← Κύπρος

Marfin Popular Bank Public Co Ltd ν. Παύλου Βαρέλλα , Αρ. Αγωγής: 2966/08, 19/10/2012

Marfin Popular Bank Public Co Ltd ν. Παύλου Βαρέλλα , Αρ. Αγωγής: 2966/08, 19/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A311 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2966/08 Μεταξύ: Marfin Popular Bank Public Co Ltd Εναγόντων -και- Παύλου Βαρέλλα Εναγομένου Ημερομηνία: 19.10.2012 Αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 9.5.2012 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο-αιτητή: κα Καπελάκη για Α. Μαθηκολώνη Για Ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση: κα Λ. Σιακαλλή για Τ. Παπαδόπουλο & Σία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση ο εναγόμενος-αιτητής ζητά για τρίτη φορά την τροποποίηση της υπεράσπισης του. Προτού αναφερθώ στην ουσία της αίτησης κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ με συντομία στο ιστορικό της υπόθεσης. Η αγωγή καταχωρήθηκε την 26.5.2008 και με αυτή οι ενάγοντες αξιώνουν από τον εναγόμενο το ποσό των €257.991,17, δυνάμει έγγραφης συμφωνίας για παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων και ή τρεχούμενου λογαριασμού και ή λογαριασμού όψεως και ή δανείου, πλέον τόκους και διάταγμα για πώληση και ή διάθεση αριθμού ενεχυριασμένων μετοχών. Ο εναγόμενος κατεχώρησε εμφάνιση τη 30.6.2006, εκπροσωπείτο από τους δικηγόρους Ρασπόπουλος & Σία. Έξι μήνες αργότερα κατεχώρησε υπεράσπιση με την οποίαν αρνείτο ότι όφειλε οποιονδήποτε ποσό στους ενάγοντες. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του δικογράφου του, δεν υπέγραψε οποιανδήποτε συμφωνία, σε περίπτωση όμως που αποδειχθεί ότι υπέγραψε κάποιο έγγραφο ή συμφωνία αυτά είναι άκυρα και «.καμία δέσμευση έχει έναντι των εναγόντων γιατί είναι αντίθετοι με τη νομοθεσία». Παραδέχεται ότι σε τέσσερεις περιπτώσεις υπέγραψε συμφωνία ενεχυρίασης μετοχών, ισχυρίζεται όμως ότι η υπογραφή των εγγράφων αυτών έγινε μετά από απειλές των εναγόντων ότι θα προχωρούσαν εναντίον του δικαστικά. Παραδέχεται επίσης ότι οι ενάγοντες τον είχαν πληροφορήσει ότι ο λογαριασμός του βρισκόταν σε υπέρβαση ισχυρίζεται όμως ότι είχε διαμαρτυρηθεί για το υπόλοιπο και για την «.άρνηση των εναγόντων να πωλήσουν τις μετοχές που είχαν στην κατοχή τους όταν η τιμή τους ήταν πολύ ψηλή και το οποιοδήποτε χρέος του θα εξοφλείτο πλήρως». Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι για σειρά ετών οι ενάγοντες παράνομα κεφαλαιοποιούσαν τους τόκους και προέβαιναν σε ανατοκισμό. Λίγους μήνες αργότερα, τη 12.12.2008, ο δικηγόρος Λουκάς Λουκά κατεχώρησε ειδοποίηση ότι διορίσθηκε δικηγόρος του εναγόμενου σε αντικατάσταση του Χρίστου Σ. Ρασπόπουλου. Παρόμοια ειδοποίηση καταχωρήθηκε έξι μήνες αργότερα, οι δικηγόροι Λουκά & Σεραφείμ ΔΕΠΕ διορίσθηκαν σε αντικατάσταση του Λουκά Λουκά. Την 3.7.2009 καταχωρήθηκε αίτηση τροποποίησης εκ μέρους του εναγομένου και τη 10.7.2009 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα τροποποίησης αυτής. Την 21.9.2010 ο δικηγόρος που εκπροσωπούσε τον εναγόμενο αποσύρθηκε λόγω διαφωνίας με τον πελάτη στο χειρισμό της υπόθεσης. Η υπόθεση ορίσθηκε για οδηγίες τη 14.12.2010 για να δοθεί χρόνος στον εναγόμενο να διορίσει νέο δικηγόρο. Τη 14.12.2010 ο εναγόμενος παρέλειψε να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για ακρόαση τη 19.5.2011 με οδηγίες όπως ειδοποιηθεί ο εναγόμενος. Τρεις μέρες αργότερα, τη 17.12.2010, ο δικηγόρος Ευστάθιος Ευσταθίου, κατεχώρησε σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους του εναγομένου. Πέντε περίπου μήνες μετά το διορισμό του Ευστάθιου Ευσταθίου και εννιά μόνο μέρες πριν την ακρόαση ο εναγόμενος κατεχώρησε νέα αίτηση τροποποίησης με την οποία ζητούσε την προσθήκη της πιο κάτω παραγράφου. «

  1. λέγει ότι το ως άνω έγγραφο και ειδικότερα οι ρήτρες αυτού οι οποίες αναφέρονται και εξουσιοδοτούν τους ενάγοντες κατά την απόλυτο αυτών κρίση περί καθορισμού του ποσού και του τύπου των χορηγουμένων δανείων, την αυξομείωση του τόκου, τον κατά βούληση τερματισμό του πιο πάνω λογαριασμού αντίκεινται στην Νομοθεσία περί των Αδίκων και/ή Καταχρηστικών Ρητρών και δεν μπορούσαν κατά κανένα τρόπο να ισχύσουν εις βάρος του εναγομένου. Περαιτέρω ο εναγόμενος λέγει ότι το ως άνω έγγραφο». Ζήτησαν επίσης την προσθήκη των πιο κάτω λεπτομερειών. «
  2. (α) Είχαν υποδείξει στον εναγόμενο και/ή εξήρτησαν την συνέχιση της παροχής των διευκολύνσεων με την υπογραφή των εγγράφων και/ή την ενεχυρίαση των μετοχών υπέρ τους. (β) Είχαν απειλήσει τον εναγόμενο ότι σε περίπτωση που αυτός δεν αποδεχόταν την ενεχυρίαση θα προχωρούσαν στην επιβολή σε αυτόν του ανωτάτου ορίου τόκου πλέον ανατοκισμού και/ή κεφαλαιοποίησης κατά τρόπο ώστε να καταστραφεί οικονομικώς εκτός εάν επροχωρούσε στην ενεχυρίαση των μετοχών της εταιρείας LOUIS CRUSES LINES. (γ) Ενώ προηγουμένως ουδέποτε είχαν οχλήσει τον εναγόμενο και/ή ουδέποτε είχαν αναζητήσει τα ποσά των διευκολύνσεων, αίφνης αναζήτησαν αυτά από τον ίδιο κατά τρόπο ώστε να καθίσταται άμεση η εξόφληση τους προς αυτούς. (δ) Άνευ επηρεασμού των ανωτέρων, κατ΄ εκείνη την ημέρα που υπέγραψαν τα έγγραφα ενεχυριάσεως οι ενάγοντες είχαν ετοιμάσει και παραδώσει στον εναγόμενο επιστολή με την οποία και ενεφάνισαν ότι με την ενεχυρίαση των μετοχών και την υπογραφή των εγγράφων θα απαλλάσσετο ο εναγόμενος από οποιαδήποτε προσωπική ευθύνη από τις εν λόγω διευκολύνσεις και/ή δάνειο και θα μεταφέρετο η προσφερόμενη διευκόλυνση στο όνομα της υπό επανεγγραφή εταιρείας Pavlos Phani Varellas Trading Co Ltd η οποία για τυπικούς λόγους είχεν διαγραφεί. (ε) Επομένως οι ως άνω ενέργειες των εναγόντων έγιναν με σκοπό να εξαναγκασθεί ο εναγόμενος να προχωρήσει και στην επανεγγραφή της εταιρείας αλλά και στην μεταφορά επ΄ ονόματι αυτής των υποχρεώσεων του, άλλως θα προχωρούσαν στην λήψη δικαστικών μέτρων προσωπικώς εναντίον του». Τη 19.5.2011 η ακρόαση αναβλήθηκε καθότι εκκρεμούσε προς εκδίκαση η αίτηση τροποποίησης που είχε καταχωρήσει ο εναγόμενος. Είκοσι περίπου μήνες αργότερα εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα τροποποίησης της υπεράσπισης. Μετά τη συμπλήρωση των τροποποιημένων δικογράφων η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση τη 31.1.
  3. Την ημέρα εκείνη ο δικηγόρος του εναγόμενου αποσύρθηκε, λόγω διαφωνίας στο χειρισμό της υπόθεσης. Η ακρόαση αναβλήθηκε και η υπόθεση ορίσθηκε για οδηγίες τη 16.2.2012, για να δοθεί ο χρόνος στον εναγόμενο να διορίσει νέο δικηγόρο. Τη 16.2.2012 ο εναγόμενος παρέλειψε να εμφανισθεί, ενώπιον του Δικαστηρίου για ακόμη μια φορά, η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση την 11.5.2012 και δόθησαν οδηγίες στον Πρωτοκολλητή να τον ειδοποιήσει. Τη 16.2.2012 ο δικηγόρος Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης κατεχώρησε εμφάνιση εκ μέρους του εναγόμενου. Τρεις περίπου μήνες μετά τον διορισμό του πέμπτου κατά σειρά δικηγόρου και δύο μόνο μέρες πριν την ακρόαση της υπόθεσης, ο εναγόμενος κατεχώρησε την υπό κρίση αίτηση, που είναι ως αναφέρω και ανωτέρω η τρίτη αίτηση τροποποίησης που καταχωρήθηκε εκ μέρους του εναγόμενου. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις καλύπτουν οκτώ δακτυλογραφημένες σελίδες. Ο εναγόμενος ζητά τη διαγραφή της παραγράφου 2 της υπεράσπισης του και την αντικατάσταση νέας παραγράφου. Με τη νέα αυτή παράγραφο παραδέχεται τη σύναψη της συμφωνίας, την οποία αρνείτο στο παρελθόν και η οποία υπήρξε αντικείμενο της πρώτης αίτησης για τροποποίηση. Επιχειρεί να εισάξει δε νέο ισχυρισμό ήτοι ότι κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας υπήρξε σε ισχύ νομοθεσία με την οποίαν καθοριζόταν το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο. Υπέγραψε τη συμφωνία έχοντας υπόψιν το γεγονός αυτό, ισχυρίζεται ότι αν δεν υπήρχε τέτοια νομοθετική πρόνοια δεν θα υπέγραφε τη συμφωνία. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι οι ενάγοντες θα είχαν δικαίωμα ν΄ αυξήσουν το επιτόκιο. Οι ενάγοντες κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας εχρέωσαν τον επίδικο λογαριασμό παράνομα με επιτόκιο 12.5%. Πέραν των πιο πάνω ζητά όπως προστεθεί ισχυρισμός ότι οι ενάγοντες είχαν νομική υποχρέωση να τερματίσουν τη λειτουργία του λογαριασμού προτού υποβάλουν οποιαδήποτε αξίωση εναντίον του. Οι ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα να τερματίσουν τη λειτουργία του επιδίκου λογαριασμού και ο εναγόμενος ουδέποτε παρέλαβε την ισχυριζομένη επιστολή τερματισμού. Περαιτέρω, ότι ήταν όρος της συμφωνίας η επίδικη τραπεζική διευκόλυνση και το χρέος του εναγομένου μεταφερθεί στο όνομα της εταιρείας Pavlos Phani Varellas Trading Co Ltd με την επανεγγραφή της εν λόγω εταιρείας στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Κατά τον ουσιώδη χρόνο η εταιρεία είχε διαγραφεί από το πιο πάνω μητρώο έγινε όμως επανεγγραφή την 20.3.2000, γεγονός που γνωστοποίησε ο εναγόμενος στους ενάγοντες. Οι ενάγοντες παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις του εναγομένου παρέλειψαν να μεταφέρουν το χρέος στο όνομα της πιο πάνω εταιρείας. Ζητά επίσης την προσθήκη νέας παραγράφου στην οποία γίνεται αναφορά στις συμφωνίες ενεχυρίασης μετοχών και προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι συμφωνίες αυτές δεν πληρούν τις πρόνοιες του άρθρου 138

(1)και
(2)του Κεφ. 149, καθότι δεν είναι πλήρως διατυπωμένες γραπτώς, δεν υπογράφησαν από τον εναγόμενο και ή δεν υπογράφησαν ενώπιον δύο μαρτύρων. Τέλος επιχειρεί την προσθήκη ανταπαίτησης με την οποίαν αξιώνει το ποσό των €250.089,63 ως αποζημιώσεις πλέον τόκους, «.ως ήθελαν τυχόν επιδικασθεί εναντίον του εναγομένου για ζημιά που ο εναγόμενος θα υποστεί ένεκα της παράβασης της επίδικης συμφωνίας ημερ. 2.3.00» και δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι συμφωνίες ενεχυρίασης μετοχών είναι άκυρες, παράνομες και ανεφάρμοστες. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του εναγομένου. Ο εναγόμενος αναφέρει ότι κατά τη συνάντηση που είχε με το δικηγόρο του για προετοιμασία της ακρόασης ο τελευταίος τον συμβούλευσε ότι είναι αναγκαία η τροποποίηση για να συμπεριληφθούν τα πιο πάνω σημεία. Οι ενάγοντες κατεχώρησαν ένσταση στην υπό κρίση αίτηση. Είναι η θέση τους ότι η αίτηση είναι καταχρηστική, κακόπιστη και καταπιεστική. Γίνεται προσπάθεια επαναπροσδιορισμού των επιδίκων θεμάτων και «εισαγωγής μιας νέας γραμμής υπεράσπισης». Καταχωρήθηκε πολύ καθυστερημένα και αφορά θέματα τα οποία ήταν σε γνώση του εναγομένου εξ αρχής. Η προώθηση της αίτησης στο καθυστερημένο αυτό στάδιο πλήττει τα συνταγματικά δικαιώματα των εναγόντων για εκδίκαση της αγωγής τους εντός ευλόγου χρόνου. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση γίνεται αναφορά στο ιστορικό της διαδικασίας και τονίζεται ότι καμία ικανοποιητική εξήγηση έχει δοθεί γιατί οι προηγούμενοι δικηγόροι δεν έχουν συμπεριλάβει τους ισχυρισμούς αυτούς. Αναφέρονται επίσης τα πιο κάτω τα οποία θεωρώ σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια: «5......................................... Καμιά απολύτως εύλογη ή μη δικαιολογία δεν έχει δοθεί η οποία να δικαιολογεί την τόσο μεγάλη καθυστέρηση ενώ γεννιούνται εύλογες υποψίες για το χρόνο που ο Εναγόμενος επέλεξε να υποβάλει την αίτηση του, η οποία έχει ξεκάθαρα σαν στόχο την περαιτέρω καθυστέρηση της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης αλλά και την πλήρη αλλαγή της βάσης της Υπεράσπισης του προβάλλοντας και ανταπαίτηση εναντίον του Εναγομένου σε μια προσπάθεια ίσως να πιέσει τους Ενάγοντες με δήθεν απαιτήσεις εναντίον τους. 6. Από τα γεγονότα τα οποία ο ίδιος ο Εναγόμενος ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωση του, φαίνεται ξεκάθαρα ότι αυτά βρίσκονταν εν γνώσει του κατά την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης εναντίον του και εν πάση περιπτώσει βρίσκονται εν γνώσει του κατά το χρόνο καταχώρησης της αρχικής έκθεσης υπεράσπισης του, αλλά αντίθετα ο ίδιος για κάποιο λόγο επέλεξε να μην τα συμπεριλάβει αρχικά σε αυτή, ενώ είχε κάθε ευχέρεια να το πράξει. Το εν λόγω γεγονός σε συνάρτηση με την μεγάλη καθυστέρηση και την προσπάθεια εισαγωγής νέας βάσης Υπεράσπισης στο δικόγραφό του, πλήττει τη γνησιότητα της πρόθεσης του αλλά και την αναγκαιότητα και βαθμό της χρησιμότητας της αιτούμενης τροποποίησης». Η ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει τροποποίηση διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση στο γενικό κανόνα αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής[1]. Η σύγχρονη τάση είναι ότι μια τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται έστω και αν διαπιστώνεται ότι υπήρξε κάποια αμέλεια ή καθυστέρηση στην προώθηση της νοουμένου όμως ότι δεν θα προκληθεί δυσχέρεια στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε ν΄ αποκατασταθεί με την καταβολή των εξόδων και ότι δεν πρόκειται για κακόπιστη ή αχρείαστη τροποποίηση ή για τροποποίηση που τείνει να περιπλέξει τα επίδικα θέματα[2]. Η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης ως αναφέρω και ανωτέρω δεν είναι εκ προοιμίου επιλήψιμη, αποτελεί όμως παράγοντα που συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία σαν λογική απόρροια των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια. Η διασφάλιση του δικαιώματος αυτού αποτελεί ευθύνη του Δικαστηρίου[3]. Όταν η αίτηση καταχωρείται σε καθυστερημένο στάδιο, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη «γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης[4]». Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει ν΄ αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος για την τροποποίηση[5]. Κατά την εξέταση του παράγοντα αυτού, ήτοι της καθυστέρησης λαμβάνεται υπόψη μεταξύ άλλων η συμπεριφορά των μερών. Με την υπό κρίση αίτηση ο αιτητής ζητά στην ουσία τη διαγραφή μεγάλου μέρους της υπεράσπισης και την εισαγωγή νέων ισχυρισμών. Ενώ αρχικά ισχυριζόταν ότι δεν υπέγραψε οποιαδήποτε συμφωνία για παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων και ζήτησε όπως τροποποιηθεί και η υπεράσπιση του για να συμπεριληφθεί ο ισχυρισμός αυτός, με την παρούσα αίτηση ζητά διαγραφή της πιο πάνω θέσης χωρίς να δίδει οποιανδήποτε εξήγηση γιατί υπήρξε διαφοροποίηση της θέσης του. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τις συνθήκες κατάρτισης των συμφωνιών ενεχυρίασης. Ενώ αρχικά παραδεχόταν την υπογραφή τους και προέβαλλε τον ισχυρισμό ότι τις υπέγραψε κάτω από απειλές, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλει εκ διαμέτρου αντίθετο ισχυρισμό ότι δεν τις έχει καν υπογράψει. Σύγχυση έχει προκαλέσει και σε σχέση με τους ισχυρισμούς που προβάλλει και αφορούν την εταιρεία Pavlos Phani Varellas Trading Ltd. Ενώ στην τελευταία υπεράσπιση που κατεχώρησε ισχυρίζεται ότι με την υπογραφή των εγγράφων ενεχυρίασης ο εναγόμενος θα απαλλάσσετο από οποιανδήποτε προσωπική ευθύνη και αυτή θα μεταφερόταν στο όνομα της πιο πάνω εταιρείας, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ήταν εξ υπαρχής όρος της συμφωνίας η μεταφορά του χρέους στου όνομα της εν λόγω εταιρείας μόλις αυτή επανεγγράφετο στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Καμία εξήγηση δίδεται και για τα υπόλοιπα θέματα που καλύπτει η αίτηση, γιατί δεν συμπεριλήφθηκαν στην αρχική υπεράσπιση ή στις άλλες δύο αιτήσεις για τροποποίηση και επέλεξε να τα συμπεριλάβει τώρα. Επισημαίνω δε και τονίζω ότι δεν πρόκειται για γεγονότα τα οποία προέκυψαν εκ των υστέρων αλλά γεγονότα που ήταν σε γνώση του εναγομένου εξ υπαρχής. Ως αναφέρω και ανωτέρω όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση τόσο μεγαλύτερο είναι και το βάρος που θα πρέπει να αποσείσει ο αιτητής. Στην παρούσα υπόθεση το βάρος είναι πολύ μεγάλο λαμβάνοντας υπόψη ότι η αγωγή καταχωρήθηκε πριν τέσσερα και πλέον έτη και η υπό κρίση αίτηση είναι η τρίτη κατά σειρά που καταχωρείται εκ μέρους του εναγομένου. Η δικαιολογία που προβάλλει ο εναγόμενος ότι η αναγκαιότητα για τροποποίηση της υπεράσπισης προέκυψε κατά τη συνάντηση που είχε με το νέο δικηγόρο του δεν επαρκεί, λαμβάνοντας υπόψη και το ιστορικό της υπόθεσης και το γεγονός ότι κάθε φορά που γινόταν αλλαγή δικηγόρου υποβαλλόταν και αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης. Πέραν τούτου παρατηρώ ότι στις δύο τελευταίες περιπτώσεις η αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε παραμονές της ημερομηνίας που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση με αποτέλεσμα αυτή και στις δύο περιπτώσεις ν΄ αναβληθεί. Θα συμφωνήσω με τη θέση της υπεράσπισης ότι αυτό δημιουργεί εύλογες υποψίες σε σχέση με τη γνησιότητα των προθέσεων του εναγομένου αιτητή. Καταλήγω ότι υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος για την οποία δεν δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] Βλέπετε σχετικά Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στυλιανού Σάββα
(1992)1 ΑΑΔ 704, 707. [2] Βλέπετε σχετικά Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 394, Halsbury's Laws of England 4η έκδοση, τόμος 37, παρ. 272, The Annual Practice 1958, 621. [3] Χρίστου v. Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, 707. [4] Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 223, 228 και SABA & Co (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1984)1 ΑΑΔ 426. [5] Απόσπασμα από τη Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1 E AAΔ. Βλέπετε επίσης Γραμμές Στρίντζη v Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.