← Κύπρος

ΣΟΛΩΝ ΜΙΚΡΟΜΜΑΤΗΣ ν. Κώστας Α. Αραούζος υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του Κυριάκου Α. Αραούζου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1500/06, 31/5/2

ΣΟΛΩΝ ΜΙΚΡΟΜΜΑΤΗΣ ν. Κώστας Α. Αραούζος υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του Κυριάκου Α. Αραούζου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1500/06, 31/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A197 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1500/06 Μεταξύ: ΣΟΛΩΝ ΜΙΚΡΟΜΜΑΤΗΣ Ενάγοντας και Κώστας Α. Αραούζος υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του Κυριάκου Α. Αραούζου

  1. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 31 Μαΐου 2012 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: ο κ. Δ. Κούτρας Για τους Εναγόμενους 2: η κα Κ. Κραμβή για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή του που καταχώρησε σε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 21.2.2006 ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/η κεχωρισμένα την έκδοση απόφασης για ποσό ΛΚ45.000 οφειλόμενο δυνάμει 3 δίγραμμων επιταγών τις οποίες οι Εναγόμενοι 2 λόγω αμέλειας εξαργύρωσαν στον Κυριάκο Αλκιβιάδη Αραούζο ενώ δικαιούχος ήταν ο Ενάγοντας. Στην έκθεση απαίτησης που καταχώρησε στις 28.3.06 ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ήταν ο νόμιμος κάτοχος και/ή δικαιούχος 34.249 μετοχών της Τράπεζας Κύπρου τις οποίες διαχειριζόταν το Χρηματιστηριακό γραφείο S.B. Unigrowth Ltd μέσω του χρηματιστή Κυριάκου Αραούζου. Στις 23.9.01 ο Ενάγοντας έδωσε προφορική εντολή στον Κυριάκο Αραούζο όπως προβεί στην πώληση 30.000 μετοχών συνολικής αξίας ΛΚ79.680,
  2. Το ποσό αυτό παρέμεινε κατατιθεμένο προς όφελος του Ενάγοντα σε αποταμιευτικό λογαριασμό του εν λόγω χρηματιστηριακού γραφείου όπου εργαζόταν ο Κ. Αραούζος. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι ο εν λόγω χρηματιστής ο οποίος έχει εν τω μεταξύ αποβιώσει, προέβαινε σε παράτυπες πράξεις-επενδύσεις των χρημάτων του εν αγνοία του. Κατά διάφορα χρονικά διαστήματα ο Ενάγοντας αξίωσε από τον εν λόγω αποβιώσαντα την επιστροφή μέρος του ποσού που είχε στο λογαριασμό του όπου και έλαβε τα σχετικά ποσά. Στις 27.7.03, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, ο υπό αναφορά αποβιώσας χωρίς τη γνώση του Ενάγοντα και χωρίς τη συγκατάθεση του και εν πλήρη αγνοία του πέτυχε την έκδοση τριών επιταγών για το συνολικό ποσό των ΛΚ45.000 μεταξύ των οποίων την επιταγή με αριθμό 0180-8574 για ποσό ΛΚ25.000 στο όνομα του Ενάγοντα την οποία αφού πλαστογράφησε κατέθεσε σε δικό του λογαριασμό που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου. Η εν λόγω επιταγή σύμφωνα με τον Ενάγοντα ήταν δίγραμμη. Στις 23.10.02 ο εν λόγω αποβιώσας και πάλιν χωρίς την έγκριση γνώση ή εντολή του Ενάγοντα ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της τραπεζικής επιταγής υπ' αριθμό 013-81644 για ποσό ΛΚ12.000 με εκδότη την εταιρεία S.B. Unigrowth Ltd η οποία ήταν επίσης δίγραμμη επιταγή και αφού επίσης πλαστογράφησε την υπογραφή του Ενάγοντα την κατέθεσε σε δικό του λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι ο ως άνω αποβιώσας έλαβε τις πιο πάνω ημερομηνίες και χωρίς τη γνώση, συγκατάθεση και έγκριση του, και εν πλήρη αγνοία του το συνολικό ποσό των ΛΚ 45.000 στο οποίο συμπεριλαμβάνεται το ποσό των ΛΚ37.000 που αφορά τις δύο πιο πάνω επιταγές μέσω των Εναγομένων 2 αφού του εξαργύρωσαν τις πιο πάνω δύο δίγραμμες επιταγές και αφού ο εν λόγω αποβιώσας πλαστογράφησε την υπογραφή του. Όταν ο ίδιος σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα ζήτησε από τη χρηματιστηριακή εταιρεία S.B. Unigrowth Ltd ποσό χρημάτων για να αγοράσει αυτοκίνητο πληροφορήθηκε ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού του ήταν πολύ μικρό και κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία η οποία μετά από έρευνες διαπίστωσε ότι ο εν λόγω αποβιώσας πλαστογράφησε επιταγές με δικαιούχο τον Ενάγοντα και έλαβε από το λογαριασμό του Ενάγοντα το ποσό των ΛΚ45.
  3. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι οι Εναγόμενοι 2 υπέδειξαν αμέλεια και έχουν ευθύνη και πρέπει να του επιστρέψουν το εν λόγω ποσό καθότι λανθασμένα και αμελώς και κατά παράβαση ουσιωδών οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας δεν τήρησαν τις οδηγίες που αφορούν δίγραμμες επιταγές, απεδέχθησαν την υπογραφή του αποβιώσαντα Κ. Αραούζου χωρίς να την ελέγξουν η οποία όπως διαφάνηκε ήταν προϊόν πλαστογραφίας, λανθασμένα πλήρωσαν επιταγές που δεν ήταν μεταβιβάσιμες και λανθασμένα κατέθεσαν τα χρήματα στο λογαριασμό του αποβιώσαντα. Με την Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι 2 αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι ο Ενάγοντας εμποδίζεται να αμφισβητεί την εγκυρότητα και/ή ορθότητα της πληρωμής των εν λόγω επιταγών που έγινε κατά ή περί τα έτη 2002 και 2003 λόγω μεγάλου χρονικού διαστήματος που διέρρευσε (latchees), ισχυρίζονται ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν τα όσα γεγονότα αφορούν τον Ενάγοντα και ότι δεν υπήρξαν σε κανένα χρονικό διάστημα αμελείς αλλά αντίθετα πάντοτε, για όλους τους ουσιώδεις προς την παρούσα αγωγή χρόνους, ενεργούσαν νόμιμα και σύμφωνα με την ισχύουσα τραπεζική πρακτική και τις πρόνοιες του Νόμου. Ισχυρίζονται επίσης ότι οι επίδικες επιταγές έφεραν την υπογραφή του εκδότη τους, αναγράφονταν σε αυτές οι ημερομηνίες έκδοσης τους καθώς επίσης και τα ποσά που αφορούσαν αριθμητικά και ολογράφως και έπραξαν όσα σύμφωνα με την τραπεζική πρακτική είχαν καθήκον να πράξουν και κατέθεσαν τις επιταγές στο λογαριασμό του αποβιώσαντα Κ. Αραούζου. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι το όποιο πρόβλημα παρουσιάστηκε οφείλεται στην αμέλεια του Ενάγοντα σε ότι αφορά τη σχέση του με τον αποβιώσαντα Κ. Αραούζο και τον τρόπο διαχείρισης των κεφαλαίων του και/ή στη συντρέχουσα αμέλεια του Ενάγοντα ο οποίος άφησε την πλήρη διαχείριση του λογαριασμού του στον αποβιώσαντα χωρίς ο ίδιος να προβαίνει στους δέοντες και σωστούς ελέγχους. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι ο Εναγόμενος 1 Κώστας Α. Αραούζος υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του Κυριάκου Α. Αραούζου είχε καταχωρήσει εμφάνιση μέσω συνηγόρου στην παρούσα αγωγή και στις 28.9.06 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου 1 για το ποσό της αξίωσης πλέον τα έξοδα της αγωγής. Η αγωγή προχώρησε σε ακρόαση μόνο σε σχέση με τους Εναγόμενους
  4. Σημειώνω επίσης ότι αρχικά η απαίτηση του Ενάγοντα αφορούσε τρεις επιταγές για το συνολικό ποσό των ΛΚ45.000 επήλθε εξώδικος συμβιβασμός σε σχέση με τη μία εξ αυτών για ποσό ΛΚ8.000 γι' αυτό και η αγωγή προχώρησε σε ακρόαση μόνο για τις δύο επιταγές που αναφέρονται πιο πάνω. Ο Ενάγοντας υιοθέτησε στο Δικαστήριο την απαίτηση του, ανέφερε ότι είχε δείξει πλήρη εμπιστοσύνη στον χρηματιστή του Κυριάκο Α. Αραούζο και παραδέχτηκε ότι δεν ασκούσε ενδελεχή και/ή τακτικό έλεγχο στις καταθέσεις του που ήταν υπό τον έλεγχο του Αραούζου. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι το ποσό που εισπράχθηκε προς όφελος του από την πώληση μετοχών του παρέμεινε σε αποταμιευτικό λογαριασμό του χρηματιστηριακού γραφείου S.B. Unigrowth Ltd όπου εργαζόταν ο Αραούζος, ότι είχε δώσει πληρεξούσιο στον Αραούζο για να πουλήσει τις εν λόγω μετοχές και ότι όταν χρειαζόταν χρήματα τα ζητούσε από τον Αραούζο. Ο Αραούζος δεν του έδινε διαβεβαιώσεις για τις διάφορες επιταγές που εξέδιδε στο όνομα του Ενάγοντα όταν ο ίδιος του ζητούσε χρήματα, αλλά ήξερε το εκάστοτε υπόλοιπο του λογαριασμού του. Όταν χρειάστηκε χρήματα για την αγορά αυτοκινήτου και ζήτησε προς τούτο να του εκδοθεί επιταγή από το χρηματιστηριακό γραφείο S.B. Unigrowth Ltd όπου ήταν κατατεθειμένα τα χρήματα του ενημερώθηκε ότι υπήρχε υπόλοιπο πολύ μικρό ποσό χρημάτων έτσι κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία, στο Τμήμα Διερεύνησης Οικονομικού Εγκλήματος όπου και διαφάνηκε μετά από έρευνα της Αστυνομίας την οποία έχει καταθέσει ως Τεκμήριο 6 ότι μεταξύ άλλων οι δύο επίδικες επιταγές μία για ποσό ΛΚ12.000 ημερ. 23.12.02 και με αρ. επιταγής 013-81644 με εκδότη την S.B. Unigrowth Ltd, επιταγή της Εθνικής Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) και η επιταγή για ΛΚ25.000 ημερ. 23.7.03 με αριθμό 0180-8574 και πάλιν επιταγή με εκδότη την S.B. Unigrowth Ltd, επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) αφού πλαστογραφήθηκαν από τον Αραούζο κατατέθηκαν στο λογαριασμό του Αραούζου. Ο Ενάγοντας κατέθεσε αντίγραφα των εν λόγω επιταγών στο Δικαστήριο. Είναι η θέση του, από την εμπειρία του αφού υπήρξε για χρόνια τραπεζικός υπάλληλος και μάλιστα υπάλληλος και των Εναγομένων 2, ότι λανθασμένα και αμελώς και κατά παράβαση τόσο της νομοθεσίας αλλά και της τραπεζικής πρακτικής οι Εναγόμενοι 2 δέχτηκαν προς κατάθεση και κατέθεσαν τις εν λόγω επιταγές στο λογαριασμό του Αραούζου και λανθασμένα και/ή αμελώς δεν εξέτασαν κατά πόσο το εν λόγω πρόσωπο είχε λάβει τις επιταγές δυνάμει κανονικής οπισθογράφησης, δεν βεβαιώθηκαν για την ταυτότητα του ατόμου που τις παρουσίασε και επίσης ισχυρίστηκε ότι και οι δύο επίδικες επιταγές είναι διγραμμισμένες και εφόσον η οπισθογράφηση ήταν πλαστογραφημένη έπρεπε η τράπεζα να ζητήσει την ταυτότητα του προσώπου που τις παρουσίασε προτού τις καταθέσει σε οποιοδήποτε λογαριασμό. Συμφώνησε ότι οι εν λόγω επιταγές δεν έφεραν την ένδειξη "account payee only" και έτσι, εάν ελεγχόταν και διαπιστωνόταν η κανονικότητα τους, θα μπορούσαν να κατατεθούν στο λογαριασμό του φέροντα. Η θέση του ότι η οπισθογράφηση και στις δύο επιταγές δεν είναι κανονική και ότι θα έπρεπε ο τραπεζικός υπάλληλος στον οποίο παρουσιάστηκαν οι επιταγές αυτές να ζητήσει την ταυτότητα του προσώπου που τις παρουσίαζε οπόταν και πολύ απλά θα διαπιστώνετο η πλαστογραφία παρέμεινε σταθερή και αμετάβλητη παρόλη την αντεξέταση του. Θεωρεί ότι οι Εναγόμενοι 2 ενήργησαν εναντίον των Οργανωτικών Εγκυκλίων που έχουν εκδοθεί από την Κεντρική Τράπεζα σε σχέση με τις διγραμμισμένες επιταγές, εναντίον της Τραπεζικής πρακτικής και έξω από τα πλαίσια του Νόμου. Ο δεύτερος μάρτυρας που κάλεσε ο Ενάγοντας, ΜΕ2, είναι ο δικηγόρος Χριστάκης Λουκά ο οποίος ασχολήθηκε με τη συγγραφική εργασία για διάφορα νομικά θέματα μεταξύ των οποίων και τις τραπεζικές επιταγές. Για το θέμα αυτό έχει επανεκδώσει πρόσφατα ένα δίτομο βιβλίο με τον τίτλο "H Τραπεζική Επιταγή". Θεωρεί ότι η ενασχόληση του για πέραν των 30 ετών με την μελέτη και την επιστημονική έρευνα για το συγκεκριμένο θέμα του δίδει τη δυνατότητα να καταθέτει επιστημονικές απόψεις για το θέμα αυτό. Είναι η θέση του αναφορικά με την μία επιταγή για το ποσό ΛΚ25.000, Τεκμήριο 2, με δικαιούχο τον Ενάγοντα ότι ενδεχομένως οι δύο παράλληλες γραμμές που φέρει κάτω από το ποσό να την κατατάσσουν στην κατηγορία των δίγραμμων επιταγών αναφέροντας όμως ότι μπορεί όμως και να μην είναι δίγραμμη. Είναι η θέση του ότι εάν η επιταγή αυτή είναι δίγραμμη, είναι γενικά διγραμμισμένη και επομένως δεν υπάρχουν περιορισμοί ως προς τη μεταβιβασιμότητα της επιταγής η οποία μπορεί να μεταβιβαστεί από το δικαιούχο της ελεύθερα σε τρίτο πρόσωπο. Θεωρεί όμως ότι η οπισθογράφηση στη συγκεκριμένη επιταγή δεν είναι ορθή οπισθογράφηση αφού δεν ξεχωρίζει το όνομα του προσώπου που την οπισθογραφεί. Ως προς το σημείο αυτό ήταν η θέση του ότι οι Εναγόμενοι 2 είχαν υποχρέωση να διερευνήσουν κατά πόσο το πρόσωπο που παρουσίασε την επίδικη επιταγή για κατάθεση την είχε εξασφαλίσει με κανονική οπισθογράφηση προτού να αποδεχτούν να καταθέσουν την επιταγή στο λογαριασμό τρίτου προσώπου. Ήταν η θέση του συνολικά ότι είτε η εν λόγω επιταγή είναι διγραμμισμένη είτε όχι, οι Εναγόμενοι 2 είχαν καθήκον να εξετάσουν την κανονικότητα της εν λόγω επιταγής η οποία συμπεριλαμβάνει το κατά πόσο υπήρχε κανονική οπισθογράφηση και θα έπρεπε να μην την αποδεχτούν για κατάθεση. Η ίδια ήταν η θέση και για την άλλη επιταγή αυτή που αφορά το ποσό των ΛΚ12.000, Τεκμήριο 3, την οποία χαρακτήρισε ως δίγραμμη επιταγή γενικά διγραμμισμένη η οποία μπορεί να μεταβιβαστεί ελεύθερα νοουμένου και πάλιν ότι υπήρχε κανονική οπισθογράφηση. Στη συγκεκριμένη επιταγή, κατά την γνώμη του, η οπισθογράφηση δεν ήταν κανονική έτσι και πάλιν οι Εναγόμενοι 2 έχουν επιδείξει αμέλεια. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε με τη συνήγορο των Εναγομένων 2 ότι είτε οι επίδικες επιταγές ήταν διγραμμισμένες είτε όχι, επειδή σε περίπτωση διγράμμισης η διγράμμιση τους ήταν γενική και μπορούσαν να μεταβιβαστούν ελεύθερα εκείνο, που έχει σημασία είναι η οπισθογράφηση τους. Η θέση του παρέμεινε ότι επειδή η οπισθογράφηση δεν είναι καθαρή κατά τρόπο που να μπορεί να διαβαστεί το όνομα του οπισθογραφών δεν είναι κανονική και επομένως λανθασμένα οι Εναγόμενοι 2 τις έχουν αποδεχτεί για κατάθεση κατά παράβαση της τραπεζικής πρακτικής με αποτέλεσμα να μην μπορούν να τύχουν του ευεργετήματος που τυχόν θα απολάμβαναν με βάση το Άρθρο 82 του περί Συναλλαγματικών Νόμου. Δεν δέχτηκε τις επανειλημμένες υποβολές της συνηγόρου των Εναγομένων 2 ότι οι υπάλληλοι των Εναγομένων 2 ορθά αφού έλεγξαν την κανονικότητα των επιταγών και αφού σωστά διαπίστωσε ότι είχαν οπισθογραφηθεί μπορούσαν να τις καταθέσουν στο λογαριασμό του προσώπου που τις παρουσίασε. Από πλευράς Υπεράσπισης κλήθηκαν οι υπάλληλοι των Εναγομένων 2 Ντίνος Πολυκάρπου, ΜΥ1, και Ανδρέας Δαμιανού, ΜΥ
  5. Ο ΜΥ1 είναι Προϊστάμενος του Τμήματος Συναλλαγών στην Υπηρεσία Οργάνωσης και Μεθόδων των Εναγομένων
  6. Εργάζεται στους Εναγομένους 2 από τον Ιανουάριο του 1992 και έχει μεγάλη πείρα αφού υπηρέτησε από διάφορα αξιώματα. Τώρα, μεταξύ των καθηκόντων του συμπεριλαμβάνεται η καταγραφή διαδικασιών και κανονισμών που αποστέλλονται στα διάφορα καταστήματα των Εναγομένων 2 και η καταγραφή των διαφόρων οδηγιών που δίδονται στους υπαλλήλους για να εκτελούν τα καθήκοντα τους. Ένα από τα κυριότερα καθήκοντα του Τμήματος του είναι η καταγραφή εγκυκλίων. Είναι η θέση του ότι η εμπειρία του στον τραπεζικό τομέα στα τόσα χρόνια αλλά και τα καθήκοντα που έχει διεκπεραιώσει μεταξύ των οποίων και η διεύθυνση καταστημάτων τον καθιστούν ειδικό σε θέματα επιταγών. Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 2 είναι η θέση του ότι η εν λόγω επιταγή δεν είναι διγραμμισμένη επιταγή. Οι δύο παράλληλες γραμμές που φαίνονται επί της επιταγής θεωρεί ότι απλά ακυρώνουν τη δεύτερη γραμμή που αφορά το ποσό της επιταγής και δεν είναι οι δύο παράλληλες γραμμές που απαιτείται να υπάρχουν σε όλο το μήκος της επιταγής για να θεωρηθεί η επιταγή ότι έχει διγραμμιστεί κανονικά. Η επιταγή Τεκμήριο 3 κατά την άποψη του είναι διγραμμισμένη επιταγή, φέρει γενική διγράμμιση, με αποτέλεσμα αυτός που την παρουσιάζει να δικαιούται να την καταθέσει στο λογαριασμό του νοουμένου ότι είναι οπισθογραφημένη από το δικαιούχο της. Έχει αναφερθεί και στο θέμα της ειδικής διγράμμισης επιταγών και έχει αναφέρει ότι για να είναι μια επιταγή ειδικά διγραμμισμένη θα πρέπει να υπάρχουν και πάλι δύο παράλληλες γραμμές σε όλο το μήκος της επιταγής και στο ενδιάμεσο τους να αναγράφονται οι λέξεις "account payee only". Αν μια επιταγή είναι ειδικά διγραμμισμένη μπορεί μόνο να κατατεθεί στο λογαριασμό του δικαιούχου που αναφέρεται σε αυτή και όχι στο λογαριασμό τρίτου προσώπου. Αναφερόμενος στα Τεκμήρια 2 και 3 ήταν η θέση του ότι και στις δύο επιταγές υπάρχει οπισθογράφηση και θα μπορούσαν να κατατεθούν στο λογαριασμό του προσώπου που τις έχει παρουσιάσει στην τράπεζα. Ερωτώμενος για τον τρόπο οπισθογράφησης μιας επιταγής ήταν η θέση του ότι μια επιταγή θεωρείται ότι είναι δεόντως οπισθογραφημένη εάν ο δικαιούχος της θέσει την υπογραφή του στο πίσω μέρος της επιταγής και η υπογραφή που απαιτείται είναι η συνήθης υπογραφή του δικαιούχου είτε αυτή είναι μια "τζίφρα" είτε αναγραφή του ονόματος του με τρόπο που να διαβάζεται. Δεν υπάρχει κανένας κανονισμός που να αναφέρει ότι θα πρέπει να αναγράφεται ευκρινώς το όνομα του δικαιούχου στην οπισθογράφηση. Ανάφερε επίσης ότι τα καθήκοντα των Ταμίων-Υπαλλήλων των Εναγομένων 2 είναι να ελέγξουν την κανονικότητα της επιταγής δηλαδή να υπάρχει ημερομηνία, το ποσό που αναγράφεται ολογράφως και αριθμητικώς να συμφωνούν, να είναι υπογραμμένη η επιταγή και αν είναι διγραμμισμένη να εξετάσουν κατά πόσο είναι οπισθογραφημένη. Εάν μια επιταγή είναι διγραμμισμένη, ο Ταμίας έχει καθήκον να εξετάσει επίσης το είδος της διγράμμισης δηλαδή αν είναι γενικά ή ειδικά οπισθογραφημένη και να πράξει ανάλογα. Έχει επίσης αναφέρει ότι οι Ταμίες των τραπεζών δεν μπορούν να ελέγχουν κατά πόσο οι επιταγές που τους παρουσιάζονται είναι πλαστογραφημένες ή όχι. Με δεδομένη τη θέση ότι οι δύο επίδικες επιταγές έχουν πλαστογραφηθεί και ερωτώμενος ποια είναι η προστασία των Εναγομένων 2 αφού τις κατέθεσε σε λογαριασμό τρίτου προσώπου, αυτού που τις παρουσίασε, ήταν η θέση του ότι ο υπάλληλος των Εναγομένων 2 ορθά, αφού ήλεγξε την κανονικότητα των δύο επιταγών, τις αποδέχθηκε για κατάθεση στο λογαριασμό του προσώπου που τις παρουσίασε. Οι επιταγές παρέμειναν στον εν λόγω λογαριασμό με καθεστώς "υπό εκκαθάριση" για κάποιες ημέρες γεγονός το οποίο δίδει το δικαίωμα και τον απαραίτητο χρόνο στο δικαιούχο ή τον εκδότη της επιταγής εάν αντιληφθούν ότι έχει συμβεί κάτι το μεμπτό να ενημερώσουν την τράπεζα. Ήταν η θέση του ότι στην παρούσα υπόθεση ορθά οι τραπεζικοί υπάλληλοι δέχτηκαν και τις δύο επιταγές για κατάθεση στο λογαριασμό του προσώπου που τις παρουσίασε. Αντεξεταζόμενος επέμενε στη θέση του ότι για να είναι μια επιταγή δίγραμμη θα πρέπει να φέρει δύο παράλληλες γραμμές σε όλο το μήκος της αλλά δεν μπόρεσε να παραπέμψει είτε στην ερμηνεία του όρου δίγραμμη επιταγή στην εγκύκλιο που κατατέθηκε ή σε νόμο για να στηρίξει την ερμηνεία αυτή. Επέμενε ότι η επιταγή Τεκμήριο 2 δεν είναι δίγραμμη επιταγή, ανεξάρτητα από αυτό η θέση του ήταν ότι η οπισθογράφηση που υπάρχει σε αυτή είναι κανονική οπισθογράφηση έστω και αν δεν μπορεί να διαβαστεί το όνομα του προσώπου που προβαίνει στην οπισθογράφηση. Του υπεβλήθη ότι οι υπάλληλοι της τράπεζας είχαν υποχρέωση να εξετάσουν την κανονικότητα των επίδικων επιταγών το οποίο συμπεριλαμβάνει την ορθότητα της οπισθογράφησης και ότι οι επίδικες επιταγές κατατέθηκαν σε παράρτημα των Εναγομένων 2 με εντελώς διαφορετικές οπισθογραφήσεις και θα έπρεπε οι Εναγόμενοι 2 να ήταν πολύ πιο προσεκτικοί και να ασκούν πιο καλό έλεγχο. Ο ΜΥ1 δεν δέχθηκε τις υποβολές αυτές αναφέροντας ότι υπάρχει περίοδος 7 μηνών μεταξύ των δύο επιταγών, έγιναν πολλές χιλιάδες πράξεις στο διάστημα αυτό και δεν είχε κανένα καθήκον ο υπάλληλος των Εναγομένων 2 να θυμούνται τις υπογραφές ή να ελέγξει τη γνησιότητα τους. Δεν μετέβαλε τις θέσεις του σε κανένα σημείο. Ο ΜΥ2 είναι στην Υπηρεσία Εκκαθάρισης Επιταγών των Εναγομένων 2 από το Νοέμβριο του
  7. Στα καθήκοντα του συμπεριλαμβάνεται ο τεχνικός έλεγχος των επιταγών και η επιστροφή τους εάν δεν πληρούν τη νομοθεσία και/ή τους κανόνες πρακτικής. Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 2 ήταν η θέση του ότι η επιταγή δεν είναι διγραμμισμένη, και ότι εφόσον η επιταγή φέρει οπισθογράφηση μπορούσε να κατατεθεί στο λογαριασμό του προσώπου που την παρουσίασε και ορθά κατατέθηκε στο λογαριασμό του προσώπου αυτού. Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 3 ήταν η θέση του ότι η επιταγή είναι διγραμμισμένη, η διγράμμιση είναι γενική, και εφόσον και πάλι φέρει οπισθογράφηση ορθά κατατέθηκε στο λογαριασμό του προσώπου που την παρουσίασε έστω και αν όπως διαφάνηκε οι οπισθογραφήσεις ήταν πλαστογραφημένες. Ήταν η θέση του ότι δεν είναι ευθύνη του Ταμία υπαλλήλου των Εναγομένων 2 να ελέγχει αν η οπισθογράφηση είναι αυθεντική ή πλαστογραφημένη. Ο μόνος περιορισμός που τίθεται στον Ταμία είναι να αποδεχτεί την επιταγή για κατάθεση και να μην την πληρώσει σε μετρητά. Επανέλαβε ότι σε καμία περίπτωση οι υπάλληλοι των Εναγομένων 2 δεν είχαν υποχρέωση να ελέγξουν την αυθεντικότητα της υπογραφής. Ήταν επίσης θέση του ότι εφόσον υπάρχει περίοδος εκκαθάρισης των επιταγών, που σε περίπτωση επιταγών άλλης τράπεζας και όχι των Εναγομένων 2, είναι έξι εργάσιμες ημέρες, ο χρόνος αυτός είναι αρκετός για να διαπιστώσει κάποιο πρόσωπο εάν υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα και να προβεί στις δέουσες παραστάσεις στην τράπεζα. Κατά την αντεξέταση του ήταν η θέση του ότι η πρακτική που εφαρμόζεται από τους Εναγομένους 2 στα θέματα αυτά είναι σύμφωνη και με το νόμο και με όλες τις εγκυκλίους/οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας. Επέμενε ότι τα όσα έχει αναφέρει για την εγκυρότητα της οπισθογράφησης είναι ορθά και σε καμία περίπτωση δεν υπάρχει υποχρέωση του τραπεζικού υπαλλήλου να διαπιστώσει την αυθεντικότητα μιας οπισθογράφησης. Μάλιστα όπως ανέφερε χαρακτηριστικά μια επιταγή μπορεί να έχει δύο ή τρεις οπισθογραφήσεις και θα ήταν αδύνατον σε τέτοια περίπτωση να γίνουν προσπάθειες για εξακρίβωση της αυθεντικότητας της οπισθογράφησης. Ήταν η θέση του ότι σε καμία περίπτωση δεν απαιτείται η οπισθογράφηση να αναφέρει ευκρινώς το όνομα του δικαιούχου. Αρνήθηκε ότι υπήρξε οποιαδήποτε αμέλεια εκ πλευράς Εναγομένων 2, επέμενε ότι ορθά οι τραπεζικοί υπάλληλοι και στις δύο περιπτώσεις αποδέχτηκαν τις επιταγές για κατάθεση στο λογαριασμό του προσώπου που τις παρουσίασε και επέμενε ότι αυτή η πρακτική είναι σύμφωνη και με το νόμο και τις εγκυκλίους που έχουν δοθεί από το Συμψηφιστικό Γραφείο. Πέραν της προφορικής μαρτυρίας η οποία έχει παρατεθεί πιο πάνω, κατά την ακρόαση κατατέθηκε επίσης αριθμός τεκμηρίων. Το Τεκμήριο 2 όπως έχει ήδη αναφερθεί είναι η επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) η οποία έχει εκδοθεί στις 23.7.03 από την S.B Unigrowth Ltd φέρει αριθμό 01808574 για ποσό ΛΚ25.000 και ο δικαιούχος της είναι ο Σόλων Μικρομμάτης. Στο πίσω μέρος της επιταγής υπάρχει υπογραφή. Το Τεκμήριο 3 είναι και πάλι επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου), εκδότης της και πάλι η S.B Unigrowth Ltd δικαιούχος ο Σόλων Μικρομμάτης αριθμός επιταγής 01381644, ημερ. 23.12.02 για ποσό ΛΚ 12.
  8. Στο πίσω μέρος της υπάρχει επίσης υπογραφή. Κατατέθηκε επίσης ως Τεκμήριο 5 έγγραφο με τίτλο Οργανωτική Εγκύκλιος και ως Τεκμήριο 5Α επίσης μέρος του εγγράφου που ονομάζεται Οργανωτική Εγκύκλιος. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 5Α οι κατατεθείσες επιταγές της Τράπεζας Κύπρου θεωρούνται ως εκκαθαρισθείσες μετά από 3 εργάσιμες ημέρες ενώ οι κατατεθείσες επιταγές των άλλων τοπικών τραπεζών θεωρούνται ως εκκαθαρισθείσες μετά από 6 εργάσιμες ημέρες. Στο Τεκμήριο 5 υπάρχουν οδηγίες για την οπισθογράφηση μιας επιταγής, για τον όρο διγραμμισμένη επιταγή όπως και τα καθήκοντα της Τράπεζας όταν παρουσιάζεται προς πληρωμή διγραμμισμένη επιταγή. Κατατέθηκε επίσης ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο του πορίσματος της Αστυνομίας σε σχέση με την καταγγελία του Ενάγοντα εναντίον του Κυριάκου Α. Αραούζου στην οποία φαίνεται ότι οι δύο επίδικες επιταγές έχουν πλαστογραφηθεί και δεν παραδόθηκαν στον Ενάγοντα. Κατατέθηκαν επίσης ως Τεκμήριο οι ειδικοί κανονισμοί για τους σκοπούς των προνοιών του περί Συναλλαγματικών Νόμου, τροποποιητικού νόμου 32

(1)/97 οι οποίοι εκδόθηκαν από το Κυπριακό Γραφείο Συμψηφισμού Τραπεζικών Επιταγών. Ως Τεκμήριο επίσης κατατέθηκε επίσης και το Σύγγραμμα του ΜΕ2, "Η Τραπεζική Επιταγή" αποτελούμενο από δύο τόμους. Η αξιολόγηση των μαρτύρων δεν παρουσιάζει καμία δυσκολία αφού μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις των μαρτύρων, τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν και εν γένει την όλη τους συμπεριφορά στο εδώλιο. Η Νομολογία έχει καθορίσει διάφορες παραμέτρους σε σχέση με την αξιολόγηση των μαρτύρων, παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 187/07, ημερομηνίας 21.11.09, Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 244/06 ημερομηνίας 23.1.08, Χριστάκη Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά., Πολ. Έφ. 15/07, ημερομηνίας 23.5.08 και Ανδρέας Γιάγκου Σάντη ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά. Πολ. Έφ. 78/07 ημερομηνίας 20.3.09. Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν τα λεγόμενα του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο. Λαμβάνονται επίσης υπόψη, η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων στα όσα αναφέρει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο. Η ειλικρίνεια ενός μάρτυρα κρίνεται από τη θετικότητα, την αμεσότητα και τον αυθορμητισμό του. σχετικές είναι οι αποφάσεις C & Α Pelekanos Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Β ΑΑΔ 1273, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη, Π.Ε. 10825, ημερ. 26.3.2002 και Δημήτρης Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 75/2005, ημερ. 26.1.
  1. Με βάση τις πιο πάνω αρχές έρχομαι τώρα να αξιολογήσω τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν προφορικά στο Δικαστήριο. Η γνώμη μου για τον Ενάγοντα είναι θετική. Περιέγραψε στο Δικαστήριο με ακρίβεια ότι έχει επισυμβεί με το θέμα των επιταγών, στοιχειοθέτησε τη θέση του ότι υπήρξε πλαστογραφία της υπογραφής του σε ότι αφορά τις δύο επίδικες επιταγές καταθέτοντας και την Έκθεση της Αστυνομίας προς την οποία υπέβαλε καταγγελία, και δεν δίστασε να πει στο Δικαστήριο τη πάσα αλήθεια σε σχέση με τον τρόπο συνεργασίας του με τον Κυριάκο Αραούζο και το χρηματιστηριακό γραφείο S.B Unigrowth Ltd έστω και αν αυτό κατέδειξε από πλευράς του αδυναμία και/ή μη σωστή παρακολούθηση του λογαριασμού του, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη ότι είχε διετελέσει και τραπεζικός υπάλληλος για σειρά ετών και θα έπρεπε να γνωρίζει τους κινδύνους. Ο ίδιος ανέφερε ότι επέλεξε να μην έχει τακτική επικοινωνία με το χρηματιστή του και να μην ελέγχει τακτικά τα υπόλοιπα του λογαριασμού του. Ουσιαστικά παρέμεινε ήσυχος και στηρίχθηκε στην εμπιστοσύνη που είχε προς τον Κυριάκο Αραούζο και άφησε υπό τον πλήρη έλεγχο και τη φύλαξη του μεγάλο ποσό χρημάτων, περίπου ΛΚ80.
  2. Όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά ανέφερε, μόνο όταν είχε οποιαδήποτε ανάγκη για χρήματα επικοινωνούσε με τον Αραούζο και ζητούσε να του εκδοθούν επιταγές. Από τη μαρτυρία του προέκυψε ότι ουσιαστικά από τον Οκτώβριο του 2002 που ήταν η τελευταία φορά που ζήτησε οποιαδήποτε χρήματα μέχρι που ζήτησε να αποσύρει χρήματα για να αγοράσει αυτοκίνητο οπόταν και πληροφορήθηκε ότι το υπόλοιπο του ήταν ελάχιστο με αποτέλεσμα να υποβάλει τη σχετική καταγγελία στην Αστυνομία, δεν είχε οποιοδήποτε έλεγχο του λογαριασμού του. Ο ΜΕ2 έχει αναφέρει στο Δικαστήριο την εμπειρία του, τόσο την πρακτική αλλά και αυτή που προέρχεται από μελέτη και συγγραφή βιβλίου σε σχέση με το θέμα των τραπεζικών επιταγών. Όπως έχει αναφέρει και ο ίδιος η όποια γνώση του πηγάζει από την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου και τη μεγάλη ενασχόληση και έρευνα του για το συγκεκριμένο θέμα για σκοπούς συγγραφής του βιβλίου του. Ανέφερε στο Δικαστήριο τις θέσεις του σχετικά με την ερμηνεία της δίγραμμης επιταγής, της γενικής και ειδικής διγράμμισης, της οπισθογράφησης και των εχεγγύων που πρέπει να τηρούνται από τις τράπεζες σύμφωνα πάντα με το νόμο όταν παρουσιάζονται προς πληρωμή ή κατάθεση τραπεζικές επιταγές. Οι θέσεις του διαφέρουν από αυτές των ΜΥ1 και ΜΥ2 στα θέματα αυτά. Η μαρτυρία των ΜΥ 1 και ΜΥ2 κινήθηκε στις ίδιες περίπου γραμμές. Η εμπειρία και των δύο ως τραπεζικών υπαλλήλων και μάλιστα σε θέσεις που δείχνουν υπευθυνότητα δίνουν στο Δικαστήριο το δικαίωμα να στηριχθεί στη μαρτυρία τους. Δεν διαλανθάνει της προσοχής μου ότι και οι δυο μάρτυρες δεν μπορούσαν να τεκμηριώσουν τις απαντήσεις τους σε νομοθετικές πρόνοιες αναφέροντας πάντα ότι έτσι είναι η πρακτική που ακολουθούν, όμως δεν θεωρώ ότι αυτό επηρεάζει την αξιοπιστία τους. Επίσης δεν διαλανθάνει της προσοχής μου ότι ως υπάλληλοι των Εναγομένων 2 έχουν κάθε λόγο να δικαιολογήσουν τις πράξεις των συναδέλφων τους και ουσιαστικά του εργοδότη τους. Θεωρώ όμως συνολικά ότι τα όσα οι ΜΥ1 και ΜΥ2 έχουν αναφέρει δεν έχουν παραποιηθεί από τους ίδιους καθοιονδήποτε τρόπο και ότι όντος έχουν πει στο Δικαστήριο τα όσα και οι ίδιοι εφαρμόζουν καθημερινά. Όπως προκύπτει από όλα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω, τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι λίγο πολύ παραδεχτά. Είναι λοιπόν ευρήματα του Δικαστηρίου τα ακόλουθα: Ø Ο Ενάγοντας ο οποίος υπήρξε τραπεζικός υπάλληλος και εργάστηκε και για τους Εναγομένους 2, κατά το 2001 ασχολήθηκε με το Χρηματιστήριο και συγκεκριμένα στις 23.8.01 παραχώρησε ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο για πώληση μετοχών της Τράπεζας Κύπρου τις οποίες κατείχε στο Χρηματιστή Κυριάκο Α. Αραούζο του Χρηματιστηριακού Γραφείου S.B Unigrowth Ltd. Ø Στις 29.3.01 πουλήθηκαν κατ' εντολή του Ενάγοντα 30.000 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου μέσω του χρηματιστή Κυριάκου Α. Αραούζου για το συνολικό ποσό των ΛΚ79.680,
  3. Ø Το εν λόγω ποσό παρέμεινε κατ' εντολή του Ενάγοντα σε αποταμιευτικό λογαριασμό του χρηματιστηριακού γραφείου S.B Unigrowth Ltd προς όφελος του. Ø Ο Ενάγοντας δείχνοντας εμπιστοσύνη στον Κυριάκο Α. Αραούζο δεν προέβαινε σε λεπτομερή έλεγχο του υπόλοιπου του λογαριασμού του, όποτε χρειαζόταν χρήματα ζητούσε το ανάλογο ποσό από τον Αραούζο το οποίο ελάμβανε συνήθως με επιταγές της S.B Unigrowth Ltd. Ø Μεταξύ 15.5.01 και 3.10.02 του επιστράφηκε μέρος του ποσού και συγκεκριμένα συνολικό ποσό ΛΚ17589,45 με επιταγές του χρηματιστηριακού γραφείου S.B Unigrowth Ltd αφού προηγουμένως είχε αξιώσει το αντίστοιχο ποσό από τον Αραούζο. Ø Στις 23.12.02 και στις 23.7.03 εκδόθηκαν από το χρηματιστηριακό γραφείο S.B Unigrowth Ltd δύο επιταγές της Εθνικής Τράπεζας (Κύπρου), τα Τεκμήρια 2 και 3, για συνολικό ποσό ΛΚ37.000 με δικαιούχο τον Ενάγοντα οι οποίες παρουσιάστηκαν στους Εναγόμενους 2 με πλαστογραφημένη οπισθογράφηση και κατατέθηκαν σε λογαριασμό του Αραούζου τον οποίο διατηρούσε σε υποκατάστημα των Εναγομένων 2 στο Στρόβολο. Ø Ο Ενάγοντας τελούσε εν αγνοία για τα πιο πάνω, τα οποία πληροφορήθηκε σε κατοπινό στάδιο όταν ζήτησε να αποσύρει χρήματα για σκοπούς αγοράς αυτοκινήτου και πληροφορήθηκε ότι το υπόλοιπο στο λογαριασμό που διατηρούσε στο χρηματιστηριακό γραφείο S.B Unigrowth Ltd ήταν χαμηλό. Ø Ο Ενάγοντας κατάγγειλε την υπόθεση στο Τμήμα Διερεύνησης Οικονομικού Εγκλήματος της Αστυνομίας και μετά από διερεύνηση της καταγγελίας διαφάνηκε ότι οι δύο επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 2 και 3, είχαν πλαστογραφηθεί και ουδέποτε οπισθογραφήθηκαν από το δικαιούχο τους, δηλαδή τον Ενάγοντα. Ø Και οι δύο πιο πάνω επιταγές κατατέθηκαν σε λογαριασμό του Κυριάκου Αραούζου που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου με αρ. 0117-11-
  4. Ø Ο Κυριάκος Α. Αραούζος απεβίωσε εν τω μεταξύ, και ο Ενάγοντας στις 28.9.06 εξασφάλισε απόφαση υπέρ του και εναντίον του Διαχειριστή της περιουσίας του για ποσό ΛΚ45.000 πλέον τόκο 8% ετησίως από 21.2.06 πλέον έξοδα. Ø Οι διγραμμισμένες επιταγές (crossed cheques) οι οποίες είναι διγραμμισμένες με γενική διγράμμιση πληρώνονται μόνο μέσω του λογαριασμού του προσώπου που την παρουσιάζει και όχι σε μετρητά. Ø Μια επιταγή μπορεί να διαβιβαστεί από το δικαιούχο της σε άλλο πρόσωπο με οπισθογράφηση δηλαδή με την υπογραφή της επιταγής συνήθως στο πίσω μέρος από το δικαιούχο. Σύμφωνα με το Σύγγραμμα Branch Banking Law & Practice, 3rd Edition, P. Gerrard, E.P. Doyle, 1990, Northwich Publisher, Worcester «The main objective of crossing a cheque is to provide a measure of protection for the drawer (or holder). This is typified by the fact that a drawee bank (i.e. the paying bank) will not usually encash a crossed cheque unless this is to the drawer or his known agent. For this reason, third parties (i.e. payees or endorsees) can only get value for a cheque by presenting it for payment through a bank account. Thus, a collecting bank takes the cheque and submits it to the drawee bank for payment» Επίσης στο ίδιο Σύγγραμμα στη σελίδα 4-9 στην παράγραφο 4.22 με τίτλο "Duty of a paying banker when paying a crossed cheque", αναφέρονται τα ακόλουθα: "A bank must pay cheques in accordance with their crossings and, in so doing, is deemed to have paid the true owner, whether this is so or not: s.
  5. Thus, a cheque crossed generally should be paid to a bank, whereas a specially crossed cheque must be paid to the specified bank. If a bank does not pay another bank, it will only get a good discharge if it pays the true owner. For this reason, a bank only cases crossed cheques across the counter to the drawer or his known agent, because it would be difficult, if not impossible, to establish that the presenter of the cheque was the true owner." Χρήσιμη αναφορά είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το Σύγγραμμα Χρ. Λουκά "Τραπεζική Επιταγή" Τόμος 1, σελ. 369-370 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: "Αποτέλεσμα της διγράμμισης: Και τα δύο είδη διγράμμισης (εννοεί γενική ή ειδική διγράμμιση) αποτελούν ειδική εντολή που απευθύνεται προς την πληρώτρια τράπεζα να πληρώσει τη δίγραμμη επιταγή μέσω άλλου τραπεζίτη ειδικότερα η γενική διγράμμιση έχει ως αποτέλεσμα ότι η πληρώτρια τράπεζα μπορεί να πληρώσει την επιταγή μόνο σε άλλο τραπεζίτη". Σχετική καθοδήγηση μπορεί επίσης να αντληθεί από την απόφαση Wellfit Engineering Co Ltd v. Άκη Χαπίδη
(2004)2ΑΑΔ 271, η οποία αν και είναι ποινική και αφορά άλλα θέματα διαπραγματεύεται και το την έννοια της γενικά οπισθογραφημένης επιταγής και του αποτελέσματος της, σχετικές είναι οι σελίδες 276 και 277 της απόφασης. Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι τα ερωτήματα τα οποία το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει είναι ουσιαστικά νομικής φύσεως. Τα ερωτήματα αυτά είναι τα ακόλουθα: - Κατά πόσο τα Τεκμήρια 2 και 3 είναι δίγραμμες επιταγές, - Εάν η απάντηση στην πιο πάνω ερώτηση είναι καταφατική, τι είδους δίγραμμες επιταγές είναι, - Κατά πόσο οι εν λόγω επιταγές μπορούσαν να μεταβιβαστούν, - Ποια τα καθήκοντα των Εναγομένων 2 μέσω των τραπεζικών τους υπαλλήλων στους οποίους παρουσιάστηκαν οι επιταγές, δηλαδή τι έπρεπε να ελέγξουν - Ποια είναι η ορθή πρακτική με βάση πάντοτε και το νόμο που διέπει το θέμα σε σχέση με την εξαργύρωση και/ή τίμηση των εν λόγω επιταγών. Σε σχέση με την επιταγή Τεκμήριο 2 οι θέσεις των μερών διίστανται αναφορικά με το ερώτημα του κατά πόσο η επιταγή αυτή είναι διγραμμισμένη. Με βάση το Άρθρο 76 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262 "
  1. Όταν επιταγή φέρει εγκαρσίως ή καθέτως της πρόσθιας όψης αυτής προσθήκη:
  2. (α) των λέξεων "και συντροφιά" ή οποιαδήποτε σύντμησή τους μεταξύ δύο παράλληλων εγκάρσιων γραμμών, είτε με είτε χωρίς τις λέξεις "μη διαπραγματεύσιμη" ή (β) απλώς, δύο παράλληλων εγκάρσιων γραμμών, είτε με είτε χωρίς τις λέξεις "μη διαπραγματεύσιμη" η προσθήκη αυτή συνιστά διγράμμιση και η επιταγή είναι γενικά διγραμμισμένη
  3. Όταν επιταγή φέρει εγκαρσίως ή καθέτως της πρόσθιας όψης αυτή προσθήκη του ονόματος τραπεζίτη, είτε με είτε χωρίς τις λέξεις "μη διαπραγματεύσιμη", η προσθήκη αυτή συνιστά διγράμμιση και η επιταγή είναι διγραμμισμένη ειδικά και για τον τραπεζίτη αυτό." Επομένως δίγραμμη επιταγή είναι η επιταγή που φέρει στο μπροστινό μέρος της δύο παράλληλες διαγώνιες γραμμές στη μπροστινή της όψη μεταξύ των οποίων μπορούν να προστεθούν οι λέξεις "και συντροφία" με ή χωρίς τις λέξεις μη διαπραγματεύσιμη, απλώς δύο παράλληλες διαγώνιες γραμμές με ή χωρίς τις λέξεις μη διαπραγματεύσιμη ή το όνομα μιας Τράπεζας με ή χωρίς τις λέξεις μη διαπραγματεύσιμη. Η διγράμμιση μπορεί να είναι γενική ή ειδική. Η γενική διγράμμιση με βάση το Άρθρο 76
(1)(α) και (β) συνίσταται στη χάραξη δύο απλών εγκάρσιων γραμμών που συνήθως είναι κάθετες και διασχίζουν το κείμενο της επιταγής. Αντίθετα η ειδική διγράμμιση σύμφωνα με το Άρθρο 76
(1)(γ) και 76
(2)του περί Συναλλαγματικών Νόμου είναι αυτή η οποία φέρει μεταξύ των δύο παράλληλων γραμμών το όνομα συγκεκριμένου τραπεζίτη. Και τα δύο είδη διγράμμισης αποτελούν ειδική εντολή που απευθύνεται προς την πληρώτρια τράπεζα να πληρώσει τη δίγραμμη επιταγή μέσω άλλου τραπεζίτη. Ο διαχωρισμός των δύο ειδών διγράμμισης έχει σημασία σε ότι αφορά την εν λόγω εντολή αφού διγράμμιση μιας επιταγής αποτελεί ουσιώδεις οδηγίες προς την τράπεζα η οποία έχει υποχρέωση να τις ακολουθήσει πιστά. Η πληρωμή μιας διγραμμισμένης επιταγής πρέπει να γίνεται μέσω του λογαριασμού του πελάτη που την παρουσιάζει και ο νόμος δεν παρέχει προστασία στην τράπεζα σε περίπτωση πληρωμής από αυτή σε μετρητά διγραμμισμένης επιταγής έστω και αν ο πελάτης είναι καλά γνωστός στην τράπεζα. Είναι ξεκάθαρο και αποτελεί ουσιαστικά και παραδεχτό γεγονός ότι η επιταγή Τεκμήριο 3 είναι διγραμμισμένη επιταγή με γενική διγράμμιση. Βλέποντας το Τεκμήριο 2 και έχοντας κατά νου τις προϋποθέσεις του νόμου σε σχέση με τη δίγραμμη επιταγή, επίσης αντλώ καθοδήγηση και από το σύγγραμμα του Χριστάκη Λουκά "Τραπεζική Επιταγή" δεύτερη έκδοση 1997 Τόμος 1 σσ. 262-269, είναι η θέση μου ότι το Τεκμήριο 2 δεν αποτελεί δίγραμμη επιταγή. Οι δύο παράλληλες γραμμές που έχουν τοποθετηθεί στην τελευταία γραμμή της επιταγής εκεί που υπάρχει αναφορά για το ποσό είναι απλά για να ακυρώσουν την τελευταία γραμμή της επιταγής η οποία είναι κενή. Έτσι είναι η θέση μου ότι το Τεκμήριο 2 δεν αποτελεί διγραμμισμένη επιταγή ενώ το Τεκμήριο 3 είναι γενικά διγραμμισμένη επιταγή, σύμφωνα με το Άρθρο 76
(1)(α) του Κεφ.
  1. Θα συμφωνήσω με τη θέση της κας Κραμβή ότι στην ουσία το κατά πόσο οι εν λόγω επιταγές, Τεκμήρια 2 και 3, είναι ή όχι διγραμμισμένες δεν είναι ιδιαίτερης σημασίας διότι ως επιταγές που αν ήταν και οι δυο διγραμμισμένες η διγράμμιση τους είναι γενική, είναι μεταβιβάσιμες και θα μπορούσαν να κατατεθούν σε λογαριασμό άλλον από αυτό του δικαιούχου εφόσον βέβαια υπήρχε οπισθογράφηση σε αυτές. Νοείται ότι σε τέτοια περίπτωση θα κατατίθεντο στο λογαριασμό του πελάτη που θα τις παρουσίαζε στην Τράπεζα. Υπάρχει κάθετη διαφωνία και αντίστοιχη προώθηση θέσεων μεταξύ των δύο συνηγόρων σε σχέση με το θέμα αυτό. Είναι η θέση του κ. Κούτρα επικαλούμενος προς τούτο και τη μαρτυρία του Ενάγοντα σαν πρώην τραπεζικού υπαλλήλου αλλά ειδικότερα του ΜΕ2 ως ειδικού επί του θέματος, ότι σε κανένα από τα δύο Τεκμήρια 2 και 3 δεν υπάρχει κανονική οπισθογράφηση καθότι το όνομα του προσώπου που φαίνεται να έχει οπισθογραφήσει της επιταγές δεν είναι ευανάγνωστο. Ήταν η εισήγηση του ότι η πληρώτρια τράπεζα, οι Εναγόμενοι 2, θα έπρεπε να προβούν σε περαιτέρω έλεγχο να διαπιστώσουν κατά πόσο όντως η υπογραφή του προσώπου που την οπισθογράφησε ήταν του δικαιούχου δηλαδή του Ενάγοντα και μετά να αποδεχτούν την επιταγή για κατάθεση. Επομένως είναι η θέση του στο σημείο αυτό πρώτο ότι δεν υπήρξε κανονική οπισθογράφηση και επαναλαμβάνω ο ουσιαστικότερος λόγος γι' αυτό το θέμα είναι ότι δεν είναι ευανάγνωστο το όνομα του προσώπου που την έχει οπισθογραφήσει, και κατά δεύτερο ότι οι Εναγόμενοι 2 αμελώς θεώρησαν ότι ήταν κανονικά οπισθογραφημένη επιταγή και προχώρησαν και την κατέθεσαν στον λογαριασμό του προσώπου που την παρουσίασε. Εντελώς αντίθετη ήταν η θέση της κας Κραμβή η οποία στηρίχθηκε στη μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2 τόσο σε ότι αφορά την οπισθογράφηση, σύμφωνα με αυτούς δεν υπάρχει καμία υποχρέωση στον οπισθόγραφο μιας επιταγής να γράφει ευκρινώς το όνομα του, αντίθετα κάθε άτομο είναι ελεύθερο να οπισθογραφήσει μια επιταγή με τη συνήθη υπογραφή του, έστω και αν είναι "τζίφρα", αλλά και σε ότι αφορά την υποχρέωση του υπαλλήλου τράπεζας επί της οποίας παρουσιάζεται τέτοια επιταγή η οποία είναι μόνο να ελέγξει την κανονικότητα μιας επιταγής και ειδικότερα κατά πόσο υπάρχει οπισθογράφηση και σε καμία περίπτωση δεν υπάρχει καθήκον ελέγχου της γνησιότητας και/ή αυθεντικότητας των υπογραφών μιας επιταγής. Η επιταγή θεωρείται είδος αξιογράφου και τίθεται σε κυκλοφορία όταν μεταβιβαστεί από ένα πρόσωπο σε άλλο με τέτοιο τρόπο ώστε να καταστήσει το πρόσωπο στο οποίο μεταβιβάζεται κάτοχο αυτής. Η μεταβίβαση γίνεται ανάλογα με τον τύπο της επιταγής. Η οπισθογράφηση είναι ένας ιδιαίτερος τρόπος μεταβίβασης της επιταγής και συνίσταται σε σχετική σημείωση συνήθως στο πίσω μέρος της επιταγής που συμπληρώνεται με την υπογραφή του δικαιούχου και την παράδοση της στον εξ οπισθογραφήσεως δικαιούχο. Σχετικό είναι το Άρθρο 2 του περί Συναλλαγματικών Νόμου. Δηλαδή η οπισθογράφηση αποτελεί μια περαιτέρω εντολή προς την πληρώτρια τράπεζα όχι από τον εκδότη της αλλά από τον οπισθογραφών να πληρώσει το ποσό της επιταγής στο πρόσωπο στο οποίο γίνεται η οπισθογράφηση. Για να είναι έγκυρη μια οπισθογράφηση πρέπει να τηρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται στο Άρθρο 32 του Κεφ.
  2. Το εν λόγω Άρθρο προνοεί τα εξής:
  3. "Οπισθογράφηση για να ισχύει ως διαπραγμάτευση πρέπει να πληροί τους ακόλουθους όρους, δηλαδή: (α) πρέπει να γράφεται επί της ίδιας της συναλλαγματικής και να υπογράφεται από τον οπισθογράφο. Η απλή υπογραφή του οπισθογράφου επί της συναλλαγματικής, χωρίς πρόσθετες λέξεις, είναι επαρκής. Οπισθογράφηση γραμμένη επί προσθέματος, ή επί "αντιγράφου" συναλλαγματικής που εκδόθηκε ή διαπραγματεύτηκε σε χώρα στην οποία αναγνωρίζονται "αντίγραφα" θεωρείται ότι είναι γραμμένη επί της ίδιας της συναλλαγματικής (β) πρέπει να είναι οπισθογράφηση της όλης συναλλαγματικής. Μερική οπισθογράφηση, δηλαδή, οπισθογράφηση η οποία σκοπεί τη μεταβίβαση τον προς ον η οπισθογράφηση μέρος μόνου του πληρωτέου ποσού, ή η οποία σκοπεί τη μεταβίβαση της συναλλαγματικής σε δύο ή περισσότερους υπέρ των οποίων η οπισθογράφηση χωριστά δεν ισχύει ως διαπραγμάτευση της συναλλαγματικής (γ) όταν συναλλαγματική είναι πληρωτέα σε διαταγή δύο ή περισσότερων δικαιούχων ή υπέρ των οποίων η οπισθογράφηση οι οποίοι δεν είναι συνέταιροι, όλοι πρέπει να οπισθογραφήσουν, εκτός αν ο ένας ο οποίος οπισθογραφεί έχει εξουσία να οπισθογραφεί για τους άλλους (δ) όταν, σε συναλλαγματική είναι πληρωτέα σε διαταγή, ο δικαιούχος ή ο υπέρ του οποίου η οπισθογράφηση προσδιορίζεται εσφαλμένα ή το όνομα του αναγράφεται εσφαλμένα, αυτός δύναται να οπισθογραφήσει τη συναλλαγματική όπως αναφέρεται σε αυτή, προσθέτοντας, αν το θεωρεί σκόπιμο, την κανονική του υπογραφή (ε) όταν σε συναλλαγματική υπάρχουν δύο ή περισσότερες οπισθογραφήσεις, κάθε οπισθογράφηση θεωρείται ότι έγινε με τη σειρά που εμφανίζεται στη συναλλαγματική, μέχρις απόδειξης του εναντίον (στ) οπισθογράφηση δύναται να γίνει εν λευκώ ή ειδική. Δύναται επίσης να περιέχει ορισμένους όρους που να καθιστούν αυτή περιοριστική." Με βάση τα πιο πάνω η οπισθογράφηση πρέπει να υπογράφεται από τον οπισθογράφο. Με βάση δε το Άρθρο 32 (α) η απλή υπογραφή (δική μου υπογράμμιση) του οπισθογράφου είναι αρκετή. Σύμφωνα με την Οργανωτική Εγκύκλιο που αφορά τις οδηγίες προς τις τράπεζες όταν παρουσιάζονται σε αυτές επιταγές είτε για πληρωμή είτε για κατάθεση, και ειδικότερα σύμφωνα με την παράγραφο 5.1.5 του Τεκμηρίου 5 μια από τις βασικές κατηγορίες οπισθογράφησης είναι η οπισθογράφηση "εν λευκώ" η οποία περιορίζεται σε απλή τοποθέτηση της υπογραφής του δικαιούχου στο πίσω μέρος της επιταγής χωρίς όρους και χωρίς τον καθορισμό οποιουδήποτε νέου δικαιούχου. Προκύπτει σαφώς ότι και οι δύο επιταγές, Τεκμήρια 2 και 3, είναι οπισθογραφημένες "εν λευκώ". Θεωρώ από τα πιο πάνω ότι δεν υφίσταται καμία υποχρέωση και σίγουρα καμία νομική προϋπόθεση ότι κατά την οπισθογράφηση μιας επιταγής θα πρέπει να αναφέρεται ολογράφως το όνομα του προσώπου που την οπισθογραφεί. Αντίθετα η απλή υπογραφή του είναι αρκετή. Σύμφωνα με το Άρθρο 34
(1)"οπισθογράφηση εν λευκώ δεν καθορίζει τον υπέρ του οποίου η οπισθογράφηση, και συναλλαγματική οπισθογραφημένη με τον τρόπο αυτό καθίσταται πληρωτέα στον κομιστή". Θεωρώ λοιπόν ότι και τα δυο τεκμήρια που έχουν αναφερθεί πιο πάνω είναι δεόντως οπισθογραφημένα δηλαδή υπάρχει υπογραφή σε αυτά. Αποτελεί παραδεχτό γεγονός ότι η εν λόγω υπογραφή δεν είναι η υπογραφή του δικαιούχου δηλαδή του Ενάγοντα. Επομένως εκείνο που πρέπει να απαντηθεί στη συνέχεια είναι το κατά πόσο οι Εναγόμενοι 2 όταν τους παρουσιάστηκαν οι δύο αυτές επιταγές για κατάθεση έπραξαν σύμφωνα με τη νομοθεσία, την πρακτική των τραπεζών και με επιμέλεια αποδεχόμενες τις για κατάθεση στο λογαριασμό του προσώπου που τις παρουσίασε, που ήταν ο Κυριάκος Α. Αραούζος. Θέση της κας Κραμβή ήταν ότι εφόσον οι υπάλληλοι των Εναγομένων 2 εξέτασαν την κανονικότητα των επιταγών, δηλαδή ότι υπήρχε σε αυτές ημερομηνία, το ποσό ολογράφως και αριθμητικώς που ήταν το ίδιο, οι υπογραφές του εκδότη, το όνομα του δικαιούχου και οπισθογράφηση, και ικανοποιήθηκαν ότι οι επιταγές ήταν κανονικές τότε ενεργώντας με βάση το πνεύμα του νόμου και τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας αλλά και με δεδομένο ότι δεν υπήρχε ούτε η υποχρέωση ούτε η δυνατότητα να ελεγχθεί η γνησιότητα της υπογραφής τότε ορθά έπραξαν. Αντίθετη ήταν η θέση που προώθησε ο κ. Κούτρας ο οποίος υποστήριξε ότι οι υπάλληλοι των Εναγομένων 2 δεν έπρεπε να θεωρήσουν ότι οι επίδικες επιταγές ήταν δεόντως οπισθογραφημένες. Ο ίδιος ο Ενάγοντας ο οποίος είχε και εμπειρία ως τραπεζικός υπάλληλος συμφώνησε με τους ΜΥ1 και ΜΥ2 ότι ο τραπεζικός υπάλληλος έχει υποχρέωση μόνο να ελέγξει την κανονικότητα της επιταγής και όχι τη γνησιότητα της. Ο ΜΕ2 στο σύγγραμμα του "H Τραπεζική Επιταγή" σελ. 512 συμφωνεί και ο ίδιος με τη θέση ότι η υποχρέωση του τραπεζίτη περιορίζεται στην εξέταση της κανονικότητας και όχι της γνησιότητας της οπισθογράφησης. Μάλιστα αναφέρει ότι "είναι δύσκολο για τον τραπεζίτη να αποφασίσει το ουσιαστικό κύρος των υπογραφών διότι τις περισσότερες φορές οι οπισθογράφοι είναι πρόσωπα άγνωστα του θα αποτελούσε τεράστιο βάρος για την τράπεζα εάν επιβαλλόταν σε αυτή η ευθύνη της εξέτασης της γνησιότητας των οπισθογραφήσεων." Στην υπόθεση Arab Bank v. Ross
(1952)2 QB 216 ο Lord Denning ανέφερε ότι η οπισθογράφηση θεωρείται αντικανονική οποτεδήποτε δημιουργεί αμφιβολίες αν είναι η οπισθογράφηση του κατονομαζόμενου δικαιούχου και επίσης ανέφερε ότι το θέμα αυτό είναι καλύτερα να απαντάται από τους τραπεζικούς λειτουργούς παρά από τους δικηγόρους και/ή τους Δικαστές επειδή είναι οι τραπεζικοί λειτουργοί που είναι κάθε μέρα σε επαφή με τα ζητήματα οπισθογραφήσεων. Κατ' εφαρμογή των πιο πάνω αρχών και με βάση τη μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2 οι υπάλληλοι των Εναγομένων 2 φαίνεται να έχουν ακολουθήσει πιστά και τη νομοθεσία και τις εγκυκλίους που αφορούν τη εφαρμογή της. Οι επιταγές Τεκμήρια 2 και 3 φαίνεται ότι πληρούν τα στοιχεία της κανονικότητας με βάση και την προηγούμενη θέση μου ως προς την κανονικότητα της οπισθογράφηση τους. Τα Άρθρα 60 και 82 του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 προσφέρουν προστασία στην πληρώτρια τράπεζα νοουμένου ότι η πληρωμή έχει γίνει με καλή πίστη και κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της πληρώτριας τράπεζας. Συγκεκριμένα το Άρθρο 60 του εν λόγω Νόμου προνοεί: "60. Όταν συναλλαγματική πληρωτέα σε διαταγή εν όψει εκδίδεται επί τραπεζίτη, και ο τραπεζίτης επί του οποίου εκδίδεται πληρώνει τη συναλλαγματική καλή τη πίστει και στη συνήθη πορεία των εργασιών, δεν επιβάλλεται στον τραπεζίτη να δείξει ότι η οπισθογράφηση του δικαιούχου ή οποιαδήποτε μεταγενέστερη οπισθογράφηση έγινε από ή με εξουσιοδότηση του προσώπου του οποίου η οπισθογράφηση εμφανίζεται ότι είναι, και ο τραπεζίτης θεωρείται ότι έχει πληρώσει προσηκόντως τη συναλλαγματική παρόλο που η οπισθογράφηση αυτή πλαστογραφήθηκε ή έγινε χωρίς εξουσιοδότηση". Το Άρθρο 82 Α
(1)του Νόμου προνοεί ότι: "82. Στην περίπτωση όπου τραπεζίτης με καλή πίστη και κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών πληρώνει επιταγή η οποία έχει συρθεί επ' αυτού και η οποία δεν είναι οπισθογραφημένη ή είναι μη κανονικά οπισθογραφημένη, με αυτή του την πράξη δεν φέρει ευθύνη για μόνο το λόγο της απουσίας ή της αντικανονικότητας της οπισθογράφησης και συνεπώς θεωρείται ότι έχει πληρώσει την επιταγή κατά προσήκοντα τρόπο". Επομένως με βάση τα πιο πάνω είναι η θέση μου ότι παρέχεται προστασία στους Εναγομένους 2 στην παρούσα υπόθεση εφόσον αποτελεί εύρημα μου ότι και οι δύο επίδικες επιταγές, η μία κανονική επιταγή (Τεκμήριο 2) η άλλη διγραμμισμένη επιταγή η οποία έχει διγραμμιστεί γενικά (Τεκμήριο 3) κατατέθηκαν ως η πρακτική που ακολουθείται από τις Τράπεζες αλλά και σύμφωνα με το νόμο στο λογαριασμό του προσώπου που τις παρουσίασε αφού προηγουμένως οι αρμόδιοι υπάλληλοι των Εναγομένων 2 εξέτασαν ως όφειλαν την κανονικότητα τους και ικανοποιήθηκαν για αυτή. Συνεπώς η πληρωμή με τον τρόπο που έγινε και των δύο επιταγών δηλαδή η κατάθεση των επιταγών στο λογαριασμό του προσώπου που τις παρουσίασε, έγινε κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών των Εναγομένων 2 και χωρίς να επιδείξουν αμέλεια. Αντλώ καθοδήγηση για το θέμα αυτό από την παλαιά υπόθεση Crumplin v. London Joint Stock Bank
(1913)19 Com. Cas. 69. Πέραν των πιο πάνω, σημειώνω ότι και οι δύο επιταγές Τεκμήρια 2 και 3 εφόσον ήταν άλλης τράπεζας και όχι της Εναγόμενης 2, συγκεκριμένα ήταν επιταγές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου), σύμφωνα με την οργανωτική εγκύκλιο, Τεκμήριο 5Α, για να θεωρηθούν ως εκκαθαρισθείσες έπρεπε να παρέλθουν 6 εργάσιμες ημέρες. Στο χρονικό διάστημα αυτό ο Ενάγοντας, εάν ήταν ο ίδιος επιμελής και προσεκτικός σε ότι αφορά το λογαριασμό που διατηρούσε στο χρηματιστηριακό γραφείο S.B Unigrowth Ltd και ενημερωνόταν τακτικά για το υπόλοιπο του, πιθανό να μπορούσε να αντιδράσει έγκαιρα πριν οι εν λόγω επιταγές να εκκαθαριστούν να κάνει τις παραστάσεις του και να πετύγχαινε να μην εκκαθαρίζονταν τελικά. Ως εκ των ανωτέρω η απαίτηση του Ενάγοντα αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 2 και εναντίον του Ενάγοντα τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας στην κλίμακα του ποσού των δύο επιταγών. (Υπ.) ............ Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /εκ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.