← Κύπρος

Μιχάλη Κυπριανού ν. LA BOUM LTD κ.α., Αρ. Αγωγής 7955/2011, 28/9/2012

Μιχάλη Κυπριανού ν. LA BOUM LTD κ.α., Αρ. Αγωγής 7955/2011, 28/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A296 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 7955/2011 ΜΕΤΑΞΥ: Μιχάλη Κυπριανού Αιτητής Και

  1. LA BOUM LTD
  2. Δημήτρη Δημάδη Kαθ' ών η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 23.12.2011 για έκδοση συνοπτικής απόφασης 28 Σεπτεμβρίου 2012 Για Αιτητή: κος Χριστοφόρου Για Καθ' ών η Αίτηση: κα Χάματσου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε την 23.12.
  3. Με αυτήν ο αιτητής αιτείται έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων 1 και 2 (στη συνέχεια οι καθ' ων η αίτηση) ως η αξίωση στην αγωγή. Η αίτηση, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση που ορκίζεται ο αιτητής, εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.18, Δ.48 κκ 1 έως 9, στον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149, στον περί Συναλλαγματικών Νόμο Κεφ. 232, στο άρθρο 23 του συντάγματος στην πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου και στις γενικές αρχές του νόμου και της νομολογίας. Η αίτηση δεν αντικρίστηκε θετικά από τους καθ' ων η αίτηση. Την 11.05.2012 οι καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Σε αυτή την περίπτωση την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση
  4. Σημειώνω εδώ ότι ανάλογη είναι η νομική βάση της ένστασης με εκείνη της αίτησης. Όπως διαπιστώνεται από το πρόσωπο της ένστασης οι λόγοι που εκεί αναφέρονται αφορούν και τις δυο παραμέτρους που άπτονται του επίδικου αιτήματος. Αμφισβητείται εν προκειμένω ότι η ένορκη δήλωση του αιτητή πληροί το σύνολο των προϋποθέσεων που θέτει ο κανονισμός και περαιτέρω, ότι ο ενόρκως δηλών επιβεβαιώνει το ποσό που αξιώνεται. Από την άλλη οι καθ' ων η αίτηση διατείνονται ότι έχουν καλή υπεράσπιση, ότι ο αιτητής δεν νομιμοποιείται σε αξίωση οιουδήποτε ποσό από τον καθ' ου η αίτηση 2, ότι η αγωγή είναι πρόωρη και τέλος, ότι παρέλειψαν να αναφέρουν ουσιαστικά γεγονότα. Εφόσον ουδείς εκ των διαδίκων ζήτησε αντεξέταση η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις. Την ημέρα της ακρόασης οι συνήγοροι των διαδίκων εφοδίασαν το δικαστήριο με γραπτές αγορεύσεις (βλ. έγγραφα Α και Β για αιτητή και καθ' ών η αίτηση, αντίστοιχα). Αν δεν επαναλαμβάνω το περιεχόμενο τους δεν είναι γιατί υποτιμώ το μόχθο ή τις εισηγήσεις των συνηγόρων αλλά γιατί πιο κάτω, εκεί και όπου κρίνω ότι χρειάζεται, το σχολιάζω. Όπως έχει λεχθεί το δικαστήριο ανακτά δικαιοδοσία για έκδοση συνοπτικής απόφασης εκεί και όπου ικανοποιούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις∙ η αγωγή προωθήθηκε δια ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος δυνάμει του κ6 της Δ.2, ο εναγόμενος καταχώρισε εμφάνιση, και η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα και επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και δηλώνει ότι καθώς πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ

(1997)1Β Α.Α.Δ. 782, Νεάρχου κ.α. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1Β Α.Α.Δ.818 και Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πέγειας v. CAA Travel Media Ltd
(2008)1B A.A.Δ. 837). Ικανοποίηση των πιο πάνω μετατοπίζει το βάρος στους ώμους του καθ' ου η αίτηση ο οποίος οφείλει∙ είτε να ικανοποιήσει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή είτε να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που του δίνουν δικαίωμα υπεράσπισης (βλ. Νεάρχου (πιο πάνω), Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 221, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ.239, Λαζάρου v. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ.817, N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ.1912 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Χατζηνέστορος
(1989)1 Α.Α.Δ.204). Τα πιο πάνω σε συνδυασμό με τους λόγους ένστασης, οι οποίοι παραπέμπουν στις υποχρεώσεις του αιτητή, με οδηγούν στην ένορκη δήλωση του Μιχάλη Κυπριανού και στο περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του δικαστηρίου. Από το φάκελο του δικαστηρίου αποκαλύπτεται ότι την 01.12.2011 ο αιτητής υπέβαλε την επίδικη αγωγή σε κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο. Ακολούθως, την 14.12.2011 οι καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης. Από την ένορκη δήλωση του αιτητή προκύπτει ότι έχει θετική γνώση όσων διατείνεται εφόσον∙ αφενός ο ίδιος είναι ο ενάγων, αφετέρου, όπως επεξηγεί στις παραγράφους 4 έως και 9 της ενόρκου δηλώσεως, είχε προσωπική και ουσιαστική εμπλοκή στη συμφωνία στην οποία εδράζει την αξίωση του και σε ό,τι επικαλείται ως διάρρηξη τούτης. Το ίδιο απόσπασμα συνιστά και επιβεβαίωση της αιτίας αγωγής. Ο αιτητής επεξηγεί εν προκειμένω ότι σε τρεις διαφορετικές ημερομηνίες κατέβαλε στους καθ' ων η αίτηση συγκεκριμένα χρηματικά ποσά (βλ. τεκμήρια Α, Β και Γ) για σκοπό που εν τέλει δεν επετεύχθη. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι λόγω της μη εκπλήρωσης της συμφωνίας σε μεταγενέστερο στάδιο οι καθ' ων η αίτηση του επέστρεψαν διάφορα ποσά (βλ. τεκμήρια Δ, Ε και Στ) και αναγνώρισαν την οφειλή τους. Εν κατακλείδι, υποστηρίζει ότι καθώς ο ίδιος πιστεύει οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν καμία υπεράσπιση (βλ. παράγραφο 13 ενόρκου δηλώσεως). Όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι ικανοποιούν τις προϋποθέσεις που ο αιτητής οφείλει να αποδείξει και συνεπώς οι λόγοι ένστασης (α) και (δ) απορρίπτονται. Ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση πως ο αιτητής δεν επιβεβαιώνει το ποσό που οφείλεται (βλ. λόγο (στ) στην ένσταση). Επί του προκειμένου παρατηρώ ότι οι παραγράφοι 8 και 9 της ενόρκου δηλώσεως του αιτητή αποκαλύπτουν εσφαλμένη τούτη τη θέση. Στην παράγραφο 8 μνημονεύεται η τελευταία, σύμφωνα με τον αιτητή, ημερομηνία που οι καθ' ων η αίτηση του κατέβαλαν οιονδήποτε ποσό και αναφέρεται ότι "όφειλαν να μου επιστρέψουν ακόμα €22500". Στην αμέσως επόμενη παράγραφο (παράγραφος 9) αναφέρεται ότι "Εν τούτοις παρά τις συνεχιζόμενες προφορικές οχλήσεις του Εναγομένου 2 από εμένα και των Εναγομένων 1 και με επιστολές ημερομηνιών 14/09/11 και 17/10/11 παρέλειψαν να καταβάλουν το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό και κατακρατούν αυτό άνευ αντιπαροχής προς εμένα καθιστώντας εαυτούς τοιουτοτρόπως αδικαιολογήτως πλουσιότερους". Τα πιο πάνω, αλλά και το σύνολο των ισχυρισμών του αιτητή στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, κρίνω ότι συνιστούν επιβεβαίωση του ποσού που αξιώνεται. Συνεπώς και ο λόγος (στ) στην ένσταση απορρίπτεται. Έχοντας διαπιστώσει ότι ο αιτητής απέσεισε το βάρος που επωμίζεται ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο οι καθ' ων η αίτηση αποκαλύπτουν καλή τη πίστει υπεράσπιση ή άλλο θέμα το οποίο χρήζει διερεύνησης. Σχετική εν προκειμένω είναι η υπόθεση Λαζάρου, στην οποία συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν αυτή την έκφανση της διαταγής. Στις σελίδες 821 έως 822 λέχθηκε ότι: "Αναφορικά με τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για να κριθεί το θέμα, στην υπόθεση Banque de Paris et des Pays-Bas (Suisse) SA v. de Naray [1984] 1 Lloyd's Rep. 21, στη σελ. 23, λέχθηκαν τα ακόλουθα: "It is of course trite law that O.14 proceedings are not decided by weighing the two affidavits. It is also trite that the mere assertion in an affidavit of a given situation which is to be the basis of a defence does not, ipso facto, provide leave to defend; the Court must look at the whole situation and ask itself whether the defendant has satisfied the Court that there is a fair or reasonable probability of the defendants' having a real or bona fide defence." Περαιτέρω, στην Bhogal v. Punjab National Bank v. Punjab National Bank [1988] 2 All E.R. 296 στη σελ. 303 ο Bingham L.J. ανέφερε: "But the correctness of factual assertions such as these cannot be decided on an application for summary judgment unless the assertions are shown to be manifestly false either because of their inherent implausibility or because of their incosistency with the contemporary documents or other compelling evidence." Στην Standard Chartered Bank v. Yaacoub [1990] CA Transcript 699 λέχθηκε ότι: "It is sometimes said that in an application under Ord. 14 the court is bound to accept the assertion of a defendant on affidavit unless it is self-contradictory or inconsistent with other parts of the defendant' s own evidence, and that the court cannot reject an assertion on the simple ground that it is inherently incredible." Τέλος, στο Supreme Court Practice 1999, Vol.1 στη σελ. 173, παράγραφος 14/4/7, αναφέρονται τα ακόλουθα: "The plaintiff has long been permitted to answer the defendant's evidence but the case cannot be tried on affidavits, and if the defendant's affidavit discloses a defence based on disputed facts it is generally useless for the plaintiff to reply. The Court is not bound to require documentary evidence from the plaintiff, if by his affidavit in reply he can show that there is no issue to try (Shurmur v. Young [1889] 5 T.L.R, 155, CA) but if he can demonstrate (e.g. by exhibiting contemporary documents) that the evidence of the defendant is not reasonably capable of belief this will prevent leave to defend being given." Έχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση (δέστε Supreme Court Practice 1999 1st Ed. p. 174, para. 14/4/9)». Στη δοσμένη περίπτωση το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του Δημήτρη Δημάδη, καθ' ου η αίτηση 2, αποκαλύπτει προώθηση δύο διαφορετικών και ανεξάρτητων ισχυρισμών. Η πρώτη ενότητα αφορά την καθ' ης η αίτηση 1 ενώ η δεύτερη τον ίδιο προσωπικά. Όπως ισχυρίζεται στην παράγραφο 28 της ενόρκου δηλώσεως ".. ο ενάγοντας δεν έχει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον μου προσωπικά, εφόσον σε όλες μας τις δοσοληψίες πάντοτε ενεργούσα υπό την ιδιότητα μου ως διευθυντής και μέτοχος της εναγομένης 1 και ουδέποτε υπό την προσωπική μου ιδιότητα ". Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Λαζάρου, το δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των ισχυρισμών που προβάλλονται στις ενόρκους δηλώσεις και είναι μάλιστα υποχρεωμένο να αποδεχθεί ισχυρισμό που προβάλλεται, εκτός εάν βρίσκεται σε πλήρη διάσταση με τους άλλους ισχυρισμούς της ενόρκου δηλώσεως ή αυτοαναιρείται. Στη δοσμένη περίπτωση, είναι γεγονός πως τα τεκμήρια Α, Β και Γ στην ένορκη δήλωση του αιτητή παραπέμπουν σε ποσά που καταβλήθηκαν στον τελευταίο από την καθ' ης η αίτηση 1. Από την άλλη τα τεκμήρια Δ, Ε και Στ, αποδείξεις πληρωμών οι οποίες αναγνωρίζουν περαιτέρω το εκάστοτε υπόλοιπο, φαίνεται να αφορούν μόνο την καθ' ης η αίτηση 1 και όχι άλλο πρόσωπο. Υπό αυτή την έννοια και χωρίς να παραγνωρίζω τους ισχυρισμούς του αιτητή αναφορικά με δάνειο που χορήγησε στους καθ' ων η αίτηση 1 και 2, ισχυρισμοί οι οποίοι επαναλαμβάνω ότι δεν αξιολογούνται σε αυτό το στάδιο, καταλήγω ότι όλα όσα έχουν υποδειχθεί, σε συνδυασμό με τον ισχυρισμό του καθ' ου η αίτηση 2 ότι η εμπλοκή του δεν ήτο για ίδιον όφελος αλλά υπο την ιδιότητα του διευθυντή της καθ' ης η αίτηση 1, ισχυρισμός που δεν φαίνεται να αυτοακυρώνεται ή πλήττεται άλλως πως, φανερώνουν συζητήσιμο θέμα. Ως εκ τούτου στην έκταση που η αίτηση αφορά τον καθ' ου η αίτηση 2 απορρίπτεται. Αναφορικά με την καθ' ης η αίτηση 1 ο ομνύων την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δέχεται ότι οι διάδικοι είχαν συνεργασία ως απόρροια σχετικής συμφωνίας (βλ. παραγράφους 5 μέχρι και 9 ενόρκου δηλώσεως στην ένσταση). Δέχεται περαιτέρω ότι η καθ' ης η αίτηση 1 εισέπραξε από τον αιτητή το ποσό των €52500 και ότι η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία προέβλεπε έκδοση μετοχών επ' ονόματι του αιτητή. Δεν διαφωνεί περαιτέρω ότι η συνεργασία των διαδίκων δεν είχε αίσιο τέλος, ενώ στις παραγράφους 11 μέχρι και 15 της ενόρκου δηλώσεως δίδει τη δική του εκδοχή για το λόγο που τούτη η συνεργασία δεν ολοκληρώθηκε. Επί του προκειμένου είναι η θέση του ότι εκείνος ο οποίος διέρρηξε τη συμφωνία είναι ο αιτητής και αυτό γιατί ήρε την εμπιστοσύνη του στην εταιρεία, αντίδραση που είχε οικονομικές επιπτώσεις στην τελευταία. Εν πάση όμως περιπτώσει ο ομνύων αποδέχεται ότι μετά που οι διάδικοι κατέληξαν στη λύση της συμφωνίας τους, ο ίδιος την τοποθετεί χρονικά στα μέσα του 2010, η καθ' ης η αίτηση 1 αναγνώρισε την οφειλή της στον αιτητή (βλ. παράγραφο 16). Ό,τι όμως διατείνεται είναι πως η συμφωνία των μερών για λύση της συνεργασίας τους και η συνεννόηση για επιστροφή του ποσού που επένδυσε ο αιτητής στην εταιρεία, δηλαδή την καθ' ης η αίτηση 1, δεν υπόκειτο σε χρονικό περιορισμό. Μοναδική προϋπόθεση, σύμφωνα πάντα με τον καθ' ου η αίτηση 2, ήτο η πραγματοποίηση κέρδους από την εταιρεία. Γι' αυτό άλλωστε, υποστηρίζει ο καθ' ου η αίτηση, η επιστολή των συνηγόρων του, τεκμήριο Θ στην ένορκη δήλωση του αιτητή, ουδεμία αναφορά κάνει σε ημερομηνία αποπληρωμής του υπολοίπου που αναγνωρίστηκε. Έχοντας κατά νου τις βασικές νομικές αρχές που πιο αναφέρονται και το σύνολο των ισχυρισμών των καθ' ων η αίτηση, κρίνω πως εμμέσως πλην σαφώς οι καθ' ων η αίτηση επικαλούνται τις διατάξεις του άρθρου 46 του Κεφ. 149, άρθρο το οποίο διέπει το χρόνο εκπλήρωσης σύμβασης. Είναι αντιληπτό ότι όπου τούτος ο χρόνος δεν είναι συμφωνημένος η σύμβαση τυγχάνει εκπλήρωσης σε εύλογο χρόνο. Ο εύλογος χρόνος είναι ζήτημα πραγματικό, δηλαδή καθορίζεται από το σύνολο των πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν τη συμφωνία των διαδίκων στη βάση, βεβαίως, των διαπιστώσεων του δικαστηρίου. Τόσο για αυτό το λόγο όσο και για τους ισχυρισμούς του καθ' ου η αίτηση 2 ως προς το ποιος ευθύνεται για τη διάρρηξη της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, καταλήγω ότι οι καθ' ων η αίτηση απεκάλυψαν συζητήσιμο θέμα και συνεπώς δεν μπορούν να αποστερηθούν του αναφαίρετου δικαιώματος της υπεράσπισης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται. Υπέρ των καθ' ων η αίτηση επιδικάζονται και τα έξοδα της διαδικασίας ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. Τούτα τα έξοδα να καταβληθούν με την αποπεράτωση της αγωγής. Εντός 15 ημερών από σήμερα οι καθ' ων η αίτηση να καταχωρίσουν την υπεράσπιση τους. (Υπ)...................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ε.χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.