AMORE SHOES LTD ν. ΣΟΦΟΚΛΗ Η. ΜΑΡΚΙΔΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1990/05, 6/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A235 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1990/05 Μεταξύ: AMORE SHOES LTD Εναγόντων και
- ΣΟΦΟΚΛΗ Η. ΜΑΡΚΙΔΗ
- ΜΑΡΙΑΣ ΜΑΡΚΙΔΟΥ
- ΤΟΥΛΑΣ ΤΡΥΦΩΝΟΣ Εναγομένων ----- Αίτηση ημερομηνίας 25.4.2012 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 6.7.2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές: κ.κ. Γεωργιάδης και Μυλωνάς (για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Μαυρής) Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Γ. Παπαθεοδώρου (για ν΄ ακούσει απόφαση κα Χατζημιχαήλ) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με αίτηση τους ημερ. 25.4.2012 οι εναγόμενοι-αιτητές αιτούνται από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος που να απορρίπτει και/ή παραμερίζει και/ή ακυρώνει την υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή για το λόγο ότι δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα και/ή διότι η προώθηση της αγωγής από τους ενάγοντες συνιστά κατάχρηση της δικαστικής εξουσίας λόγω της αρχής του δεδικασμένου. Η αίτηση βασίζεται στις Περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεις και Θεσμούς Δ.48 θ.θ. 1, 2, 3 και 9 και Δ.27 θ.3 ως επίσης στις συμφυείς εξουσίες και ή την πρακτική του Δικαστηρίου και τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η αναγκαιότητα της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ασκούμενης δικηγόρου στο γραφείων των δικηγόρων των εναγομένων-αιτητών κας Μικαέλας Μακρή ίδιας ημερομηνίας από την οποία σταχυολογώ και καταγράφω αυτούσιες τις παραγράφους 3 έως 7: «
- Η παρούσα αγωγή βασίζεται πάνω στα ίδια και/ή παρόμοια επίδικα θέματα που εγέρθησαν και συζητήθηκαν στην Αίτηση Ε3/2000, συμπεριλαμβανομένου και το θέμα των αποζημιώσεων ως αποτέλεσμα της διαρροής νερού, η οποία καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων στις 10.1.2000 από τον εναγόμενη 1 στην παρούσα αγωγή εναντίον των, επίσης στην παρούσα αγωγή, εναγόντων. Αντίγραφο της εν λόγω αίτησης επισυνάπτω και σημειώνω ως τεκμήριο Β.
- Στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης, οι ενάγοντες στην παρούσα αγωγή κατεχώρησαν απάντηση προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι έχουν υποστεί σημαντικές ζημιές ένεκα της διαρροής νερού και επιφυλάσσοντας το δικαίωμα τους για αποζημιώσεις τις οποίες παρουσιάζουν ως απαίτηση στην παρούσα αγωγή. Αντίγραφο της απάντησης των εναγόντων στην αίτηση Ε3/2000 επισυνάπτω και σημειώνω ως τεκμήριο Γ.
- Η αίτηση Ε3/2000 προχώρησε σε εκδίκαση και στις 15.10.2003 το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων κατέληξε σε συμβιβασμό όλων των επίδικων θεμάτων εξεδίδοντας εκ συμφώνου διάταγμα εναντίον των αιτητών που αποφασίζει και διευθετεί τα θέματα που εγείρονται με την παρούσα αγωγή, συμπεριλαμβανομένου και το θέμα των αποζημιώσεων, το οποίο κατέστη τελεσίδικο εφόσον δεν εφεσιβλήθη. Αντίγραφο του εν λόγω διατάγματος επισυνάπτεται και σημειώνεται ως τεκμήριο Δ.
- Περαιτέρω, μεταγενέστερα της έκδοσης του προαναφερόμενου διατάγματος, στις 17.11.2003 η ενάγουσα στην παρούσα αγωγή καταχώρησε αίτηση υπ΄ αριθμό 175/2003 στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, το οποίο επισυνάπτω και σημειώνω ως Τεκμήριο Ε, εναντίον των εναγομένων στην παρούσα αγωγή ζητώντας μεταξύ άλλων αποζημιώσεις ως αποτέλεσμα της διαρροής νερού και ενώ η αίτηση βρισκόταν ενώπιον Δικαστηρίου για οδηγίες η ενάγουσα την απέσυρε.
- Οι ενάγοντες κωλύονται αναφορικά με την αιτία της αγωγής και/ή με το επίδικο θέμα εξαιτίας της αρχής του δεδικασμένου (res judicata) και/ή κωλύματος (estoppel) και ως εκ τούτου η αγωγή καθίσταται νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή η απαίτηση καθώς και η διεκδίκηση της απαίτησης των εναγόντων στην παρούσα αγωγή συνιστά κατάχρηση της δικαστικής εξουσίας.» Οι ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση στις 12.6.2012 καταχώρησαν ένσταση στην οποία παρατίθεται οι ακόλουθοι πέντε λόγοι ένστασης οι οποίοι εξειδικεύονται και επεξηγούνται με μακροσκελή ένορκη δήλωση του Χριστοφή (Φάκη) Κωστάκη από τη Λευκωσία, διευθυντή των εναγόντων: «
- Οι αξιούμενες θεραπείες στην παράγραφο Α της αίτησης δεν είναι γνήσιες είναι πρόδηλα και εμφανέστατα κακόπιστες και σκοπεύουν στην παρέλκυση της δικαστικής διαδικασίας.
- Για να καταστεί δυνατή η εκδίκαση από το Δικαστήριο των τεθέντων θεμάτων είναι αναγκαίο όπως ακουστεί μαρτυρία. Το ζητούμενο όπως ακουσθεί ως προδικαστικό ζήτημα δεν είναι αμιγώς νομικό και δεν επιτρέπεται νομικά η εκδίκαση του ως τέτοιου.
- Οι εναγόμενοι αιτητές χρησιμοποιούν τις δικαστικές διαδικασίες καταχρηστικά και αυτοί εμποδίζονται δια της συμπεριφοράς τους ή και άλλων όπως στο στάδιο αυτό προβάλουν την επίδικη αίτηση.
- Η επίδικη αίτηση καταχωρήθη σε τέτοιο προχωρημένο στάδιο που οι εναγόμενοι-αιτητές κωλύονται να επιμένουν στην εκδίκαση της και η ενασχόληση του Δικαστηρίου με αυτή θα απέληγε-ισοδυναμούσε με κατάχρηση δικαιοδοσίας.
- Η αξίωση των εναγόντων AMORE SHOES LTD στην αγωγή αυτή αφορά αποζημιώσεις που αυτοί έχουν υποστεί που αφορούν την περίοδο από το Νοέμβριο του 2003 μέχρι το Φεβρουάριο του 2004 ήτοι αξιώσεις που έχουν προκύψει μεταγενέστερα των διαδικαστικών που αφορούσαν οι αιτήσεις Ε3/2000 που κατεχωρήθη την 10.1.2000 και ολοκληρώθηκε την 15.10.2003 και την Κ175/2003 η οποία κατεχωρήθη την 17.11.2003 και δεν υπήρχαν ούτε ήταν δυνατόν να τεθούν από αυτούς στις προηγούμενες δύο διαδικασίες προς εκδίκαση.» Κύρια θέση των εναγόντων στην ένορκη δήλωση του Χριστοφή (Φάκη) Κωστάκη, διευθυντή των εναγόντων, είναι ότι η αξίωση για την οποία καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή προέκυψε μεταξύ Νοεμβρίου 2003 - Φεβρουαρίου 2004 και κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποτελεί δεδικασμένο αφού η προηγούμενη αίτηση έξωσης Ε 3/2000 ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 2003 με την έκδοση διατάγματος και/ή απόφασης του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων ημερ. 15.10.
- Από την ένορκη δήλωση του διευθυντή των εναγόντων σταχυολογώ και παραθέτω αυτούσιες τις παραγράφους 8 ως 13: «
- Το τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση της Μικαέλας Μακρή ημερομηνίας 25.4.2012 η οποία υποστηρίζει την αίτηση ίδιας ημερομηνίας στο εξής αναφερόμενου ως η Ε/Δ αφορά διεκδίκηση αποζημιώσεων που έχουν υποστεί οι ενάγοντες για την περίοδο Νοεμβρίου 2003 μέχρι Φεβρουάριο του 2004 για λόγους που οφείλονται στους εναγόμενους-αιτητές.
- Τα δικόγραφα της αίτησης Ε3/2000 Τεκμήρια Β και Γ στην Ε/Δ αφορούσαν αξίωση του τότε ιδιοκτήτη των ακινήτων Σοφοκλή Μαρκίδη εναντίον των εναγόντων-καθ΄ ων η αίτηση για διάταγμα ανάκτησης κατοχής λόγω ισχυριζόμενων ζημιών που είχαν προκληθεί στο ακίνητο.
- Το εκδοθέν την 15.10.2003 διάταγμα/απόφαση στην αίτηση Ε3/2000 τεκμήριο Δ στην Ε/Δ αφορούσε έκδοση εκ συμφώνου διάταγμα έξωσης με μελλοντική ισχύ από 31.12.
- Η αίτηση Κ 175/2003 Τεκμήριο Ε στην Ε/Δ αφορούσε αίτηση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων για αξίωση όπως οι εναγόμενοι προβούν σε διάφορες επιδιορθώσεις στα υποστατικά που οι ενάγοντες ενοικίαζαν και αποζημιώσεις. Στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής την 10.12.2003 εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα με το οποίο οι εναγόμενοι-αιτητές στην αγωγή αυτή και καθ΄ ων η αίτηση στη ναίτηση Κ175/2003 διετάχθησαν όπως εμποδίζοντο να επιτρέπουν τη διαρροή νερού εις τα υποστατικά που κατείχαν οι αιτητές. Αντίγραφο του διατάγματος αυτού ημερ. 10.12.2003 κατατίθεται στην παρούσα μου ως τεκμήριο
- Μετά την έκδοση του διατάγματος αυτού καμιά άλλη διαδικασία η οποία δεν έχει εκδοθεί και η απόφαση ανεβάλλετο μόνο για οδηγίες μέχρι και την 2.11.2004 οπόταν αυτή απεσύρθη με άδεια του Δικαστηρίου άνευ βλάβης και με δικαίωμα καταχώρησης νέας διαδικασίας και η κάθε πλευρά να καταβάλει τα έξοδα της.
- Η αξίωση των εναγόντων-καθ΄ ων η αίτηση στην παρούσα αγωγή αφορά γεγονότα - αξιώσεις που έχουν λάβει χώρα μεταξύ Νοεμβρίου 2003 και Φεβρουαρίου 2004 που ήταν μεταγενέστερα των διαδικασιών οι οποίες αναφέρονται στα τεκμήρια Α-Ε της Ε/Δ και δεν ήταν δυνατό να τεθούν προς εκδίκαση σε εκείνες τις διαδικασίες.
- Πέραν και χωρίς βλάβη όλων των άλλων λόγων οι οποίοι εκτίθενται στην επισυνημμένη ένσταση των εναγόντων-καθ΄ ων η αίτηση και πιο πάνω στην ένορκη δήλωση μου αυτή είναι εμφανές από το σύνολο των στοιχείων τα οποία υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο στο φάκελο της δικογραφίας όσο και στην ένσταση αυτή και όπως στην παρούσα ένορκη δήλωση μου καταφαίνεται - αποδεικνύεται η προβληθείσα προδικαστική ένσταση είναι ουσιαστικά και νομικά αστήρικτη και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί με ταυτόχρονη καταδίκη των αιτητών στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης άμεσα και όχι στο τέλος της υπόθεσης.» Αμφότεροι τόσο οι αιτητές όσο και οι καθ΄ ων η αίτηση επισυνάπτουν τεκμήρια στην αίτηση και στην ένσταση με σκοπό να καταδείξουν οι μεν αιτητές ότι δεν υφίσταται λογικό αγώγιμο δικαίωμα και/ή υπάρχει κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου, οι δε καθ΄ ων η αίτηση ότι το αγώγιμο δικαίωμα προέκυψε μετά τη λύση της διαφοράς των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Από τα τεκμήρια που έχουν επισυναφθεί στην αίτηση φαίνεται ότι οι εναγόμενοι-αιτητές με την αίτηση Ε 3/2000 απαιτούσαν εκτός από διάταγμα έξωσης και αποζημιώσεις ΛΚ20.000 όπως επίσης επιφύλασσαν το δικαίωμα τους για την αξίωση αποζημιώσεων λόγω ζημιών που υπέστησαν οι ίδιοι και ένοικοι ενός διαμερίσματος από τη βλάβη των υδραυλικών εγκαταστάσεων στα υποστατικά που ενοικίαζαν προς τους ενάγοντες, συνεπεία επεμβάσεων που έγιναν στο φωταγωγό και τις αποχετεύσεις «κατά ή περί τα τέλη 1999» (βλέπε παρ. 5-8 του τεκμηρίου Β στην αίτηση). Στην τροποποιημένη απάντηση που επίσης οι ενάγοντες στην παρούσα αγωγή (τεκμήριο Γ στην αίτηση) καταχώρησαν στην Αίτηση Ε3/2000 εγείρουν προδικαστική ένσταση στην παράγραφο Α ότι οι εναγόμενοι-αιτητές, ιδιοκτήτες, ήγειραν την αγωγή 16165/99 εναντίον τους στις 17.12.99 για παράνομη χρήση των υποστατικών από τους ίδιους και αξιούσαν αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και άλλες θεραπείες αποβλέποντας έτσι με δύο ένδικα μέσα (Ε3/2000 και αγωγή 16165/99) στην επίτευξη του ίδιου αντικειμενικού σκοπού, ήτοι, την έξωση των εναγόντων-καθ΄ ων η αίτηση (ενοικιαστών). Στο ίδιο τεκμήριο και στην παράγραφο Γ οι ενάγοντες-καθών η αίτηση αρνούνται ότι οι εναγόμενοι-αιτητές υπέστησαν τις ισχυριζόμενες ζημίες και ισχυρίζονται ότι είναι οι ίδιοι που έχουν πάθει σημαντικές ζημιές από τη βλάβη «που έγινε κατά ή περί το Νοέμβριο του 1999» των υδραυλικών εγκαταστάσεων των διαμερισμάτων που είναι πάνω από τα καταστήματα που ενοικίαζαν για τις οποίες επεφύλασσαν τα δικαιώματα τους. Στις 15.10.2003 η αίτηση Ε 3/2000 διευθετήθηκε με την έκδοση διατάγματος έξωσης και απόρριψη της αιτούμενης θεραπείας των ΛΚ20.000 ως αποζημιώσεις ως επίσης και η ζημία που οι εναγόμενοι-αιτητές ισχυρίζοντο ότι υπέστησαν από τη διαρροή νερού και για την οποία επιφύλασσαν τα δικαιώματα τους στο τεκμήριο Γ (βλέπε παράγραφο (δ) του τεκμηρίου Δ στην αίτηση). Είναι προφανές ότι ήταν γνωστές στους διαδίκους εκατέρωθεν οι ζημιές από τις διαρροές νερού και είναι επίσης προφανές ότι λήφθησαν υπόψη στον επιτευχθέντα συμβιβασμό στην αίτηση έξωσης Ε 3/
- Ένα μήνα μετά το συμβιβασμό και συγκεκριμένα στις 17.11.2003 οι ενάγοντες στην παρούσα αγωγή καταχώρησαν την αίτηση Κ 175/2003 ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων (τεκμήριο Ε στην αίτηση) αξιώνοντας αποζημιώσεις ύψους £25.000 τόσο για την πρόκληση ζημιών από διαρροή νερού σε μηχανήματα και υποδήματα και/ή υποχρεωτικό περιορισμό των εργασιών τους επιδιώκοντας επίσης διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι καθ΄ ων η αίτηση να προβούν πάραυτα σε επιδιόρθωση των υδραυλικών εγκαταστάσεων των διαμερισμάτων τους που βρίσκονται πάνω από τα ενοικιαζόμενα υποστατικά. Η κύρια θέση τους είναι ότι διαπίστωσαν στις 20.10.2003 «ότι από τα διαμερίσματα που είναι πάνω από τα υποστατικά τους και τα οποία είναι ιδιοκτησία και αυτά των καθ΄ ων η αίτηση έρρεαν νερά και δυσοσμία εντός των υποστατικών τους» (βλέπε παράγραφο 4 του τεκμηρίου Ε). Με την αίτηση τους αυτή οι ενάγοντες εξασφάλισαν διάταγμα στις 10.12.2003 (τεκμήριο 1 στην ένσταση) και στη συνέχεια το Νοέμβριο του 2004 για άγνωστο λόγο στο Δικαστήριο απέσυραν την αίτηση Κ 175/03 για να καταχωρήσουν το 2005 την παρούσα αγωγή στην έκθεση απαίτησης της οποίας (καταχωρήθηκε στις 4.5.2006) αξιώνουν αποζημιώσεις πέραν των £50.000 για τις ζημιές που υπέστησαν από διαρροές νερού «κατά ή περί το Οκτώβριο του 2003». Όσον αφορά τα γεγονότα που οδήγησαν στην έγερση της αγωγής αναφέρονται τα ακόλουθα γεγονότα στις παραγράφους 4 ως 9 της έκθεσης απαίτησης (βλέπε τεκμήριο Α στην αίτηση): «
- Μετά το θάνατο του Κυριάκου Μαρκίδη οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 διαχειρίζονταν την πιο πάνω περιουσία. Κατά ή περί το 2000 ο εναγόμενος 1, καταχώρησε εναντίον της ενάγουσας την υπ΄ αρ. Ε3/2000 αίτηση η οποία συμβιβάστηκε και η ενάγουσα ανέλαβε να παραδώσει όλα τα καταστήματα και τα διαμερίσματα μέχρι την 31.12.2008 και ενδιάμεσα να παραδώσουν τρία διαμερίσματα από την οικοδομή στις οδούς Ελευθερίας και Αρτέμιδος. Λεπτομέρειες της απόφασης θα δοθούν κατά την ακρόαση της υπόθεσης και/ή οποτεδήποτε άλλοτε ζητηθούν.
- Κατά ή περί την 5.12.2003 παρεδόθησαν τα πιο πάνω διαμερίσματα ως η παράγραφος 4 ανωτέρω που βρίσκονταν πάνω από τα καταστήματα τα οποία χρησιμοποιούσε η ενάγουσα σαν εργοστάσιο και τρεις αποθήκες.
- Η ενάγουσα εταιρεία όλα τα υποστατικά που κατείχε τα χρησιμοποιούσε για την κατασκευή, κατά ή περί την 5.12.2003 παραγωγή και αποθήκευση υποδημάτων και είχε τοποθετημένα μηχανήματα αξίας ΛΚ102.872,00, εμπορεύματα αξίας ΛΚ93.251,00 και εργάζεται προσωπικό 27 ατόμων. Τις εργασίες και το προσωπικό παρακολουθείτο και επιθεωρείτο από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, είχε δε ετήσιο κύκλο εργασιών όλη η εταιρεία περίπου ΛΚ2.251.440,
- Κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2003 παρουσιάστηκε βλάβη στις υδραυλικές εγκαταστάσεις των διαμερισμάτων που κατείχαν οι εναγόμενοι πάνω από μέρος τον χώρο του εργοστασίου, με αποτέλεσμα να ρέουν νερά και λύματα μέσα στα υποστατικά της ενάγουσας, στα μηχανήματα, στα εμπορεύματα και προκάλεσαν ζημιά σ΄ αυτή. Στις 17.11.2003 εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου να διορθωθούν οι ελαττωματικές υδραυλικές εγκαταστάσεις και επιφυλάχθηκαν οι αποζημιώσεις. Στις 5.12.2003 η ενάγουσα επέστρεψε και τα υπόλοιπα διαμερίσματα που βρίσκονταν πάνω από τα καταστήματα δυνάμει της απόφασης Ε3/2000 και στις 8.12.2003 πλημμύρισε το εργοστάσιο και οι αποθήκες με νερά προερχόμενα από τα πιο πάνω παραδοθέντα διαμερίσματα και προκάλεσαν τεράστιες ζημιές στην ενάγουσα.
- Οι εναγόμενοι παρέλειψαν και/ή αμέλησαν και/ή αρνήθηκαν να επιδιορθώσουν τις βλάβες και η ενάγουσα την 10.12.2003 εξασφάλισε διάταγμα του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λευκωσίας στην αίτηση Κ 175/03 με το οποίο διατάσσοντο οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 να εμποδίζονται από το να επιτρέπουν τη διαρροή νερών στα υποστατικά της ενάγουσας και τη διακοπή της παροχής νερού στα διαμερίσματα μέχρι πλήρως επιδιόρθωσης των υδραυλικών εγκαταστάσεων.
- Οι εναγόμενοι 1,2 και 3 παρέλειψαν και/ή αμέλησαν και/ή αρνήθηκαν να προβούν σε επιδιορθώσεις των υδραυλικών εγκαταστάσεων και αποχετεύσεων με αποτέλεσμα στις 8.12.2003, 2.1.2004, 9.1.2004 με διακοπή εργασίας της βιομηχανίας μέχρι 16.1.2004 και στη συνέχεια λειτουργούσε υποτυπώδης. Κατά ή περί το Φεβρουάριο του 2004 το Υπουργείο Εργασίας σε κατ΄ επανάληψη επισκέψεις του στο χώρο εργασίας της ενάγουσας και συνέχιση της ροής υδάτων στις 17.2.2004 εξέδωσε ειδοποίηση απαγόρευσης εργασιών, εκτός αν προέβαιναν σε άμεση διόρθωση, περαιτέρω το Υπουργείο Εργασίας έδωσε εντολή σφραγίσεως του εργοστασίου επειδή δεν έγιναν οι αναγκαίες επιδιορθώσεις από τους ιδιοκτήτες. Οι εναγόμενοι 1,2 και 3 δεν επέτρεπαν την είσοδο της ενάγουσας στα διαμερίσματα ούτε και επιδιόρθωναν αυτά. Στις 16.2.2004 έγινε στάση εργασίας από το προσωπικό και τις συντεχνίες τους που διήρκεσε μέχρι την 1.3.2004.» Από το ακαταλαβίστικο σύνολο των εκτεθέντων γεγονότων στην έκθεση απαίτησης αλλά και όπως αυτά αποκαλύπτονται σε μεγάλο βαθμό μέσα από τα τεκμήρια που επισυνάπτονται στην αίτηση, είναι φανερό ότι οι καθ΄ ων η αίτηση-ενάγοντες συμπεριέλαβαν στην αξίωση τους (στην απαίτηση) τόσο στην αίτηση Ε3/2000 όσο και στην αξίωση τους στην αίτηση Κ 175/03 απαίτηση για αποζημιώσεις, στην πρώτη περίπτωση £20.000 και στη δεύτερη £25.000 λόγω των διαρροών που έγιναν το Νοέμβριο του 1999 τις οποίες για άγνωστο λόγο επίσης εγκατέλειψαν την μεν πρώτη κατά το συμβιβασμό της αίτησης Ε 3/2000 στις 15.10.2003, με αποτέλεσμα να απορριφθεί από το Δικαστήριο και τη δεύτερη αφού εξασφάλισαν διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει και ή να εμποδίζει τους αιτητές να επιτρέπουν διαρροή νερών στα υποστατικά τους. Είναι επίσης φανερό ότι στο συμβιβασμό της αίτησης έξωσης Ε3/2000 υπήρχαν οι ισχυριζόμενες ζημιές που οι διάδικοι υπέστησαν από τη διαρροή νερού οι οποίες εγκαταλείφθηκαν στο πλαίσιο του συμβιβασμού εκατέρωθεν και δεν νομίζω ότι οι ζημιές αυτές ανακαλύφθηκαν είτε στις 20.10.2003 είτε το Νοέμβριο του 2003 είτε «κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2003» (βλέπε παράγραφο 7 του τεκμηρίου Α). Απλά η κάθε πλευρά θεωρεί την άλλη υπαίτια για τις ζημιές και είναι ενδεικτικό ότι η αξίωση των εναγόντων-καθ΄ ων η αίτηση γίνεται 3 ημέρες (8.12.2003) μετά την παράδοση των διαμερισμάτων (5.12.2003) από τους ίδιους από τα οποία δήθεν υπήρχε διαρροή νερού και δυσοσμίας ενώ προηγήθηκε η έγερση της Κ 175/03 στις 17.11.
- Ουσιαστικά οι καθ΄ ων η αίτηση στην παρούσα αίτηση - Καθ΄ ων η αίτηση στην αίτηση Ε3/2000 και αιτητές στην Κ175/2003 - εθεώρησαν ότι μπορούν να συνεχίσουν να καταχρώνται των διαδικασιών του Δικαστηρίου με τη μη υποβολή των αξιώσεων τους ενώ υπήρχε εκκρεμοδικία ενώπιον του Δικαστηρίου και να τις αφήνουν σε ευθετότερο χρόνο. NOMIKH ΠΤΥΧΗ Η Δ.27 θ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεων και Θεσμών αναφέρει: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defense being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη διαγραφή οποιοδήποτε δικογράφου για το λόγο ότι δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση, και σε μια τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή ή η υπεράσπιση φαίνεται από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως η αγωγή ανασταλεί ή απορριφθεί ή να εκδώσει απόφαση που θα είναι δίκαιη.» Οι αιτητές υποστηρίζει ότι: (α) Η αγωγή δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε εύλογη αιτία αγωγής και/ή οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα. (β) Ότι η προώθηση της αγωγής από τους ενάγοντες συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας λόγω της αρχής του δεδικασμένου. Στην υπόθεση Νίκος Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1338, αποφασίστηκε ότι η Δ.27 θ.3 δίδει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να απορρίψει μια αγωγή και κατά συνέπεια μια γενική αίτηση (Originating Summons) όταν αυτή δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή είναι επιπόλαιη ή ή σκανδαλώδης ή παρενοχλητική (frivolous or vexatious). Επίσης αποφασίστηκε ότι η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου ασκείται με εξαιρετική φειδώ (βλ. Ιn Re Pelmaco Co Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 246). Στην Λοϊζος Λούκα & Υιοι Λτδ ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
(1991)1(Β) Α.Α.Δ. 1316, αποφασίστηκε ότι τα πρωτόδικα Δικαστήρια δεν στέργουν σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το Δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφεύγει στο Δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά (βλ. άρθρο 30 του Συντάγματος) και κατ΄ επέκταση το δικαίωμα για καταχώρηση αγωγής αναγνώρισης δικαιώματος του άρθρου 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60. Ακριβώς επειδή η Δ.27 θ.3 θεσμοθετεί στην ουσία μια συνοπτική διαδικασία η οποία παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία χωρίς τη διεξαγωγή δίκης να απορρίψει οποιοδήποτε δικόγραφο, το Δικαστήριο οφείλει να ασκεί την εξουσία του με προσοχή και φειδώ και ειδικότερα να το πράττει μόνο σε καθαρές περιπτώσεις. (βλ. Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 21, Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1852 και Έρμος Χατζηκυριάκος ν. Διομήδη Κυθρεώτη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1119). Αμφότερες οι προϋποθέσεις της Δ.27 θ.3 συντρέχουν κατά την άποψη μου στην προκειμένη περίπτωση σε σημείο που η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ασκηθεί υπέρ του καθ΄ ου η αίτηση για να διατηρήσει τη διαδικασία στη ζωή, αφού δεν παρουσιάζει καμιά προοπτική επιτυχίας. Δεν αποκαλύπτεται καμιά λογική αιτία αγωγής, η δε αγωγή είναι ως τέτοια επιπόλαιη και παρενοχλητική (frivolous and vexatious). Πέραν των δύο προϋποθέσεων της Δ.27 θ.3 είμαι της άποψης ότι η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court) λόγω δεδικασμένου. Αρχίζοντας από τον τελευταίο αυτό λόγο να σημειώσω ότι τα Δικαστήρια έχουν συμφυή εξουσία να απορρίπτουν διαδικασίες που αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court). Στο Annual Practice, 1957, σελ. 423 αναφέρεται: «Apart from all Rules and Orders, the Court has an inherent jurisdiction to stay all proceedings before it which are obviously frivolous or vexatious or an abuse of its process.» Οι ενάγοντες ουσιαστικά ζητούν από το Δικαστήριο να εκδικάσει το ίδιο θέμα που έχει ή θα έπρεπε να έχει εκδικαστεί στο πλαίσιο της αίτησης Ε3/2000 και Κ175/03. Η παρούσα διαδικασία συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας εφόσον επιδιώκεται ο ίδιος ή όμοιος σκοπός με δύο διαφορετικές διαδικασίες. Η επιδίωξη ομοίων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (βλ. Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217). Επίσης η κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και δεν υπάρχουν εκ προοιμίου συμπεριφορές που μπορούν να καταταχθούν ως καταχρηστικές. Το όλο ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Ευάγγελου Εμπεδοκλή (Αρ.3)
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 529). Μια παντελώς ανεδαφική αγωγή ή αίτηση είναι και ασήμαντη και επιπόλαια και ενοχλητική και σαν τέτοια απορρίπτεται από το Δικαστήριο δυνάμει της Δ.27 θ.3, αλλά και των συμφυών εξουσιών του. Στις σελίδες 423 και 424 του Annual Practice, 1957, σελ. αναφέρεται: «Apart from all Rules and Orders, the Court has an inherent jurisdiction to stay all proceedings before it which are obviously frivolous or vexatious or an abuse of its process. The Court has inherent jurisdiction to stay an action which must fail; . So, too, any action which the plaintiff clearly cannot prove and which is without any solid basis may be stayed under the inherent jurisdiction as frivolous and vexatious.» Η συνέχιση μιας διαδικασίας η διαφορά της οποίας έχει επιλυθεί (δεδικασμένο) ή θα μπορούσε να είχε επιλυθεί σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία, είναι καταχρηστική και θα πρέπει να απορρίπτεται. Η διαφορά έχει επιλυθεί ή θα έπρεπε να έχει επιλυθεί στις αιτήσεις Ε3/2000 και Κ175/03 όπου εγείρονται εκατέρωθεν αξιώσεις για ζημιές από διαρροές νερού. Αναφορικά με τα όρια μέχρι τα οποία εκτείνεται η αρχή, καθώς και την αναγκαιότητα εφαρμογής της, έχει λεχθεί στην υπόθεση K.S.R. Commercio S.A. κ.ά. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 309, σελ. 312, ότι: "Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματά του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. ΄Ετσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα." Στην υπόθεση Αντριανή Χαραλάμπους v. Mαρίας Χαραλάμπους,
(2008)1 Α.Α.Δ. 1298 αναφέρθηκε ότι η αρχή του δεδικασμένου βασίζεται σε δύο άλλες αρχές, την αρχή «Interest rei publicae ut sit finis litium» που σημαίνει ότι η τελεσίδικη εκδίκαση μιας διαφοράς είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος και την αρχή «Nemo debet bis vexavi pro eadem causa» που σημαίνει ότι κανένας δεν πρέπει να ενοχλείται δύο φορές για το ίδιο θέμα. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι αρχές οι οποίες θα πρέπει να εφαρμόζονται από τα Δικαστήρια σε αιτήσεις για απόρριψη της αγωγής με βάση την αρχή του δεδικασμένου, είναι αυτές οι οποίες έχουν συνοψισθεί στην υπόθεση Αντριανή Χαραλάμπους (ανωτέρω) και είναι οι ακόλουθες: «(
- i)Η απόφαση θα πρέπει να είναι τελεσίδικη, (
- ii)Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων και (iii) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων.» Στην ίδια υπόθεση έχει αναφερθεί ότι η αρχή του δεδικασμένου «έχει επεκταθεί για να καλύπτει όλες τις βάσεις αγωγής που ένας διάδικος θα μπορούσε να περιλάβει κατόπι λογικής έρευνας στα δικόγραφα». Στην υπόθεση Henderson v Henderson (1843-1860) ALL ER (Rep.) 378, 381-382 όπου εξετάστηκε κατά πόσο ένας διάδικος μπορεί να επικαλεστεί σε άλλη δικαστική διαδικασία θέματα που δεν είχαν εξεταστεί στην πρώτη δικαστική διαδικασία, αναφέρθηκε ότι: "In trying this question, I believe I state the rule of the court correctly, when I say, that where is given matter becomes the subject of litigation in, and of adjudication by, a court of competent jurisdiction, the court requires the parties to that litigation to bring forward their whole case, and will not (except under special circumstances) permit the same parties to open the same subject of litigation in respect of matter which might have been brought forward as part of the subject in contest, but which was not brought forward only because they have, from negligence, inadvertence, or even accident, omitted part of their case. The plea of res judicata applies, except in actually required by the parties to form an opinion and pronounce a judgment, but to every point which properly belong to the subject of litigation and which the parties exercising reasonable diligence, might have brought forward at the time". Το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε την πιο πάνω απόφαση στην υπόθεση Θεωρή ν. Τζιωνή
(1984)1 C.L.R. 296, τονίζοντας ότι ο κανόνας δεν εφαρμόζεται μόνο σε θέματα που έχουν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία, αλλά και σε κάθε θέμα που ήταν στενά συνυφασμένο με την πρώτη διαδικασία και το οποίο οι διάδικοι με λογική προσοχή θα μπορούσαν να είχαν εγείρει. Η ως άνω υπόθεση υιοθετήθηκε σε μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως είναι η Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ.
- Στην υπόθεση αυτή, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε στην υπόθεση Θεορή (ανωτέρω) καθώς και στις Αγγλικές υποθέσεις που υιοθετήθηκαν εκεί, τονίζοντας ότι στην υπόθεση εκείνη «επαναλήφθηκε πως δημιουργείται δεδικασμένο όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή, αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν να προβληθούν ως ενταγμένες στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας αλλά δεν προβλήθηκαν». Το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε επίσης ότι «Είναι θεμελιωμένο πως αυτή η προέκταση ισχύει και ως προς τις δύο εκφάνσεις του δεδικασμένου δηλαδή και για κώλυμα αναφορικά με την αιτία της αγωγής και για κώλυμα αναφορικά με επίδικο θέμα». Συνεπώς, σύμφωνα και κατά απόρροια των πιο πάνω, προκύπτει πως η εφαρμογή του Κανόνα του Δεδικασμένου βασίζεται σε τέσσερις βασικές προϋποθέσεις, που είναι ότι η απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη, πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων, καθώς και ταύτιση της ιδιότητας των διαδίκων και τέλος πρέπει να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων και/ή αιτίας αγωγής. Ως εμφαίνεται και στην Ένορκο Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, και ως εμφαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου της παρούσας υπόθεσης, με την έκθεση απαίτησης που καταχώρησε η Ενάγουσα στις 04/05/2006, αξιεί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, για ζημιές και βλάβες που έχει υποστεί κατά ή περί τον Νοέμβριο του 2003 μέχρι το Φεβρουάριο του 2004, ισχυριζόμενη υπαιτιότητα και/ή αμέλεια, και/ή παράλειψη καθήκοντος των Εναγομένων, ιδιοκτητών των διαμερισμάτων επί των οδών Γράμμου 22-24 και 26, Αρτέμιδος 2, 2Α και 2Γ και Ελευθερίας 2Α, 2Β και 4Α στη Λευκωσία και που βρίσκονται πάνω από τα υποστατικά που κατέχει η Ενάγουσα ως ενοικιαστής, που τα λειτουργεί ως εργοστάσιο υποδημάτων, επιτρέποντας και/ή ανεχόμενοι την ροή νερών και λυμάτων από τις υδραυλικές εγκαταστάσεις και τις διασωληνώσεις των αποχετεύσεων των διαμερισμάτων, με αποτέλεσμα να προκληθούν βλάβες στα μηχανήματα, καταστροφή στα εμπορεύματα, ταλαιπωρία στην Ενάγουσα και τους υπαλλήλους της και αναστολή εργασιών μέχρι την επιδιόρθωση τους. Στα πλαίσια μελέτης του φακέλου της παρούσας υπόθεσης και κατόπιν μελέτης των προηγούμενων υποθέσεων με διαδίκους τα ίδια πρόσωπα, διαπιστώνεται ότι η παρούσα Αγωγή βασίζεται πάνω στα ίδια και/ή παρόμοια επίδικα θέματα που εγέρθησαν στην Αίτηση Ε3/2000, η οποία καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων στις 10/01/2000 από τον Εναγόμενο 1 στην παρούσα αγωγή εναντίον της, επίσης στην παρούσα αγωγή, Ενάγουσας. Η παραμερισθείσα αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα αλλά ένα τέτοιο αίτημα είναι δυνατό να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας και στοχεύει στο να περισώσει πολύτιμο δικαστικό χρόνο (Δ.27 θ.3). Η αίτηση επιδιώκει την αποτροπή κατάχρησης των δικαστικών διαδικασιών και συνεπώς επιδιώκει την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Η Αίτηση Ε3/2000 προχώρησε σε εκδίκαση και στις 15/10/2003 το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων κατέληξε σε συμβιβασμό όλων των επίδικων θεμάτων. Εξεδόθη εκ συμφώνου διάταγμα εναντίον της Ενάγουσας που αποφασίζει και διευθετεί τα επίδικα θέματα που εγείρονται με την παρούσα Αγωγή. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της Ενάγουσας, που περιέχεται στην Ένορκη Δήλωση της Ένστασης της, ότι το Διάταγμα αυτό αφορά εκ συμφώνου διάταγμα έξωσης με μελλοντική ισχύ από τις 31/12/2008, θα έλεγα ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και/ή άνευ αντικειμένου εφόσον το διάταγμα συμπεριελάμβανε και το θέμα των αποζημιώσεων για το οποίο η αιτούμενη θεραπεία των Καθ΄ ων η αίτηση απορρίφθηκε. Επιπλέον, η μελλοντική ισχύ ή οποιεσδήποτε χρονικές παρατάσεις έχουν διαταχθεί από το εν λόγω διάταγμα ήταν όλες σχετικές με τις διαταγές και θεραπείες γα την έξωση και καμία σχέση δεν είχαν με την απόρριψη της αιτούμενης θεραπείας των αποζημιώσεων σχετικά με ζημιές που αιτούντο οι καθ΄ ων η αίτηση στην αίτηση Ε3/
- Περαιτέρω, μεταγενέστερα της έκδοσης του προαναφερόμενου διατάγματος, στις 17/11/2003 η Ενάγουσα καταχώρησε Αίτηση, υπ' αριθμό Κ175/2003, στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, εναντίον των Εναγομένων ζητώντας, μεταξύ άλλων, όπως οι Αιτητές προβούν σε επιδιορθώσεις στα υποστατικά και αποζημιώσεις για ζημιές ως αποτέλεσμα της διαρροής νερού. Στα πλαίσια της διαδικασίας εκείνης, στις 10/12/2003, εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα με το οποίο οι Εναγόμενοι διετάχθησαν όπως εμποδίζοντο να επιτρέπουν την διαρροή νερού στα υποστατικά που κατείχε η Ενάγουσα. Μετά την έκδοση του διατάγματος αυτού και ενώ η αίτηση βρισκόταν ενώπιον Δικαστηρίου για οδηγίες η Ενάγουσα την απέσυρε και μαζί αποσύρθηκε και/ή εγκαταλείφθηκε το προσωρινό διάταγμα. Το εν λόγω διάταγμα όπως σωστά αναφέρεται και στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση της Ενάγουσας ήταν προσωρινό και διέτασσε όπως σταματήσει η διαρροή του νερού στα υποστατικά ενώ καμία αναφορά δεν έγινε για το θέμα των αποζημιώσεων εξαιτίας της διαρροής νερού. Με την απόσυρση της αγωγής αποσύρθηκε ταυτοχρόνως και η αιτούμενη θεραπεία των αποζημιώσεων. Όπως έχει αναφερθεί προηγουμένως η εφαρμογή του κανόνα του δεδικασμένου βασίζεται σε τέσσερις, επίσης προαναφερθείσες, προϋποθέσεις. Στην παρούσα περίπτωση, η προϋπόθεση για την ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης ικανοποιείται πλήρως εφόσον στην Αίτηση Ε3/2000 εξεδόθη το εκ συμφώνου διάταγμα που διευθέτησε όλα τα επίδικα θέματα και επέλυσε τη διαφορά μεταξύ των διαδίκων, συμπεριλαμβανομένου και του θέματος των αποζημιώσεων εξαιτίας της διαρροής νερού. Ως εκ συμφώνου απόφαση δεν ήταν δυνατόν να εφεσιβληθεί και κατέστη, ως εκ τούτου, τελεσίδικη. Η δεύτερη προϋπόθεση καθώς και η τρίτη που προϋποθέτουν για την ταύτιση των διαδίκων και της ιδιότητάς τους επίσης ικανοποιείται καθότι η Ενάγουσα στην παρούσα υπόθεση είναι η Καθ' ης η Αίτηση στην Αίτηση Ε3/2000 και η Αιτήτρια στην Αίτηση Κ175/2003 ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης στα πλαίσια διεξαγωγής της εργασίας της. Οι Εναγόμενοι στην παρούσα υπόθεση εμφανίζονται επίσης οι ίδιοι στην Αίτηση Κ175/2003 ως Καθ'ών η Αίτηση ενώ στην Αίτηση Ε3/2000 εμφανίζεται μόνο ο Εναγόμενος 1 στην παρούσα υπόθεση, Σοφοκλής Μαρκίδης, ως ο Αιτητής, ο οποίος όμως κατείχε το ακίνητο στο οποίο βρίσκονταν τα επίδικα υποστατικά μαζί με τη μητέρα του Μαρούλα Μαρκίδου και την αδερφή του Τούλα Τρύφωνος, το οποίο μεταβιβάστηκε σε αυτούς με το θάνατο του Κυριάκου Μαρκίδη, ιδιοκτήτη των υποστατικών. Η τέταρτη προϋπόθεση συναρτάται στο ότι το θέμα που εγείρεται στη νέα διαδικασία πρέπει να είχε εγερθεί και εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία. Το αγώγιμο δικαίωμα καθώς και τα γεγονότα που περιβάλλουν τις τρεις εν λόγω υποθέσεις (Ε3/2000, Κ175/03 καθώς και την παρούσα αγωγή) και στα οποία στηρίζονται τα επίδικα θέματα τους είναι τα ίδια καθότι και στις τρεις υποθέσεις οι αιτούμενες αποζημιώσεις αφορούν την διαρροή νερού που προκάλεσαν οι μετατροπές της Ενάγουσας στις εγκαταστάσεις. Σε σχέση με τον ισχυρισμό της Ενάγουσας που περιέχεται στην Ένσταση της ότι η αξίωση τους στην παρούσα υπόθεση αφορά αποζημιώσεις που αυτοί έχουν υποστεί που αφορούν την περίοδο από τον Νοέμβριο του 2003 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2004 ισχυριζόμενη ότι αυτές ήταν αξιώσεις που προέκυψαν μεταγενέστερα των διαδικασιών που αφορούσαν οι Αιτήσεις Ε3/2000 και την Κ175/2003 και ότι δεν υπήρχαν ούτε ήταν δυνατόν να τεθούν από αυτήν στις προηγούμενες δύο διαδικασίες προς εκδίκαση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Οι ζημιές στις οποίες αναφέρεται η Ενάγουσα είναι αποτέλεσμα των μετατροπών που έχει κάνει η ίδια η Ενάγουσα στα υποστατικά και που είχαν ολοκληρωθεί πριν την καταχώρηση της Αίτησης Ε3/2000, ήτοι «κατά ή περί τον Νοέμβριο του 1999» εξ ου και η καταχωρηθείσα αγωγή 16165/99 από τους εναγόμενους. Συμπερασματικά, ενώ η Ενάγουσα μπορούσε να μην αποδεχθεί το διάταγμα στην Αίτηση Ε3/2000 και ενώ μπορούσε να εμμείνει στην απαίτηση της για αποζημιώσεις λόγω της διαρροής νερού στην Αίτηση Κ175/2003 εντούτοις αυτή δεν το έπραξε και συμπερασματικά το ζήτημα τον αποζημιώσεων επιλύθηκε οριστικά με την έκδοση του εκ συμφώνου διατάγματος καθώς και μεταγενέστερα με την απόσυρση της Αίτησης Κ175/
- Το γεγονός ότι το ζήτημα αυτό έγινε αποδεχτό και επιλύθηκε συμπερασματικά στις εν λόγω Αιτήσεις δεν δημιουργεί πρόβλημα στην εφαρμογή του Κανόνα του Δεδικασμένου. Προς υποστήριξη της θέσης αυτής, βλέπε «Η Απόδειξη», Κακογιάννης, σελίδα 620, όπου παρατίθενται τα ακόλουθα: "Σε αστικές υποθέσεις, ως αποτέλεσμα του αγώγιμου δικαιώματος του αποκλεισμού ή της προβολής του κανόνα του αποκλεισμού, οι διάδικοι εμποδίζονται ν'αρνηθούν την ύπαρξη ενός γεγονότος που έχει ρητά ή συμπερασματικά αποφασιστεί σε προηγούμενη δίκη, δεδομένου ότι το ζήτημα που εγείρεται σχετίζεται με το ίδιο αντικείμενο και οι διάδικοι βρίσκονται σε αντιδικία με την ίδια ιδιότητα". Στην υπόθεση Κλεόπα ν. Αντωνίου
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 58 στην οποία η εφεσείουσα καταχώρισε αγωγή για αποζημιώσεις για τις ζημιές που είχε υποστεί το όχημα της σε τροχαίο ατύχημα. Μετά την έκδοση απόφασης για £1.900, καταχώρισε νέα αγωγή εναντίον του ίδιου εφεσίβλητου ζητώντας αποζημιώσεις για τα τραύματα που είχε υποστεί. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η έγερση της νέας αγωγής που είχε τους ίδιους διαδίκους και ταυτόσημη βάση αγωγής με την προηγούμενη προσέκρουε στον κανόνα του δεδικασμένου. Είναι η θέση μου ότι είναι εμφανής η κατάχρηση της δικαστικής εξουσίας και διαδικασίας από την Ενάγουσα η οποία για τρίτη φορά και παρά τη τελεσιδικία των ανωτέρω αναφερόμενων δικαστικών διαδικασιών αξιώνει αποζημιώσεις εξαιτίας των ίδιων γεγονότων τα οποία η ίδια προκάλεσε ισχυριζόμενη τώρα ζημιές που εμφανίστηκαν τον Νοέμβριο του 2003 μέχρι το Φεβρουάριο του 2004 ένεκα των μετατροπών στα υποστατικά κατά το Νοέμβριο του 1999. Αυτές οι ζημιές εάν ευσταθούν, δεν προέκυψαν μεταγενέστερα της Αίτησης Ε3/2000 ούτε και της Κ175/2003 αλλά υφίσταντο και τότε. Αναμφίβολα οι προγενέστερες διαδικασίες ήταν οι πλέον πρόσφορες για τη διεκδίκηση των αποζημιώσεων λόγω της διαρροής νερού. Η Ενάγουσα όμως εγκατέλειψε και/ή δεν επέμενε στην διεκδίκηση των ζημιών αυτών που θα μπορούσαν να προβληθούν μέσα στα πλαίσια των προγενέστερων υποθέσεων. Η διαφοροποίηση που επιχειρήθηκε είναι εντελώς πλασματική και ανυπόστατη. Η παράλειψη της Ενάγουσας να επιμένει στη θεραπεία των αποζημιώσεων που διεκδικούσε εμποδίζει την Ενάγουσα από το να εγείρει την παρούσα αγωγή. Ως εκ των ανωτέρω η Αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα ως το Αιτητικό Α της Αίτησης με έξοδα εις βάρος των εναγόντων-καθ΄ ων η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο