινή δήλωση γεγονότων, ενημέρωσαν το παρόν Δικαστήριο για την πιο πάνω εξέλιξη. Μετά από σχετικές οδηγίες του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκος δήλωση εκ μέρους των Καθ΄ ων η Αίτηση, προκειμένου να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου οι διαδικασίες που έλαβαν χώρα στο Διαιτητικό Δικαστήριο, συμπεριλαμβανομένης της πιο πάνω απόφασής του ημερ. 16.2.
- Η πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση, επικαλούμενη την ανωτέρω απόφαση, και αναλύοντας τους λόγους ύπαρξης του Νόμου, έθεσε ότι τα εκδοθέντα υπό κρίση διατάγματα δεν είναι ούτε υποστηρικτικά της διαιτητικής διαδικασίας, ούτε σκοπεύουν να διασφαλίσουν την ομαλή και αποτελεσματική της πορεία, αλλά, αντίθετα, επεμβαίνουν ανεπίτρεπτα σε αυτή. Οι Αιτητές εισηγήθηκαν ότι το Δικαστήριο, κατά την εξέταση της παρούσας υπόθεσης, δεν θα πρέπει να λάβει υπόψη του ή να επηρεαστεί καθόλου από την ύπαρξη και το περιεχόμενο των διαταγμάτων της απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου ημερ. 16.2.
- Προσθέτοντας δε ότι το περιεχόμενο της πιο πάνω απόφασης συνιστά ουσιαστικά «αντιαγωγικό διάταγμα», έθεσαν ότι η έκδοση τέτοιου διατάγματος δεν θα ήταν δυνατό, ούτε επιτρεπτό, να επηρεάσει την παρούσα διαδικασία. Παρεμβάλλω ότι είναι ορθή η θέση των ευπαίδευτων συνήγορων των Αιτητών σχετικά με τον επιτακτικό χαρακτήρα της νέας Δ.48 θ.4
(1)και της ανάγκης πλέον ταύτισης της κάθε ειδοποίησης ένστασης με τον Τύπο 47, αναφορικά με τον καθορισμό στο σώμα της γραπτής ένστασης των λόγων που την υποστηρίζουν και το ανάλογο καθήκον του συντάκτη της να τους εξειδικεύσει (Ανδρέας Σοφοκλέους v. Κωστάκη Ταβελούδη κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 92, 97). Η παράλειψη παράθεσης της εξεταζόμενης εισήγησης στο σώμα της ένστασης δεν είναι όμως υπό τις συνθήκες μοιραία. Καθότι το όλο ζήτημα άπτεται των προϋποθέσεων έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και σχετίζεται άμεσα με τους σκοπούς και τα όρια εφαρμογής του Νόμου 101/87. Η φύση και οι σκοποί του Ν.101/87 αναλύθηκαν από τον Δικαστή Νικήτα στην Πολιτική ΄Εφεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας ν. Bank Fur Arbeit und Wirtschaft AG
(1999)1(A) AAΔ.585,
- Ο Νόμος αντανακλά πιστά τις κεντρικές ιδέες και το σύνολο των προνοιών του κώδικα διαιτησίας τον οποίο υιοθέτησε στις 21.6.1985 η Επιτροπή Διεθνούς Εμπορικού Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών. Η διαιτησία ως εναλλακτική διαδικασία επίλυσης διαφορών αποτελεί χαρακτηριστικό συμπλήρωμα κάθε σύγχρονου νομικού συστήματος. Ο θεσμός διαιτησίας επιβιώνει χωρίς ένδικα μέσα, τα οποία μόνο σε καθορισμένες περιπτώσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά της διαιτητικής απόφασης. Η όλη δομή του Νόμου και η φιλοσοφία που τον καλύπτει καταδεικνύουν ότι το Δικαστήριο δεν παρεμβαίνει αχρείαστα στη διαδικασία, αλλά μόνο όπως ο Νόμος ορίζει και κυρίως προς υποστήριξη της διαιτητικής διαδικασίας με σκοπό πάντοτε να προχωρεί η διαιτησία το ταχύτερο δυνατό, ώστε να διασφαλίζεται η γρήγορη επίλυση της διεθνούς διαφοράς. Το όλο πνεύμα του Νόμου αποτυπώνεται μέσα από το σύνολο των διατάξεών του. Εύκολα εντοπίζεται ότι διαφυλάσσεται ο θεσμός της διαιτησίας ως εναλλακτικής διαδικασίας επίλυσης διαφορών. Η χρήση ένδικων μέτρων επιτρέπεται περιοριστικά και μόνο στις καθορισμένες περιπτώσεις που προβλέπονται. Τα άρθρα 8, 9, 35 και 36 αφορούν και έχουν εφαρμογή σε σχέση με διαιτησία που λαμβάνει χώρα στο εξωτερικό. Οι πρόνοιες των τεσσάρων πιο πάνω άρθρων συνάδουν με το όλο πνεύμα του Νόμου και τους σκοπούς που αυτός εξυπηρετεί. Παρέχουν τα πλαίσια και τη δυνατότητα παρέμβασης με ένδικα μέσα για διασφάλιση της ομαλής πορείας της διαιτησίας με την εξασφάλιση σε πρώτο στάδιο της δυνατότητας ικανοποίησης, μέσω της λήψης συντηρητικών μέτρων, της διαιτητικής απόφασης και σε δεύτερο στάδιο της δυνατότητας αναγνώρισης και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης. Το άρθρο 9 του Νόμου παρέχει τη δικαιοδοσία για έκδοση διαταγμάτων. Η παρέμβαση του Δικαστηρίου (Δικαστήριο δυνάμει του ερμηνευτικού άρθρου 2 του Νόμου «σημαίνει αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο ή Δικαστή αυτού»), είναι απαραίτητη, όχι για να υποκαταστήσει το Διαιτητικό, αλλά προκειμένου να διασφαλιστεί, υποστηρικτικά, η ομαλή και αποτελεσματική πορεία της Διαιτητικής διαδικασίας. Το καθαρό λεκτικό του άρθρου 9 παρέχει το μηχανισμό για τη λήψη συντηρητικών μέτρων, παράγοντας θετικά αποτελέσματα και προσδίδοντας ουσιαστική εφαρμογή των ανάλογων σκοπών του Νομοθέτη. Οι απλές, συνήθεις λέξεις που το καλύπτουν, αντικριζόμενες για σκοπούς ερμηνείας τους υπό τη γραμματική τους έννοια, καταδεικνύουν την ευρύτητα του πεδίου εφαρμογής του και της εξουσίας που περιβάλλει το Δικαστήριο. Οποιοδήποτε από τα μέρη της διαιτησίας δύναται να αποταθεί για λήψη συντηρητικών μέτρων, ακόμη και πριν από την έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας. Ό,τι έχει σημασία είναι η συνδρομή των προϋποθέσεων έκδοσης μονομερώς των σχετικών διαταγμάτων. Η παράθεση των σκοπών του Νόμου εύκολα οδηγεί και στην κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς το ζήτημα που τέθηκε ως αποτέλεσμα της πιο πάνω απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου ημερ. 16.2.
- Το παρόν Δικαστήριο δεν δεσμεύεται βεβαίως από την απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου για διακοπή της παρούσας διαδικασίας. Ό,τι έχει σημασία είναι το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις άσκησης των εξουσιών του και παρέμβασής του, προκειμένου να διασφαλιστεί, μέσω της λήψης συντηρητικών μέτρων, η ομαλή πορεία της διαιτησίας. Συνεπώς, μέσα σε αυτά τα πλαίσια, και στα όρια εξέτασης και άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου προς την κατεύθυνση έκδοσης διαταγμάτων, θα πρέπει και να κριθεί το όλο ζήτημα, οι παράμετροι και συνέπειες της διαιτητικής απόφασης ημερ. 16.2.
- Υπό το φως όμως των γεγονότων που καλύπτουν την παρούσα Αίτηση, και για τους λόγους που θα επεξηγηθούν στην πορεία της απόφασης, καθίσταται άνευ αντικειμένου περαιτέρω ανάλυση του θέματος αυτού. H έκταση εφαρμογής του Νόμου 101/87 καθορίζεται από το άρθρο
- Τυγχάνει εφαρμογής αποκλειστικά επί διεθνών εμπορικών διαιτησιών. Διεθνής είναι η διαιτησία όταν, μεταξύ άλλων, κατά το χρόνο συνομολόγησης της συμφωνίας περί διαιτησίας, τα μέρη της συμφωνίας έχουν την έδρα των εργασιών τους σε διαφορετικά κράτη (άρθρο 2
(2)(α) του πιο πάνω Νόμου) ή εάν ο τόπος διεξαγωγής της διαιτησίας βρίσκεται εκτός του κράτους στο οποίο τα μέρη της συμφωνίας έχουν την έδρα των εργασιών τους [άρθρο 2
(2)(β)(i)]. Στην υπό κρίση περίπτωση, και με δεδομένη τη διαφορετική έδρα εργασιών των εμπλεκόμενων μερών από τον τόπο διεξαγωγής της διαιτησίας, η τελευταία εμπίπτει στα όρια της «διεθνούς». Ως εμπορική δε διαιτησία καθορίζεται, σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2
(4)του εν λόγω Νόμου, η διαιτησία που αναφέρεται σε ζητήματα που απορρέουν από εμπορικής φύσης σχέσεις, συμβατικές ή μη. Ενδεικτική και μόνο ερμηνεία του όρου «εμπορικής φύσεως σχέσεις» αποτυπώνεται στο άρθρο 2
(5)του Νόμου. Εύκολα εντοπίζεται από την ερμηνεία που δίδεται ότι καλύπτει - και μάλιστα όχι περιοριστικά - μια ευρύτατη μορφή σχέσεων, μεταξύ των οποίων «.τις κοινές επιχειρηματικές δραστηριότητες και άλλες μορφές βιομηχανικής ή επαγγελματικής συνεργασίας..». Όπως έχει ήδη λεχθεί, η συμφωνία μετόχων και η, κατ΄ ισχυρισμό, παράβαση ουσιωδών όρων της, αποτελεί το αντικείμενο της διαιτητικής διαδικασίας. Προέκυψε το ερώτημα κατά πόσο η διαιτησία αυτή εμπίπτει στα όρια της «εμπορικής», όπως ο όρος καθορίζεται, ενδεικτικά, από το Νόμο. Εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι το ερμηνευτικό άρθρο του Νόμου δεν παρέχει αυστηρή ερμηνεία του όρου «εμπορική». Αντίθετα, εντοπίζεται μια ευρύτερη προσέγγιση και καταγράφεται μία εκτεταμένη κατάσταση σχέσεων, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως εμπορικής φύσης. Στο σύγγραμμα The Law and Practice of Shareholder's Agreement, 2nd Edition, κάτω από τον τίτλο «Introduction», στις σελ. 1-2, παράγρ. 1.1 - 1.3, αναφέρονται τα ακόλουθα: "A shareholders' agreement is a legally binding contractual agreement between some or all the shareholders of a limited liability company. The object of the agreement is to specify the way in which the parties' relationship as shareholders will be regulated. The agreement will reflect the parties' intentions as to the management of the company and their shareholdings will detail proposed conflict resolution procedures. Each shareholders' agreement is a unique product of the commercial goals of the parties and the form of the agreement will vary depending on the type of company involved." Η ευρύτητα με την οποία θα πρέπει να αντικρίζεται ο υπό εξέταση ερμηνευτικός όρος, με δεδομένη την ανάλογη πρόθεση του νομοθέτη, αντικατοπτρίζεται από την ερμηνεία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ινδίας, το οποίο, αναφερόμενο στον όρο «commercial», όπως χρησιμοποιείται στην υπό εξέταση περίπτωση, τον ερμήνευσε διασταλτικά, ούτως ώστε να περιλαμβάνει όλες τις εμπορικές σχέσεις, σε αντίθεση με σχέσεις οικογενειακής, πολιτισμικής, κοινωνικής ή πολιτικής φύσης (R.M. Investment and Trading Co. v. Boeing Co. A.I.R.
(1994)SC 1136). Η υπό κρίση περίπτωση εντάσσεται στα πλαίσια που ο Νόμος 101/87 ορίζει. Η συμφωνία μετόχων καλύπτεται από το στοιχείο της εμπορικότητας, δεδομένων των προεκτάσεων που έχει στις οικονομικές επιδιώξεις των συμβαλλομένων. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω, τέθηκε σε λειτουργία ο μηχανισμός του άρθρου 9 του Νόμου, η λήψη δηλαδή συντηρητικών μέτρων. Η διεθνής διαιτησία, όπως στηρίζεται μέσα από τις πρόνοιες του πιο πάνω Νόμου, συνιστά μια ειδική ρύθμιση. Είναι δε μέσα από τις ειδικές παραμέτρους του Νόμου 101/87 και τους σκοπούς που αυτός εξυπηρετεί, όπως έχουν ήδη αναλυθεί, που θα πρέπει να αντικριστεί η εφαρμογή των εξουσιών που το άρθρο 9 παρέχει. Ως θέμα λογικής προτεραιότητας, είναι αναγκαία η εξέταση του λόγου ένστασης που περιστρέφεται γύρω από την ισχυριζόμενη ανυπαρξία μαρτυρίας και πραγματικού υπόβαθρου επί του οποίου να εδράζεται η Αίτηση. Προβάλλεται συγκεκριμένα ως λόγος ένστασης ότι η Αίτηση δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία και/ή από ένορκες δηλώσεις και/ή υποστηρίζεται από παράτυπες και/ή θνησιγενείς ένορκες δηλώσεις και/ή οι ένορκες δηλώσεις που φέρονται να υποστηρίζουν τη μονομερή Αίτηση πρέπει να αγνοηθούν από το Δικαστήριο. Μπορεί εύκολα να γίνει κατανοητό ότι τυχόν επιτυχία της συγκεκριμένης πτυχής της ένστασης θα επιφέρει καταλυτικά αποτελέσματα στην όλη πορεία της διαδικασίας. Εξειδικεύοντας τον εξεταζόμενο λόγο ένστασης, και προκειμένου να καταστεί πλήρως κατανοητός, κρίνεται σκόπιμη η λεπτομερής παράθεση των δεδομένων που τον καλύπτουν: Η υπό κρίση μονομερής Αίτηση καταχωρήθηκε στις 21.10.
- Τα ουσιαστικά γεγονότα επί των οποίων βασίζεται εκτίθενται στις ενόρκους δηλώσεις δύο αλλοδαπών προσώπων, Ουκρανών υπηκόων, των Oleksandr Stepanovich Glus και Nataliia Stepanivna Koroviakovska. Οι ενόρκως αυτοί δηλούντες ορκίστηκαν, την 21.10.2011, τη σχετική τους ένορκο δήλωση στη δική τους γλώσσα. Στο φάκελο του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε, την ίδια ημερομηνία, και ταυτόχρονα με την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης, ένορκη δήλωση κάποιας Τατιάνας Χριστοφόρου, στην οποία αναγράφεται κατά λέξη: «
- Είμαι υπεύθυνη της εταιρείας μεταφραστικών υπηρεσιών V.S. TRANSNATION LANGUAGE SERVICES.
- Επιβεβαιώνω την πιστή μετάφραση από την Ρωσική γλώσσα του επισυναπτόμενου ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 1 στην Ελληνική. Η πιο πάνω μετάφραση επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 της παρούσας.
- Ορκίζομαι ότι τα πιο πάνω είναι αληθή». Ως Τεκμήριο 1 δε καταχωρήθηκε ένα κείμενο στη Ρωσική γλώσσα και ως Τεκμήριο 2 η φερόμενη μετάφρασή του στην Ελληνική. Συντάκτης του φέρεται να είναι ο πιο πάνω Oleksandr Stepanovich Glus. Με ταυτόσημο λεκτικό, και υπό τις ίδιες παραμέτρους, καταχωρήθηκε και κείμενο που φέρει ως συντάκτρια την ανωτέρω Nataliia Stepanivna Koroviakovska. Ας σημειωθεί ότι πέραν των πιο πάνω, στο φάκελο της υπόθεσης εντοπίζονται καταχωρημένες και υπογραμμένες, σε πρωτότυπη μορφή, οι ένορκες δηλώσεις των δύο πιο πάνω στη μητρική τους γλώσσα. Εισηγούνται, λοιπόν, οι Καθ΄ ων η Αίτηση ότι οι φερόμενες ένορκες δηλώσεις μετάφρασης είναι απαράδεκτες και επιλήψιμες, αφού δεν φέρουν οποιοδήποτε τίτλο, δεν βεβαιώνουν γνώση της Ρωσικής, Αγγλικής ή Ελληνικής γλώσσας, δεν αναφέρουν το πρόσωπο το οποίο προέβη στις μεταφράσεις, αλλά ούτε και κάνουν οποιαδήποτε αναφορά σε μετάφραση τεκμηρίων τα οποία επισυνάπτονται στις ένορκες δηλώσεις. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Saab Abbas Nazar
(2003)1(Β) ΑΑΔ 772, η οποία ακολουθήθηκε στη σχετικά πρόσφατη Προσφυγή Αρ. 1320/2009, Umer Abdul Satter v. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.ά. ημερ. 3.11.2009, εξετάστηκε η διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται σε σχέση με τη γλώσσα σύνταξης ένορκης δήλωσης: «Η ένορκη δήλωση συνιστά μαρτυρία και συνεπώς θα πρέπει να είναι συνταγμένη σε γλώσσα κατανοητή στον ενόρκως δηλούντα. Η ένορκη δήλωση θα έπρεπε να γίνεται στη γλώσσα του και να συνοδεύεται με μετάφρασή της, καθώς και από ένορκη δήλωση του μεταφραστή που να βεβαιώνει τη μετάφραση και να ενσωματώνει ως τεκμήριο, τόσο την πρωτότυπη ένορκη δήλωση, όσο και τη μετάφρασή της (Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 17, παράγρ. 321). ...» Οι πρόνοιες των περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμων του 1988 και 1989, όπως τροποποιήθηκαν από το Νόμο 154/90, διέπουν το ζήτημα της αποδεκτότητας ως αποδεικτικού μέσου και εγγράφων συνταγμένων σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα και παρέχουν στο Δικαστήριο τη δυνατότητα, όταν το συμφέρον της δικαιοσύνης το επιβάλλει, να διατάξει τη μετάφραση εγγράφου ή μέρους του στις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας ή σε οποιαδήποτε από αυτές. Για τους σκοπούς του Νόμου, έγγραφο περιλαμβάνει και ένορκη δήλωση. Είναι ξεκάθαρο από τις προαναφερθείσες πρόνοιες ότι επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποφασίσει κατά πόσο επιβάλλεται μετάφραση εγγράφου σε μια από τις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας. Η αναφορά του Δικαστηρίου στους πιο πάνω Νόμους γίνεται προκειμένου να διασαφηνιστεί ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής, με βάση τα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης. Καθότι ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση μονομερώς της παρούσας Αίτησης, τέθηκαν ως μεταφρασμένες οι ένορκες δηλώσεις επί των οποίων εδράζεται. Συνεπώς, το εξεταζόμενο ζήτημα θα πρέπει να κριθεί στη βάση της ορθότητας της διαδικασίας που ακολουθήθηκε ως προς τη μετάφραση των ενόρκων δηλώσεων. Και η οποία, για τους λόγους που θα εξηγήσω αμέσως πιο κάτω, είναι διάτρητη: Η βεβαίωση της κας Χριστοφόρου για πιστή μετάφραση από τη Ρωσική στην Ελληνική γλώσσα, στην απουσία παράθεσης εκ μέρους της των προσόντων που θα της παρείχαν αυτή τη δυνατότητα, παραμένει μετέωρη. Περαιτέρω, στην ένορκό της δήλωση δεν ενσωματώνονται ως τεκμήρια οι πρωτότυπες ένορκες δηλώσεις, αντίθετα - στοιχείο το οποίο είναι μοιραίο για τα συμφέροντα των Αιτητών - ως τεκμήρια παρουσιάζονται ανυπόγραφες και χωρίς ημερομηνία ένορκες δηλώσεις στη Ρωσική και Ελληνική γλώσσα, οι οποίες φέρουν διαφορετικό αριθμό αίτησης από την παρούσα, συγκεκριμένα τον αριθμό 1179/2011. Η νεφελώδης αυτή κατάσταση δεν συνιστά απλή παρατυπία, κενή ουσιαστικού περιεχομένου. Καθότι, κατά την εξέταση και έκδοση μονομερώς των υπό κρίση διαταγμάτων, το Δικαστήριο εξέλαβε ως πραγματικό βάθρο γεγονότων τα όσα παρουσιάστηκαν ως μεταφρασμένα στην Ελληνική γλώσσα. Το αδόκιμο όμως της διαδικασίας μετάφρασης, συνδυαζόμενο ιδίως με το γεγονός της παράθεσης ενόρκων δηλώσεων που αφορούν διαδικασία με άλλο αριθμό Αίτησης, εκθεμελιώνει την πραγματική βάση δεδομένων επί των οποίων το Δικαστήριο στηρίχθηκε, εξέτασε και εξέδωσε μονομερώς τα προσωρινά διατάγματα. Ως αποτέλεσμα, η Αίτηση απορρίπτεται και τα εκδοθέντα μονομερώς διατάγματα ημερ. 24.10.2011 ακυρώνονται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ........... Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο