← Κύπρος

Σοφοκλή Κυπριανού ν. Γεωργίας Παπανικολάου, Αρ. Αγωγής 3825/2008, 13/9/2012

Σοφοκλή Κυπριανού ν. Γεωργίας Παπανικολάου, Αρ. Αγωγής 3825/2008, 13/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A270 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3825/2008 ΜΕΤΑΞΥ: Σοφοκλή Κυπριανού -και- Γεωργίας Παπανικολάου 13 Σεπτεμβρίου 2012 Για τoν ενάγοντα: κος Τρίγγας Για την εναγόμενη: κος Χατζηπαναγιώτου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ασύνηθες όσο και αν είναι, η αξίωση του ενάγοντα στρέφεται εναντίον της πρώην συζύγου του και αφορά ποσό Λ.Κ.30.000 που της κατέβαλε, όπως ισχυρίζεται, ως διατροφή των δυο ανήλικων τέκνων τους για ολόκληρη την περίοδο μέχρι και την ενηλικίωσή τους. Από τη δικογραφημένη εκδοχή των διαδίκων τα πιο κάτω προκύπτουν ως παραδεκτά γεγονότα. Ο ενάγων και η εναγομένη τέλεσαν γάμο την 03.11.

  1. Ο γάμος τους, που δεν έμελλε να κρατήσει και πολύ, λύθηκε την 13.05.2003 μετά από απόφαση του οικογενειακού δικαστηρίου στην αίτηση 133/
  2. Από το γάμο τους απέκτησαν δυο παιδιά. Είναι τούτα ο Χριστόφορος, γεννηθείς την 18.08.2000 και ο Στυλιανός, γεννηθείς την 27.04.
  3. Την 03.12.2002 οι διάδικοι υπέγραψαν συμφωνητικό έγγραφο. Τούτο είναι το τεκμήριο
  4. Το περιεχόμενο τούτου και οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες συνομολογήθηκε συμπλέκονται με τα επίδικα θέματα και εξετάζονται πιο κάτω. Σε αυτό το στάδιο εκείνο που αξίζει να αναφερθεί είναι πως οι παραγράφοι 4 και 5 του τεκμηρίου 2 αναφέρουν ότι∙ "
  5. Η Α' Συμβαλλόμενη (δηλαδή η εναγομένη) συμφωνεί και αποδέχεται όπως ο Β' Συμβαλλόμενος (δηλαδή ο ενάγων) καταβάλει ως συνεισφορά το ποσό των £30,000 τοις μετρητοίς για την διατροφή των ανηλίκων τέκνων τους Χριστόφορο και Στυλιανό Κυπριανού μέχρι της ενηλικιώσεως τους.
  6. Με την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας η Α' Συμβαλλόμενη δηλώνει ότι έλαβε το ποσό των £30,000 τοις μετρητοίς από τον Β' Συμβαλλόμενο ως συνεισφορά του στην διατροφή των ανηλίκων τέκνων του μέχρι της ενηλικιώσεως τους και η παρούσα συμφωνία αποτελεί απόδειξη είσπραξης του εν λόγω ποσού". Κοινό τόπο αποτελεί επίσης ότι προτού οι διάδικοι συνομολογήσουν το τεκμήριο 2, και συγκεκριμένα την 12.11.2002, η εναγομένη εξέδωσε προς όφελος του ενάγοντα απόδειξη είσπραξης του ποσού που αναφέρεται στη συμφωνία τεκμήριο
  7. Η εν λόγω απόδειξη είναι το τεκμήριο 3 και αναφέρει ότι∙ "Εγώ η Γεωργία Παπανικολάου μητέρα των ανηλίκων Χριστόφορου και Στυλιανού Κυπριανού έλαβα σήμερα από το πατέρα τους Σοφοκλή Κυπριανού το ποσό των £30,000 προς πλήρη εξόφληση της συνεισφοράς του στην διατροφή των ανηλίκων τέκνων του μέχρι της ενηλικιώσεως τους". Και σε αυτή την περίπτωση οι περιστάσεις που περιβάλλουν την παραδεχτή κατά τα άλλα έκδοση της απόδειξης τεκμήριο 3, δεν είναι παραδεχτές και οι εκατέρωθεν θέσεις διΐστανται. Οι διάδικοι συμφωνούν περαιτέρω ότι πριν τη λύση του γάμου, και ενώ τελούσαν σε διάσταση, αποφάσισαν να δώσουν άλλη μια ευκαιρία στο γάμο τους. Συμφωνούν εν προκειμένω ότι αυτή η προσπάθεια κατεβλήθη πριν την υπογραφή του τεκμηρίου 2, δηλαδή πριν την 03.12.
  8. Διαφωνούν όμως ως προς το κατά πόσο ήταν πριν ή κατά την υπογραφή του τεκμηρίου 3, δηλαδή την 12.11.2002, και πόσο χρόνο κράτησε αυτή η προσπάθεια. Εν κατακλείδι είναι παραδεχτό ότι η εναγομένη καταχώρισε αγωγή εναντίον του ενάγοντα, την υπ' αριθμό 10003/03, με την οποία αιτείτο ακύρωση του τεκμηρίου 2 και διατείνετο ότι ουδέποτε εισέπραξε το ποσό των Λ.Κ.30000, την οποία, αγωγή, απέσυρε στη συνέχεια. Παράλληλα, εναντίον του ενάγοντα καταχώρισε και την αίτηση διατροφής 164/03, στα πλαίσια της οποίας την 07.03.2008 ο ενάγων διατάχθηκε να καταβάλλει στην εναγομένη ποσό €376 μηνιαίως ως συνεισφορά στη διατροφή των ανήλικων τέκνων του. Η δικογραφημένη εκδοχή του ενάγοντα είναι πως η διάσταση του ζεύγους επήλθε κατά ή περί το Νοέμβριο του 2002 όταν κοινή απόφαση του ζεύγους ήταν η οριστική και αμετάκλητη επίλυση όλων των μεταξύ τους οικονομικών και περιουσιακών διαφορών, και γι' αυτό την 03.12.2002 υπέγραψαν το συμφωνητικό έγγραφο - τεκμήριο
  9. Περαιτέρω, είναι η θέση του ενάγοντα ότι την 12.11.2002 κατέβαλε στην εναγομένη το ποσό των Λ.Κ.30000 και γι' αυτό η τελευταία εξέδωσε και υπέγραψε την απόδειξη είσπραξης τεκμήριο 3 και στη συνέχεια υπέγραψε και το τεκμήριο 2 που επίσης συνιστά απόδειξη ότι έλαβε το πιο πάνω ποσό. Ως εκ τούτου, διατείνεται ο ενάγων, η εκ των υστέρων έκδοση διατάγματος διατροφής από το οικογενειακό δικαστήριο για ποσό €376 μηνιαίως, διατροφή την οποία ανελλιπώς καταβάλλει από της εκδόσεως του διατάγματος, κατέστησε την εναγομένη πλουσιότερη 'δι' αιτίαν η οποία τελικώς δεν εξετελέσθη και/ή δια αιτίαν πεπερασμένην και/ή λήξασα και/ή κατέστη αδικαιολογήτως πλουτίσασα εις βάρος του ενάγοντος', καθώς ότι η τελευταία κατακρατά αυτό το ποσό καταχρηστικώς και/ή άνευ νόμιμης και/ή συμφωνηθείσας αιτίας. Είναι γι' αυτούς τους λόγους που αιτείται επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.30000 πλέον τόκο προς 8% από 12.11.2002 και διάταγμα του δικαστηρίου ότι 'το μέρος του συμφωνητικού εγγράφου ημερομηνίας 03.12.2002 που υπογράφτηκε μεταξύ των διαδίκων και το οποίο αφορά την καταβολή του ποσού των Λ.Κ.30.000 - από τον ενάγοντα προς την εναγομένη ως συνεισφορά του στην διατροφή των δύο ανήλικων τέκνων τους είναι άκυρο και/ή ακυρώσιμο και/ή άνευ νομικής ισχύος και/ή ότι αποτελεί αιτίαν μη επακολουθείσα και/ή πεπερασμένη'. Στον αντίποδα η δικογραφημένη εκδοχή της εναγομένης, η οποία παραδέχεται ότι υπέγραψε τα τεκμήρια 2 και 3, είναι ότι ουδέποτε έλαβε από τον ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.
  10. Είναι η θέση της ότι η διάσταση του ζεύγους επήλθε τον Οκτώβριο του
  11. Η προσπάθεια συμφιλίωσης κατεβλήθη αρχές Νοεμβρίου 2002 και εντός αυτής της περιόδου ήταν που έγινε συνάντηση στο γραφείο του δικηγόρου του ενάγοντα και υπογράφτηκε η απόδειξη τεκμήριο
  12. Διατείνεται εν προκειμένω ότι η υπογραφή της στο τεκμήριο 3 αποσπάστηκε μετά από υποβολή και απαίτηση του ενάγοντα που εκμεταλλεύτηκε την αβουλία και/ή σύγχυσή της σε χρόνο που η ίδια ήταν υποχείριό του. Περαιτέρω, υποστηρίζει η υπεράσπιση, η προσπάθεια συμφιλίωσης των διαδίκων κράτησε μόνο τρεις εβδομάδες λόγω του ότι η συμπεριφορά του ενάγοντα δεν άλλαξε. Την 03.12.2002, και καθ' ον χρόνο η εναγομένη ήταν σε κατάσταση πνευματικής κατάπτωσης, σύγχυσης και πλάνης, ο ενάγων την οδήγησε και πάλι στο γραφείο του δικηγόρου του όπου δολίως και/ή δια ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης και/ή ανοικείου επιρροής (undue influence) και/ή ηθικής βίας και/ή ψυχικής πίεσης και/ή εξαναγκασμού και/ή λάθους και/ή πλάνης και/ή λόγω κυριαρχίας του επι της θελήσεώς της, υπέγραψε τη συμφωνία τεκμήριο
  13. Αναφορικά με την ισχυριζόμενη υφαρπαγή της υπογραφής της διατείνεται ότι, στις συναντήσεις που είχαν στο γραφείο του δικηγόρου του ενάγοντα της υπεβλήθη ότι ο ενάγων δικαιούτο μερίδιο από την υπο ανέγερση κατοικία που ο πατέρας της προόριζε ως προίκα και ότι αυτό ανέρχετο σε Λ.Κ.
  14. Ως εκ τούτου, διατείνεται η υπεράσπιση, της προτάθηκε ο επίδικος συμβιβασμός, δηλαδή αντί να καταβάλει στον ενάγοντα ποσό Λ.Κ.30000 να υπογράψει ότι εισέπραξε από τον ενάγοντα Λ.Κ.30000 ως συσσωρευμένη διατροφή. Θέση της υπεράσπισης είναι ότι η εναγομένη σε καμία περίπτωση έλαβε από τον ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.
  15. Η υπόθεση του ενάγοντα περιορίστηκε στην ένορκη μαρτυρία του ιδίου. Για την υπεράσπιση μαρτυρία έδωσαν η εναγομένη και ο πατέρας της, ονόματι Στέλιος Παπανικολάου. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω εν εκτάσει ό,τι αναφέρθηκε από τους μάρτυρες. Αρκεί να σημειωθεί ότι κάθε πλευρά υποστήριξε τη δικογραφημένη εκδοχή της. Περαιτέρω, ο ενάγων ανέφερε ότι η προσπάθεια συμφιλίωσης των διαδίκων ήταν αρχές και όχι μέσα Νοεμβρίου 2002 και ότι διήρκησε λίγες μόνο ημέρες, ήτοι τέσσερις με πέντε σίγουρα όμως όχι δέκα ή δεκαπέντε. Αρνήθηκε δε ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν είχε αρκετά εισοδήματα και ότι ήτο χρεωμένος, ενώ παράλληλα ανέφερε ότι το ποσό των Λ.Κ.30000 το δανείστηκε από δυο πρόσωπα. Αφενός ο πατέρας του τον δάνεισε Λ.Κ.13000, και αφετέρου κάποιος φίλος του, ονόματι Ανδρέας Αγαθαγγέλου, τον δάνεισε Λ.Κ.
  16. Προς υποστήριξη του τελευταίου ισχυρισμού προσκόμισε και γραμμάτιο που υπέγραψε προς όφελος αυτού του προσώπου (βλ. τεκμήριο 4). Τέλος, υποστήριξε ότι ο δικηγόρος Ανδρέας Κλεάνθους, ο οποίος ετοίμασε τα τεκμήρια 2 και 3, δεν ήταν δικός του δικηγόρος αλλά της εναγομένης. Αντίθετη για όλα τα πιο πάνω ήταν η εκδοχή της εναγομένης η οποία υποστήριξε ότι ονομαστικά και μόνο γνώριζε το δικηγόρο, συγκεκριμένα μέσω κάποιου θείου της, ενώ τα τεκμήρια 2 και 3 κατασκευάστηκαν από τον ενάγοντα σε συνεργασία με το δικηγόρο. Επίσης, θέση της ήταν ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο ενάγων βρίσκετο σε άσχημη οικονομική κατάσταση, προς τούτο προσκόμισε αποδείξεις χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (βλ. τεκμήρια 12 και 13), και πως δεν είχε κανένα φίλο ονόματι Ανδρέα Αγαθαγγέλου. Και ο πατέρας της εναγομένης ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο ενάγων βρίσκετο σε άσχημη οικονομική κατάσταση. Περαιτέρω, ανέφερε την αντίδρασή του μόλις έμαθε για τη συνομολόγηση του τεκμηρίου 2 και τις πληροφορίες που έλαβε σχετικά από το δικηγόρο Ανδρέα Κλεάνθους. Κάτι που πρέπει να αποφασιστεί πριν ακόμη το δικαστήριο προχωρήσει σε αξιολόγηση των αντίθετων εκδοχών είναι η θέση του ενάγοντα στη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων του (βλ. έγγραφο Β) ότι∙ "μαρτυρία προφορική δεν μπορεί ούτε να προσκομιστεί αλλά και αν αυτή προσκομιστεί δεν δύναται να αντικρούσει ή να αμφισβητήσει γραπτή τοιαύτη" (βλ. Meres v. Ansell Common Pleas 1771 και το σύγγραμμα Law of Evidence του Ernest Cockle, 4η έκδοση). Ο,τι υποστηρίζουν οι συνήγοροι του ενάγοντα είναι πως η μαρτυρία της εναγομένης και του πατέρα της, στην έκταση που αφορά τα τεκμήρια 2 και 3, δεν είναι επιτρεπτή και πρέπει να αγνοηθεί από το δικαστήριο. Έχω τη γνώμη ότι η σχετική εισήγηση προσκρούει στο ratio της υπόθεσης Κωνσταντινίδης v. Κατζιη

(1993)1 Α.Α.Δ.492, 495-
  1. Λέχθηκε εκεί ότι∙ "Το πρώτο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί αναφέρεται στην ορθότητα της καθοδήγησης του Δικαστηρίου ως προς τις αρχές που διέπουν την προσαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας προς αντίκρουση του περιεχομένου γραπτής απόδειξης είσπραξης χρημάτων. Δεν είχε εγερθεί τέτοιο ζήτημα πρωτοδίκως. Δεν έγινε επίκληση στην υπεράσπιση οποιασδήποτε μορφής κωλύματος. Αντίθετα, αφού ο εφεσείων παρέθεσε τη δική του εκδοχή ως προς τα γεγονότα κάλεσε τον εφεσίβλητο, όπως σημειώνεται στην έκθεση απαιτήσεως, "σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του". Ακολούθησε η προσαγωγή της μαρτυρίας. Αφορούσε στο μόνο επίδικο ζήτημα όπως αυτό προσδιορίστηκε με τις γραπτές προτάσεις. Αν, δηλαδή, η απόδειξη πληρωμής απέδιδε την πραγματικότητα. Η μαρτυρία για τον εφεσίβλητο προσάχθηκε χωρίς ένσταση. Ο εφεσείων προσήγαγε τη δική του μαρτυρία πάνω στο ίδιο θέμα. Όπως προκύπτει δεν αναπτύχθηκαν σε οποιοδήποτε στάδιο επιχειρήματα για κάποιας μορφής αδυναμία λύσης της διαφοράς με γνώμονα τα γεγονότα όπως αυτά θα προέκυπταν από την αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάχθηκε. Παρόλα αυτά, ο πρωτόδικος Δικαστής έκρινε ορθό να αναφερθεί στις αρχές που διέπουν το θέμα. Παρέθεσε εκτεταμένα αποσπάσματα από τους Halsbury's Laws of England 4η έκδοση, Τόμος 12 σελ. 643 παράγραφος 1516 και Chitty on Contracts 25η έκδοση (Γενικές Αρχές) σελ. 792, παράγραφος
  2. Το σχετικό με το συζητούμενο θέμα μέρος τους συνοψίζεται στη γενική θέση ότι η απόδειξη είσπραξης χρημάτων δεν συνιστά αμάχητη αλλά μόνο εκ πρώτης όψεως απόδειξη πως τα χρήματα πράγματι πληρώθηκαν και πως είναι επιτρεπτή η προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας για θεμελίωση ισχυρισμού πως το ποσό που αναφέρεται στην απόδειξη ή μέρος του, δεν πληρώθηκε. Στην πρωτόδικη απόφαση σημειώθηκαν και τα ακόλουθα:- "Από άποψης Κυπριακών αποφάσεων, αρκούμαι ν' αναφερθώ στην υπόθεση Πολυκάρπου ν. Πολυκάρπου
(1982)1 Α.Α.Δ. 182 σελίδες 190 - 192". Ο δικηγόρος του εφεσείοντα εισηγήθηκε πως στην υπόθεση αυτή αποφασίστηκε πως τέτοια εξωγενής μαρτυρία θα μπορούσε να προσαχθεί μόνο εφόσον πληρούνταν συγκεκριμένες προϋποθέσεις και πως η παράλειψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου να εξετάσει αν συνυπήρχαν οι προϋποθέσεις αυτές στην παρούσα περίπτωση, θα πρέπει να οδηγήσει στον παραμερισμό της απόφασης. Στην υπόθεση Polycarpou ν. Polycarpou
(1982)1 C.L.R. 182 ήταν η ομόφωνη απόφαση του Εφετείου πως ορθά κρίθηκε η υπόθεση πάνω στη βάση της προφορικής μαρτυρίας που προσάχθηκε εφόσον ο ίδιος ο εφεσείων είχε, με δική του πρωτοβουλία, προσάξει τέτοια μαρτυρία καθιστώντας έτσι το θέμα της ορθότητας του περιεχομένου της σύμβασης ως προς το πληρωθέν ποσό, επίδικο. Η αναφορά από το δικαστή Γ.Μ. Πική, μεταξύ άλλων, στην εξάρτηση του επιτρεπτού της προσαγωγής εξωγενούς μαρτυρίας από την εκ πρώτης όψεως δημιουργία αμφιβολίας ως προς την ορθότητα της γραπτής σύμβασης αναφορικά με το συμφωνηθέν αντάλλαγμα, αποτελούσε παρατήρηση την οποία ο δικαστής Δ. Στυλιανίδης δεν συμμερίστηκε. Ο δικαστής Α. Λοΐζου απέφυγε να εκφράσει άποψη πάνω στο θέμα εφόσον, κάτω από οποιαδήποτε αντίκρυση του Νόμου, η μαρτυρία ήταν αποδεκτή. Οι χειρισμοί που έγιναν στην παρούσα υπόθεση καθιστούν περιττή τη συζήτηση ως προς τη γενικότερη αρχή. Έχουμε συνοψίσει αυτούς τους χειρισμούς. Ούτως ή άλλως ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο επέλυσε τη διαφορά συνεξετάζοντας και την προφορική μαρτυρία που και οι δυο πλευρές προσήγαγαν σε σχέση με το επίδικο ζήτημα που προέκυπτε από την αντιπαραβολή των εγγράφων προτάσεων". Τα πιο πάνω καθιστούν σαφές ότι∙ απόδειξη είσπραξης χρημάτων δεν συνιστά συμφωνία, μόνο εκ πρώτης όψεως συνιστά απόδειξη όσων αναγράφονται σε αυτή, και συνακόλουθα, επιτρέπεται προσαγωγή μαρτυρίας ως προς το κατά πόσο δόθηκαν ή όχι τα χρήματα. Ας σημειωθεί εδώ ότι και το τεκμήριο 2 (συμφωνητικό έγγραφο), στην έκταση που συμπλέκεται με τα επίδικα θέματα δεν είναι τίποτα άλλο από απλή απόδειξη είσπραξης του ποσού που εκεί αναφέρεται και συνεπώς ισχύουν οι ίδιες αρχές όπως και για το τεκμήριο
  1. Με δεδομένο το νομικό πλαίσιο που διέπει προσαγωγή μαρτυρίας εις αμφισβήτηση απόδειξης για είσπραξη χρημάτων, παρατηρώ ότι το πρώτο που πρέπει να απαντηθεί από το δικαστήριο είναι κατά πόσο η εναγομένη έλαβε από τον ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.
  2. Αυτό είναι το βασικό και επίδικο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί. Η οικονομική κατάσταση του ενάγοντα κατά τον επίδικο χρόνο, το υπαρκτό καθώς και η οικονομική δυνατότητα των προσώπων που τον δάνεισαν, το πότε ακριβώς επήλθε η διάσταση και πότε και υπο ποιες περιστάσεις οι διάδικοι υπέγραψαν τα τεκμήρια 2 και 3, είναι θέματα παραπλήσια του επίδικου και συντείνουν στην απάντησή του, όμως δεν μπορούν, δίχως άλλο, να υποστηρίξουν την αξίωση του ενάγοντα. Επίδικοι εν προκειμένω είναι και οι ισχυρισμοί της εναγομένης, δηλαδή η κατάσταση στην οποία βρίσκετο και οι περιβάλλουσες περιστάσεις κατά το χρόνο υπογραφής των τεκμηρίων 2 και
  3. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Περαιτέρω, δεν διέλαθε την προσοχή μου ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056), καθώς ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Ο ενάγων μου άφησε αλγεινή εντύπωση. Δεν είναι μόνο ο δισταγμός και η έλλειψη αυθορμητισμού ενόσω μαρτυρούσε ενόρκως, στοιχεία που δεν αποκαλύπτονται από το άψυχο πρακτικό της διαδικασίας, το περιεχόμενο της μαρτυρίας του είναι σαθρό και δεν αντέχει στη λογική. Από την άλλη, η εναγομένη και ο πατέρας της μου έκαναν θετική εντύπωση. Ο τελευταίος, παρ' ότι πατέρας της εναγομένης, δεν ήταν πρόθυμος να υποστηρίξει τούτην για θέματα που δεν είχε ιδίαν γνώση. Η μαρτυρία του αφορά κυρίως την αντίδραση του μετά που πληροφορήθηκε την ύπαρξη της συμφωνίας τεκμήριο 2 και τί του λέχθηκε από το δικηγόρο Ανδρέα Κλεάνθους. Η μαρτυρία της εναγομένης και του πατέρα της επεξηγείται, και εμμέσως υποστηρίζεται, από το περιεχόμενο της συμφωνίας τεκμήριο
  1. Ο,τι ακολουθεί είναι εκείνη η πτυχή του μαρτυρικού υλικού που καθοδήγησε τη σκέψη μου. Προσεκτική ανάγνωση του περιεχομένου του τεκμήριου 2 αποκαλύπτει ότι ρυθμίζει, μεταξύ άλλων, τις περιουσιακές διαφορές των συμβαλλομένων αναφορικά με δυο οικίες. Η οικία στο Παλιομέτοχο αφέθηκε στον ενάγοντα και η άλλη, στο Μάμμαρι, αφέθηκε στην εναγομένη. Η συμπερίληψη και μόνο της οικίας στο Μάμμαρι, προκαλεί εντύπωση. Εφόσον η εν λόγω οικία δεν ανήκε στην εναγομένη αλλά στον πατέρα της, όπως άλλωστε αναφέρεται στο ίδιο το τεκμήριο 2, γιατί συμπεριελήφθηκε σε αυτό, αν όχι για το λόγο που διατείνεται η εναγομένη, δηλαδή ότι ο ενάγων διεκδικούσε μερίδιο ύψους Λ.Κ.
  2. Επί του προκειμένου σχετική είναι και η μαρτυρία του πατέρα της εναγομένης που υποστήριξε ότι αυτό ακριβώς του λέχθηκε από το δικηγόρο Ανδρέα Κλεάνθους, δηλαδή ότι αυτός ήταν ο λόγος δια τον οποίο συμπεριλήφθηκε η οικία αυτή στο τεκμήριο
  3. Λογική θεώρηση του περιεχομένου του τεκμηρίου 2 δεν χωρεί άλλης ερμηνείας πλην αυτής που επεξήγησε η εναγομένη και ο πατέρας της. Ο,τι η οικία στο Μάμμαρι συνδέθηκε με την περιουσία του ζεύγους, εμμέσως προκύπτει και από τις απαντήσεις του ενάγοντα στην αντεξέταση. Ερωτηθείς σχετικά με το προοίμιο του τεκμηρίου 2, δηλαδή ποια είναι τα ακίνητα που εννοεί, απάντησε ότι 'τα ακίνητα εδικαιούτο ο πατέρας της από κυβέρνηση, πήρε ένα χωράφι και βάλαμε 1 ½ πλάκα'. Υποστήριξε δε ότι η δική του συνεισφορά στην οικία στο Μάμμαρι ανέρχετο σε Λ.Κ.5000 περίπου. Ενωρίτερα όμως, απαντώντας σε ερώτηση κατά πόσο αυθαίρετα και χωρίς υπολογισμό η εναγόμενη ζήτησε ποσό Λ.Κ.30000 ως διατροφή, ανέφερε ότι∙ 'ήθελε για διατροφή για τα παιδιά μας και να μην της δίνω διατροφή και να μείνει το σπίτι στο Μάμμαρι δικό της και να μείνει και εμένα η οικία μου για να λύσουμε τις διαφορές μας, και μου είπε ότι γύρω στις Λ.Κ.200 εβγαίναν μέχρι τα 18 χρόνια περίπου Λ.Κ.30000'. Τα πιο πάνω με γλαφυρότητα αποκαλύπτουν ότι η οικία στο Μάμμαρι συσχετίστηκε με την περιουσία του ζεύγους. Περαιτέρω, ήταν η θέση του ενάγοντα ότι δεν διεκδίκησε τις Λ.Κ.5000 που συνείσφερε στο κτίσιμο της οικίας 'γιατί ήταν και των παιδιών' και πως ο λόγος συμπερίληψης της οικίας στο τεκμήριο 2 οφείλεται στο ότι 'το έβαλε ο κος Κλεάνθους για να φαίνεται'. Έχω τη γνώμη πως όλα τα πιο πάνω απάδουν της κοινής λογικής, αντικρούονται μεταξύ τους και αποκαλύπτουν πως η μαρτυρία του ενάγοντα είναι επίπλαστη και μοναδικό σκοπό έχει όχι την αποκάλυψη της αλήθειας αλλά εξυπηρέτηση της αξίωσής του, ήτοι∙ να λάβει από την εναγομένη το ποσό των Λ.Κ.30000 που ουδέποτε κατέβαλε. Η αναφορά του και μόνο ότι συνείσφερε στο κτίσιμο της οικίας στο Μάμμαρι περίπου Λ.Κ.5000 γεννά το ερώτημα γιατί δεν διεκδίκησε τούτο το ποσό, τη στιγμή μάλιστα που η σύζυγός του, σύμφωνα με τον ίδιο, διεκδικούσε συσσωρευμένη διατροφή. Ο ισχυρισμός ότι η οικία ήταν και των παιδιών, αποκαλύπτεται ψευδής και παραπλανητικός. Κάτι τέτοιο δεν προνοείται στο τεκμήριο
  4. Από την άλλη, αν αυτή ήταν η πρόθεσή του, γιατί δεν απαίτησε την εξασφάλιση των παιδιών του μέσω της συμφωνίας. Τέλος, γιατί το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2 δεν συσχετίζει την οικία στο Μάμμαρι με οιονδήποτε μέρος της περιουσίας του ζεύγους και απλώς αναφέρεται σε αυτήν κατά τρόπο αόριστο; Σίγουρα όχι για να φαίνεται, όπως υποστήριξε ο ενάγων, αλλά γιατί εξυπηρετεί την προφορική συνεννόηση των διαδίκων, παρουσία και του δικηγόρου, όπως λέχθηκε στον πατέρα της εναγομένης από το δικηγόρο όταν ο πρώτος του ζήτησε εξηγήσεις. Υπόνοια για το αληθές του περιεχομένου των τεκμηρίων 2 και 3 εγείρεται βεβαίως ακόμη και από τις ημερομηνίες και μόνο που αναγράφουν. Δεν κατανοώ εν προκειμένω γιατί ο ενάγων κατέβαλε τα χρήματα, ως διατείνεται, την 12.11.2002 με την υπογραφή του τεκμηρίου
  5. Σύμφωνα με τον ίδιο κατ' εκείνο το χρόνο, 12.11.2002, είχαν χωρίσει οριστικά. Η προσπάθεια συμφιλίωσης παραπέμπει, σύμφωνα με τον ίδιο, στις δυο τελευταίες ημέρες του Οκτώβρη και στις δυο ή τρεις πρώτες ημέρες του Νοέμβρη. Υποστήριξε περαιτέρω ότι από την 01.11.2002 αντιλήφθηκε ότι δεν μπορούσαν να μείνουν μαζί και γι' αυτό επικοινώνησε με το δικηγόρο Ανδρέα Κλεάνθους και του ζήτησε να ετοιμάσει το τεκμήριο 3 το οποίο παρέλαβε την επαύριον. Ας σημειωθεί εδώ ότι ο ενάγων δέχθηκε πως ενόσω οι διάδικοι κατέβαλαν προσπάθεια συμφιλίωσης ο ίδιος προετοίμαζε έγγραφα για να υπογράψει η εναγομένη. Από τα πιο πάνω ξεπροβάλλει ως βασικό ερώτημα το εξής∙ εάν τη 12.11.2002 οι διάδικοι βρίσκοντο ήδη σε διάσταση, προς τί η εσπευσμένη καταβολή των Λ.Κ.30000, εφόσον ούτως ή άλλως επέκειτο η υπογραφή της συμφωνίας, τεκμήριο 2, που θα διευθετούσε το σύνολο των περιουσιακών διαφορών του ζεύγους. Εν ολίγοις, ποια η λογική να καταβάλει ο ενάγων το ποσό των Λ.Κ.30000 προτού η εναγομένη δεσμευθεί με τη συμφωνία τεκμήριο
  6. Πώς γνώριζε ο ενάγων ότι η εναγομένη δεν θα υπαναχωρούσε από τα συμφωνηθέντα μετά που θα ελάμβανε το ποσό των Λ.Κ.
  7. Από την άλλη, γιατί το τεκμήριο 3, δηλαδή η απόδειξη είσπραξης των Λ.Κ.30000, φέρει ημερομηνία 12.11.2002 και όχι 02.11.2002 όταν, σύμφωνα με τον ενάγοντα, παρέλαβε το έγγραφο από το δικηγόρο; Ήταν η θέση του ενάγοντα ότι ο ίδιος ζήτησε από το δικηγόρο να ορίσει ως ημερομηνία τη 12.11.2002, ώστε να έχει λίγο χρόνο να δει την εξέλιξη των πραγμάτων, δηλαδή πως θα ήταν η σχέση του με την εναγομένη. Και αυτός όμως ο ισχυρισμός αντιφάσκει των έργων και των λεγομένων του ενάγοντα. Πως ήθελε το χρόνο που διατείνεται όταν σταθερή θέση του ήταν ότι ο χωρισμός του ζεύγους επήλθε οριστικά τη 02.11.2002, όταν δηλαδή παρέλαβε την απόδειξη από το δικηγόρο, ενώ από προηγουμένως έβλεπε, ως ανέφερε, ότι δεν μπορούσαν να μείνουν μαζί. Αν δεν ψεύδεται για τις σχετικές ημερομηνίες και τα περιβάλλοντα τούτων γεγονότα, τί ήταν εκείνο που ανέμενε να διαπιστώσει; Σίγουρα όχι την πορεία της σχέσης του με την εναγομένη εφόσον τούτη είχε φθάσει σε τέλμα, τουλάχιστον για τον ίδιο. Σε όλα τα πιο πάνω προστίθεται ότι ανυπόστατος είναι και ο ισχυρισμός του ενάγοντα πως η εναγομένη είναι που ζήτησε τις Λ.Κ.30000, υπολογίζοντας τη διατροφή των δυο παιδιών προς Λ.Κ.200 μηνιαίως για δεκαοκτώ έτη. Κατά το χρόνο της διάστασης το μεγαλύτερο από τα δυο παιδιά του ζεύγους ήταν ηλικίας δυο ετών και τεσσάρων μηνών. Το μικρότερο παιδί ήταν μόλις οκτώ μηνών. Ακόμη και αν υποθέσει κανείς ότι τα δεκαοκτώ έτη υπολογίστηκαν στη βάση της ηλικίας του μεγαλύτερου των δυο παιδιών του ζεύγους και αυτό αφότου αφαίρεσαν την ηλικία του κατά τον επίδικο χρόνο, ένας πρόχειρος υπολογισμός φανερώνει ότι τέτοιο ποσό υπερβαίνει τις Λ.Κ.
  8. Περαιτέρω, επιπόλαιες είναι και οι επεξηγήσεις που πρόβαλε αναφορικά με το πρόσωπο που τον δάνεισε το ποσό των Λ.Κ.17700, ώστε να δώσει στην εναγομένη τη συσσωρευμένη διατροφή. Η αντεξέταση απεκάλυψε ότι δεν γνωρίζει επαρκώς την επαγγελματική κατάσταση του κατά τα άλλα φίλου του, όπως ούτε το σημερινό υπόλοιπο του σχετικού δανείου. Δεν παραγνωρίζεται ακόμη η αναφορά του ενάγοντα πως κατά τον επίδικο χρόνο ήταν σε καλή οικονομική κατάσταση. Αρνήθηκε εντούτοις να απαντήσει καταπόσο είχε αποταμιεύσεις ή όχι, ενώ δέχθηκε πως ο μισθός του ήταν λιγότερος από Λ.Κ.500 μηνιαίως. Εάν βεβαίως ο ενάγων ήταν σε καλή οικονομική κατάσταση, προς τί η σύναψη δανείου από τρίτο πρόσωπο για εξασφάλιση της διατροφής (βλ. τεκμήριο 4), και αυτό πέραν της βοήθειας που έλαβε από τον πατέρα του, και περαιτέρω, πως δικαιολογείται το περιεχόμενο του τεκμηρίου 13 που τον παρουσιάζει να έχει καθυστερήσεις στο δάνειό του. Εν κατακλείδι δεν αντιλαμβάνομαι γιατί ο ενάγων κατέβαλε στην εναγομένη συσσωρευμένη διατροφή τη στιγμή που θα μπορούσε να την καταβάλλει μηνιαίως, διασφαλίζοντας έτσι ότι η μητέρα των παιδιών του δεν θα καταχράτο το εν λόγω ποσό. Ιδιαίτερα εφόσον οι σχέσεις του ζεύγους δεν ήταν οι καλύτερες. Σε όλα τα πιο πάνω ερωτήματα απαντά η μαρτυρία της εναγομένης. Ο λόγος δια τον οποίο οι διάδικοι υπέγραψαν το τεκμήριο 3 πριν την υπογραφή του τεκμηρίου 2 είναι γιατί κατ' εκείνο το χρόνο βρίσκονταν μαζί. Ήταν η περίοδος που κατέβαλαν προσπάθεια συμφιλίωσης. Με την υπογραφή του τεκμηρίου 3, αλλά και του τεκμηρίου 2, ο ενάγων δεν κατέβαλε στην εναγομένη οιονδήποτε ποσό. Η διατροφή συνδέθηκε εν προκειμένω με το ποσό που διεκδικούσε ο ενάγων από την υπο ανέγερση κατοικία στο Μάμμαρι. Με αυτό τον τρόπο τα δυο ποσά συμψηφίστηκαν σιωπηρά και καταρτίστηκαν τα τεκμήρια 2 και
  9. Αυτό υποστήριξε και ο πατέρας της εναγομένης, ως η πληροφόρηση που έλαβε από το δικηγόρο. Διαπιστώνω ότι κατά το χρόνο που η εναγομένη υπέγραψε τα τεκμήρια 2 και 3 δεν ήτο κάτω από ψυχική πίεση ή εξαναγκασμό, υπο την έννοια των άρθρων 16 και 15 του Κεφ. 149, της είχε όμως αναφερθεί, τόσο από το δικηγόρο όσο και από τον ενάγοντα, ότι ο τελευταίος δικαιούτο ποσό Λ.Κ.30000 από την οικία στο Μάμμαρι. Διαπιστώνω περαιτέρω ότι ουδέποτε η εναγομένη έλαβε το ποσό των Λ.Κ.30000 και πως ο λόγος για τον οποίο συμφώνησε σε υπογραφή της συμφωνίας τεκμήριο 2, είναι επειδή της λέχθηκε από το δικηγόρο και από τον ενάγοντα πως ο τελευταίος δικαιούτο μερίδιο από την αξία της οικίας στο Μάμμαρι, και έτσι τα δυο ποσά, μερίδιο και διατροφή, συμψηφίστηκαν σιωπηρά. Ήταν η θέση του ενάγοντα πως ο δικηγόρος Ανδρέας Κλεάνθους δεν ήταν δικός του δικηγόρος αλλά της εναγομένης. Προς υποστήριξη τούτου η πλευρά του ενάγοντα προσκόμισε το τεκμήριο 15, γραπτή δήλωση της εναγομένης στο πλαίσιο αίτησης διατροφής που υπέβαλε εναντίον του ενάγοντα. Εξονυχιστική εξέταση του τεκμηρίου 15 δεν αποκαλύπτει ψεύδος, ή έστω αντίφαση, της εναγομένης. Αφενός σταθερή θέση της εναγομένης ήταν ότι γνώριζε το δικηγόρο μέσω κάποιου θείου της και έτσι τον εμπιστεύτηκε. Ουδέποτε υποστήριξε ότι δεν είχε οιανδήποτε σχέση με το δικηγόρο. Εκείνο που υποστήριξε είναι πως εκ του αποτελέσματος φαίνεται ότι ο ενάγων γνώριζε το δικηγόρο καλύτερα και πως ο τελευταίος ενεργούσε εκ μέρους του ενάγοντα. Ομολογώ ότι υπο τις περιστάσεις δυσκολεύομαι να δω άλλη λογική εξήγηση. Άλλωστε όπως ο ίδιος ο ενάγων αποδέχθηκε, τόσο στο οικογενειακό δικαστήριο όσο και στην αγωγή 10003/03 δικηγόρος του ήταν ο Ανδρέας Κλεάνθους ενώ η εναγομένη αποτάθηκε αλλού. Εν πάση όμως περιπτώσει, περιορισμένη σημασία έχει η σχετική θέση του ενάγοντα. Για αυτή τη διαδικασία σημασία δεν έχει ποιον εκπροσωπούσε ο συνήγορος αλλά τί ακριβώς διημείφθη στις συναντήσεις παρουσία των διαδίκων και τί εν τέλει συμφώνησαν οι συμβαλλόμενοι στο τεκμήριο
  10. Αυτά τα ερωτήματα έχουν ήδη απαντηθεί. Διαπιστώνω ότι τίποτα από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 15 αποκαλύπτει ότι η εναγομένη είπε ψέματα. Οι αναφορές στο τεκμήριο 15 για τα εισοδήματα του ενάγοντα επεξηγήθηκαν από την εναγομένη. Ανέφερε συναφώς ότι το περιεχόμενο του τεκμηρίου 15 συντάχθηκε το 2007 και όχι τον επίδικο χρόνο, δηλαδή σε χρόνο που τα εισοδήματα του ενάγοντα είχαν διαφοροποιηθεί. Εν κατακλείδι, άνευ αντικρίσματος είναι η θέση του ενάγοντα πως η εναγόμενη θυμήθηκε αρκετό καιρό μετά που έλαβε τις Λ.Κ.30000 να ζητήσει διατροφή, γεγονός που αποκαλύπτει ότι έπραξε τούτο μετά που ξόδεψε το εν λόγω ποσό. Ανεδαφική κρίνεται και αυτή η εισήγηση. Η συμφωνία τεκμήριο 2 συνομολογήθηκε 03.12.
  11. Η αίτηση διατροφής φέρει αριθμό 164/
  12. Παρ' ότι δεν γνωστοποιήθηκε στο δικαστήριο η ημερομηνία καταχώρισης τούτης, ο αριθμός που φέρει καταδεικνύει ότι καταχωρίστηκε το
  13. Τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με την αναφορά της εναγομένης ότι οι συνήγοροι της χρειάστηκαν κάποιο χρόνο για να προωθήσουν την αίτηση αλλά και την αγωγή (10003/03) που επίσης καταχωρίστηκε το 2003, αποκαλύπτουν ότι η εισήγηση δεν ευσταθεί, αφενός γιατί η καθυστέρηση δεν είναι υπέρμετρη και αφετέρου, ακόμη και αν διαπιστώνετο καθυστέρηση σημασία θα είχε η αλήθεια πίσω από τους ισχυρισμούς των διαδίκων και όχι η κατ' απομόνωση αξιολόγηση τούτης της καθυστέρησης. Έχοντας διαπιστώσει όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι η εναγομένη έλαβε από τον ίδιο το ποσό των Λ.Κ.30000, είναι ψευδής και ανυπόστατος. Ως εκ της διαπιστώσεως τούτης παρέλκει αναγκαιότητα διερεύνησης του κατά πόσο πληρούται οι προϋποθέσεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως κωδικοποιούνται από το άρθρο 70 του Κεφ.
  14. Κατ' επέκταση η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγομένης και εναντίον του ενάγοντα, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. Προτού ολοκληρώσω κρίνω σκόπιμο να σημειώσω τα εξής∙ σύμφωνα με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε και τις διαπιστώσεις του δικαστηρίου, η στάση που τήρησε ο δικηγόρος που αναφέρθηκε από τους διαδίκους, φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να απάδει των υποχρεώσεων του λειτουργήματος του δικηγόρου. Ενδέχεται η συμπεριφορά του να συνιστά πειθαρχικό ή ακόμη ποινικό αδίκημα. Δεν είναι κάτι που αποφασίζεται από το δικαστήριο, κρίνω όμως ότι είναι υποχρέωση του δικαστηρίου να αποστείλει τη σχετική απόφαση στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ώστε, ως απόλυτος άρχων των ποινικών διώξεων και ex-officio πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου, να διερευνήσει τυχόν ανάρμοστη και/ή κολάσιμη συμπεριφορά του αναφερόμενου δικηγόρου. (Υπ)...................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ε.χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.