Κωστάκη Παύλου Τίκκη ν. EUROLIFE LTD, Αρ. Αγωγής: 439/2009, 23/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A313 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 439/2009 Μεταξύ: Κωστάκη Παύλου Τίκκη Ενάγοντα και EUROLIFE LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 23 Οκτωβρίου 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα: κ. Α. Γεωργιάδης για Α.Γεωργιάδη & Ν.Α.Π.Γεωργιάδη Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγόμενους: κα Κλ. Πολυβίου για Χρυσαφίνη & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. --------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 27.1.2009 στην παρούσα αγωγή, ο ενάγων αξιώνει από τους εναγόμενους: «(α) Αποζημιώσεις για δόλο ή ψευδείς παραστάσεις από την Εναγόμενη εταιρεία ή από διευθυντές ή υπηρέτες ή υπαλλήλους ή από αντιπροσώπους της σε σχέση με την σύναψη κατά ή περί την 30.11.1999 της ασφάλισης του Ενάγοντα (Ασφαλιστήριο με αριθμό 90/088663) με ασφαλισμένο ποσό €68.344,06 (ΛΚ40.000) και επενδυόμενο ποσό το συνολικό ποσό του ασφαλισμένου ποσού στο σχέδιο CAPITAL INVESTMENT PLAN. (β) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η σύναψη της πιο πάνω ασφάλισης είναι άκυρη λόγω δόλου ή ψευδών παραστάσεων των Εναγομένων ή διευθυντών ή υπηρετών ή υπαλλήλων ή των αντιπροσώπων τους και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποίαν να ακυρώνεται η σύναψη της πιο πάνω ασφάλισης για τους ίδιους λόγους. (γ) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το Ταμείο CAPITAL INVESTMENT PLAN και η σχετική ασφάλιση είναι εκτός των σκοπών (ultra vires) των Εναγομένων και/ή οι γενόμενες επενδύσεις έγιναν κατά παράβαση των όρων συμφωνίας ασφάλισης και/ή των παραστάσεων για σύναψη της συμφωνίας ασφάλισης και/ή είναι παράνομες. (δ) Αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και για επενδύσεις κατά παράβαση της ισχύουσας νομοθεσίας και/ή για τους λόγους που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους. (ε) Απόφαση του Δικαστηρίου για την επιστροφή στον Ενάγοντα του ποσού των €68.344,06 (ΛΚ 40.000). (στ) Περαιτέρω ή άλλη θεραπεία. (ζ) Τόκο προς 6 ½ % ετησίως από την 30.11.1999 μέχρι την καταχώριση της αγωγής αυτής. (η) Νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής αυτής. (θ) Έξοδα πλέον ΦΠΑ ». Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, που καταχωρήθηκε στις 12.2.2009, ο ενάγων περί τις 30.11.1999 συνήψε συμφωνία ασφάλισης με τους εναγόμενους, οι οποίοι ήταν και είναι ασφαλιστική εταιρεία, με όρους που περιέχονται στο ασφαλιστήριο με αριθ. 90/0088663 και σε σχετικά έγγραφα, καταβάλλοντας σ' αυτούς περί την 1.12.1999 το ποσό των £40.000 (€68.344,06) ως συνολικό ασφάλιστρο με ασφαλισμένο ποσό το ίδιο και ποσοστό επένδυσης 101%. Οι εναγόμενοι μέσω των διευθυντών ή αντιπροσώπων τους ή υπηρετών ή υπαλλήλων τους με σκοπό να πεισθεί ή να παροτρυνθεί ο ενάγων να συνάψει την εν λόγω συμφωνία και να καταβάλει το προαναφερθέν ποσό για επένδυση στο Ταμείο ή Επενδυτικό ή Ασφαλιστικό Σχέδιο των εναγομένων CAPITAL INVESTMENT PLAN (στο εξής «το επίδικο σχέδιο»), προέβησαν προφορικά και/ή γραπτά στις ακόλουθες παραστάσεις: (α) ότι η επένδυση του αρχικού πιο πάνω ποσού στο προαναφερθέν σχέδιο θα απέδιδε πολύ περισσότερα κέρδη από την επένδυση του σε γραμμάτιο ή κατάθεση προθεσμίας στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ υπό μορφή τοκοφόρου κατάθεσης (β) ότι δεν υπήρχε πιθανότητα ή κίνδυνος μείωσης ή απώλειας του ποσού που θα επένδυε (γ) ότι ο ενάγων θα απεκόμιζε πάντοτε κέρδη και μάλιστα σημαντικά και σε καμία περίπτωση δεν θα υφίστατο ζημιά (δ) ότι το Ταμείο στο οποίο θα επενδύοντο τα χρήματα του ενάγοντα του εξασφάλιζε ψηλές διαχρονικές αποδόσεις (ε) ότι οι μελλοντικές αξίες εξαγοράς θα ήταν διαχρονικά ψηλές όπως και ο ρυθμός ανάπτυξης του σχεδίου επένδυσης (στ) ότι το 42% θα επενδύετο σε μετοχές δημοσίων εταιρειών, το 24% σε χρεόγραφα, το 18% σε καταθέσεις σταθερού επιτοκίου, το 15% σε επενδύσεις εξωτερικού και το 1% σε ενυπόθηκα δάνεια και (ζ) σιγουριά και αποδοτικότητα των επενδυτικών επιλογών των εναγομένων. Όπως ισχυρίζεται περαιτέρω ο ενάγων, του απεκρύβη κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας ασφάλισης ότι οι εναγόμενοι θα επένδυαν ποσοστό πέραν του 42% σε δημόσιες εταιρείες ή ότι θα επένδυαν σε άλλα ποσοστά ή σε άλλες επενδύσεις από τις αναφερόμενες στην υποπαράγραφο (στ) πιο πάνω και εν πάση περιπτώσει προέβησαν σε επενδύσεις κατά παράβαση της ισχύουσας νομοθεσίας. Του απεκρύβη ακόμη ότι υπήρχε πιθανότητα μείωσης του ποσού που θα επένδυε. Παρέλειψαν επίσης οι εναγόμενοι να διαφωτίσουν τον ενάγοντα, όπως όφειλαν, για τις αρνητικές πιθανότητες της επένδυσης και οι παραστάσεις που πιο πάνω παρατέθηκαν ήταν ψευδείς ή αναληθείς εν γνώσει των εναγομένων, οι οποίοι τις προξενούσαν και/ή συνέτειναν στη γένεση τους και/ή ενεργούσαν απερίσκεπτα αδιαφορώντας για την αλήθεια τους ή μη. Συνεπεία των πιο πάνω παραστάσεων και πιστεύοντας ότι είναι αληθείς, ο ενάγων προέβη στη σύναψη της εν λόγω συμφωνίας. Η αξία της επένδυσης του ενάγοντα υφίσταται από την σύναψη της συμφωνίας συνεχείς διαχρονικές σημαντικές μειώσεις και ενώ κατά την σύναψη της η τιμή μονάδας ήταν £6.432 (€10.989) κατά την έγερση της αγωγής στις 27.1.2009 ήταν €5.894 (£3.450), παραμένοντας σήμερα στα ίδια περίπου επίπεδα. Σύμφωνα με τον ενάγοντα, το σχέδιο ή το Ταμείο στο οποίο επενδύθηκε το πιο πάνω ποσό ήταν εκτός των σκοπών (ultra vires) των εναγομένων και οι επενδύσεις έγιναν κατά παράβαση της συμφωνίας και/ή των παραστάσεων προς αυτόν. Παραθέτοντας στη συνέχεια ως λεπτομέρειες της ζημιάς του το ποσό των £40.000 (€68.344,06) μείον την αξία εξαγοράς της επένδυσης του κατά τον χρόνο της δικαστικής απόφασης καθώς και τον τόκο επί του ποσού αυτού προς 6,5% ετησίως από τις 30.11.99 μέχρι την καταχώρηση της αγωγής και με τον ισχυρισμό ότι οι εναγόμενοι γνώριζαν ότι τερμάτισε έντοκες καταθέσεις προθεσμίας προς 6,5% ετησίως για να επενδύσει το πιο πάνω ποσό στην επίδικη συμφωνία ασφάλισης, ο ενάγοντας απαιτεί εναντίον των εναγομένων ανάλογες με τις προαναφερθείσες αξιώσεις του (α) - (θ). Με την υπεράσπιση τους, που καταχωρήθηκε στις 6.4.2009, οι εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, εκτός όπου ρητά προβαίνουν σε παραδοχή τους. Ειδικότερα, παραδέχονται τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας ασφάλισης, επιφυλάσσοντας το δικαίωμα τους να αναφερθούν σε όλα τα σχετικά έγγραφα που την περιβάλλουν κατά την ακρόαση της αγωγής. Αρνούνται κατηγορηματικά τις ισχυριζόμενες από τον ενάγοντα προς αυτόν παραστάσεις τους και ειδικότερα τις παρατεθείσες πιο πάνω στις υποπαραγράφους (α), (β) και (γ). Αναφέρουν δε ότι σύμφωνα με το έντυπο «Σημαντικές Πληροφορίες και Χαρακτηριστικά Συμβολαίου», όπου διατυπώνονται καθαρά οι επενδυτικοί κίνδυνοι, το οποίο ο ενάγων υπέγραψε και αποδέχθηκε ως αναπόσπαστο μέρος του ασφαλιστικού συμβολαίου και συγκεκριμένα σύμφωνα με την παράγραφο 2.6 αυτού, η αξία της επένδυσης θα εξαρτάται από την αποδοχή του Ταμείου και θα μεταβάλλεται κάθε φορά που γίνεται εκτίμηση, με αποτέλεσμα οι τιμές των μονάδων να ανεβοκατεβαίνουν και να υπάρχει το ενδεχόμενο οι ασφαλισμένοι να μην πάρουν πίσω το ποσό που επένδυσαν. Περαιτέρω, στις «Σημειώσεις» της Πρότασης για Ασφάλιση και υπό τον τίτλο «Απόδοση των Επενδύσεων» αναφέρεται ξεκάθαρα ότι όπως συμφωνήθηκε από τον Σύνδεσμο Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου, η παράκληση για την σύναψη οποιουδήποτε επενδυτικού ασφαλιστικού σχεδίου πρέπει να παρουσιάζει την ανάπτυξη του Ταμείου υπολογιζόμενη σε μεικτούς ετήσιους ρυθμούς απόδοσης των επενδύσεων ίσους προς 7% και 10% και η πραγματική ολική απόδοση των επενδύσεων μπορεί να είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη. Ισχυρίζονται, επίσης, οι εναγόμενοι ότι ο ενάγων κωλύεται από του να προβαίνει στους ισχυρισμούς του καθότι έχει υπογράψει και αποδεχθεί όλα τα έγγραφα του ασφαλιστικού συμβολαίου και κατά συνέπεια όλους τους όρους αυτών που έχουν καταστεί συμβατικοί μεταξύ των μερών (estoppel by deed). Οι εναγόμενοι αρνούνται όλους τους λοιπούς ισχυρισμούς του ενάγοντα, τις αξιώσεις του και τις λεπτομέρειες ζημιάς αυτού, υποστηρίζοντας ότι καθ' όλους τους ουσιώδεις για την παρούσα αγωγή χρόνους συμμορφώνοντο με τους Κανονισμούς του Γραφείου Εφόρου Ασφαλιστικών Εταιρειών και την ισχύουσα νομοθεσία, παραδέχονται ωστόσο τους ισχυρισμούς του ενάγοντα που αφορούν την τιμή εξαγοράς της μονάδος κατά την σύναψη της συμφωνίας και κατά την καταχώρηση της αγωγής. Θέτοντας τον ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη των αξιώσεων του οι εναγόμενοι ζητούν την απόρριψη της αγωγής με έξοδα. Με την απάντηση του, που καταχωρήθηκε στις 16.4.2009, ο ενάγων αρνείται τους αντίθετους με τους δικούς του ισχυρισμούς των εναγομένων και ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι δεν περιέλαβαν το έντυπο «Σημαντικές Πληροφορίες και Χαρακτηριστικά Συμβολαίου» στα έγγραφα που του παρέδωσαν, δεν το έθεσαν υπόψη του και αυτό το έντυπο δεν συνιστά μέρος του επίδικου ασφαλιστικού συμβολαίου. Κατά την ακροαματική διαδικασία εκ μέρους του ενάγοντα έδωσε μαρτυρία ο ίδιος (ΜΕ1), ο Μίνως Κώστουλλος (ΜΕ2) και η σύζυγος του ενάγοντα Ανδρούλλα Παύλου (ΜΕ3). Οι εναγόμενοι προσέφεραν τη μαρτυρία του Χριστόδουλου Προεστού (ΜΥ1) και του Αντώνη Μούρου (ΜΥ2). Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1- ενάγοντα, είναι πελάτης της Τράπεζας Κύπρου από το 1968 και περί τα τέλη Οκτωβρίου- αρχές Νοεμβρίου του 1999 σε συναντήσεις του με υπάλληλο της Τράπεζας Κύπρου, τον κ. Βασιλείου, του συνεστήθη επένδυση σε επενδυτικό σχέδιο των εναγομένων, που θα του απέφερε περισσότερα κέρδη από τους τόκους που του απέφερε η εμπρόθεσμη κατάθεση του με γραμμάτιο στην εν λόγω τράπεζα. Για τον σκοπό αυτό ο κ. Βασιλείου τον παρέπεμψε στον κ. Αντώνη Μούρο, αντιπρόσωπο των εναγομένων, ο οποίος του συνέστησε επένδυση στο επίδικο σχέδιο αναφέροντας του όσα ο ενάγων επικαλείται ως παραστάσεις των εναγομένων στην έκθεση απαίτησης του και παρατέθηκαν πιο πάνω υπό στοιχεία (α) - (στ). Λόγω του ότι ο κ. Μούρος του τόνισε ότι το επίδικο σχέδιο είναι η πιο ιδανική λύση για κέρδος και κατάλληλο γι' αυτούς που ζητούν ψηλές αποδόσεις του κεφαλαίου τους, ο ενάγων τερμάτισε το γραμμάτιο προθεσμίας με την πιο πάνω τράπεζα που του απέφερε 6,5% ετησίως και κατέβαλε το συνολικό ποσό των €40.000 στους εναγόμενους (η απόδειξη πληρωμής κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 και βεβαίωση της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 5.1.2009 για το επιτόκιο της εμπρόθεσμης κατάθεσης του ενάγοντα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2). Το επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ημερομηνίας 30.11.1999 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 και σχετική επιστολή των εναγομένων ημερομηνίας 30.12.1999 ως Τεκμήριο
- Σε αντίθεση με τις δηλώσεις του κ. Βασιλείου και του κ. Μούρου καθώς και των εντύπων που του δόθηκαν, ο ενάγων διεπίστωσε ότι η αλήθεια ήταν διαφορετική και η κατάρρευση του επίδικου σχεδίου ήταν σαρωτική. Κατατέθηκαν σχετικά ως Τεκμήρια 5 - 8 επιστολές των εναγομένων προς τον ενάγοντα με ημερομηνίες 19.1.2007, 9.1.2009, 15.10.2009 και 3.2.2009 αντίστοιχα, όπου εμφαίνονται οι κατανεμημένες μονάδες και η αξία τους κατά τα έτη 1999 -
- Συζητώντας με τον κ. Μούρο για την κακή εικόνα του επίδικου σχεδίου αυτός του εισηγήθηκε να προβεί σε αλλαγή επένδυσης και ο ενάγων του ανέφερε ότι θα προχωρήσει δικαστικά για να πάρει τα λεφτά του. Καταθέτοντας, επίσης, ως Τεκμήρια 9 - 18 καταστάσεις σύμβασης - επιστολές, που του απέστειλαν οι εναγόμενοι όπου εμφαίνονται οι αξίες εξαγοράς των επενδυτικών μονάδων για τα έτη 2006 - 2012, ως Τεκμήριο 19 διαφημιστικό έντυπο για το επίδικο σχέδιο, που, ως ισχυρίσθηκε, αφορά την κρίσιμη περίοδο και βεβαιώνει τις θέσεις του και ως Τεκμήριο 20 την προσωπική κάρτα του Αντώνη Μούρου, ο ενάγων αξίωσε από τους εναγόμενους ως η απαίτηση του. Ο ΜΕ2, έχοντας την θέση Βοηθού Υπεύθυνου Συναλλαγών στο υποκατάστημα της Μακεδονίτισσας της Τράπεζας Κύπρου, γνωρίζει τον ενάγοντα ως πελάτη, ο οποίος διατηρούσε διάφορες εμπρόθεσμες καταθέσεις στο εν λόγω υποκατάστημα. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήρια 21 - 27 πιστοποιητικά της εν λόγω Τράπεζας, που αφορούν τους τόκους και αναφέρουν τα επιτόκια σχετικά με τις εμπρόθεσμες καταθέσεις του ενάγοντα και της συζύγου του κατά τα έτη 2000 -
- Η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού δεν αμφισβητήθηκε. Κατά το τέλος δε της ακροαματικής διαδικασίας καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο Χ έγγραφο όπου αναφέρεται το ελάχιστο επιτόκιο για κάθε έτος από το 1999 μέχρι την έγερση της αγωγής, στο οποίο, όπως δήλωσε ο συνήγορος του ενάγοντα, περιορίζεται το αξιούμενο επιτόκιο σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. Η ΜΕ3, όπως ανέφερε, είναι οικοκυρά και μοδίστρα και γνώρισε τον κ. Μούρο όταν μετέβη στο σπίτι τους με το σύζυγο της για να τους δώσει εξηγήσεις για το επίδικο σχέδιο. Ο κ. Μούρος μετέβη δύο φορές στο σπίτι τους περί τον Οκτώβριο-Νοέμβριο του 1999 για το θέμα αυτό τονίζοντας τους κατηγορηματικά ότι η επένδυση θα ήταν κερδοφόρα, με διαφορά από την κατάθεση στην τράπεζα και δεν υπήρχε κίνδυνος να μειωθούν τα χρήματα τους. Δυστυχώς τους ξεγέλασε και αυτός και η Τράπεζα Κύπρου. Μετά από 4 - 5 χρόνια συνάντησε τον κ. Μούρο δυο φορές ως επιβάτη σε αεροπλάνο και όταν τον ρώτησε για την μείωση της αξίας της επένδυσης τους, αυτός εισηγήθηκε να κάνουν αλλαγή της επένδυσης. Του είπε ότι τους ξεγέλασε και αυτός γελούσε. Ο ΜΥ1, με αναφορά στα προσόντα του, κατέθεσε ότι από τον Οκτώβριο του 1994 ήταν στην υπηρεσία των εναγομένων ως Διευθυντής Ασφαλιστικών Υπηρεσιών και από τις 15.3.2010 κατέχει την θέση του Διευθυντή της Εκπαιδευτικής Ακαδημίας των εναγομένων. Το επίδικο σχέδιο που είχε συνάψει ο ενάγων με τους εναγόμενους στις 30.11.1999, είναι ένα επενδυτικό σχέδιο χωρίς ημερομηνία λήξης, συνδεδεμένο με επενδυτικές μονάδες (Unit - Linked). Το εφάπαξ ασφάλιστρο επενδύεται στο επενδυτικό Ταμείο των εναγομένων και παρέχεται επιπλέον κάλυψη σε περίπτωση θανάτου χωρίς επιπρόσθετο κόστος, με βάση την οποία σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου πληρώνεται τουλάχιστον το εκάστοτε ασφαλισμένο ποσό. Στην προκειμένη υπόθεση κατατέθηκε το ποσό των £40.000 και το ποσοστό του ασφαλίστρου που επενδύθηκε ήταν 101%, δηλαδή £40.
- Κατανεμήθηκαν 6.281,09 μονάδες που ισοδυναμούν στο κατατεθέν ποσό, με την τρέχουσα τιμή προσφοράς που κατά την δεδομένη ημερομηνία ήταν £6.432 (βλ. Τεκμήριο 3). Στην αίτηση για το επίδικο σχέδιο που υπέγραψε ο ενάγων (βλ. Τεκμήριο 3), αυτός δήλωσε υπεύθυνα ότι όλα τα αναφερόμενα στοιχεία στην αίτηση είναι πλήρη και αληθινά καθώς και ότι του παραδόθηκε το έντυπο «Σημαντικές Πληροφορίες και Χαρακτηριστικά Συμβολαίου», για το οποίο ο ενάγων υπογράφοντας το επίδικο σχέδιο δήλωσε ότι κατανόησε τις πληροφορίες που περιέχει όπως και αυτές που περιέχονται στην πρόταση για ασφάλιση. Αποτελεί απαράβατη αρχή των εναγομένων να φροντίζουν ώστε οι ανεξάρτητοι ασφαλιστικοί σύμβουλοι να ενημερώνουν δεόντως τους προτιθέμενους ασφαλιζόμενους για τους όρους των ασφαλιστηρίων συμβολαίων και τους κινδύνους που διατρέχουν με την υπογραφή τους και ειδικότερα οι εναγόμενοι τόνιζαν ότι θα έπρεπε να περιέλθει στην αντίληψη του προτείνοντα ότι το κεφάλαιο δεν είναι εγγυημένο και ότι τους επενδυτικούς κινδύνους τους αναλάμβανε ο ιδιοκτήτης του ασφαλιστηρίου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την παραλαβή των σχετικών εγγράφων οι εναγόμενοι ικανοποιήθηκαν ότι ο ασφαλισμένος υπέγραψε και κατανόησε τους όρους και το περιεχόμενο των πιο πάνω εντύπων, θεωρώντας ότι ο κ. Μούρος ακολούθησε πιστά τις διαδικασίες. Το επίδικο σχέδιο λόγω της φύσης του και εφόσον είναι συνδεδεμένο με επενδυτικές μονάδες οδηγεί στο να συμμετέχει ο ασφαλισμένος πλήρως τόσο στα επενδυτικά κέρδη του Ταμείου όσο και στις επενδυτικές ζημιές. Λόγω του ότι προς επίτευξη ψηλότερων αποδόσεων μακροχρόνια γίνονται επενδύσεις με μεγαλύτερο επενδυτικό κίνδυνο, όπως σε μετοχές δημοσίων εταιρειών, πάντα υπάρχει ο κίνδυνος σε κάποια χρονική περίοδο η επενδυτική απόδοση αυτών των Ταμείων να είναι αρνητική. Οι προειδοποιήσεις που περιέχονται στην αίτηση ασφάλισης καθώς και στην πρόσκληση για ασφάλιση γίνονται για να τονίσουν τα χαρακτηριστικά του Ταμείου και σε συνδυασμό με τις θεμελιώδεις αρχές λειτουργίας των επενδυτικών Ταμείων συνδεδεμένων με μονάδες, είναι απόλυτα ικανοποιητικές για τον ιδιοκτήτη του ασφαλιστηρίου που υπογράφει τα έντυπα του σχεδίου. Ο ενάγων μπορούσε να ενημερώνεται για την αξία εξαγοράς του συμβολαίου του τόσο από τους εναγόμενους όσο και από τον ημερήσιο τύπο και μπορούσε καθ' οιονδήποτε χρόνο να εξαγοράσει το επίδικο συμβόλαιο ολικώς ή μερικώς, ενόψει της πτώσης της αξίας του και να μειώσει με τον τρόπο αυτό την ζημιά που ισχυρίζεται ότι υπέστη. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 28 έντυπο-δείγμα με τίτλο «Σημαντικές Πληροφορίες και Χαρακτηριστικά Συμβολαίου», διευκρινίζοντας ότι σε κάθε συμβόλαιο το έντυπο αυτό το αποκόπτει και το κρατά ο πελάτης υπογράφοντας στην αίτηση ότι το παρέλαβε και ως Τεκμήριο 29 κατέθεσε κενό έντυπο αίτησης με έγγραφο «Σημαντικές Πληροφορίες και Χαρακτηριστικά Συμβολαίου» για το επίδικο σχέδιο. Ο ΜΥ2, ανέφερε ότι ήταν και είναι ανεξάρτητος ασφαλιστικός σύμβουλος που συνεργάζεται με τους εναγόμενους από το
- Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν διευθυντής υποκαταστήματος έχοντας αριθμό ασφαλιστικών συμβούλων υπό την καθοδήγηση του και τώρα έχει τον τίτλο του Ανώτερου Διευθυντή Υποκαταστήματος. Περί τις 15.11.1999 είχε συνάντηση με τον ενάγοντα στην παρουσία του κ. Βασιλείου, ο οποίος διευθέτησε την συνάντηση. Κατ' αυτήν επεξήγησε λεπτομερώς το επίδικο επενδυτικό σχέδιο και τους όρους του στον ενάγοντα τονίζοντας ότι το σχέδιο λειτουργεί με εφάπαξ καταθέσεις και ο αιτητής απολαμβάνει την απόδοση των επενδύσεων του που μπορεί να είναι θετική ή αρνητική. Στις 30.11.1999 έγινε δεύτερη συνάντηση με τον ενάγοντα οπότε και υπογράφηκε η αίτηση για το επίδικο σχέδιο όσο και το έγγραφο με τίτλο Capital Investment Plan από τον ενάγοντα (βλ. Τεκμήριο 3), αφού του επεξηγήθηκαν λεπτομερώς οι όροι του συμβολαίου, όπως παρατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου σύμφωνα με την παράγραφο 5 της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα (Έγγραφο Δ), καθώς και οι κίνδυνοι που αντιμετώπιζε ο αιτητής αναφορικά με την πιθανότητα μείωσης του αρχικού ποσού εφόσον στα επενδυτικά σχέδια τέτοιας φύσης δεν υπάρχουν εγγυημένες αποδόσεις. Ο μάρτυρας επεξήγησε τη φύση του σχεδίου και περαιτέρω ανέφερε ότι με την υπογραφή των εγγράφων του Τεκμηρίου 3, ο ενάγων δήλωσε υπεύθυνα ότι όλα τα στοιχεία της αίτησης του είναι πλήρη και αληθινά και ότι ανέγνωσε και κατενόησε όλες τις πληροφορίες των εγγράφων, κατά την υπογραφή δε αυτών αποκόπηκε από τη δέσμη εγγράφων το έγγραφο «Σημαντικές Πληροφορίες και Χαρακτηριστικά Συμβολαίου» και δόθηκε στον ενάγοντα με την υπόδειξη περαιτέρω της ύπαρξης δικαιώματος υπαναχώρησης σε 14 μέρες από την υπογραφή του συμβολαίου. Περί τα δύο χρόνια μετά την υπογραφή του συμβολαίου είχαν τακτική επικοινωνία, τόσο προσωπική όσο και τηλεφωνική με τον ενάγοντα, ο οποίος πληροφορείτο για την αξία εξαγοράς του συμβολαίου του. Ο μάρτυρας του επεξηγούσε την πτωτική τάση της μετοχής και περί το 2004 παρότρυνε τον ενάγοντα να προβεί σε αλλαγή επένδυσης και να μεταφέρει τα χρήματα του σε ένα πιο ασφαλισμένο Ταμείο, κάτι που δεν έκανε. Η επαφή τους με τον ενάγοντα συνεχίστηκε μέχρι το 2010, δηλαδή ακόμη και μετά την έγερση της παρούσας αγωγής. Σε όλη του την καριέρα, όπως είπε ο μάρτυρας, δεν εκφράστηκε παράπονο για παραπληροφόρηση των πελατών του καθότι είναι αρχή του να λέγει την αλήθεια στους πελάτες. Οι συνήγοροι αγορεύοντας με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα. Οι επί μέρους εισηγήσεις των συνηγόρων θα παρατεθούν στη συνέχεια, όπου χρειάζεται, όταν το Δικαστήριο θα επιληφθεί των επιδίκων θεμάτων της υπόθεσης. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 820). Έχοντας κατά νου το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας, αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός η σύναψη της επίδικης συμφωνίας ασφάλισης στις 30.11.1999 που αποτυπώθηκε στο Τεκμήριο 3, στην οποία κάνουν αναφορά οι εναγόμενοι στο Τεκμήριο 4, καθώς και η πληρωμή εκ μέρους του ενάγοντα του εφ άπαξ ασφαλίστρου ύψους £40.000 (βλ. Τεκμήριο 1), το οποίο προήλθε από το λογαριασμό εμπρόθεσμης κατάθεσης του ενάγοντα και της συζύγου του, ως εμφαίνεται στο Τεκμήριο
- Δεν έχει αμφισβητηθεί, επίσης, εκ μέρους των εναγομένων η πορεία του επίδικου ασφαλιστικού σχεδίου όπως φαίνεται στα Τεκμήρια 9-
- Δεν αμφισβητήθηκαν και οι επιστολές που εστάλησαν από τους εναγόμενους προς τον ενάγοντα, δηλαδή τα Τεκμήρια 5-8 και 30-32, αναφορικά με την επίδικη σύμβαση. Είναι ακόμη αποδεκτή εκ μέρους των εναγομένων η ύπαρξη του διαφημιστικού εντύπου του σχεδίου, δηλαδή του Τεκμηρίου 19, εκτενέστερη αναφορά στο περιεχόμενο του οποίου θα γίνει στη συνέχεια, καθώς και της ιδιότητας του ΜΥ2 ως διευθυντή υποκαταστήματος (βλ. Τεκμήριο 20) αλλά και ως αντιπροσώπου των εναγομένων κατά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας. Απομένει συνεπώς προς αξιολόγηση η θέση του ενάγοντα αλλά και της συζύγου του αναφορικά με τις παραστάσεις των εναγομένων, που έγιναν μέσω του ΜΥ2, αφορούν δε την αποδοτικότητα της επένδυσης στην οποία προέβη ο ενάγων με τη σύναψη της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης καθώς και τη γνώση του για τους κινδύνους που εμπεριείχε η συνομολόγηση της. Αξιολογώντας την προσφερθείσα μαρτυρία εκ μέρους του ενάγοντα και ειδικότερα τη μαρτυρία του ίδιου-ΜΕ1 και της συζύγου του-ΜΕ3 δεν έχω πεισθεί για την ορθότητα όσων αυτοί οι δύο μάρτυρες υποστήριξαν ενώπιον του Δικαστηρίου σε ό,τι αφορά τα αμφισβητούμενα σημεία της υπόθεσης. Παρεμβάλλεται εδώ ότι η μαρτυρία του ΜΕ2 πέραν του ότι δεν αμφισβητήθηκε έχει θεωρητική μόνο αξία δεδομένου ότι με την κατάθεση του Τεκμηρίου Χ, χωρίς ένσταση της άλλης πλευράς, έχει καθοριστεί το αξιούμενο επιτόκιο για κάθε έτος από το 1999 μέχρι την έγερση της αγωγής, στο οποίο περιορίστηκε με ρητή δήλωση του ο συνήγορος του ενάγοντα σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. Κατά συνέπεια τόσο η μαρτυρία του ΜΕ2 όσο και τα Τεκμήρια 21-27 δεν απαιτείται να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο. Η εντύπωση που μου έχει δημιουργηθεί από τη μαρτυρία του ενάγοντα είναι ότι προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι παραπλανήθηκε εκ μέρους των εναγομένων κατά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας, υποστηρίζοντας επίμονα ότι δεν του παραδόθηκε το έντυπο «Σημαντικές Πληροφορίες και Χαρακτηριστικά Συμβολαίου», το οποίο σύμφωνα με τους εναγόμενους αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της επίδικης συμφωνίας. Αυτή η θέση του ενάγοντα έρχεται σε αντίθεση με τη ρητή του δήλωση που καταγράφεται στην αίτηση του προς τους εναγόμενους ημερομηνίας 30.11.1999 για συμμετοχή στο επίδικο σχέδιο, όπου δηλώνεται συγκεκριμένα ότι του παραδόθηκε το εν λόγω έντυπο και ο ενάγων έθεσε την υπογραφή του κάτω από τη δήλωση αυτή, όπως δέχθηκε ο ίδιος. Ο ισχυρισμός του ότι όταν υπέγραψε την εν λόγω δήλωση δεν τη διάβασε αποτελεί, κατά την αντίληψη μου, ανεπιτυχή προσπάθεια αποφυγής της γνώσης του για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του εν λόγω εντύπου και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Εν πάση περιπτώσει, η γνώση του αναφορικά με την απόδοση της επένδυσης συνάγεται και από το γεγονός ότι στις σημειώσεις επί του εγγράφου με τίτλο Capital Investment Plan της επίδικης συμφωνίας, το οποίο όπως ο ενάγων δέχθηκε έχει υπογράψει, και υπό τον τίτλο «Απόδοση των επενδύσεων» επισημαίνεται ότι η πραγματική απόδοση των επενδύσεων μπορεί να είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη από αυτή που παρουσιάζεται στην προηγούμενη σελίδα και προφανώς αναφέρεται στην παράγραφο 5, όπου αναγράφονται οι μελλοντικές αξίες εξαγοράς. Η εμμονή του ενάγοντα στη θέση ότι δεν είδε το έγγραφο «Σημαντικές Πληροφορίες και Χαρακτηριστικά Συμβολαίου», ότι ουδέποτε αυτό του παραδόθηκε καθώς και ότι δεν διάβασε τη δήλωση επί του Τεκμηρίου 3 ότι του παραδόθηκε, ανέγνωσε και κατενόησε πλήρως όσα αναφέρονται στο εν λόγω έντυπο, καταδεικνύει την προσπάθεια του να αποποιηθεί τη γνώση του για τους κινδύνους της επένδυσης μέσω της επίδικης σύμβασης στη συνομολόγηση της οποίας αυτόβουλα προέβη και να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του ότι οι εναγόμενοι προέβησαν μέσω του ΜΥ2 στις παραστάσεις που επικαλείται στην έκθεση απαίτησης του και παρατέθηκαν πιο πάνω. Αυτή μου η αντίληψη επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ο ενάγων βασίζει τη θέση του ότι παραπλανήθηκε από τον αντιπρόσωπο των εναγομένων, ΜΥ2, στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Βάσει του περιεχομένου του Τεκμηρίου 19, το οποίο ο ενάγων κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, αντεξετάστηκαν οι ΜΥ1 και ΜΥ2 αλλά και επιχειρηματολόγησε εκτεταμένα ο συνήγορος του ενάγοντα στη γραπτή του αγόρευση προς ενδυνάμωση της θέσης του ενάγοντα περί των, κατ' ισχυρισμόν του ενάγοντα, γενομένων ψευδών παραστάσεων. Από την προσεκτική μελέτη του Τεκμηρίου 19 προκύπτει ότι αυτό εκδόθηκε κατά ή μετά τις 31.12.1999, όπως αυτό προβάλλει από το περιεχόμενο του (βλ. την πρώτη σελίδα εντός του Τεκμηρίου στο περιεχόμενο της παραγράφου που τιτλοφορείται «Τι είναι το σχέδιο»). Το διαφημιστικό αυτό έντυπο, δηλαδή, αναφέρεται στην πορεία του σχεδίου μέχρι τις 31.12.1999 και προφανώς δεν περιήλθε στη γνώση του ενάγοντα στις ή πριν τις 30.11.1999 που υπέγραψε την αίτηση του για προσχώρηση στο επίδικο σχέδιο και την συνομολόγηση της επίδικης συμφωνίας. Όπως και ο ΜΥ1 ανέφερε κατά την αντεξέταση του το διαφημιστικό έντυπο, Τεκμήριο 19, εκδόθηκε με βάση τα δεδομένα μέχρι το τέλος του 1999 και ο λόγος που δεν επαληθεύτηκε μεταγενέστερα οφείλεται στην πρωτόγνωρη κατάσταση της οικονομίας παγκοσμίως. Πέραν των πιο πάνω διαπιστώσεων η μαρτυρία κατέδειξε ότι παρόλο που ο ενάγων γνώριζε την πτωτική πορεία της επένδυσης του συνέχισε να διατηρεί την επίδικη συμφωνία, την οποία όπως δέχθηκε ουδέποτε τερμάτισε. Η επιλεκτική άλλωστε γνώση των όρων της συμφωνίας εκ μέρους του ενάγοντα φαίνεται και από το ότι, όπως ανέφερε, γνώριζε ότι μπορούσε να εξαγοράσει το συμβόλαιο του οποτεδήποτε. Αλλά και η μαρτυρία της συζύγου του ενάγοντα-ΜΕ3 αξιολογείται ως μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Είναι φανερό ότι η μάρτυρας αυτή προσήχθη στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει τη θέση του ενάγοντα ότι έγιναν προς το σύζυγο της και την ίδια οι ισχυριζόμενες ψευδείς παραστάσεις για το επίδικο σχέδιο από τον ΜΥ
- Παρόλο δε που ως προς το θέμα αυτό η μαρτυρία της ΜΕ3 συνηγορεί με τη θέση του ενάγοντα, είναι αντίθετη ως προς το κατά πόσο κατέστη γνωστό στον ενάγοντα ότι υπήρχε πτωτική πορεία της επένδυσης. Από το περιεχόμενο της μαρτυρίας της ΜΕ3 συνάγεται ότι αυτή προσπάθησε, ανεπιτυχώς βέβαια, να ενισχύσει τους ισχυρισμούς του συζύγου της, έχοντας κάθε συμφέρον, όπως είναι αυτόδηλο, να υποστηρίξει τη θέση του. Αντίθετα οι μάρτυρες των εναγομένων επέδειξαν θετική και συνεπή στάση στη μαρτυρία τους, η οποία συνάδει και με τα καταχωρηθέντα ως Τεκμήρια έγγραφα και κρίνεται απόλυτα αποδεκτή. Ειδικότερα, ο ΜΥ1 ήταν απόλυτα σαφής και κατατοπιστικός ως προς τη λειτουργία του επίδικου ασφαλιστικού σχεδίου και αποδέχομαι ότι το Τεκμήριο 28 αποτελεί έντυπο που συνοδεύει την αίτηση του προτεινόμενου να ενταχθεί σε αυτό (βλ. Τεκμήριο 29), το οποίο παραδίδεται στον ασφαλιζόμενο και περιέχει την περιγραφή και τους κινδύνους της επένδυσης. Όπως επεξήγησε ο ΜΥ1 και καταγράφεται στην παράγραφο 2.6 του Τεκμηρίου 28 οι τιμές των μονάδων του ταμείου ανεβοκατεβαίνουν και το ενδεχόμενο να μην πάρει ο επενδυτής το ποσό που επένδυσε θεωρείται αναμενόμενο σε απομακρυσμένες περιπτώσεις. Στην περίπτωση του ενάγοντα το επενδυθέν ποσό υπάρχει, ούτε άλλωστε ο ενάγων υπαινίχθηκε το αντίθετο. Εν πάση περιπτώσει ουσιαστικά η μαρτυρία του ΜΥ1 δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση που έγινε σε αυτόν. Ο ΜΥ2, επίσης, δημιούργησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία ότι ανέφερε στον ενάγοντα τα υπέρ και τα κατά του επίδικου ασφαλιστικού σχεδίου, όπως επεξηγούνται στην παράγραφο 5 της γραπτής του δήλωσης- Έγγραφο Δ, σύμφωνα με όσα και γραπτώς αποδέχθηκε ο ενάγων επί του εγγράφου με τίτλο Capital Investment Plan της επίδικης συμφωνίας υπογράφοντας στις 30.11.1999 την σχετική αίτηση και περαιτέρω περιέχονται στο έντυπο «Σημαντικές Πληροφορίες και Χαρακτηριστικά Συμβολαίου». Αυτή δε η κρίση μου ουδόλως συναρτάται με την αναφορά του ΜΥ2 ότι κανένας άλλος πελάτης δεν εξέφρασε παράπονο για τυχόν παραπληροφόρηση εκ μέρους του. Άλλωστε το ότι δεν θυμόταν κατά πόσο επισκέφτηκε την οικία του ενάγοντα δυο φορές κατά το έτος 1999 ουδόλως μπορεί να επηρεάσει την αξιοπιστία του. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα ευρήματα του Δικαστηρίου επί των αμφισβητουμένων γεγονότων εξάγονται βάσει της πλήρως αποδεκτής μαρτυρίας που προσέφεραν οι εναγόμενοι και προς αποφυγή επαναλήψεων αυτά είναι ως έχουν αναφερθεί στη σύνοψη της μαρτυρίας των ΜΥ1 και ΜΥ2 πιο πάνω. Επισημαίνεται σ' αυτό το σημείο ότι η προσαχθείσα μαρτυρία εκ μέρους των εναγομένων αφορά τα επίδικα θέματα που καλύπτονται από τα δικόγραφα και η αντίθετη εισήγηση του συνηγόρου του ενάγοντα δεν με βρίσκει σύμφωνη (βλ. FEDERAL BANK OF LEBANON (SAL) ν. Νίκου Κ. Σιακόλα, Πολ. Έφ. Αρ. 314/2005, ημερομηνίας 18.7.2011). Αρκεί να λεχθεί ότι οι εναγόμενοι έχοντας ρητά αρνηθεί τις παραστάσεις που ως ισχυρίζεται ο ενάγων ψευδώς έγιναν προς αυτόν, επεξηγούν, ειδικότερα στην παράγραφο 4 της υπεράσπισης τους, τη θέση τους και κατά την ακρόαση της υπόθεσης προσκόμισαν σχετική μαρτυρία, η οποία παρατέθηκε πιο πάνω. Από τα πιο πάνω αναλυθέντα συνάγεται ότι, πέραν του ότι η σύναψη της επίδικης συμφωνίας παρέμεινε αναντίλεκτη, η εγκυρότητα των κατατεθέντων εγγράφων και ειδικότερα της επίδικης συμφωνίας-Τεκμήριο 3 ουσιαστικά παρέμεινε αναμφισβήτητη κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Συνεπώς με δεδομένο ότι η εν λόγω συμφωνία είναι αποδεκτή ως προς την ύπαρξή της και η σύναψη της επιβεβαιώνεται τόσο από τη μαρτυρία του ενάγοντα, όσο και από τη μαρτυρία του ΜΥ2, με την κατάθεσή της ενώπιον του Δικαστηρίου αποδείχθηκε και το περιεχόμενό της, που όπως ήδη λέχθηκε δεν αμφισβητήθηκε (βλ. M. A. Goodvalue Suppl. κ.α. Ltd ν. Barclays Bank Plc
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1038). Ως προς δε την ερμηνεία της συμφωνίας, αποτελεί νομική αρχή ότι η ερμηνεία εγγράφων είναι γενικά νομικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο και ο σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο (βλ. Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 168). Ο ενάγων έχοντας υπογράψει τη σχετική αίτηση του Τεκμηρίου 3 καθώς και επί του εγγράφου Capital Investment Plan, ως υποψήφιος να ενταχθεί σε αυτό, δήλωσε με την υπογραφή του ότι του παραδόθηκε το έντυπο «Σημαντικές Πληροφορίες και Χαρακτηριστικά Συμβολαίου», το οποίο ανέγνωσε και κατενόησε πλήρως, καθώς και τις δυο σελίδες της πρότασης για ασφάλιση. Όπως ορθά υπέδειξε η συνήγορος των εναγομένων η δήλωση αυτή του ενάγοντα τον εμποδίζει από του να επικαλείται άγνοια του περιεχομένου τόσο του εγγράφου Capital Investment Plan όσο και του εντύπου «Σημαντικές Πληροφορίες και Χαρακτηριστικά Συμβολαίου» και δεσμεύεται από το περιεχόμενό τους (estoppel by deed). Στην πρόσφατη απόφαση Βογαζιανός κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολ. Εφ. Αρ. 281/2006, ημερομηνίας 18.2.2011, αναφορικά με τον νομικό κανόνα estoppel λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην Ιωάννου ν. Οργ. Χρημ. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1522, σε σχέση με το κώλυμα, διαβάζουμε τα εξής:- (σελ. 1527-1528) «Σύμφωνα με τον Nokes το Κώλυμα (Estoppel) είναι ένας κανόνας με τον οποίο ένας διάδικος εμποδίζεται από του να εγείρει ή να αρνηθεί ένα γεγονός (Nokes 'Introduction to Evidence', 3rd Ed., page 208), ενώ σύμφωνα με τον Phipson είναι ένας κανόνας που εμποδίζει ένα διάδικο από του να αρνηθεί την ύπαρξη μιας κατάστασης γεγονότων που έχει προβάλει προηγουμένως. (Phipson on Evidence, 12th Ed., page 912). Το Κώλυμα μπορεί να είναι
(1)Κώλυμα λόγω δεδικασμένου (Estoppel by record),
(2)Κώλυμα λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα (Estoppel by deed) και
(3)Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (Estoppel by conduct or Estoppel in pais).» Στην πιο πρόσφατη απόφαση Γιώργος Χ"Στυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, Πολ. Εφ. Αρ. 38/2009, ημερομηνίας 22.5.2012, αναφορικά με το κώλυμα εκ δηλώσεως σε έγγραφο (estoppel by deed) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όταν διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως δέσμευση, δεν μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ορθά. Όπως έχει προσφυώς αναφερθεί στην αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee
(1971)A.C. 1004, το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του. Ο κανόνας του νόμου της απόδειξης ότι δεν επιτρέπεται η αποδοχή μαρτυρίας που αντικρούει ή τροποποιεί τους όρους εγγράφου, αναπτύχθηκε για να προσδώσει βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές (Polykarpou v. Polykarpou
(1982)1 C.L.R. 182).» Στην παρούσα υπόθεση προκύπτει ότι ο ενάγων δεν μπορούσε να προωθήσει την αγωγή του λόγω κωλύματος (estoppel by deed). Ειδικότερα, ο ενάγων έχοντας το βάρος απόδειξης ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα δεν τον δεσμεύουν, δεν ανέτρεψε το τεκμήριο δέσμευσης εφόσον υπέγραψε τη δεσμευτική δήλωση επί της αίτησης του στο Τεκμήριο 3, από την οποία προκύπτει η παραλαβή, η ανάγνωση και η κατανόηση των πληροφοριών του εντύπου «Σημαντικές Πληροφορίες και Χαρακτηριστικά Συμβολαίου». Έχοντας επίσης υπογράψει επί του εγγράφου Capital Investment Plan δεσμεύεται από το περιεχόμενο αυτού. Και τα δυο έγγραφα περιλαμβάνουν την περιγραφή και τους κινδύνους που εμπεριέχει το επίδικο επενδυτικό σχέδιο και που ο ενάγων τεκμαίρεται ότι γνώριζε κατά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας. Όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος του, η απαίτηση του ενάγοντα για ακύρωση της επίδικης συμφωνίας ασφάλισης βασίζεται στην παρότρυνση του ενάγοντα εκ μέρους των εναγομένων για τη σύναψη της εν λόγω συμφωνίας συνεπεία ψευδών παραστάσεων των εναγομένων και ή προσώπων που ενεργούσαν εκ μέρους και ή για λογαριασμό των εναγομένων που συνιστούν απάτη, σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 17, 18 και 19 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Υπό το φως των πιο πάνω παρατεθέντων ευρημάτων του Δικαστηρίου ωστόσο ο ισχυρισμός του ενάγοντα για τις παραστάσεις που τον οδήγησαν στην συναίνεση του να συνάψει την επίδικη συμφωνία δεν έχει αποδειχθεί. Η μαρτυρία κατέδειξε ότι ο ενάγων γνώριζε και όφειλε να γνωρίζει τους κινδύνους που αναλάμβανε με την προσχώρηση του στη συγκεκριμένη συμφωνία με τους εναγόμενους και δεν βασίστηκε σε παραστάσεις των εναγομένων, τις οποίες επικαλείται. Όπως έχει ήδη αναφερθεί οι ισχυριζόμενες παραστάσεις που αποδίδονται στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 19, και πιο συγκεκριμένα οι αναφερόμενες στις υποπαραγράφους (δ), (ε), (στ) και (ζ) της παραγράφου 3 της έκθεσης απαίτησης, δεν αποδείχθηκε ότι έγιναν εκ μέρους των εναγομένων κατά τον χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας. Ούτε και οι αναφερόμενες λοιπές παραστάσεις και ειδικότερα αυτές των υποπαραγράφων (α), (β) και (γ) της παραγράφου 3 της έκθεσης απαίτησης έχουν αποδειχθεί ενόψει της αποδεκτής μαρτυρίας των εναγομένων και του περιεχομένου των Τεκμηρίων 3 και
- Όπως κατέδειξε η αποδεκτή προφορική και γραπτή μαρτυρία ενόψει και της φύσεως του επίδικου επενδυτικού σχεδίου, η παρουσίαση του επίδικου επενδυτικού σχεδίου των εναγομένων που έγινε μέσω του ΜΥ2 προς τον ενάγοντα δεν περιέχει αναφορές που μπορούν να υπαχθούν στην έννοια της «ψευδούς παράστασης», όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 18 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Ανάλογα κρίνεται και η εισήγηση του συνηγόρου του ενάγοντα περί διάπραξης δόλου εκ μέρους των εναγομένων για την εξώθηση του ενάγοντα να συνάψει την επίδικη συμφωνία, χωρίς να μου διαφεύγει ότι στην έκθεση απαίτησης του ενάγοντα δεν εκτίθενται ειδικά δόλιες πράξεις των εναγομένων, όπως θα έπρεπε σύμφωνα με τη Δ.19 θ.5 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών (βλ. και FEDERAL BANK OF LEBANON (SAL) ν. Νίκου Κ. Σιακόλα (πιο πάνω)). Κατά συνέπεια οι αξιώσεις του ενάγοντα εναντίον των εναγομένων δεν είναι βάσιμες. Είναι ορθή άλλωστε η θέση της συνηγόρου των εναγομένων ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση εφόσον, όπως και ο ενάγων δέχθηκε αλλά και ο ΜΥ2 ανέφερε, ο ενάγων ήταν ενήμερος της πτωτικής πορείας του επίδικου επενδυτικού σχεδίου. Ωστόσο το γεγονός ότι η αγωγή καταχωρήθηκε παρόλο που δεν προχώρησε προηγουμένως ο ενάγων σε τερματισμό της επίδικης συμφωνίας, εξακολουθώντας να είναι μέρος αυτής, δεν αποτελεί βάσιμο νομικό επιχείρημα για απόρριψη της αγωγής. Σύμφωνα με το άρθρο 19
(2)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ο συμβαλλόμενος του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε συνεπεία απάτης ή ψευδούς παράστασης, δύναται αν θεωρεί αυτό σκόπιμο, να εμμείνει στην εκπλήρωση της σύμβασης και να αποκατασταθεί στη θέση που θα βρισκόταν αν οι παραστάσεις που έγιναν ήταν αληθείς (βλ. και Ζαβρού ν. Μιχαηλίδου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 477, στη σελ. 480). Στην παρούσα υπόθεση, υπό το φως των γεγονότων της δεν μπορεί να συναχθεί ότι ο ενάγων με την καταχώρηση της αγωγής του έχει προβεί σε τερματισμό της επίδικης συμφωνίας (βλ. Δρυάδης κ.α. ν. Καλησπέρα
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 881), η οποία, με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, εξακολουθεί να είναι σε ισχύ. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνεται ότι οι ενάγων απέτυχε να αποδείξει την απαίτηση του στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις και ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται εναντίον του ενάγοντα και υπέρ των εναγομένων. (Yπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο