ΣΕ ΠΤΩΧΕΥΣΗ Συμεών Συμεών, Αρ. Αίτησης Πτώχευσης: 153/12, 27/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A248 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Πτώχευσης: 153/12 ΣΕ ΠΤΩΧΕΥΣΗ Συμεών Συμεών από τη Λευκωσία Αίτηση ημερομηνίας 29.5.2012 για αναστολή της ακρόασης της αίτησης πτώχευσης Ημερομηνία: 27 Ιουλίου 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον αιτητή-οφειλέτη: κ. Ματθαίου προσωπικά και για κ. Ευτυχίου Για τον καθ' ου η αίτηση-πιστωτή: κα Δήμου για Μάριο Γεωργίου και Συνεργάτες Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με αίτηση ημερομηνίας 9.4.2012 επιδιώκεται η έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του αιτητή-οφειλέτη μέσα στα πλαίσια της εξουσίας που παρέχεται στο Δικαστήριο από το άρθρο 4 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, όπως τροποποιήθηκε (στο εξής «ο Νόμος»). Σύμφωνα με την εν λόγω αίτηση του καθ' ου η αίτηση-πιστωτή, ο αιτητής-οφειλέτης κατά τους τελευταίους έξι μήνες πριν την καταχώρηση της αίτησης διέμενε στη Λευκωσία και οφείλει στον πιστωτή τα ποσά των €80.304,27 (£47.000) πλέον τόκους και €21.753,17 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. και τόκους και €3.849,15 έξοδα της έφεσης, δυνάμει τελικής απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 21.12.2007 στην αγωγή με αρ. 11627/00, δεν διενεργήθηκε δε οποιαδήποτε πληρωμή για το χρέος ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε εξασφάλιση για την πληρωμή του επί της περιουσίας του οφειλέτη. Στις 5.12.2011 επιδόθηκε στον οφειλέτη η ειδοποίηση πτώχευσης με αρ. 1325/11. Με την ειδοποίηση ο οφειλέτης καλείτο να εξοφλήσει το επί της δικαστικής αποφάσεως χρέος του εντός 7 ημερών από την επίδοση. Ο οφειλέτης καταχώρησε αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης ημερομηνίας 8.12.2011, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στις 30.3.2012. Με την υπό κρίση αίτηση ο αιτητής-οφειλέτης ζητά την έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η ακρόαση της προαναφερθείσας αίτησης πτώχευσης μέχρι την εκδίκαση της Πολιτικής Έφεσης με αρ. 153/12 που εκκρεμεί εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 30.3.2012, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης με αρ. 1325/11 βάσει της οποίας καταχωρήθηκε η αίτηση πτώχευσης. Νομική βάση της αίτησης αποτελούν οι Κανονισμοί 2, 6-8, 16, 60, 63 και 188 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί Δ.48 θ.θ. 1-4, 8
(1)(ee)(ss) και Δ.35 θ.18, τα άρθρα 6, 87, 93
(2)και 97 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5 όπως τροποποιήθηκε, τα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6 όπως τροποποιήθηκε, τα άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60όπως τροποποιήθηκε και οι συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται στην αίτηση τα γεγονότα, στα οποία αυτή βασίζεται, αναφέρονται στον φάκελο της υπόθεσης και τη δικογραφία καθώς και στην ένορκη δήλωση του αιτητή, ίδιας ημερομηνίας, που συνοδεύει την αίτηση. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση ο αιτητής αναφέρει ότι η αίτηση πτώχευσης ορίστηκε για ακρόαση την 1.6.2012 και έχει καταχωρήσει ένσταση. Παρεμβάλλεται εδώ ότι η υπό κρίση αίτηση ήταν μονομερής και είχε οριστεί την 1.6.2012, οπότε ο καθ' ου η αίτηση εμφανίστηκε σ' αυτήν και η ακρόαση της κυρίως αίτησης ανεβλήθη προς καταχώρηση της ένστασης στην παρούσα αίτηση και εκδίκαση της πριν την κυρίως αίτηση. Με αναφορά στην έφεση που καταχώρησε ο ενόρκως δηλών εναντίον της απορριπτικής δικαστικής απόφασης στην αίτηση του για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης, επισυνάπτει αντίγραφο της έφεσης ως Τεκμήριο Α. Όπως αληθινά πιστεύει και συμβουλεύεται, θα πρέπει να ανασταλεί η εκδίκαση της αίτησης πτώχευσης ώστε να ακουστεί η υπό αναφορά έφεση και να μην ματαιωθεί ο σκοπός για τον οποίο την καταχώρησε, έχοντας βάσιμους λόγους να επιτύχει στην έφεση του. Η εκδίκαση της εν λόγω έφεσης είναι απαραίτητη προτού προχωρήσει η ακρόαση της αίτησης πτώχευσης για να διαπιστωθεί αν διέπραξε πράξη πτώχευσης, η οποία αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την καταχώρηση της αίτησης πτώχευσης. Ο πιστωτής δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά ή απώλεια από την αναστολή ακρόασης της αίτησης πτώχευσης καθότι κατέχει εμπράγματες επιβαρύνσεις επί ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη που υπερκαλύπτουν το ποσό που ισχυρίζεται ότι του οφείλει ο τελευταίος, όπως αναφέρεται στην ένσταση του, την οποία υιοθετεί και επισυνάπτει ως Τεκμήριο Β. Η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος είναι αναγκαία καθότι ο οφειλέτης θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά και δεν θα είναι δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Με την ένσταση του, που καταχωρήθηκε στις 7.6.2012, ο καθ' ου η αίτηση-πιστωτής προβάλλει τους ακόλουθους νομικούς, όπως τους αποκαλεί, λόγους ένστασης: - η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει επειδή αποκρύφτηκαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα καθότι η ειδοποίηση πτώχευσης στηρίζεται σε απόφαση Προέδρου που εκδόθηκε στις 21.12.2007 στην υπόθεση με αριθμό 11627/00 μετά από πλήρη ακρόαση και εξέταση των εγερθέντων θεμάτων - η εν λόγω πρωτόδικη απόφαση εφεσιβλήθηκε από τον οφειλέτη και τα θέματα που εγείρει με την παρούσα αίτηση του εξετάστηκαν από το Εφετείο και απορρίφθηκαν με την έφεση με αρ. 35/08, που επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση - ο οφειλέτης παράλληλα με την προαναφερθείσα αγωγή κίνησε την αγωγή με αρ. 12256/03 για επικύρωση διαθήκης που δήθεν άφησε ο αποβιώσας Αντώνης Χριστοφή Λαπιέρης, η οποία ακυρώθηκε κατόπιν ακρόασης και εκκρεμεί η έφεση που καταχώρησε ο οφειλέτης - στην αίτηση πτώχευσης δεν εκκρεμεί οποιαδήποτε έφεση ώστε να ανασταλεί η περαιτέρω διαδικασία της, η έφεση που καταχωρήθηκε αφορά την ειδοποίηση πτώχευσης με αρ. 1325/11 στην οποία δεν καταχωρήθηκε αίτηση για αναστολή της πράξης πτώχευσης εκκρεμούσης της έφεσης και η παρούσα αίτηση είναι άνευ αντικειμένου - η Δ.35 θ.19 που περιέχεται στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης δεν μπορεί να συνυπάρχει σε συνδυασμό με τους περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς, όπως λέχθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Λοϊζου κ.α. v. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Δερύνειας
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 279 - η πτωχευτική διαδικασία πρέπει να προχωρά με γοργούς ρυθμούς και γι' αυτό δεν υπάρχουν πρόνοιες για αναστολή της διαδικασίας όταν καταχωρείται έφεση εναντίον διατάγματος παραλαβής, όπως αναφέρεται στην προαναφερθείσα απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου - ο οφειλέτης δεν είναι δυνατό να διαιωνίζει τις διαδικασίες στα Δικαστήρια, όπως πράττει, εφόσον οι διαφορές των μερών έχουν επιλυθεί πολλές φορές προς όφελος του πιστωτή και - για να δοθεί αναστολή εκτέλεσης εκκρεμούσης έφεσης θα πρέπει ο αιτών την αναστολή να καταθέσει επαρκείς εγγυήσεις για το ποσό της απαίτησης και των δικηγορικών ή παρεπόμενων εξόδων στον Πρωτοκολλητή είτε με μετρητά είτε με τραπεζική εγγύηση, κάτι το οποίο ο αιτητής αποσιωπά και δεν είναι διατεθειμένος να προσφέρει. Νομική βάση της ένστασης αποτελούν οι Κανονισμοί περί Πτωχεύσεως, οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί Δ.48 θ.θ.4 και 9 και οι γενικές συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση του πιστωτή, ίδιας ημερομηνίας. Όπως αυτός αναφέρει, είναι διαχειριστής της περιουσίας του Αντώνη Χριστοφή Λαπιέρη και με αυτή την ιδιότητα του εξασφάλισε απόφαση εναντίον του οφειλέτη στην αγωγή με αρ. 11627/00, που επικυρώθηκε με την έφεση με αρ. 35/08. Υιοθετώντας και επαναλαμβάνοντας τους προαναφερθέντες λόγους ένστασης, ο ενόρκως δηλών ζητά την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Κατά τη ακρόαση της αίτησης οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάσθηκαν και οι συνήγοροι με τις γραπτές τους αγορεύσεις υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους. Η εισήγηση των συνηγόρων του αιτητή είναι ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να επιληφθεί της παρούσας αίτησης πριν την εξέταση της αίτησης πτώχευσης σύμφωνα με τη νομολογία επί του θέματος και έχοντας εξουσία, δυνάμει του άρθρου 6
(4)του Νόμου, μπορεί να αναστείλει την αίτηση πτώχευσης λόγω της εκκρεμοδικίας της έφεσης εναντίον της απορριπτικής απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην αίτηση του αιτητή για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης. Περαιτέρω, αναστολή της διαδικασίας της αίτησης πτώχευσης μπορεί να διαταχθεί για επαρκείς λόγους δυνάμει του άρθρου 97 του Νόμου και του άρθρου 32 του Ν. 14/60, που εφαρμόζεται δυνάμει του άρθρου 87 του Νόμου, δεδομένου ότι, πέραν της προαναφερθείσας έφεσης που εκκρεμεί, ο πιστωτής κατέχει εμπράγματη ασφάλεια επί ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη που υπερκαλύπτει την εξ αποφάσεως οφειλή. Αντίθετα η συνήγορος του καθ' ου η αίτηση, αναπτύσσοντας τους λόγους ένστασης που παρατέθηκαν πιο πάνω, εισηγήθηκε ότι το αίτημα του οφειλέτη δεν μπορεί να επιτύχει εφόσον, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι νομικές πρόνοιες που δίδουν στο Δικαστήριο εξουσία αναστολής της αίτησης πτώχευσης, παραθέτοντας σχετική νομολογία. Πριν την ενασχόληση με την ουσία της αίτησης, πρέπει να λεχθεί ότι σύμφωνα με τα λεχθέντα στην απόφαση Παπαχριστοφόρου ν. Ρέϊνποου Πλήτσιγκ και Ντάιγκ Κο. Λτδ
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 332, την οποία επικαλέστηκαν οι συνήγοροι του αιτητή, το νομικό υπόβαθρο της υπό κρίση αίτησης επέβαλε δικονομικά την εξέταση της πριν από την αίτηση πτώχευσης, χωρίς βέβαια να έχει προβληθεί αντίθετη θέση εκ μέρους της συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση. Περαιτέρω, από τα γεγονότα που επικαλούνται και οι δυο πλευρές προκύπτει ότι το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης ουσιαστικά δεν αμφισβητείται. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι ο οφειλέτης κατεχώρησε την Πολιτική Έφεση με αρ. 153/12 εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 30.3.20212 με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του οφειλέτη για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης με αρ. 1325/11 και καθορίστηκε ως χρόνος τέλεσης της πράξης πτώχευσης η 30η.3.
- Για τους σκοπούς της υπό κρίση αίτησης, δεν έχει αμφισβητηθεί εκ μέρους του οφειλέτη ότι η προαναφερθείσα ειδοποίηση πτώχευσης, βάσει της οποίας καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση πτώχευσης και κατ' επέκταση και η παρούσα αίτηση πτώχευσης αφορούν χρέος δυνάμει της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 21.12.2007 στην αγωγή με αρ. 11627/00, η οποία επικυρώθηκε με την απόφαση επί της Πολιτικής Έφεσης αρ. 35/08 ημερομηνίας 22.6.
- Προκύπτει επίσης ως αναμφισβήτητο γεγονός ότι η εφεσιβληθείσα απόφαση ημερομηνίας 30.3.2012 αναφορικά με την ειδοποίηση πτώχευσης με αρ. 1325/11 δεν έχει ανασταλεί. Ως προς τη νομική πτυχή της αίτησης, στο άρθρο 6
(4)του Νόμου προνοείται ότι το Δικαστήριο δύναται, αν το θεωρεί ορθό, να αναστείλει ή να απορρίψει την αίτηση πτώχευσης με τη δικαιολογία ότι εκκρεμεί έφεση εναντίον της απόφασης ή του διατάγματος, σε περίπτωση που η πράξη πτώχευσης στην οποία στηρίζεται η αίτηση πτώχευσης είναι η μη συμμόρφωση σε ειδοποίηση πτώχευσης για πληρωμή, παροχή ασφάλειας ή συμβιβασμό του εξ αποφάσεως χρέους ή ποσού που διατάχθηκε να πληρωθεί. Όπως είναι πρόδηλο από το εν λόγω άρθρο, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για αναστολή ή απόρριψη της αίτησης πτώχευσης δίδεται για την περίπτωση που εκκρεμεί έφεση εναντίον της δικαστικής απόφασης επί της οποίας στηρίζεται η ειδοποίηση πτώχευσης. Η αγγλική νομολογία υποδεικνύει ότι κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αποτελούν το κατά πόσο υπάρχει πραγματική ή καλή τη πίστει έφεση αφενός και αφετέρου το κατά πόσο ο εφεσείων χειρίζεται με τη δέουσα σοβαρότητα και επιμέλεια την έφεση του (βλ. Halsbury's Laws of England, 3rd Edition, Volume 2, para 590, Ex p Yeatman, re Yeatman
(1880)16 Ch D 283, Re a Debtor (No 799 of 1994), ex parte Cobbs Property Services Ltd [1995] 3 All E.R. 723). Δυνατότητα αναστολής της διαδικασίας παρέχεται και σύμφωνα με τις παραγράφους 6 και 7 του άρθρου 6 του Νόμου που αφορούν τις περιπτώσεις που ο χρεώστης εμφανίζεται στην ακρόαση της αίτησης πτώχευσης και αμφισβητεί ότι οφείλει στον πιστωτή ή το ύψος του ποσού, τις οποίες ωστόσο δεν επικαλούνται οι συνήγοροι του οφειλέτη στην παρούσα αίτηση εφόσον προφανώς δεν τυγχάνουν εφαρμογής. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 97 του Νόμου παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο οποτεδήποτε για επαρκή λόγο να εκδώσει διάταγμα αναστολής των διαδικασιών της αίτησης πτώχευσης είτε εντελώς είτε για περιορισμένο χρόνο, με τέτοιους όρους και τηρουμένων τέτοιων προϋποθέσεων όπως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Williams on Bankruptcy, 19th edition, σελ. 470, η αντίστοιχη πρόνοια της αγγλικής νομοθεσίας ερμηνεύεται ότι εφαρμόζεται μετά την έκδοση διατάγματος παραλαβής (βλ. στην υποσημείωση 47 την αναφορά Cf. Re De Courcy, The Times, March 19, 1968, C.A.), ενόσω οι αγγλικές πρόνοιες που είναι αντίστοιχες των πιο πάνω αναφερθέντων παραγράφων του άρθρου 6 του Νόμου, εφαρμόζονται πριν την έκδοση του διατάγματος παραλαβής. Ως προς την πρόνοια του Κανονισμού 71 των Πτωχευτικών Κανονισμών που αναφέρεται στη δυνατότητα αναστολής διαδικασίας προς ακύρωση του διατάγματος παραλαβής, είναι πρόδηλο ότι δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση και δεν γίνεται φυσικά επίκληση της στην παρούσα αίτηση. Εξετάζοντας τις εισηγήσεις των συνηγόρων του οφειλέτη στην υπό κρίση αίτηση, υπό το φως των δεδομένων που έχουν παρατεθεί πιο πάνω και με βάση τις νομοθετικές πρόνοιες, πρέπει να λεχθεί αρχικά ότι η καταχωρηθείσα έφεση με αρ. 153/12 δεν αφορά την ουσία της δικαστικής απόφασης βάσει της οποίας εκδόθηκε η ειδοποίηση πτώχευσης αλλά στρέφεται εναντίον της απορριπτικής πρωτόδικης απόφασης σε αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης. Συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι στην παρούσα υπόθεση εκκρεμεί έφεση εναντίον της απόφασης ή του διατάγματος βάσει του οποίου εκδόθηκε η ειδοποίηση πτώχευσης ώστε να εξεταστεί από το Δικαστήριο κατά πόσο είναι ορθό να ασκηθεί υπέρ του οφειλέτη η εξουσία αναστολής ή απόρριψης της αίτησης πτώχευσης, σύμφωνα με τα προνοούμενα στο άρθρο 6
(4)του Νόμου. Τα άρθρο αυτό σαφώς δεν τυγχάνει εφαρμογής στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης χωρίς να παραγνωρίζεται και το ότι ουδεμία αναφορά γίνεται εκ μέρους του οφειλέτη σε γεγονότα ή ισχυρισμούς που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δυνάμει του εν λόγω άρθρου με βάση τα κριτήρια που θέτει η νομολογία, όπως αυτά παρατέθηκαν πιο πάνω. Περαιτέρω, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι θα μπορούσε να εξεταστεί το θέμα δυνάμει της γενικότερης εξουσίας του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 97 του Νόμου, κρίνεται ότι δεν θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του οφειλέτη η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ο οφειλέτης δεν έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις ενεργοποίησης της εν λόγω εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ του, καθότι δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης οποιουδήποτε επαρκούς λόγου προς τούτο, ως απαιτείται από το άρθρο αυτό. Αρχικά δεν αμφισβητείται ότι η δικαστική απόφαση στην οποία βασίζεται η οφειλή του οφειλέτη προς τον πιστωτή είναι τελεσίδικη και εκτελεστή (βλ. σχετικά Αδάμου ν. Κυριακίδη
(2004)1 (Γ) ΑΑΔ 1919 και Οικονομίδης ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1255). Η καταχώρηση έφεσης άλλωστε εναντίον της απορριπτικής απόφασης επί της αίτησης παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα και η εν λόγω εφεσιβληθείσα απόφαση είναι επίσης τελεσίδικη και εκτελεστή. Ο οφειλέτης βέβαια ισχυρίζεται ότι έχει βάσιμους λόγους να επιτύχει στην έφεση που έχει καταχωρήσει. Όπως υποδεικνύεται στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που διέπει το θέμα αναστολής εκτέλεσης απόφασης δυνάμει της Δ.35 θ. 18, χωρίς να θεωρώ ότι η εν λόγω διαταγή εφαρμόζεται στην παρούσα αίτηση, οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι παράγοντας σχετικός αλλά, στις περισσότερες περιπτώσεις, οριακής σημασίας, δεδομένου ότι μόνο κατά την ακρόαση της έφεσης διαγιγνώσκονται τα δικαιώματα του εφεσείοντος, τα οποία συναρτώνται με την εξέταση των λόγων της έφεσης. Ο παράγοντας αυτός αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή μη της έφεσης, χωρίς άλλη συζήτηση του θέματος (βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147). Στην προκειμένη υπόθεση, υπό το φως των τεθέντων ενώπιον του Δικαστηρίου και με ανάλογη αντιμετώπιση του θέματος βάσει των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει πρόβλεψη με βεβαιότητα του αποτελέσματος της έφεσης και συνεπώς αυτή η θέση του οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει επαρκή λόγο για να δικαιολογηθεί αναστολή της διαδικασίας της πτώχευσης σ' αυτό το στάδιο. Άλλωστε το κατά πόσον έχει διαπραχθεί πράξη πτώχευσης είναι θέμα που θα κριθεί στα πλαίσια εκδίκασης της αίτησης πτώχευσης όπου μπορούν να εξεταστούν οι οποιεσδήποτε σχετικές θέσεις του οφειλέτη και δεν δικαιολογείται αναστολή της διαδικασίας στο παρόν στάδιο για τους προβληθέντες για αυτό το θέμα από αυτόν λόγους. Ούτε ακόμη και το ενδεχόμενο να υφίσταται κάποια εξασφάλιση του επίδικου χρέους υπέρ του πιστωτή στην παρούσα υπόθεση, θα μπορούσε να αποτελέσει επαρκή λόγο για αναστολή στο παρόν στάδιο της διαδικασίας πτώχευσης. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(2)του Νόμου, όπου και καθορίζεται ο τρόπος ενέργειας του πιστωτή σε σχέση με τις εξασφαλίσεις που τυχόν έχει, το θέμα του κατά πόσον πιστωτής είναι εξασφαλισμένος εξετάζεται στα πλαίσια αίτησης πτώχευσης σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο αυτό. Από το εν λόγω άρθρο συνάγεται ότι είναι δυνατή η προώθηση αίτησης πτώχευσης παρά την ύπαρξη εξασφάλισης, ενόσω μάλιστα η παράλειψη δήλωσης εκ μέρους του πιστωτή μιας εξασφάλισης δεν αποβαίνει από μόνη της μοιραία για την αίτηση πτώχευσης, όπως κρίθηκε στην υπόθεση Παπαδόπουλος ν. Οργαν. Χρημ. Παγκυπριακής Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1716. Ως προς την εισήγηση των συνηγόρων του οφειλέτη περί εφαρμογής στην παρούσα αίτηση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, πέραν του ότι δεν υποστηρίχθηκε με ικανοποιητικά επιχειρήματα, θεωρώ ότι σύμφωνα με τα λεχθέντα στην απόφαση Λοϊζου κ.α. v. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Δερύνειας (πιο πάνω) η παρούσα αίτηση δεν θα μπορούσε να εξετασθεί με βάση το υπό αναφορά άρθρο. Όπως αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση, η πτωχευτική διαδικασία έχει κατ' επανάληψη χαρακτηρισθεί ως μια sui generis διαδικασία, μάλιστα οιωνεί ποινικού χαρακτήρα, με γνώμονα πρωταρχικά την προστασία της περιουσίας του χρεώστη προς όφελος των πιστωτών του και αναμένεται να προχωρά με γρήγορους ρυθμούς. Εφόσον δε το υπό κρίση θέμα ρυθμίζεται από τον περί Πτωχεύσεως Νόμο και τους Πτωχευτικούς Κανονισμούς δεν θα μπορούσε, κατά την αντίληψη μου, να ανασταλεί η διαδικασία πτώχευσης με βάση άλλη νομοθεσία πέραν των πιο πάνω που περιέχουν συγκεκριμένες πρόνοιες επ' αυτού. Εν πάση περιπτώσει, δεν φαίνεται να προκύπτει για τον οφειλέτη οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά από τη μη έκδοση του αιτουμένου διατάγματος ενόψει της δυνατότητας έγερσης των θέσεων του στην ακρόαση της αίτησης πτώχευσης, όπως ήδη επισημάνθηκε. Ενόψει των προαναφερθέντων, η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον του αιτητή-οφειλέτη και υπέρ του καθ' ου η αίτηση-πιστωτή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο