← Κύπρος

Diesel Sp.A κ.α. ν. CYRAPTUM TRADING LIMITED, Αρ. Αγωγής: 4028/12, 31/10/2012

Diesel Sp.A κ.α. ν. CYRAPTUM TRADING LIMITED, Αρ. Αγωγής: 4028/12, 31/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A331 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4028/12 Μεταξύ: Diesel S.p.A. ΝΤΗΖΕΛ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΕΙΔΩΝ ΕΝΔΥΣΕΩΣ Εναγουσών και CYRAPTUM TRADING LIMITED Εναγομένης --------- ΑΙΤΗΣΗ ΥΠΟ ΕΝΑΓΟΥΣΕΣ-ΑΙΤΗΤΡΙΕΣ ΗΜΕΡ. 20.6.12 ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΩΝ Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου 2012 Εμφανίσεις: Για τις Ενάγουσες-Αιτήτριες: κα Μ. Χατζησωτηρίου για Μιχ. Κυπριανού & Σία ΔΕΠΕ Για την Εναγομένη-Καθ' ης η Αίτηση: κα Ν. Νικολαϊδου για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 20.6.12 καταχωρήθηκε η με τον πιο πάνω τίτλο και αγωγή σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο και με αυτή οι Ενάγουσες 1 και 2 αξιώνουν έναντι της Εναγομένης τα ακόλουθα: "Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει και/ή να εμποδίζει την εναγόμενη ενεργώντας μέσω του Διοικητικού Συμβουλίου της και/ή των διευθυντών της και/ή γραμματέα της και/ή αξιωματούχων της και/ή αντιπροσώπων της και/ή πληρεξουσίων αντιπροσώπων της και/ή υπαλλήλων της και/ή εντολοδόχων της και/ή άλλως πως: i. από του να παραβιάζει (infringe) με οποιοδήποτε τρόπο τα εμπορικά σήματα: (α) τα οποία είναι εγγεγραμμένα στο όνομα της ενάγουσας 1 στην Κύπρο με αριθμούς 38791 κλάση 25 (είδη ένδυσης) και 71142 κλάση 25 (είδη υπόδησης) και τυγχάνουν λεκτικά και απεικονίζονται ως "DIESEL", (β) τα οποία είναι εγγεγραμμένα στο όνομα της ενάγουσας 1 στην Κύπρο με αριθμούς 38792 κλάση 25 (είδη ένδυσης) και 71143 κλάση 25 (είδη υπόδησης) και τυγχάνουν λεκτικά με απεικόνιση και απεικονίζονται ως "DIESEL ONLY THE BRAVE", (γ) είναι κοινοτικά σήματα εγγεγραμμένα στο όνομα της ενάγουσας 1 με αριθμούς 006209183 κλάσεις 9 και 41 και 000743401 κλάσεις 11, 19, 20, 21 και τυγχάνουν λεκτικά και απεικονίζονται ως "DIESEL" (από κοινού "τα εμπορικά σήματα DIESEL"). ii. από το να πωλεί, διαθέτει, διανέμει και γενικά εμπορεύεται με οποιοδήποτε τρόπο γυναικεία και/ή ανδρικά είδη υπόδησης και/ή ένδυσης από τα καταστήματα που διατηρεί και/ή διαχειρίζεται στην οδό Λήδρας 241 στη Λευκωσία, στην οδό Ανεξαρτησίας 22 στη Λεμεσό, στην οδό Σπύρου Κυπριανού 9, Εμπορικό Κέντρο Ακαδημία στη Λεμεσό και στην οδό Ερμού 96-98, στη Λάρνακα ενόσω αυτά φέρουν την ονομασία DIESEL και DIESEL OUTLET και/ή ενόσω αυτά περιλαμβάνουν την λέξη DIESEL ως μέρος της ονομασίας τους. iii. από το να χρησιμοποιεί τα εμπορικά σήματα DIESEL σε κάθε είδους υλικό διαφήμισης, έκθεσης και συσκευασίας κάθε είδους, ταμπέλες, διαφημιστικές πινακίδες, αφίσες, κρεμάστρες, σακούλες και καταχωρήσεις σε οποιαδήποτε έντυπα, τιμολόγια, παραστατικά και/ή άλλως πως. iv. από το να προβαίνει σε οποιεσδήποτε πράξεις, είτε ρητές είτε σιωπηρές, σαν αποτέλεσμα των οποίων η εναγόμενη να παρουσιάζεται και/ή εμφανίζεται σαν εξουσιοδοτημένη αντιπρόσωπος των εναγουσών 1 και/ή

  1. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την εναγόμενη ενεργώντας μέσω του Διοικητικού Συμβουλίου της και/ή των διευθυντών της και/ή γραμματέα της και/ή αξιωματούχων της και/ή αντιπροσώπων της και/ή πληρεξουσίων αντιπροσώπων της και/ή υπαλλήλων της και/ή εντολοδόχων της και/ή άλλως πώς να αφαιρέσει τόσο από το εξωτερικό όσο και από το εσωτερικό μέρος των καταστημάτων που διατηρεί και/ή διαχειρίζεται στην οδό Λήδρας 241 στη Λευκωσία, στην οδό Ανεξαρτησίας 22 στη Λεμεσό, στην οδό Σπύρου Κυπριανού 9, Εμπορικό Κέντρο Ακαδημία στη Λεμεσό και στην οδό Ερμού 96-98, στη Λάρνακα όλες τις πινακίδες, ταμπέλες, κρεμάστρες, σακούλες και καταχωρήσεις σε οποιαδήποτε έντυπα, τιμολόγια, παραστατικά και/ή άλλως πως τα οποία φέρουν επ' αυτών τη λέξη DIESEL και/ή στα οποία αναγράφονται τα εμπορικά σήματα DIESEL τα οποία να παραδώσουν στους δικηγόρους των εναγουσών 1 και 2 στην οδό Αγίας Ελένης 2, Μέγαρο Στασίνος, 6ος όροφος, 1060, Λευκωσία ή διαζευκτικά να προβούν στην πλήρη καταστροφή τους η οποία να πιστοποιείται ενόρκως από την εναγομένη και/ή τους δικηγόρους της εναγομένης. Γ. Αποζημιώσεις για αντιποίηση εμπορικών σημάτων (trade mark infringement) και/ή για αθέμιτο ανταγωνισμό (passing off). Δ. Οποιαδήποτε περαιτέρω θεραπεία ήθελε κρίνει δίκαια το Σεβαστό Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις. Ε. Νόμιμο τόκο. ΣΤ. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. και έξοδα επίδοσης". Την ίδια μέρα οι Ενάγουσες καταχώρησαν μονομερή αίτηση με την οποία ζητούν από το Δικαστήριο την έκδοση διαταγμάτων ως ακολούθως: "Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει και/ή να εμποδίζει την εναγόμενη ενεργώντας μέσω του Διοικητικού Συμβουλίου της και/ή των διευθυντών της και/ή γραμματέα της και/ή αξιωματούχων της και/ή αντιπροσώπων της και/ή πληρεξουσίων αντιπροσώπων της και/ή υπαλλήλων της και/ή εντολοδόχων της και/ή άλλως πως μέχρι νεωτέρας και/ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου: i. από του να παραβιάζει (infringe) με οποιοδήποτε τρόπο τα εμπορικά σήματα: (α) τα οποία είναι εγγεγραμμένα στο όνομα της Αιτήτριας 1 στην Κύπρο με αριθμούς 38791 κλάση 25 (είδη ένδυσης) και 71142 κλάση 25 (είδη υπόδησης) και τυγχάνουν λεκτικά και απεικονίζονται ως "DIESEL", (β) τα οποία είναι εγγεγραμμένα στο όνομα της Αιτήτριας 1 στην Κύπρο με αριθμούς 38792 κλάση 25 (είδη ένδυσης) και 71143 κλάση 25 (είδη υπόδησης) και τυγχάνουν λεκτικά με απεικόνιση και απεικονίζονται ως "DIESEL ONLY THE BRAVE", (γ) είναι κοινοτικά σήματα εγγεγραμμένα στο όνομα της Αιτήτριας 1 με αριθμούς 006209183 κλάσεις 9 και 41 και 000743401 κλάσεις 11, 19, 20, 21 και τυγχάνουν λεκτικά και απεικονίζονται ως "DIESEL" (από κοινού "τα εμπορικά σήματα DIESEL"). ii. από το να πωλεί, διαθέτει, διανέμει και γενικά εμπορεύεται με οποιοδήποτε τρόπο γυναικεία και/ή ανδρικά είδη υπόδησης και/ή ένδυσης από τα καταστήματα που διατηρεί και/ή διαχειρίζεται στην οδό Λήδρας 241 στη Λευκωσία, στην οδό Ανεξαρτησίας 22 στη Λεμεσό, στην οδό Σπύρου Κυπριανού 9, Εμπορικό Κέντρο Ακαδημία στη Λεμεσό και στην οδό Ερμού 96-98, στη Λάρνακα ενόσω αυτά φέρουν την ονομασία DIESEL και DIESEL OUTLET και/ή ενόσω αυτά περιλαμβάνουν την λέξη DIESEL ως μέρος της ονομασίας τους. iii. από το να χρησιμοποιεί τα εμπορικά σήματα DIESEL σε κάθε είδους υλικό διαφήμισης, έκθεσης και συσκευασίας κάθε είδους, ταμπέλες, διαφημιστικές πινακίδες, αφίσες, κρεμάστρες, σακούλες και καταχωρήσεις σε οποιαδήποτε έντυπα, τιμολόγια, παραστατικά και/ή άλλως πως. iv. από το να προβαίνει σε οποιεσδήποτε πράξεις, είτε ρητές είτε σιωπηρές, σαν αποτέλεσμα των οποίων η εναγόμενη να παρουσιάζεται και/ή εμφανίζεται σαν εξουσιοδοτημένη αντιπρόσωπος των εναγουσών 1 και/ή
  2. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την εναγόμενη ενεργώντας μέσω του Διοικητικού Συμβουλίου της και/ή των διευθυντών της και/ή γραμματέα της και/ή αξιωματούχων της και/ή αντιπροσώπων της και/ή πληρεξουσίων αντιπροσώπων της και/ή υπαλλήλων της και/ή εντολοδόχων της και/ή άλλως πώς να αφαιρέσει τόσο από το εξωτερικό όσο και από το εσωτερικό μέρος των καταστημάτων που διατηρεί και/ή διαχειρίζεται στην οδό Λήδρας 241 στη Λευκωσία, στην οδό Ανεξαρτησίας 22 στη Λεμεσό, στην οδό Σπύρου Κυπριανού 9, Εμπορικό Κέντρο Ακαδημία στη Λεμεσό και στην οδό Ερμού 96-98, στη Λάρνακα όλες τις πινακίδες, ταμπέλες, κρεμάστρες, σακούλες και καταχωρήσεις σε οποιαδήποτε έντυπα, τιμολόγια, παραστατικά και/ή άλλως πως τα οποία φέρουν επ' αυτών τη λέξη DIESEL και/ή στα οποία αναγράφονται τα εμπορικά σήματα DIESEL τα οποία να παραδώσουν στους δικηγόρους των εναγουσών 1 και 2 στην οδό Αγίας Ελένης 2, Μέγαρο Στασίνος, 6ος όροφος, 1060, Λευκωσία ή διαζευκτικά να προβούν στην πλήρη καταστροφή τους η οποία να πιστοποιείται ενόρκως από την εναγομένη και/ή τους δικηγόρους της εναγομένης. Γ. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να εκδώσει. Δ. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α". Βάση της Αίτησης είναι τα Άρθρα 21, 29, 32 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, τα Άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, η Δ.48 θθ.1-4 και 7-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τα Άρθρα 2 και 6 του περί Εμπορικών Σημάτων Νόμου Κεφ. 268, το Άρθρο 35 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, τα Άρθρα 1 και 9 του Κανονισμού ΕΚ 40/1994 ημερ. 20.12.93, Νομολογία, το Κοινοδίκαιο και η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Την Αίτηση συνοδεύει η ένορκη δήλωση του δικηγόρου Μιχάλη Χάσικου ο οποίος συνεργάζεται με το δικηγορικό γραφείο Μιχαλάκη Κυπριανού & Σία ΔΕΠΕ που εκπροσωπεί τις Ενάγουσες 1 και 2 στην παρούσα διαδικασία, στην οποία ορκίζεται ότι γνωρίζει όλα τα γεγονότα της υπόθεσης από μελέτη όλων των εγγράφων που απέστειλαν στο γραφείο τους οι έλληνες δικηγόροι των Εναγουσών, η Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας 2 και ο Διευθύνων σύμβουλος της Ενάγουσας 2 και από τα όσα τον πληροφόρησαν οι δικηγόροι του γραφείου του που χειρίζονται την υπόθεση. Αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τις Ενάγουσες 1 και 2 να προβεί στην ένορκη δήλωση και αναφέρει ότι λόγω του ότι η Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας 2 αλλά και ο Διευθύνων Σύμβουλος της Ενάγουσας 2 διαμένουν μόνιμα στο εξωτερικό και λόγω των πολλαπλών τους καθηκόντων δεν ήταν δυνατό να μεταβούν οι ίδιοι στην Κύπρο για να προβούν σε ένορκη δήλωση και έτσι την ορκίζεται ο ίδιος. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του, η Ενάγουσα 1 είναι ιταλική εταιρεία η οποία παράγει και εμπορεύεται είδη ρουχισμού, υποδημάτων, αξεσουάρ και αρωμάτων με το σήμα DIESEL η οποία είναι παγκοσμίως γνωστή. Η Ενάγουσα 2 είναι ελληνική ανώνυμη εταιρεία, θυγατρική της Ενάγουσας 1 με βασική εμπορική δραστηριότητα την εισαγωγή, διανομή, εμπορία και προώθηση στην Ελληνική και Κυπριακή αγορά των ειδών ένδυσης, υπόδησης, αξεσουάρ και καλλυντικών DIESEL τα οποία παράγει και διακινεί σε διεθνές επίπεδο αποκλειστικά η Ενάγουσα 1 και με τα οποία προμηθεύει την Ενάγουσα
  3. Η Εναγομένη είναι Κυπριακή εταιρεία η οποία ασχολείται με την εμπορία και πώληση ειδών ένδυσης, υπόδησης, και αξεσουάρ. Είναι η θέση του ότι τα προϊόντα DIESEL χαίρουν παγκοσμίου κύρους και διεθνούς αναγνωσιμότητας, προστατεύονται από εμπορικά σήματα και είναι τόσο παγκοσμίως γνωστά όσο και στην ελληνική και κυπριακή αγορά. Η Ενάγουσα 2 είναι η μοναδική εταιρεία που έχει το δικαίωμα να εισάγει και προμηθεύει στην Ελλάδα και την Κύπρο προϊόντα με το σήμα DIESEL από την Ενάγουσα
  4. Σε σχέση με την προώθηση των προϊόντων DIESEL μεταξύ Ενάγουσας 1 και Ενάγουσας 2 υπάρχει ειδική εξουσιοδότηση που επιτρέπει στην Ενάγουσα 2 να διαχειρίζεται τα εμπορικά σήματα και τα προϊόντα της Ενάγουσας 1 στην Κύπρο και Ελλάδα αλλά και να λαμβάνει όλα τα μέτρα για να προστατεύει τα δικαιώματα της Ενάγουσας 1 επί των σημάτων και προϊόντων της. Η Ενάγουσα 1 έχει τα αποκλειστικά δικαιώματα χρήσης του κυπριακού σήματος "DIESEL" με αρ. 38791 και αφορά την κλάση 25 (είδη ένδυσης), του Κυπριακού σήματος "DIESEL" με αρ. 71142 κλάση 25 (είδη υπόδησης), του Κυπριακού σήματος "DIESEL ONLY THE BRAVE" υπ' αριθμό 38792 κλάση 25 (είδη ένδυσης), του κυπριακού σήματος "DIESEL ONLY THE BRAVE" 71143 κλάση 25 (είδη υπόδησης) και των κοινοτικών σημάτων "DIESEL" υπ' αριθμό 006209183 και
  5. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι τα εν λόγω σήματα διακρίνουν την ποιότητα των προϊόντων της Ενάγουσας 1 στο παγκόσμιο και συνεπώς ελληνικό και κυπριακό εμπόριο, και τα αναγνωρίζει άμεσα το καταναλωτικό κοινό λόγω διαφήμισης αλλά και λόγω ποιότητας. Η Ενάγουσα 2 διαθέτει δικά της καταστήματα αλλά και συνεργάζεται και με άλλα καταστήματα για την εμπορία των προϊόντων DIESEL τόσο στην Κύπρο όσο και στην Ελλάδα. Τα καταστήματα αυτά πωλούν γνήσια προϊόντα DIESEL τα οποία προμηθεύονται αποκλειστικά από την Ενάγουσα 2 και τα εν λόγω καταστήματα μπορούν να φέρουν στην πρόσοψη και στο εσωτερικό τους σήματα DIESEL. Η Ενάγουσα 2 παράλληλα προμηθεύει προϊόντα και σε άλλους συνεργάτες της τόσο στην Κύπρο όσο και στην Ελλάδα οι οποίοι μπορούν να πωλούν μεταξύ άλλων προϊόντων και προϊόντα DIESEL οι οποίοι όμως δεν έχουν δικαίωμα να φέρουν στην πρόσοψη των καταστημάτων τους τα σήματα DIESEL εκτός εάν τους δοθεί τέτοια άδεια από την Ενάγουσα
  6. Η Ενάγουσα 2 στο παρελθόν είχε συνάψει συμφωνίες με την κυπριακή εταιρεία ENCINAL Trading Ltd (η "ENCINAL") για την αποκλειστική διάθεση των προϊόντων DIESEL στην Κύπρο για συγκεκριμένη χρονική περίοδο που ίσχυαν οι συμφωνίες. Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας των μερών η ENCINAL λειτουργούσε 5 καταστήματα παγκύπρια. Στις συμφωνίες που είχαν γίνει μεταξύ Ενάγουσας 2 και ENCINAL δεν υπήρχε όρος για την χρήση των σημάτων DIESEL από την ENCINAL αλλά είχε επιτραπεί στην ENCINAL από τους τέως διευθυντές της Ενάγουσας 2 να χρησιμοποιούν στην πρόσοψη των καταστημάτων τους τα σήματα DIESEL κατά την περίοδο συνεργασίας των μερών. Η συνεργασία της Ενάγουσας 2 με την ENCINAL τερματίστηκε στις 31.5.11 μεταξύ άλλων λόγω οικονομικών εκκρεμοτήτων και οφειλών της ENCINAL προς την Ενάγουσα. Μόλις τερματίστηκε η συνεργασία οι Ενάγοντες ζήτησαν από την ENCINAL να σταματήσει να χρησιμοποιεί τα σήματα τους. Μετά από πληροφορίες που έλαβε η Ενάγουσα 2 ότι το κατάστημα που διατηρούσε η ENCINAL στη Λευκωσία εξακολουθούσε να λειτουργεί και να πωλεί είδη ένδυσης και υπόδησης DIESEL και ότι στην πρόσοψη του έφερε την ονομασία DIESEL OUTLET έγινε έρευνα και διαπιστώθηκε ότι τα 4 από τα 5 καταστήματα που διατηρούσε η ENCINAL βρίσκονται υπό την λειτουργία της Εναγόμενης και ότι και τα 4 φέρουν μεγάλες και ευδιάκριτες πινακίδες στην πρόσοψη τους με την ονομασία DIESEL και DIESEL OUTLET επισυνάπτονται ως τεκμήρια φωτογραφίες των προσόψεων των καταστημάτων. Αναφέρει επίσης ότι το σήμα DIESEL χρησιμοποιείται παράνομα από την Εναγόμενη στο εσωτερικό των καταστημάτων με εικόνες διαφήμισης/αφίσας, σε επιστολόχαρτα, και σημειώνει επίσης ότι όλες οι κρεμάστρες επί των οποίων εκτίθενται προϊόντα είτε DIESEL είτε άλλων ανταγωνιστών εταιρειών φέρουν ανάγλυφα το σήμα DIESEL και ότι η Εναγόμενη τοποθετεί και παραδίδει στους καταναλωτές όλα τα ανταγωνιστικά προϊόντα που εμπορεύεται σε σακούλες που φέρουν το σήμα DIESEL. Ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη χρησιμοποιεί την ονομασία DIESEL ακόμα και στις σχέσεις της με τραπεζικούς και άλλους οργανισμούς, με τον τρόπο που η Ενάγουσα εμπορεύεται την εν λόγω ονομασία προκαλεί κίνδυνο σύγχυσης και παραπλάνησης στο καταναλωτικό κοινό αφού οι καταναλωτές βλέποντας τα σήματα που είναι στα καταστήματα της Εναγόμενης εκλαμβάνουν ότι πωλούνται προϊόντα DIESEL με την άδεια των Εναγουσών. Ισχυρίζονται ακόμα ότι μετά που πληροφορήθηκαν όλα αυτά τα γεγονότα επέδωσαν στην Εναγόμενη επιστολή με την οποία την καλούσαν να σταματήσει να ενεργεί με τον τρόπο αυτό στην οποία η Εναγόμενη δεν πειθάρχησε γι' αυτό και ισχυρίζονται ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που η νομολογία και οι νόμοι επιτάσσουν για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ισχυρίζονται ότι πέραν της παραβίασης των εμπορικών σημάτων τα οποία μόνο οι Ενάγουσες μπορούν αποκλειστικά να εκμεταλλεύονται, στηρίζουν επίσης τη θέση τους και στον αθέμιτο ανταγωνισμό αλλά και στον Κανονισμό ΕΚ 40/1994 για τα κοινοτικά σήματα. Είναι επίσης η θέση του ότι η Εναγομένη καρπούται και ωφελείται αθέμιτα και παράνομα από τη μεγάλη διαφημιστική καμπάνια που κάνει η Ενάγουσα 2 για να διαφημίσει και να προωθήσει τα προϊόντα DIESEL στην Κύπρο χωρίς να έχει καταβάλει ούτε ένα σεντ συμμετοχής στις εν λόγω δαπάνες. Επίσης ισχυρίζεται ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο γιατί η ζημιά την οποία υφίστανται οι Ενάγουσες είναι ανεπανόρθωτη και ότι οι Ενάγουσες κινδυνεύουν λόγω της παραβίασης από την Εναγομένη, να υποβαθμιστούν. Είναι επίσης η θέση του ότι πιθανόν να υποστεί και η Εναγόμενη κάποια ταλαιπωρία από την τυχόν έκδοση των διαταγμάτων η οποία όμως είναι ασήμαντη σε σύγκριση με τη ζημιά που προκαλείται επί καθημερινής βάσης στις Ενάγουσες λόγω της σύγχυσης που προκαλείται στο αγοραστικό κοινό. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση επισυνάπτεται μεγάλος αριθμός τεκμηρίων μεταξύ των οποίων πιστοποιητικά του εφόρου εμπορικών σημάτων για τα εμπορικά σήματα τα κοινοτικά σήματα "DIESEL" όπως και φωτογραφίες των καταστημάτων της Εναγομένης στις οποίες φαίνονται τα ονόματα DIESEL αλλά και φωτογραφία χάρτινης τσάντας με την ονομασία DIESEL. Επισυνάπτονται επίσης οι συμφωνίες που είχαν υπογραφεί μεταξύ της ENCINAL με την Ενάγουσα 2 όπως και οι επιστολές τερματισμού των εν λόγω συμφωνιών. Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω υπό μορφή γενικού σχολίου ότι η ένορκος δήλωση του κ. Χάσικου μετά την παράθεση γεγονότων μετατρέπεται σε αγόρευση καθαρά επί νομικών θεμάτων κάτι το οποίο κατά την άποψη μου και σύμφωνα με την νομολογία δεν μπορούν να περιέχονται σε μια ένορκη δήλωση. Προς τούτο παραπέμπω σχετικά στη Δ. 39 θ. 2 στην οποία αναφέρεται "Affidavits shall be confined to such facts as the witness is able of his own knowledge to prove, but on interlocutory applications an affidavit may contain statements of information and belief, with the sources and grounds thereof.". Όπως έχω ήδη αναφέρει η αίτηση για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καταχωρίστηκε μονομερώς, το Δικαστήριο όμως δεν ικανοποιήθηκε ότι μπορούσαν τα διατάγματα να εκδοθούν μονομερώς λόγω του ότι, μεταξύ άλλων, δεν συνέτρεχε το θέμα του κατ' επειγόντως γι' αυτό και διέταξε την επίδοση της αίτησης. Η αίτηση επιδόθηκε στην Εναγομένη η οποία στις 27.6.12 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και στις 10.9.12, εκπρόθεσμα σε σχέση με τις οδηγίες του Δικαστηρίου, ένσταση. Το Δικαστήριο παρά την αντίθετη γνώμη των συνηγόρων των Εναγουσών-Αιτητριών παρέτεινε τελικά το χρόνο καταχώρησης ένστασης, θεώρησε την ένσταση εμπρόθεσμη και όρισε την αίτηση για αγορεύσεις. Η ένσταση της Εναγομένης βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 Άρθρα 4, 5, 7 και 9 στη Δ.39 θθ.1 και 2 και Δ.48 θ.4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν14/60 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Προβάλλονται 10 λόγοι ένστασης σύμφωνα με τους οποίους υπάρχει απόκρυψη ουσιαστικών στοιχείων από το Δικαστήριο, το πρόσωπο που ορκίζεται την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, παράτυπα και παράνομα έχει ορκιστεί την αίτηση δικηγόρος, δεν αποκαλύπτεται κανένα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγομένης, δεν συντρέχει το στοιχείο του κατ' επείγοντος ως δικαιοδοτικός όρος για έκδοση των διαταγμάτων αντίθετα η αίτηση υποβλήθηκε με υπερβολική καθυστέρηση, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος σύμφωνα με το νόμο και δεν εξειδικεύεται επίσης ποια από τις δύο Ενάγουσες ζητά και ποιο διάταγμα. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκος δήλωση της κας Δώρας Ζαβού η οποία είναι μια εκ των Διευθυντών της εταιρείας NEOSEF Nominees Ltd η οποία είναι η Διευθύντρια της Εναγομένης εταιρείας, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και όσον αφορά τα νομικά θέματα άντλησε πληροφορίες από τους δικηγόρους της Εναγόμενης και επίσης πήρε πληροφορίες από τον λογιστή της Εναγομένης και τον οικονομικό τους διευθυντή. Είναι η θέση της ότι τόσο η Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας 2 αλλά και ο νυν διευθύνον σύμβουλος της Ενάγουσας 2 μπορούσαν να έρθουν στην Κύπρο και να δώσουν οι ίδιοι μαρτυρία και να ορκιστούν θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης ενώ χωρίς να προβάλλεται κανένας συγκεκριμένος λόγος ο οποίος να δικαιολογεί την απόφαση τους να μην ορκιστούν οι ίδιοι την ένορκο δήλωση, κρύβονται πίσω από την ένορκη δήλωση ενός δικηγόρου ο οποίος δεν γνωρίζει προσωπικά τίποτε για την παρούσα υπόθεση παρά μόνο αντλεί την γνώση του από τα όσα του αναφέρουν τρίτοι. Είναι η θέση της ότι η Ενάγουσα 2 ουδέποτε υπήρξε ούτε και είναι θυγατρική της Ενάγουσας
  7. Ξέρει ότι η Ενάγουσα 2 μέχρι πριν από δύο χρόνια περίπου προωθούσε στην κυπριακή αγορά τα προϊόντα DIESEL αλλά δεν υπήρχε ούτε αποκλειστική διανομή ούτε αποκλειστική διάθεση αφού τα προϊόντα DIESEL εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου ισχύει η ελεύθερη διακίνηση ειδών εμπορίου, μπορούν να προμηθευτούν ελεύθερα από τη διεθνή και τοπική αγορά και να μεταπωλούνται με τον τρόπο αυτό. Ισχυρίζεται ότι η Εναγομένη αγοράζει διάφορα προϊόντα DIESEL τα οποία είναι αυθεντικά από διάφορους προμηθευτές που τα εισάγουν στην Κύπρο και τα εκτελωνίζουν χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα. Είναι η θέση της ότι η Εναγομένη δεν κατασκευάζει εμπορεύματα με την ετικέτα DIESEL αλλά πωλεί αυθεντικά προϊόντα DIESEL. Θεωρεί ότι είναι υπερβολική η θέση του κ. Χάσικου ότι τα προϊόντα DIESEL είναι ευρέως γνωστά ειδικά για την Κύπρο, αναφέρει ότι η εν λόγω μάρκα είναι απλώς μια καλή επωνυμία ρούχων για συγκεκριμένο καταναλωτικό κοινό, ιδιαίτερα νεαρά άτομα. Τα προϊόντα DIESEL αναγνωρίζονται από το κυπριακό κοινό, όμως οι πωλήσεις τους συνεχώς φθίνουν, δεν υπάρχει κανένας αποκλειστικός αντιπρόσωπος τους στην Κύπρο και εξ' όσων γνωρίζει δεν έγινε καμία απολύτως διαφημιστική εκστρατεία στην Κύπρο τα τελευταία 3 χρόνια για τα εν λόγω ρούχα. Αναφέρει επίσης ότι η εταιρεία ENCINAL ήταν πλήρως εξαρτημένη από την Ενάγουσα 2 και ότι στους ουσιώδεις χρόνους που αναφέρονται ένας εκ των διευθυντών της Ενάγουσας 2 ήταν και ο διευθυντής της ENCINAL. Ισχυρίζεται επίσης ότι υπήρχε άλλη συμφωνία μεταξύ Ενάγουσας 2 και ENCINAL αναφορικά με τη χρήση των εμπορικών της σημάτων. Σε ότι αφορά την επιστολή που απεστάλη κατά τους ισχυρισμούς των Εναγουσών για να προειδοποιούν τη μη χρήση των εμπορικών τους σημάτων αυτή στάληκε στην ENCINAL και όχι στην Εναγομένη. Ισχυρίζεται επίσης ότι η φωτογραφίες που επισυνάπτει ο κ. Χάσικος είναι παλαιές και καμία σχέση δεν έχουν με τη σημερινή πραγματικότητα, η Εναγόμενη ουδέποτε χρησιμοποίησε ή χρησιμοποιεί το σήμα DIESEL και αναφέρει ότι σε κανένα από τα καταστήματα της Εναγόμενης δεν χρησιμοποιείται το σήμα DIESEL σε αντίθεση με τα όσα λέει ο ενόρκως δηλών ο οποίος δεν αναφέρει καν αν ο ίδιος επισκέφτηκε τα καταστήματα της Εναγομένης και διαπίστωσε χρήση των σημάτων. Επαναλαμβάνει τη θέση της ότι η Εναγομένη διαθέτει προς πώληση κάποια ρούχα με την επωνυμία DIESEL τα οποία είναι αυθεντικά και τα οποία η Εναγόμενη νόμιμα πουλά στο κυπριακό καταναλωτικό κοινό με βάση τις αρχές του ελεύθερου εμπορίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αναφορικά με τις χαρτοσακούλες DIESEL και τις κρεμάστρες με το ανάγλυφο DIESEL ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη ουδέποτε κατασκεύασε είτε τις χαρτοσακούλες είτε τις κρεμάστρες αντίθετα και αυτά τα προϊόντα τα αγοράζει. Σε ότι αφορά την μια απόδειξη για αγορά που κατ' ισχυρισμό έχει γίνει με πιστωτική κάρτα και φέρει το όνομα DIESEL αναφέρει ότι προφανώς αυτό αφορά λάθος της JCC που δεν είχε αφαιρέσει το όνομα DIESEL από το λογισμικό τους πρόγραμμά και είναι η θέση της ότι αμέσως μόλις διαπιστώθηκε αυτό ειδοποίησε την εταιρεία JCC και αυτό έχει αλλάξει. Συνολικά αρνείται ότι η Εναγόμενη χρησιμοποίησε ή χρησιμοποιεί ή οικειοποιείται το εμπορικό σήμα DIESEL, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε εμφανίστηκε ως υποκατάστημα της DIESEL ή συνδεδεμένη με αυτή, πωλεί κάποια προϊόντα DIESEL τα οποία είναι αυθεντικά και τα αγόρασε νόμιμα όμως τα ρούχα αυτά πλέον δεν έχουν αγοραστικό κοινό το οποίο λόγω της κρίσης στράφηκε σε φθηνότερες επιλογές και έτσι η Εναγόμενη ουσιαστικά προσπαθεί να πωλήσει ότι στοκ έχει και δεν πρόκειται να προωθήσει ξανά τέτοια προϊόντα αφού δεν τα προτιμά το κυπριακό καταναλωτικό κοινό. Αναφέρει επίσης ότι λόγω οικονομικής κρίσης η Εναγομένη προτίθεται να κλείσει όλα τα καταστήματα της στην Κύπρο πλην εκείνο της Λευκωσίας. Είναι καθολικά η θέση της ότι η Αίτηση στερείται του αναγκαίου νομικού υποβάθρου για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων και εν πάση περιπτώσει δεν απεδείχθηκε καμία παράνομη ενέργεια της Εναγομένης η οποία να την θέτει υπόλογη έναντι των Εναγουσών για παραβίαση των εμπορικών σημάτων της Ενάγουσας 1 και/ή της πρόκλησης οποιασδήποτε ζημιάς σε αυτή. Όπως έχω ήδη αναφέρει η Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση, κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι και των δύο πλευρών κατέθεσαν στο Δικαστήριο γραπτές εμπεριστατωμένες αγορεύσεις υποστηρίζοντας η κάθε πλευρά τη δική της θέση με εκτενή αναφορά σε νομολογία. Πολύ συνοπτικά, είναι η θέση των συνηγόρων των Εναγουσών ότι εφόσον τα προσωρινά διατάγματα δεν εκδόθηκαν μονομερώς αλλά διατάχθηκε η επίδοση της αίτησης στην Εναγομένη τότε δεν οφείλουν να ικανοποιήσουν το στοιχείο του κατεπείγοντος αλλά ούτε και χωρεί ο ισχυρισμός ότι δεν έχει γίνει πλήρης και ειλικρινή αποκάλυψη εφόσον με την επίδοση της αίτησης στην Εναγόμενη αυτή είχε την ευκαιρία να προβάλει στην ένσταση τους δικούς της ισχυρισμούς επί των γεγονότων. Θέση τους είναι ότι οι Ενάγουσες οφείλουν μόνο να ικανοποιήσουν τις προϋποθέσεις που το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου τάσσει για να εκδοθούν τα διατάγματα. Είναι η θέση τους όμως ότι δεν υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης και ότι οι Ενάγουσες έχουν προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όλων των γεγονότων. Θεωρούν ότι η εκδοχή της Εναγόμενης ενισχύει ουσιαστικά τη θέση της Ενάγουσας αφού η Εναγόμενη παραδέχεται ουσιαστικά ότι παραβιάζει τα εμπορικά σήματα και τα γενόμενα από αυτά δικαιώματα των Εναγουσών, η ένορκος δήλωση της κας Ζαβού δεν στοιχειοθετεί κανένα από τους ισχυρισμούς της αφού δεν επισυνάπτει ούτε ένα τεκμήριο στην ένορκο δήλωση της πέραν του πιστοποιητικού συστάσεως της Εναγομένης, ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει καμία αντικανονικότητα σε ότι αφορά την ένορκη δήλωση του Μ. Χάσικου που είναι δικηγόρος στην οποία έχει προβεί αντί για τον διάδικο, και ισχυρίζεται ότι πληρούνται πλήρως οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια που η νομολογία το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Ισχυρίζονται ειδικά ότι υπάρχει πολύ καλό αγώγιμο δικαίωμα των Εναγουσών τόσο με βάση τον περί Εμπορικών Σημάτων Νόμο όσον και με βάση τον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο. Είναι η θέση τους επίσης ότι οι Ενάγουσες υφίστανται καθημερινά ζημιά αφού το όνομα DIESEL που είναι το πολυτιμότερο περιουσιακό στοιχείο της Ενάγουσας 1 κινδυνεύει να υποστεί ανεπανόρθωτη φθορά και μεγάλη βλάβη και ζημιά στην εμπορική του εύνοια από τη λανθασμένη και κατ' αντίθεση του νόμου χρήση του από την Εναγομένη και θεωρούν ότι θα πρέπει να εκδοθούν τα διατάγματα. Εντελώς αντίθετη είναι η θέση των συνηγόρων της Εναγομένης οι οποίοι αναφέρουν ότι υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης αφού είναι δεδομένο ότι γνώριζαν τουλάχιστον από ένα χρόνο πριν την καταχώρηση της αίτησης για την λειτουργία των καταστημάτων της Εναγομένης, συνεχίζουν να επιδεικνύουν ολιγωρία και καθυστέρηση με το να μην έχουν ακόμα καταχωρήσει Έκθεση Απαίτησης κάτι το οποίο δείχνει και τον μη επείγον χαρακτήρα της υπόθεσης. Είναι η θέση τους ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου καθότι δεν έχει καταδειχθεί παραβίαση του εγγεγραμμένου εμπορικού σήματος των Εναγουσών αφού με βάση και τις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα προϊόντα κυκλοφορούν ελεύθερα, τα προϊόντα (ρουχισμός και υπόδηση) που τυχόν πωλεί η Εναγομένη είναι αυθεντικά προϊόντα DIESEL μπορεί μόνο να μην είναι της καινούργιας σεζόν και η Εναγόμενη δεν έχει σε καμία περίπτωση προβεί σε οποιαδήποτε παραβίαση των σημάτων των Εναγουσών αφού ούτε κατασκευάζει ούτε πωλεί κρεμάστρες και χαρτοσακούλες. Είναι επίσης η θέση των συνηγόρων της Εναγομένης ότι η ένορκος δήλωση του κ. Χάσικου που στηρίζει την αίτηση είναι εντελώς αντικανονική καθότι δεν έχει δοθεί ικανοποιητικός λόγος γιατί ορκίζεται ο ίδιος την ένορκη δήλωση. Ισχυρίζονται επίσης ότι εν πάση περιπτώσει δεν ικανοποιείται σε καμία περίπτωση η τρίτη προϋπόθεση που το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίου Νόμου τάσσει, δηλαδή η ανεπανόρθωτη ζημιά. Αιτούνται συναφώς την απόρριψη της αίτηση με έξοδα. Διατάγματα της εξεταζόμενης φύσης είναι δημιουργήματα του Δικαίου της Επιείκειας. Από τις καταβολές του Δικαίου αυτού τέθηκε ως αρχή η προϋπόθεση ότι αυτός που το επικαλείται και προσφεύγει για θεραπεία στο δικαστήριο πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια. Η αρχή αυτή επιτάσσει όπως στην ένορκη δήλωση που στηρίζει μονομερή αίτηση πρέπει να γίνεται αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Το καθήκον αυτό όπως αναφέρεται και στην υπόθεση United Pertlite Industries Ltd v. Sayakhat Air Company, Πολ. Έφεση 10604 ημ. 28/6/02, συναρτάται με την καλή πίστη που πρέπει να επιδεικνύεται όταν ακούγεται μόνο η μια πλευρά και δεν δίδεται η δυνατότητα αμφισβήτησης στην άλλη. Το ουσιαστικό κριτήριο για το τι θεωρείται ουσιώδες σε κάθε περίπτωση είναι αντικειμενικό και μπορεί να λεχθεί ότι είναι οτιδήποτε άπτεται και μπορεί να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι του αιτούμενου διατάγματος. Όσον αφορά το στοιχείο του κατεπείγοντος, είναι νομολογημένο ότι η έκδοση διατάγματος ex parte δικαιολογείται μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος ή άλλες ειδικές περιστάσεις (βλ. μεταξύ άλλων Χριστοδούλου ν. Vraets

(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1475, που παραπέμπει σε προηγούμενες αυθεντίες, In Re Stavros Appartments Ltd, Αίτηση 76/94 ημ. 29/12/94 και In Re B.P. Cyprus Ltd, Αίτηση 143/96 ημ. 1/8/96). Το κατεπείγον, όπως παρατηρείται στην υπόθεση Resola ν. Χρίστου,
(1998)1(Β) ΑΑΔ 598, αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικώς, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Σύμφωνα με τις αποφάσεις Resola (Cyprus Ltd) v. Χρίστου 1998 1ΑΑΔ 598 όπως και στην υπόθεση Zein και άλλοι ν. Παράσχος Κ. Καμπανέλας Λτδ, Πολ. Έφεση 10494 ημ. 27/4/2000, το στοιχείο του κατεπείγοντος αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την παροχή θεραπείας μονομερώς. Επίσης το κατεπείγον της θεραπείας συναρτάται προς την αμεσότητα του κινδύνου στην αποτροπή του οποίου η θεραπεία αποσκοπεί. Το Δικαστήριο εξετάζοντας θεραπείες όπως αυτές που ζητούν οι αιτητές πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να εξετάσει το κατά πόσον έχουν ικανοποιηθεί τόσο οι προϋποθέσεις που το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 επιβάλλει αλλά και κατά πόσο το άρθρο 5 του Κεφ. 6 έχει ικανοποιηθεί. Εξετάζοντας, τώρα, τις προϋποθέσεις που το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου προϋποθέτει, και η νομολογία έχει καθιερώσει, αναφέρω τα εξής: (α) Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα εάν συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(2)η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία και
(3)το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (β) Το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. Παραπέμπω στις αποφάσεις Οδυσσέως ν. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557, Karydas Taxi v. Komodikis
(1975)1 CLR 38, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 152, Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1(Β) ΑΑΔ 1453, Α/φοί Μυλωνά Α.Ε. κ.α. ν. Μ. Avraamides & Co Ltd, Πολ. Έφεση 9824 ημ. 21.9.98, Nemitsas Industries Ltd v. S. & S. Maritime Lines Ltd and Others
(1976)1 CLR 302, Constantinides v. Makriyiorghou & Another
(1978)1 CLR 585, Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, M & M Transport v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 CLR 605 και Γρηγορίου και άλλοι ν. Χριστοφόρου και άλλοι
(1995)1 ΑΑΔ.
  1. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευτεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχτεί με βάση τα δικόγραφα μια συζητήσιμη υπόθεση. Η δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι απαιτεί από τον αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, δηλαδή κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση σύμφωνα με την οποία πρέπει να καταδειχτεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Θεωρώ ότι το πρώτο θέμα που πρέπει να εξεταστεί είναι το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για έκδοση των διαταγμάτων έχει γίνει από δικηγόρο και συγκεκριμένα τον κ. Μιχάλη Χάσικο, και οι τυχόν επιπτώσεις που αυτό έχει για την υπόθεση των Εναγουσών. Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εξετάσει το θέμα αυτό σε διάφορες υποθέσεις. Στην προσφυγή Dulal Dulal v. Δημοκρατίας κ.α. 1045/2005, ημερ. 27.10.2005 το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομερή σύνθεση το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για να αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να δώσει κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε αυτό στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο αιτητής. Κατέληξε δε "είμαι της άποψης ότι αυτός είναι αρκετός λόγος για απόρριψη της αίτησης." Η υπόθεση Dulal ακολουθήθηκε και στην υπόθεση Hinfu Huang ν. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α. Προσφυγή 925/10 ημερ. 20.8.10 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομελή επίσης σύνθεση έκρινε ότι ήταν επαρκής λόγος για απόρριψη της αίτησης το γεγονός ότι τα γεγονότα προς υποστήριξη της μεταφέροντο όχι από τον αιτητή αλλά από δικηγόρο και καμία εξήγηση δόθηκε γιατί ήταν δύσκολο να γίνει από τον ίδιο η ένορκος δήλωση. Στην Προσφυγή αρ. 869/05 Svetlana Shalaeva ν. Δημοκρατίας ημερ. 24.3.06 Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου επιλαμβανόμενος αίτηση της Δημοκρατίας για παροχή ασφάλειας εξόδων από την αλλοδαπή αιτήτρια δέχτηκε ένσταση που στηριζόταν σε ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ πλευράς της η οποία είχε απελαθεί και βρισκόταν στο εξωτερικό. Στην απόφαση Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolobleva Πολιτικές Εφέσεις 130 και 131/09 ημερ. 29.1.12 ο Δικαστής Κληρίδης έχει πραγματευθεί ενδελεχώς το θέμα κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο. Στην απόφαση του ο Δικαστής Κληρίδης καταλήγει ".Με αυτά ως δεδομένα μπορούμε να δεχτούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ο ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών." Απαιτείται συνεπώς παροχή κάποιας εξήγησης σε κάθε περίπτωση που ο δικηγόρος προβαίνει σε ένορκο δήλωση όπου δεν προκύπτει οποιοσδήποτε εμφανής λόγος ο οποίος και δεν θα επέτρεπε στον διάδικο να καταρτίσει την ένορκη δήλωση. Επιστρέφοντας τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ο κ. Χάσικος αναφέρει ότι η Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας 1 Marina Tosin διαμένει μόνιμα στην Ιταλία και ο Διευθύνων Σύμβουλος της Ενάγουσας 2 Λάμπρος Πόταγας διαμένει μόνιμα στην Ελλάδα και λόγω των πολλαπλών καθηκόντων τους δεν μπορούσαν να μεταβούν στην Κύπρο για να προβεί οι ίδιοι σε ένορκη δήλωση αλλά έχουν εξουσιοδοτήσει τον ίδιο να προβεί σε αυτή και μάλιστα δηλώνει ότι έχει πάρει και πληροφόρηση από το δικηγορικό γραφείο Μ&Π Μπερνίτσα που εκπροσωπούν τις Ενάγουσες στην Ελλάδα. Έχω τη θέση ενόψει και της απόφασης Ryboloblev (ανωτέρω) αλλά και λόγω των εξηγήσεων που έχουν δοθεί από τον κ. Χάσικο ότι έχει δοθεί η εξήγηση που η νομολογία απαιτεί γιατί ο ίδιος έχει προβεί σε ένορκη δήλωση και όχι οποιοσδήποτε από τους διαδίκους. Αναφέρω επίσης ότι ο κ. Χάσικος δεν είναι ο δικηγόρος ο οποίος χειρίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την υπόθεση των Εναγουσών και έτσι θεωρώ ότι δεν υπάρχει ασυμβίβαστο. Έτσι για τους σκοπούς της αίτησης αυτής η θέση και ένσταση της Εναγομένης που αφορά το πρόσωπο που αφορά το σημείο αυτό απορρίπτεται. Επαναλαμβάνω όμως προηγούμενη θέση μου σε ότι αφορά την ένορκο δήλωση του κ. Χάσικού ότι αυτή δεν είναι σύμφωνη με την Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ειδικά με τη Δ.39 θ. 2 το λεκτικό της οποίας έχει παρατεθεί πιο πάνω. Η ένορκος δήλωση του κ. Χάσικου εκφεύγει από τα όσα η εν λόγω διαταγή προνοεί αφού πέραν από γεγονότα και θέσεις κατόπιν πληροφόρησης και/ή θέσεις τις οποίες πιστεύει, έχει προβεί ουσιαστικά σε αγόρευση επί νομικών θεμάτων προς υποστήριξη της έκδοσης των διαταγμάτων. Λαμβάνοντας υπόψη μου ότι στην διαταγή 39 θ.2 χρησιμοποιείται η επιτακτική λέξη "shall" σε ότι αφορά το τι θα πρέπει να περιέχει μια ένορκος δήλωση, λαμβάνοντας επίσης υπόψη μου ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει τη διαγραφή μέρους μιας ένορκης δήλωσης που θεωρείται ως σκανδαλώδης και μη σχετική (scandalous and irrelevant), παραπέμπω σχετικά στη Δ.39 θ. 8, και λαμβάνοντας υπόψη μου ότι δεν έχει γίνει αίτηση εκ πλευράς Εναγόμενης-Καθ' ης η Αίτηση για διαγραφή μέρους της ένορκης δήλωσης, θα αγνοήσω το μέρος εκείνο της ενόρκου δηλώσεως του κ. Χάσικου που δεν συνάδει με την Δ.39 θ.
  2. Είναι γεγονός ότι το στοιχείο του κατεπείγοντος αποτελεί δικαιοδοτικό όρο και θα πρέπει να ικανοποιείται αυστηρά εκεί όπου ένα απαγορευτικό διάταγμα εκδίδεται μονομερώς. Αυτό δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση όπου είχε διαταχθεί εξ αρχής η επίδοση της υπό εξέταση αίτησης αλλά επειδή το θέμα της καθυστέρησης είναι θέμα που αφορά πάντοτε το Δικαστήριο ειδικότερα σε αιτήσεις που αφορούν την έκδοση διαταγμάτων θα εξετάσω και αυτή την εισήγηση των Εναγομένων. Η αγωγή και η υπό κρίση αίτηση όπως έχω ήδη αναφέρει καταχωρήθηκαν στις 20.6.
  3. Η αγωγή έχει καταχωρηθεί σε κλητήριο γενικά οπισθογραφημένο και μέχρι την έκδοση της παρούσας απόφασης δηλ. 31.10.12, 4 και πλέον μήνες μετά, δεν έχει ακόμη καταχωρηθεί Έκθεση Απαίτησης. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την αίτηση, η Ενάγουσα 2 ως το πρόσωπο που μπορούσε αποκλειστικά να εμπορεύεται προϊόντα DIESEL για Ελλάδα και Κύπρο είχε υπογράψει 3 συμφωνίες με την Κυπριακή εταιρεία ENCINAL για την διάθεση των προϊόντων DIESEL στην Κύπρο. Οι συμφωνίες αυτές έγιναν στις 15.10.04, 5.7.05 και 1.11.06 και σύμφωνα πάντα με τις Αιτήτριες η συνεργασία τους τερματίστηκε την 31.5.
  4. Η ENCINAL κατά τη διάρκεια της συνεργασίας των μερών λειτουργούσε 5 καταστήματα παγκύπρια. Είναι η θέση του κ. Χάσικου ότι τέλος Απριλίου 2012 η Ενάγουσα 2 ενημερώθηκε από δικηγόρο στο δικηγορικό γραφείο Μιχαλάκης Κυπριανού & Σία ΔΕΠΕ ότι το κατάστημα της ENCINAL στη Λευκωσία εξακολουθούσε να λειτουργεί υπό την ονομασία DIESEL OUTLET και ότι 4 από τα καταστήματα που λειτουργούσε η ENCINAL βρίσκονται υπό την λειτουργία της Εναγομένης. Στις 8.5.12 οι Ενάγουσες επέδωσαν στην διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγομένης επιστολή με την οποία την καλούν να σταματήσει να χρησιμοποιεί την επωνυμία και τα σήματα DIESEL στα καταστήματα που λειτουργεί (σημειώνω εδώ ότι δεν ζητήθηκε σε καμία περίπτωση να σταματήσουν να εμπορεύονται προϊόντα DIESEL προφανώς γιατί τα προϊόντα αυτά όντως είναι αυθεντικά) εντός 5 ημερών από την λήψη της επιστολής. Η επιστολή αυτή σύμφωνα πάντα με τα Τεκμήρια που συνοδεύουν την ένορκη δήλωση παραλήφθηκε από την Νίκη Κτενά που είναι γραμματέας στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Η επόμενη αντίδραση των Εναγουσών είναι η καταχώρηση της αίτησης αυτής ενάμιση μήνα μετά της επίδοσης της επιστολής και ενώ θεωρητικά είχαν ήδη γίνει οι ενέργειες από τον Απρίλιο του 2012 για να διαπιστωθεί το μέγεθος της ισχυριζόμενης παραβίασης. Αυτή η καθυστέρηση ήταν και ο κύριος λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο δεν ενέκρινε την έκδοση των διαταγμάτων μονομερώς. Επομένως, όντως υπάρχει κάποια καθυστέρηση η οποία έχει τη δική της βαρύτητα σε ότι αφορά την αίτηση. Προβάλλεται εκ πλευράς Εναγομένης και η θέση ότι οι Ενάγουσες δεν έχουν αποκαλύψει πλήρως και επακριβώς στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη στοιχεία που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Αν και το θέμα αυτό και πάλι έχει ιδιαίτερη και βαρύνουσα σημασία για διατάγματα που έχουν εκδοθεί μονομερώς, κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση, παρατηρώ ότι τα ισχυριζόμενα γεγονότα τα οποία κατ' ισχυρισμό έχουν αποκρυβεί αφορούν ουσιαστικά τη θέση της Εναγομένης ότι υπάρχει ελεύθερη διακίνηση προϊόντων DIESEL σε όλη την Ευρώπη και δεν υπάρχουν αποκλειστικότητες, ότι η αναγνωσιμότητα τον προϊόντων DIESEL στην Κύπρο δεν είναι της εμβέλειας που ο ενόρκως δηλών αναφέρει και ότι δεν αναφέρει με ακρίβεια ποια ημερομηνία έχουν ληφθεί οι φωτογραφίες που έχουν επισυναφθεί ως τεκμήρια και για τις οποίες η Εναγόμενη ισχυρίζεται είναι παλαιές και όχι πρόσφατες. Θεωρώ ότι τα πρώτα δύο θέματα, η αναγνωσιμότητα δηλαδή του εμπορικού σήματος DIESEL στην Κύπρο και η ελεύθερη διακίνηση προϊόντων εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι είναι γεγονότα που έχουν αποκρυβεί από το Δικαστήριο. Σε ότι αφορά το άλλο σημείο δηλαδή τις φωτογραφίες και την ημερομηνία που αυτές έχουν ληφθεί θα επανέλθω εξετάζοντας τις προϋποθέσεις του Άρθρου
  5. Επομένως έρχομαι τώρα να εξετάσω τις 3 προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και οι οποίες πρέπει ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν από την τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Είναι αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι η Ενάγουσα 1 έχει κατοχυρώσει τα σήματα "DIESEL" και "DIESEL ONLY THE BRAVE" σε ότι αφορά ενδύματα, υποδήματα και αξεσουάρ και στην κυπριακή αγορά αλλά και τα κοινοτικά σήματα "DIESEL" για τις κλάσεις 9, 11, 19, 20,21 και
  6. Είναι επίσης δεδομένο ότι τα εμπορικά σήματα δίδουν αποκλειστικά δικαιώματα στους ιδιοκτήτες τους. Σχετικό είναι τα Άρθρα 6 του περί Εμπορικών Σημάτων Νόμου Κεφ.
  7. Είναι η θέση των Εναγουσών ότι η Εναγόμενη χωρίς άδεια και κατά παράβαση των αποκλειστικών της δικαιωμάτων που πηγάζουν από την εγγραφή των εμπορικών σημάτων "DIESEL" οικειοποιείται και/ή χρησιμοποιεί το σήμα αυτό στις πινακίδες που έχει αναρτήσει στο κατάστημα της, σε αφίσες που βρίσκονται εντός του καταστήματος, σε κρεμάστρες ρούχων εντός του καταστήματος, διάφορες επιγραφές και/ή αυτοκόλλητα στην πρόσοψη και εντός του καταστήματος και στις εμπορικές τους συναλλαγές με τρίτους όπως επίσης και στις χαρτοσακούλες εντός των οποίων τοποθετούν διάφορα εμπορεύματα. Σε αριθμό φωτογραφιών που έχουν επισυναφθεί στην ένορκο δήλωση του κ. Χάσικου τις οποίες δεν έχει λάβει ο ίδιος αλλά με τις οποίες τον έχουν προμηθεύσει τρίτα άτομα τα ονόματα των οποίων αναφέρει σε άγνωστη όμως ημερομηνία πιθανόν μετά από τον Απρίλιο του 2012 όπως εξάγεται από τον παράγραφο 19 της ένορκης δήλωσης του, φαίνεται ένα κατάστημα με την ονομασία DIESEL OUTLET στην πρόσοψη του αλλά και με τη λέξη DIESEL επί της τέντας που βρίσκεται πάνω από αυτή, πινακίδα DIESEL στον τοίχο και σε κολώνα μπροστά από το κατάστημα DIESEL OUTLET αλλά και το όνομα DIESEL τοποθετημένο στην πόρτα ενός από τα καταστήματα και σε έγγραφο επί του οποίου αναφέρεται το ωράριο του καταστήματος. Το όνομα DIESEL OUTLET για το κατάστημα που βρίσκεται στην Ερμού 98 στη Λάρνακα φαίνεται στο αντίτυπο απόδειξης πιστωτικής κάρτας για πληρωμή που φαίνεται να έχει γίνει στις 28.4.
  8. Υπάρχει επίσης φωτοτυπία μιας σακούλας εντός της οποίας κατά τους ισχυρισμούς του κ. Χάσικου τοποθετούνται όλα τα εμπορεύματα που πωλεί η Εναγόμενη. Η Διευθύντρια της Εναγομένης και ενόρκως δηλούσα στην ένσταση που συνοδεύει την αίτηση Δώρα Ζαβού παραδέχεται ότι χρησιμοποιούνται οι σακούλες αυτές αλλά και οι κρεμάστρες που αναγράφουν ανάγλυφα την λέξη DIESEL όμως μόνο σε αυθεντικά εμπορεύματα DIESEL και όχι και για ενδύματα άλλης μάρκας ως ο κ. Χάσικος αναφέρει στη δική του ένορκη δήλωση. Εδώ να αναφέρω ότι ο κ. Χάσικος δεν έχει ιδίαν γνώση των όσων αναφέρει στην ένορκη δήλωση του, δεν έχει επισκεφτεί κανένα από τα επίδικα καταστήματα αλλά όλα όσα αναφέρει προέρχονται από πληροφορίες από τρίτα πρόσωπα. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο αυτές οι ενέργειες παραβαίνουν όντως τα αποκλειστικά δικαιώματα των Εναγουσών έτσι που να τους δημιουργούν αγώγιμο δικαίωμα και ορατές πιθανότητες επιτυχίας. Θεωρώ από τα πιο πάνω ότι η απάντηση στα δύο αυτά ερωτήματα, με το βάρος που η νομολογία θέτει στο στάδιο αυτό, είναι θετική. Έρχομαι τώρα να εξετάσω την τρίτη προϋπόθεση. Ότι δηλαδή αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα στο παρόν στάδιο αυτό θα είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι η θέση των Εναγουσών ότι πλήττονται ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα τους από τις πιο πάνω αναφερόμενες ενέργειες της Εναγομένης αφού δημιουργείται σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό ότι στα καταστήματα της Εναγομένης πωλούνται προϊόντα DIESEL και ότι η Εναγομένη είναι εξουσιοδοτημένη από τις Ενάγουσες να τα πωλεί και συνεπώς με αυτό τον τρόπο πλήττεται η φήμη τους. Θεωρώ ότι η θέση αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα εφόσον, όπως έχει αναντίλεκτα τεθεί γεγονός ενώπιον του Δικαστηρίου, τα προϊόντα DIESEL τα οποία πωλεί η Εναγομένη έστω και σε μικρή κλίμακα όπως η ίδια διατείνεται, είναι αυθεντικά ενδύματα DIESEL εξού και οι Ενάγουσες δεν ζητούν απαγορευτικό διάταγμα που να εμποδίζει την Εναγόμενη να πωλεί ενδύματα με την ονομασία DIESEL. Θεωρώ ότι οι Ενάγουσες δεν έχουν αποδείξει ότι υπάρχει σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό που επισκέπτεται το κατάστημα της Ενάγουσας στην Λευκωσία ότι εκεί πωλούνται προϊόντα DIESEL ενώ δεν πωλούνται, αφού εντός του καταστήματος πωλούνται και διατίθενται αυθεντικά ρούχα DIESEL. Σε ότι αφορά το θέμα της κατ' ισχυρισμό καταστροφής του καλού ονόματος και της φήμης των Εναγουσών επειδή τα ενδύματα που πωλεί η Εναγομένη δεν είναι της τελευταίας σεζόν αλλά προηγούμενων σεζόν δεν έχω ενώπιον μου καμία μαρτυρία που να δεικνύει τυχόν πρόκληση σύγχυσης σε οποιονδήποτε καταναλωτή. Ο κ. Χάσικος στην ένορκο του δήλωση αρκέστηκε να αναφέρει ότι κάποια πρόσωπα τα οποία ονομάζει στην παράγραφο 19 της ένορκης δήλωσης του επισκέφτηκαν τα καταστήματα της Εναγομένης στη Λευκωσία, Λεμεσό και Λάρνακα και αγόρασαν κάποια εμπορεύματα, δεν αναφέρεται καν κατά πόσο τα εμπορεύματα αυτό ήταν μάρκας DIESEL, ούτε και αναφέρει κατά πόσο τα εμπορεύματα που αγοράστηκαν τοποθετήθηκαν σε σακούλες που έφεραν την επωνυμία DIESEL. Ποιο καθοριστικά δεν υπάρχει καμία μαρτυρία, πέραν της αόριστης θέσης του κ. Χάσικου, ότι πλήττεται το καλό όνομα και η φήμη των Εναγουσών από τον τρόπο διεξαγωγής των εργασιών της Εναγομένης και ότι όντος υπάρχει σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό, ότι όντως προκαλείται σύγχυση ή ότι προκλήθηκε σύγχυση σε οποιονδήποτε καταναλωτή. Για σκοπούς έκδοσης ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος πιστεύω ότι οι αόριστες και γενικές αναφορές του κ. Χάσικου δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν ούτε και να οδηγήσουν το Δικαστήριο να εξάξει τα συμπεράσματα τα οποία εισηγείται. Η δε θέση του ότι υπάρχει παραπλάνηση στο καταναλωτικό κοινό ότι είναι με την άδεια της Ενάγουσας 2 που έχουν αναρτηθεί οι πινακίδες DIESEL στην πρόσοψη του καταστήματος και πάλιν δεν έχει προσκομιστεί καμία απόδειξη ούτε και έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση. Περαιτέρω και καθοριστικά οι Ενάγουσες δεν έχουν θέσει τίποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να δικαιολογεί τη θέση τους για την πρόκληση σε αυτούς ανυπολόγιστης ζημιάς. Αντίθετα, αναφέρουν μόνο γενικά και αόριστα ότι πλήττεται καίρια η φήμη τους και ότι δεν μπορούν να αποτιμήσουν σε χρήμα αυτή τους την ζημιά. Είναι η θέση μου ότι οι Ενάγουσες έχουν αποτύχει να καταδείξουν στο Δικαστήριο ότι υπάρχει οποιαδήποτε ζημιά σε αυτές πόσο μάλλον να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους ότι η ζημιά αυτή είναι ανυπολόγιστη. Όπως έχει νομολογηθεί και στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις οποίες γίνεται αναφορά πιο πάνω, η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το Άρθρο 32 του Ν.14/60 κατά πόσο δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα και πετύχει τελικά ο Ενάγοντας στην αγωγή του πρέπει να αποδεχθεί για να τεθεί θέμα έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος. Η περίπτωση που μπορεί να εμπίπτει σε αυτή την προϋπόθεση είναι εκείνη κατά την οποία ο Ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί έστω και με κάποια δυσκολία τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Θεωρώ ότι οι Ενάγουσες δεν έχουν ικανοποιήσει αυτή την προϋπόθεση και συνεπώς δεν μπορούν να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Έστω όμως και αν είχε τεκμηριωθεί η συνύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων θα προέκυπτε ζήτημα εξέτασης του ισοζυγίου της ευχέρειας "balance of convenience" το οποίο έχει πιο ορθά χαρακτηριστεί ως "balance of justice". Το ισοζύγιο λοιπό δικαιοσύνης υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστήριο να ισοζυγήσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν διαφανεί ότι η απόφαση του που εκδόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Συνεπώς αποτελεί θεμελιώδη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν λανθασμένη. Σχετική είναι η απόφαση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) ΑΑΔ 788,795 ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου είναι η διατήρηση της κατάστασης που υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί την αιτία αγωγής. Η εφαρμογή αυτής της αρχής και πάλι, κατά την άποψη μου, συνηγορεί υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Είναι καταληκτικά η θέση μου ότι εφόσον δεν έχουν ικανοποιηθεί σωρευτικά και οι τρεις προϋποθέσεις της νομολογίας σε σχέση με την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει, αντίθετα αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τα έξοδα, δεν υπάρχει κανένας λόγος απόκλισης από το συνήθη κανόνα ο οποίος επιβάλλει όπως τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και έτσι επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης Αίτησης-Εναγομένης και εναντίον των Αιτητριών-Εναγουσών τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητής και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ.).............. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /εκ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.