← Κύπρος

ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ ν. A CHR AGAPIOU IMPORTS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 6408/06, 4/10/2012

ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ ν. A CHR AGAPIOU IMPORTS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 6408/06, 4/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A298 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6408/06 Μεταξύ: ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας και A & CHR. AGAPIOU IMPORTS LIMITED ΤΙΝΑ ΑΓΑΠΙΟΥ ΑΝΤΡΕΑΣ ΑΓΑΠΙΟΥ Εναγομένων --------------- Ημερομηνία: 4 Οκτωβρίου 2012 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Μ. Χάματσου για Παπαδόπουλος, Λυκούργος & Σία ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1 & 2: κ. Μ. Χριστοφόρου για Πελαγίας, Χριστοδούλου, Βράχας ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα είναι εταιρεία η οποία ασχολείται μεταξύ άλλων με την πώληση και ενοικίαση ακινήτων. Μεταξύ των ακινήτων ιδιοκτησίας της συμπεριλαμβάνεται και το ακίνητο που βρίσκεται στη Λεωφόρο Νίκης στη Λευκωσία το οποίο είναι γνωστό ως Χατζηκυριάκειον

  1. Στις 31.5.01 υπεγράφη συμφωνία ενοικίασης μέρος του υπό αναφορά, ακινήτου και συγκεκριμένα 4 καταστημάτων τα οποία είναι συνενωμένα μαζί με τρεις χώρους στάθμευσης, μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης 1 με την εγγύηση των Εναγομένων 2 και
  2. Η συμφωνία ενοικίασης, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 2, ήταν διάρκειας 5 ετών από 1.6.01 μέχρι 31.5.06, το συνολικό ποσό του ενοικίου για όλη τη διάρκεια της ενοικίασης είχε καθοριστεί σε ΛΚ86.256 το οποίο ήταν προπληρωτέο με μηνιαίες δόσεις την πρώτη μέρα κάθε μήνα ως ακολούθως: Το πρώτο έτος της ενοικίασης δηλαδή από 1.6.01 μέχρι 31.5.02 ΛΚ1188 μηνιαίως, Το δεύτερο έτος της ενοικίασης δηλαδή από 1.6.02 μέχρι 31.5.03 ΛΚ1350 μηνιαίως, Το τρίτο έτος της ενοικίασης δηλαδή από 1.6.03 μέχρι 31.5.04 ΛΚ1450 μηνιαίως, Το τέταρτο έτος της ενοικίασης δηλαδή από 1.6.04 μέχρι 31.5.05 ΛΚ1550 μηνιαίως, Το πέμπτο έτος της ενοικίασης δηλαδή από 1.6.05 μέχρι 31.5.06 ΛΚ1650 μηνιαίως. Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, ο ενοικιαστής, πέραν της υποχρέωσης του για καταβολή των ενοικίων, είχε επίσης υποχρέωση να καταβάλλει μηνιαίως όλα τα έξοδα κοινοχρήστων που αναλογούσαν στο ακίνητο. Η εγγύηση των Εναγομένων 2 και 3 η οποία υπεγράφη ταυτόχρονα με την υπογραφή του Τεκμηρίου 2 και αποτελεί μέρος του προνοεί για δεσμευτική και συνεχή εγγύηση για πιστή τήρηση από τον ενοικιαστή όλων των όρων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμφωνία ενοικίασης και καλύπτει και κάθε παράταση της ενοικίασης μέχρι την εκκένωση και παράδοση της ελεύθερης κατοχής του ακινήτου στον ιδιοκτήτη του. Η Εναγομένη 1 συμφώνησε και κατέβαλε ως εγγύηση το ποσό των ΛΚ2.376, το ποσό αντιστοιχούσε σε δύο ενοίκια (2 x ΛΚ1188), που θα της επιστρέφονταν χωρίς τόκο μετά τη λήξη της ενοικίασης νοουμένου ότι παρέδιδε το ακίνητο σε καλή κατάσταση. Το ποσό αυτό αφορούσε καθαρά εγγύηση για ενδεχόμενες ζημιές και όχι ενοίκιο. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων ότι η συμφωνία ενοικίασης τερματίστηκε πριν από τη λήξη της. Αντικείμενο της παρούσας αγωγής είναι οι αξιώσεις της Ενάγουσας για υπόλοιπα καθυστερημένων ενοικίων, υπόλοιπα οφειλομένων κοινοχρήστων και αποζημιώσεις για πρόωρο, μονομερή και αδικαιολόγητο τερματισμό της συμφωνίας καθώς και οι ανταπαιτήσεις των Εναγομένων για αποζημιώσεις αναφορικά με την αξία εξοπλισμού δικής τους ιδιοκτησίας που παρέμεινε στο ακίνητο και παράνομα οικειοποιήθηκε η Ενάγουσα. Συγκεκριμένα, η Ενάγουσα αξιώνει πέραν των καθυστερημένων ενοικίων και οφειλόμενων κοινοχρήστων, αποζημιώσεις ως τα οφειλόμενα ενοίκια για την περίοδο που το ακίνητο παρέμεινε ανοικίαστο όπως και αποζημιώσεις για τη διαφορά του ενοικίου για την περίοδο που το ακίνητο ενοικιάστηκε σε άλλο ενοικιαστή μέχρι την ημερομηνία που θα έληγε κανονικά η ενοικίαση μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένων. Η Ενάγουσα διεκδικεί επίσης την καταβολή τόκων και δικηγορικών εξόδων. Οι Εναγόμενοι με την Υπεράσπιση τους προβάλλουν τη θέση ότι η ενοικίαση τερματίστηκε μεν πρόωρα αλλά μετά από συμφωνία των διαδίκων και συγκεκριμένα μετά από αίτημα τους να αποδεσμευτούν από τη συμφωνία το οποίο εγκρίθηκε από την Ενάγουσα. Απορρίπτουν τους ισχυρισμούς και τις αξιώσεις της Ενάγουσας και ανταπαιτούν διάφορα ποσά για έξοδα και χρήματα που οι ίδιοι δαπάνησαν τα οποία αφορούν εξοπλισμό και εργασίες και που είχαν ως αποτέλεσμα την αναβάθμιση του ακινήτου. Προβάλλουν επίσης τη θέση ότι παρά το γεγονός ότι πριν να παραδώσουν κατοχή του ακινήτου ζήτησαν από την Ενάγουσα να αφαιρέσει την αξία τους από τα τυχόν οφειλόμενα ενοίκια και/ή να τους επιτρέψει να τα διαπραγματευτούν με τον επόμενο ενοικιαστή, η Ενάγουσα αρνήθηκε, προκαλώντας τους έτσι, ζημιά. Το συνολικό ποσό της Απαίτησης της Ενάγουσας είναι €34.042,17 πλέον τόκο 9% από 30.4.04 και/ή νόμιμο τόκο ενώ η Ανταπαίτηση των Εναγομένων είναι για ποσό €32.890,58 ως αποζημιώσεις και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού πλέον νόμιμο τόκο. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες συμβιβασμού της αγωγής, η υπόθεση κατέληξε τελικά σε ακρόαση, μαρτυρία εκ πλευράς Ενάγουσας δόθηκε από τον κ. Δ. Δημάδη, εκ των Διευθυντών της Ενάγουσας εταιρείας (ΜΕ1) και από τον κ. Χριστάκη Χριστοφίδη, Υπάλληλο της ΑΗΚ (ΜΕ2). Εκ πλευράς Εναγομένων δόθηκε ένορκη μαρτυρία από την Εναγομένη 2, Τίνα Αγαπίου και τον ελεγκτή Κ. Κουτσιοφή, (ΜΥ1). Σημειώνω ότι ο Εναγόμενος 3, Ανδρέας Αγαπίου, έχει αποβιώσει και η αγωγή δεν προωθήθηκε σε ότι αφορά τον Εναγόμενο
  3. Η μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο από τους ΜΕ1 και την Εναγομένη 2 ήταν εκτενής και κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας τους κατατέθηκε στο Δικαστήριο αριθμός Τεκμηρίων. Όλη η έκταση της μαρτυρίας είναι καταγραμμένη στα πρακτικά της υπόθεσης και όλα τα Τεκμήρια βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου γι' αυτό και δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο τους. Αναφορά θα γίνεται και στη μαρτυρία και στα Τεκμήρια όπου κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς συνοχής της απόφασης. Ήταν η θέση του ΜΕ1 επιβεβαιώνοντας το περιεχόμενο τόσο της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας αλλά και της Απάντησης στην Υπεράσπισης και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση των Εναγομένων, ότι η Εναγόμενη 1 παρά τις συμβατικές της υποχρεώσεις συστηματικά καθυστερούσε την καταβολή των ενοικίων γεγονός για το οποίο υπήρχε αρκετή αλληλογραφία μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένων. Στις 29.2.04, η Ενάγουσα με σχετική επιστολή της, Τεκμήριο 4, ζήτησε από την Εναγόμενη 1 άμεση εξόφληση όλων των ποσών που όφειλε και συγκεκριμένα τα ενοίκια για τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2003 και Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2004 πλέον κοινόχρηστα που αφορούσαν το ακίνητο από την αρχή της σύμβασης ενοικίασης, δηλαδή από την 1η Ιουνίου
  4. Σε απάντηση του Τεκμηρίου 4, η Εναγομένη 1 απέστειλε επιστολή ημερ. 9.3.04, Τεκμήριο 5, στην οποία ανέφερε ότι λόγω δυσκολιών στον κύκλο εργασιών της δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις της που απορρέουν από το συμβόλαιο ενοικίασης και ότι αδυνατούσε να πληρώνει το μηναίο ενοίκιο. Ζήτησε δε, αποδέσμευση από το συμβόλαιο με την ανάληψη της υποχρέωσης να παραδώσει ελεύθερη την κατοχή του ακινήτου στο τέλος Μαρτίου του 2004 και την παράλληλη πληρωμή των καθυστερημένων ενοικίων. Η Ενάγουσα με επιστολή της ημερ. 16.3.04, Τεκμήριο 6, απάντησε στην Εναγομένη 1 ότι μπορεί να αποδεσμευτεί από το συμβόλαιο ενοικίασης από 1.4.04 νοουμένου ότι μέχρι την εν λόγω ημερομηνία θα έχουν πληρωθεί τα καθυστερημένα ενοίκια και κοινόχρηστα, θα παραδοθεί ελεύθερη χρήση του ακινήτου την 1.4.04, θα έχουν εξοφληθεί όλες οι υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 προς την ΑΗΚ και το Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας και θα επιτραπεί στην Ενάγουσα να τοποθετήσει ενοικιαστήριες πινακίδες στις προθήκες των καταστημάτων άμεσα. Υπάρχει επίσης μνεία σε τηλεφωνική παράκληση του Εναγομένου 3 προς την Ενάγουσα σε σχέση με διάφορα μηχανήματα και έπιπλα που βρίσκονται μέσα στο ακίνητο και η απάντηση της Ενάγουσας ήταν ότι αυτά θα μπορούσαν να φιλοξενηθούν μέχρι και τις 31.3.04 και ότι μετά από την ημερομηνία αυτή η Ενάγουσα ζητούσε να της παραδοθεί ο χώρος του ακινήτου εντελώς άδειος. Ήταν η θέση του κ. Δημάδη, ότι, σε αντίθεση με τη συμφωνία των μερών, οι Εναγόμενοι επέμεναν όπως διάφορα μηχανήματα και εξαρτήματα παραμείνουν στο κατάστημα για να τα διαπραγματευτούν με τον επόμενο ενοικιαστή, και δεν παρέδωσαν ελευθέρα κατοχή στις 31.3.04 ούτε και κατέβαλαν τα οφειλόμενα ποσά. Έτσι η Ενάγουσα τους απέστειλε νέα επιστολή ημερ. 2.4.04, Τεκμήριο 7, με την οποία ζητούσε άμεση καταβολή όλων των καθυστερημένων ενοικίων και κοινοχρήστων και άμεση ελευθέρα κατοχή του ακινήτου. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, η Εναγόμενη 1 συνέχισε να κατέχει το ακίνητο μέχρι 4.5.04 οπόταν και το εγκατέλειψε πρόωρα τερματίζοντας τη συμφωνία ενοικίασης μονομερώς χωρίς να καταβάλει οποιοδήποτε από τα οφειλόμενα ποσά. Ως αποτέλεσμα του πρόωρου τερματισμού της συμφωνίας το ακίνητο παρέμεινε χωρίς ενοικιαστή, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της Ενάγουσας να εξεύρει άλλο ενοικιαστή, από 4.5.04 μέχρι 1.7.04 και η Ενάγουσα υπέστη οικονομική ζημιά ΛΚ2.900 για το διάστημα αυτό. Την 1.7.04 το ακίνητο ενοικιάστηκε σε τρίτο πρόσωπο με μειωμένο όμως ενοίκιο, δηλαδή ΛΚ1.000 αντί ΛΚ1.450 μηνιαίως με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να υποστεί περαιτέρω οικονομική ζημιά ύψους ΛΚ10.350 για την περίοδο 1.7.04 μέχρι 31.5.06 ημερομηνία κατά την οποία θα έληγε κανονικά το συμβόλαιο με την Εναγομένη
  5. Ήταν περαιτέρω η θέση του κ. Δημάδη ότι η Ενάγουσα έχει να λαμβάνει από τους Εναγόμενους το ποσό των ΛΚ6.324 που αφορά συμφωνηθέντα ενοίκια που δεν είχαν καταβληθεί από τα οποία η Ενάγουσα είναι πρόθυμη να αφαιρέσει το ποσό της εγγύησης, όπως επίσης και ΛΚ350 που αφορά κοινόχρηστα από 1.6.01 μέχρι 30.4.04 τα οποία η Εναγόμενη 1 ουδέποτε κατέβαλε. Σε ότι αφορά την Ανταπαίτηση της Εναγομένης 1 ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι το ακίνητο ήταν σε πολύ καλή κατάσταση και ήταν της αρεσκείας των Εναγομένων οι οποίοι το επιθεώρησαν πριν να το ενοικιάσουν. Ανέφερε ότι οι οποιεσδήποτε μετατροπές και/ή προσθήκες τυχόν έγιναν σε αυτό, ήταν, πρώτα απ' όλα, άνευ της έγκρισης της Ενάγουσας κατά παράβαση των όρων του συμβολαίου και συνεπώς παράνομες, και αφετέρου οι όποιες τυχόν αλλαγές έγιναν αφορούσαν καθαρά θέματα αισθητικής και/ή αρεσκείας των Εναγομένων για να προωθηθεί καλύτερα η επιχείρηση τους. Απέρριψε τη θέση ότι έχουν γίνει εργασίες βελτίωσης και/ή επιδιόρθωσης του ακινήτου και/ή ότι η Ενάγουσα είχε οποιαδήποτε γνώση γι' αυτές και είχε δώσει την έγκριση της. Ανέφερε δε ότι με βάση τη σύμβαση ενοικίασης η υποχρέωση του ενοικιαστή ήταν να επαναφέρει το κατάστημα στην προτέρα του κατάσταση. Ο ΜΕ1 επιβεβαίωσε όλες τις απαιτήσεις κατά της Εναγομένης 1 τις οποίες εγγυήθηκαν οι Εναγόμενοι 2 και 3 και επανέλαβε ότι μετά τον παράνομο τερματισμό της συμφωνίας από την Εναγομένη 1, η Ενάγουσα κατέβαλε πολλές προσπάθειες για να ενοικιάσει το ακίνητο σε άλλο ενοικιαστή, το ακίνητο όμως παρέμεινε άνευ ενοικιαστή για περίοδο 2 μηνών και τελικά έγινε κατορθωτό να ενοικιαστεί σε τρίτο πρόσωπο, με μειωμένο όμως ενοίκιο σε σχέση με το συμβόλαιο ενοικίασης με την Ενάγουσα. Συγκεκριμένα ήταν η θέση του το ότι το κατάστημα ενοικιάστηκε στην εταιρεία Intercarpets Limited για την περίοδο από 1.7.04 μέχρι 30.6.06 με μηνιαίο ενοίκιο ΛΚ1.000 πλέον κοινόχρηστα. Ο ΜΕ1 αντέκρουσε όλους τους ισχυρισμούς των Εναγομένων που περιέχονται στην Υπεράσπιση τους όπως και την Ανταπαίτηση τους επαναλαμβάνοντας συνεχώς σταθερά και έντονα τις θέσεις του που έχουν ήδη καταγραφεί. Ο μοναδικός άλλος μάρτυρας που παρουσιάστηκε για την Ενάγουσα, ο κ. Χρ. Χριστοφίδης, ΜΕ2, είναι υπάλληλος στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου και στα πλαίσια των καθηκόντων του έχει στην κατοχή του το φάκελο του επίδικου υποστατικού. Ουσιαστικά ο λόγος που κλήθηκε ο εν λόγω μάρτυρας ήταν για να αναφέρει σε ποιο όνομα και πότε συνδέθηκε ο λογαριασμός της ΑΗΚ για το εν λόγω κατάστημα για τη χρονική περίοδο μετά τον παράνομο, ως ο ισχυρισμός της Ενάγουσας, τερματισμό της συμφωνίας ενοικίασης από την Εναγομένη
  6. Η μαρτυρία του ήταν εντελώς τυπικής φύσης και ο ΜΕ2 ανέφερε ότι δεν έχει καμία προσωπική γνώση για γεγονότα που αφορούν τη διαφορά των διαδίκων ούτε επισκέφτηκε ποτέ το επίδικο ακίνητο. Η θέση του ήταν ότι για να μεταφερθεί ο λογαριασμός της ΑΗΚ στο όνομα οποιουδήποτε προσώπου, εάν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, ζητούνται τα πιστοποιητικά που εκδίδονται από το τμήμα Εφόρου Εταιρειών και εάν ο λογαριασμός της ΑΗΚ θα μεταφερθεί σε όνομα προσώπου που απέκτησε το ακίνητο λόγω σύμβασης ενοικίασης ή σύμβασης αγοράς, πρέπει να παραμείνει στο φάκελο της ΑΗΚ αντίγραφο της εν λόγω σύμβασης. Η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα διαφάνηκε στο τέλος αχρείαστη εφόσον κατατέθηκε εκ συμφώνου τελικά το αντίγραφο του συμβολαίου ενοικίασης που υπέγραψε η Ενάγουσα εταιρεία με την εταιρεία Intercarpets Ltd για την περίοδο 1.7.04 μέχρι 30.6.06, το Τεκμήριο
  7. Η Εναγομένη 2, Διευθύντρια της Εναγομένης 1, ανέφερε ότι την επίδικη χρονική περίοδο ασχολείτο με το εμπόριο επίπλων και άλλων συναφών ειδών μέσω της Εναγομένης
  8. Τον Απρίλιο του 2001 επιθυμούσε να ενοικιάσει κατάστημα για να ασκεί τις εμπορικές της δραστηριότητες με αποτέλεσμα να επισκεφθεί το επίδικο κατάστημα και τελικά να υπογράψει την επίδικη συμφωνία ενοικίασης μαζί με τον πατέρα της (Εναγόμενο 3) για το υπό αναφορά ακίνητο με την Ενάγουσα ως εγγυητές των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 που ήταν ο ενοικιαστής. Ήταν η θέση της ότι χρειάστηκε να προβεί σε πολλά έξοδα και δαπάνες για να μπορέσει να φέρει το συγκεκριμένο ακίνητο σε μια καλή κατάσταση για να διεξάγει τις εργασίες της και ότι μάλιστα πριν να υπογράψει τη σύμβαση ενοικίασης αναγκάστηκε να καταβάλει το ποσό των ΛΚ4.000 στον προηγούμενο ενοικιαστή για διάφορα αντικείμενα και/ή εξοπλισμό ο οποίος υπήρχε στο κατάστημα τα οποία τελικά αναγκάστηκε να πετάξει γιατί βρίσκονταν σε άσχημη έως κακή κατάσταση. Ήταν επίσης η θέση της ότι ενώ οι Εναγόμενοι είχαν συμφωνήσει με την Ενάγουσα ότι το ακίνητο θα παραδιδόταν σε αυτούς μπογιατισμένο μετά την αφαίρεση κάποιων πάνελ από τους τοίχους και ότι δεν θα υπήρχαν ζημιές και δεν θα χρειάζονταν επιδιορθώσεις και βελτιωτικά έργα, σε αντίθεση με τα όσα είχαν συμφωνηθεί, μετά τη υπογραφή της σύμβασης ενοικίασης και αφού οι Εναγόμενοι εισήλθαν στο υποστατικό αναγκάστηκαν να αφαιρέσουν οι ίδιοι τα πάνελ που ήταν στους τοίχους και διαπίστωσαν ότι τόσο οι τοίχοι όσο και η ηλεκτρολογική εγκατάσταση ήταν σε άσχημη κατάσταση. Επειδή η Ενάγουσα αρνείτο να αναλάβει οποιαδήποτε ευθύνη, οι Εναγόμενοι αναγκάστηκαν να προβούν με δικά τους έξοδα στα συγκεκριμένα βελτιωτικά έργα. Ήταν η θέση της ότι οι Εναγόμενοι δαπάνησαν συνολικά το ποσό των ΛΚ19.250 που αντιστοιχεί σε €32.890,58 για διάφορες εργασίες, αγορά εξοπλισμού και κινητής περιουσίας για το ακίνητο τα οποία παρέμειναν εντός του υποστατικού μετά που το παρέδωσαν στην Ενάγουσα, είναι όμως ιδιοκτησίας των Εναγομένων, ουδέποτε τα χάρισαν στην Ενάγουσα και την αξία των οποίων αξιώνουν από την Ενάγουσα. Η Εναγόμενη 2, στην προσπάθεια της να στοιχειοθετήσει το ύψος των εξόδων που ισχυρίζεται ότι δαπάνησαν οι Εναγόμενοι κατέθεσε ως Τεκμήριο 15 μια δέσμη διαφόρων αποδείξεων και ανέφερε ότι υπάρχουν πολλές άλλες αποδείξεις τις οποίες όμως δεν κατάφερε να βρει λόγω του μακρού χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει και λόγω του ότι η ίδια είχε εγκατασταθεί μόνιμα στο εξωτερικό μετά τη λήξη της παρούσας συμφωνίας. Ήταν η θέση της ότι οι Ελεγκτές της Εναγομένης 1 κατέγραψαν τα έξοδα αυτά στους εξελεγμένους λογαριασμούς της εταιρείας για το έτος 2001 οι οποίοι είχαν υποβληθεί στο Φόρο Εισοδήματος και κατέθεσε ως Τεκμήριο 16 μέρος εγγράφου που ισχυρίστηκε ότι αφορά την οικονομική κατάσταση της Εναγομένης 1 για το
  9. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της Εναγομένης 2 αφορούσε τις κατ' ισχυρισμό συνομιλίες και/ή προφορικές διαβεβαιώσεις και/ή συμφωνίες που έγιναν μεταξύ του πατέρα της, Εναγομένου 3, και του κ. Σιδερά, διαχειριστή της Ενάγουσας ο οποίος επίσης έχει εν τω μεταξύ αποβιώσει, προς υποστήριξη της θέσης της ότι η Ενάγουσα είχε γνώση και είχε δώσει την έγκριση της για όλα τα έργα που έγιναν και τον εξοπλισμό που αγοράστηκε. Ισχυρίστηκε δε, ότι με τον κ. Σιδερά, ο οποίος ήταν διαχειριστής του ακινήτου και επισκεπτόταν τακτικά το κατάστημα και παραλάμβανε εκ μέρους της Ενάγουσας τα ενοίκια, είχαν πολύ καλή σχέση και ήταν η θέση της ότι σίγουρα ο κ. Σιδεράς ενημέρωνε τους εργοδότες του για όλα όσα συνέβαιναν. Ανέφερε επίσης ότι τόσο ο κ. Σιδεράς αλλά και η Ενάγουσα γνώριζαν ότι οι Εναγόμενοι κατέβαλαν το ποσό των ΛΚ.4.000 στον προηγούμενο ενοικιαστή για τα διάφορα άχρηστα τελικά αντικείμενα που αναγκάστηκαν να αγοράσουν αφού μέρος των χρημάτων αυτών κατέληξε στην Ενάγουσα. Ήταν η θέση της ότι μέχρι την 31.3.04 τηρώντας τη συμφωνία τους με την Ενάγουσα, οι Εναγόμενοι είχαν αδειάσει το υποστατικό από όλα τα εμπορεύματα τους και η Ενάγουσα είχε ήδη τοποθετήσει πινακίδα ενοικίασης του καταστήματος και ότι τα μόνα πράγματα που παρέμειναν εντός του υποστατικού ήταν ο εξοπλισμός και/ή η κινητή περιουσία δηλαδή παρκέ, κλιματιστικά, blinds την αξία της οποίας οι Εναγόμενοι ανταπαιτούν από την Ενάγουσα και ότι η Ενάγουσα παρά την περί αντιθέτου συμφωνία της με τους Εναγομένους, παρέβηκε τα συμφωνηθέντα δημιουργώντας έτσι διάφορα προβλήματα τα οποία οδήγησαν σε εκτενή αλληλογραφία μεταξύ τους. Τελικά στις 4.5.04, οι Εναγόμενοι μέσω του δικηγόρου τους, για να αποφύγουν περαιτέρω προβλήματα παρέδωσαν, τα κλειδιά του υποστατικού στην Ενάγουσα όμως επέμεναν πάντοτε ότι η περιουσία τους η οποία παρέμεινε στο υποστατικό έπρεπε να τους επιστραφεί, σε καμία περίπτωση δεν την χάρισαν στην Ενάγουσα από την οποία, σε ύστατη προσπάθεια τους, ζήτησαν να λάβει υπόψη έναντι των οφειλόμενων ενοικίων την αξία της εν λόγω περιουσίας πράγμα το οποίο η Ενάγουσα ουδέποτε αποδέχθηκε με αποτέλεσμα παράνομα και αδικαιολόγητα και χωρίς να αποζημιώσει τους Εναγόμενους να έχει κατακρατήσει την περιουσία αυτή. Ανέφερε επίσης ότι ο ΜΕ1 επισκεπτόταν το χώρο του υποστατικού ήταν σε γνώση του ότι έγιναν διάφορες ανακαινίσεις, επισκευές, βελτιωτικά έργα, τοποθέτηση κινητής περιουσίας και ουδέποτε εξέφρασε οποιαδήποτε αντίθεση ή παράπονο πέραν του ότι ο Διαχειριστής της Ενάγουσας κ. Σιδεράς είχε δώσει εκ μέρους της Ενάγουσας την έγκριση-άδεια και συγκατάθεση της για αυτές τις εργασίες και ήταν καταληκτικά η θέση της ότι η άσχημη εξέλιξη των πραγμάτων αφορούσε την Ενάγουσα η οποία ετσιθελικά και παράνομα αθέτησε τις συμφωνίες που είχαν γίνει. Κατά την αντεξέταση της συμφώνησε ότι οι Εναγόμενοι το Μάρτιο του 2004 ζήτησαν από την Ενάγουσα να τους αποδεσμεύσει από το ενοικιαστήριο έγγραφο και ότι η Ενάγουσα για να συγκατατεθεί προέβαλε κάποιους όρους, οι οποίοι φαίνονται στο Τεκμήριο 6 που είναι η επιστολή ημερ. 16.3.
  10. Όταν ερωτήθηκε κατά πόσο οι Εναγόμενοι εκπλήρωσαν τους όρους αυτής της συμφωνίας και δη κατά πόσο πλήρωσαν τα οφειλόμενα ενοίκια και παρέδωσαν ελεύθερη κατοχή του ακινήτου την 1.4.04, ανέφερε ότι το ακίνητο παραδόθηκε τελικά στις 4.5.04 αφού η Ενάγουσα παρέβηκε πρώτη τους όρους της προφορικής συμφωνίας που είχε γίνει και που αφορούσε την αξία της κινητής περιουσίας των Εναγομένων η οποία υπήρχε στο κατάστημα. Ήταν η θέση της ότι εφόσον υπήρχε παράβαση της συμφωνίας από πλευράς Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι ούτε πλήρωσαν οφειλόμενα ενοίκια ούτε παρέδωσαν την κατοχή του επίδικου ακινήτου την εν λόγω ημερομηνία παρά μόνο αργότερα μέσω δικηγόρου στις 4.5.
  11. Δεν δέχθηκε την υποβολή ότι είναι οι Εναγόμενοι που παρέβηκαν τους όρους της συμφωνίας αναφέροντας ότι είναι η Ενάγουσα που οδήγησε τα πράγματα στην κατάσταση αυτή. Μεγάλο μέρος της αντεξέτασης της Εναγομένης 2 επικεντρώθηκε γύρω από τα διάφορα αντικείμενα-κινητή περιουσία-εξοπλισμό που κατά τον ισχυρισμό της οι Εναγόμενοι με δικά τους έξοδα αναγκάστηκαν ουσιαστικά να τοποθετήσουν στο ακίνητο. Η Εναγομένη 2 επέμενε ότι όταν έλαβαν κατοχή του ακινήτου διαφάνηκαν αδυναμίες και/ή προβλήματα και/ή ανάγκη διορθώσεων και/ή βελτιώσεων στο κατάστημα τα οποία δεν μπορούσαν να εντοπιστούν κατά την επιθεώρηση του καταστήματος πριν υπογραφεί η συμφωνία ενοικίασης και ότι υπήρχε γνώση και συγκατάθεση της Ενάγουσας για όλα τα έργα που έγιναν. Της έγιναν διάφορες υποβολές από τη συνήγορο της Ενάγουσας περί του αντιθέτου, και ιδιαίτερα ότι το κατάστημα δεν έχρηζε καμίας βελτίωσης ή επιδιόρθωσης, ότι όποιες τυχόν δαπάνες έγιναν ήταν καθαρά για να ικανοποιήσουν την αισθητική των Εναγομένων και να συμβαδίζουν με τις δουλειές της Εναγομένης 1 και ότι ήταν όρος της συμφωνίας ότι το κατάστημα θα έπρεπε να παραδοθεί στην κατάσταση που είχε παραληφθεί και ότι καμία επέμβαση δεν θα μπορεί να γίνει χωρίς την εκ των προτέρων γραπτή συγκατάθεση της Ενάγουσας. Η Εναγόμενη 2 αρνήθηκε όλες τις υποβολές και ειδικά τη θέση ότι η Ενάγουσα στην προσπάθεια της να αντιμετωπίσει ευνοϊκά την παράκληση των Εναγομένων για πρόωρο τερματισμό της σύμβασης λόγω οικονομικών δυσκολιών έθεσε συγκεκριμένους όρους τους οποίους όμως οι Εναγόμενοι παράβηκαν, εγκατέλειψαν το υποστατικό μετά την καθορισμένη ημερομηνία, χωρίς να έχουν καταβάλει τα οφειλόμενα ενοίκια και αφήνοντας εντός του καταστήματος κάποια κινητή περιουσία ουσιαστικά εγκαταλείποντας της. Η Εναγομένη 2 αρνήθηκε ότι πέραν των οφειλομένων ενοικίων μέχρι την ημερομηνία παράδοσης του υποστατικού οι Εναγόμενοι οφείλουν κοινόχρηστα αλλά και είναι υπόλογοι τόσο για τους μήνες που πέρασαν μέχρι να βρεθεί νέος ενοικιαστής λόγω του πρόωρου και παράνομου τερματισμού της συμφωνίας από αυτούς αλλά και για τη διαφορά των ενοικίων με βάση τη νέα σύμβαση μίσθωσης που υπεγράφη με τρίτο πρόσωπο που προνοούσε για χαμηλότερο ενοίκιο από αυτό που είχε συμφωνηθεί με τους Εναγομένους για όλη την περίοδο μέχρι την κανονική λήξη της συμφωνίας μεταξύ τους που ήταν η 31.05.
  12. Εκ μέρους των Εναγομένων δόθηκε όπως έχει ήδη αναφερθεί επίσης μαρτυρία από τον Κυριάκο Κουτσιοφή, ΜΥ1, ο οποίος διατηρεί ελεγκτικό γραφείο. Ήταν η θέση του ότι είχε αναλάβει να κάνει τις οικονομικές καταστάσεις της Εναγομένης 1 της οποίας η Εναγομένη 2 είναι διευθύντρια. Ανέφερε ότι στις οικονομικές καταστάσεις που ετοίμασε για την Εναγομένη 1 για την περίοδο του 2001 συμπεριλήφθηκε και κονδύλι ύψους ΛΚ15.200 που αφορούσε την ανακαίνιση του καταστήματος που ενοικίασε η Εναγόμενη 1, η ανακαίνιση αυτή έγινε το 2001 και τη συμπεριέλαβε στις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας για να τύχει κεφαλαιουχικών εκπτώσεων για σκοπούς φόρου εισοδήματος αφού αφορούσε χρήματα που έχει επενδύσει η εταιρεία. Είπε ότι ο ίδιος ήταν το πρόσωπο που είχε ετοιμάσει και ελέγξει τις οικονομικές καταστάσεις της Εναγομένης 1 και αναγνώρισε το Τεκμήριο 16 ως μέρος της Οικονομικής Έκθεσης της Εναγομένης 1 που ο ίδιος είχε συντάξει αναφορικά για το
  13. Του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 15 και αναγνώρισε τα έγγραφα αυτά ως τιμολόγια τα οποία πληρώθηκαν από την Εναγομένη 1 για την ανακαίνιση-επιδιόρθωση του καταστήματος που έγινε το 2001 και ανέφερε ότι αυτά μαζί με άλλα δικαιολογητικά έχουν ληφθεί υπόψη από τον ίδιο στην αναφορά του για κόστος ΛΚ15.200 για την ανακαίνιση του καταστήματος για να διεκδικηθούν φορολογικές εκπτώσεις. Ανέφερε επίσης ότι το κατάστημα στη Λεωφόρο Νίκης δηλαδή το επίδικο ακίνητο ήταν το μοναδικό κατάστημα της Εναγομένης 1 την επίδικη χρονική περίοδο. Αντεξεταζόμενος σε υποβολή ότι είναι με πολύ γενικό τρόπο που τίθεται ως κόστος το ποσό των ΛΚ15.200 για σκοπούς ανακαίνισης καταστήματος για το έτος 2001 ήταν η θέση του ότι οι τίτλοι και ο τρόπος που υποβάλλονται οι οικονομικές καταστάσεις μιας εταιρείας είναι στερεότυποι και ότι οι ΛΚ15.200 για τις οποίες η Εναγομένη 1 διεκδικεί κεφαλαιουχικές εκπτώσεις είναι το ποσό το οποίο αφορά την ανακαίνιση και επιδιόρθωση του επίδικου υποστατικού για σκοπούς της Εναγομένης 1 κατά το
  14. Ανέφερε ότι η Εναγομένη 1 είναι εγγεγραμμένη στα μητρώα του εφόρου εταιρειών μέχρι και σήμερα αλλά είναι αδρανής. Αυτή ήταν η μαρτυρία η οποία προσφέρθηκε στο Δικαστήριο, όπως έχω ήδη αναφέρει κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκε αριθμός τεκμηρίων. Η αξιολόγηση των μαρτύρων δεν παρουσιάζει καμία δυσκολία αφού μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις των μαρτύρων, τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν και εν γένει την όλη τους συμπεριφορά στο εδώλιο. Η Νομολογία έχει καθορίσει διάφορες παραμέτρους σε σχέση με την αξιολόγηση των μαρτύρων, παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 187/07, ημερομηνίας 21.11.09, Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 244/06 ημερομηνίας 23.1.08, Χριστάκη Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά., Πολ. Έφ. 15/07, ημερομηνίας 23.5.08 και Ανδρέας Γιάγκου Σάντη ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά. Πολ. Έφ. 78/07 ημερομηνίας 20.3.
  15. Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν τα λεγόμενα του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο. Λαμβάνονται επίσης υπόψη, η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων στα όσα αναφέρει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο. Η ειλικρίνεια ενός μάρτυρα κρίνεται από τη θετικότητα, την αμεσότητα και τον αυθορμητισμό του. σχετικές είναι οι αποφάσεις C & Α Pelekanos Ltd v. Πελεκάνου

(1999)1 Β ΑΑΔ 1273, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη, Π.Ε. 10825, ημερ. 26.3.2002 και Δημήτρης Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 75/2005, ημερ. 26.1.
  1. Με βάση τις πιο πάνω αρχές έρχομαι τώρα να αξιολογήσω τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν προφορικά στο Δικαστήριο. Είναι η θέση μου ότι ΜΕ1 ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Τα περισσότερα θέματα που έχει αναφέρει στο Δικαστήριο έχουν υποστηριχθεί και με διάφορα τεκμήρια. Ήταν φανερό ότι ο εν λόγω μάρτυρας ήταν το πρόσωπο που εκ μέρους της Ενάγουσας απαντούσε διάφορες από τις επιστολές που είχαν απευθύνει οι Εναγόμενοι στην Ενάγουσα όταν είχαν προκύψει οι μεταξύ τους διαφορές και φαίνεται ότι μπορεί μεν να μην είχε προσωπική επαφή με τους Εναγόμενους αφού τα θέματα αυτά είχε αναλάβει ο διαχειριστής της περιουσίας της Ενάγουσας κ. Σιδεράς, όμως ήταν φανερό ότι ο κ. Δημάδης σαν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας ήταν ενημερωμένος για όλα τα θέματα που αφορούσαν το επίδικο υποστατικό και τις διαφορές που προέκυψαν με τους Εναγομένους. Οι θέσεις του για την ημερομηνία που παραδόθηκαν τα κλειδιά του υποστατικού, τα οφειλόμενα ενοίκια και κοινόχρηστα μέχρι την εν λόγω ημερομηνία αλλά και οι προσπάθειες που έγιναν από την Ενάγουσα να ενοικιάσει το ακίνητο σε νέο ενοικιαστή και τελικά η αίσια κατάληξη μετά από κάποιους μήνες με ενοικιαστή ο οποίος κατέβαλε όμως μειωμένο ενοίκιο σε σχέση με αυτό που είχε συμφωνηθεί μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένων όχι μόνο παρέμειναν αναντίλεκτες αλλά υποστηρίχθηκαν και από σχετικά τεκμήρια, κάποια από τα οποία κατατέθηκαν εκ συμφώνου. Ο κ. Δημάδης έχει αναφερθεί επί όλων των ποσών που η Ενάγουσα διεκδικεί από τους Εναγόμενους και για όσα θέματα ήταν εκτός της προσωπικής του γνώσης δεν δίστασε να αναφέρει το γεγονός αυτό στο Δικαστήριο και σε καμία περίπτωση δεν προσπάθησε να αναφερθεί σε θέματα που ήταν εκτός του προσωπικού του πεδίου γνώσης. Η θέση του ότι μετά την υπογραφή της συμφωνίας ενοικίασης μέχρι που άρχισαν τα προβλήματα μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένων ο ίδιος δεν είχε προσωπική εμπλοκή στην εκτέλεση της συμφωνίας ενοικίασης αλλά η Ενάγουσα είχε διορίσει για το σκοπό αυτό συγκεκριμένο πρόσωπο, τον κ. Σιδερά, επιβεβαιώθηκε ουσιαστικά και από την Εναγομένη
  2. Είναι η θέση μου ότι ο κ. Δημάδης έχει σεβαστεί τον όρκο του στο Δικαστήριο, έχει απαντήσει με σαφήνεια και ευθύτητα όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από το συνήγορο υπεράσπισης και παραδέχτηκε μάλιστα ότι η Ενάγουσα είχε αρχικά αντιμετωπίσει ευνοϊκά την έκκληση των Εναγομένων για τερματισμό της σύμβασης ενοικίασης ενωρίτερα νοουμένου ότι οι Εναγόμενοι θα τηρούσαν κάποια ελάχιστα εχέγγυα αλλά ότι εφόσον αυτά δεν τηρήθηκαν η οποιαδήποτε συναίνεση της Ενάγουσας είχε αποσυρθεί και πλέον όλες οι αξιώσεις της είχαν ζητηθεί από τους Εναγόμενους. Ο ΜΕ2 όπως έχω ήδη αναφέρει κλήθηκε στο Δικαστήριο από τους Ενάγοντες με μοναδικό σκοπό να αναφέρει πότε συνδέθηκε το ηλεκτρικό ρεύμα που αφορούσε το επίδικο υποστατικό στο όνομα προσώπου άλλου από τους Εναγόμενους μετά που οι Εναγόμενοι εγκατέλειψαν το υποστατικό και τη διαδικασία που τηρείται από την ΑΗΚ για να μεταβιβαστεί ένας λογαριασμός στο όνομα καταναλωτή. Ήταν φανερό ότι δεν είχε καμία προσωπική εμπλοκή με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και ουσιαστικά ο σκοπός για τον οποίο κλητεύθηκε στο Δικαστήριο εξυπηρετήθηκε τελικά με την εκ συμφώνου κατάθεση του ενοικιαστηρίου εγγράφου που υπέγραψε η Ενάγουσα με την εταιρεία Intercarpets Ltd, Τεκμήριο
  3. Η Εναγόμενη 2 ήταν έντονα συναισθηματικά φορτισμένη τόσο κατά την κυρίως εξέταση της αλλά κύρια κατά την αντεξέταση της από τη συνήγορο της Ενάγουσας. Παρόλο που μέρος από αυτή τη συναισθηματική φόρτιση μπορεί να δικαιολογηθεί αφού γινόταν συνεχώς αναφορά στον αποβιώσαντα πατέρα της, Εναγόμενο 3, εντούτοις ήταν φανερή η προσπάθεια της όχι μόνο να εκμηδενίσει την οποιαδήποτε απαίτηση της Ενάγουσας αλλά και να προωθήσει την ανταπαίτηση των Εναγομένων. Αντιδρούσε έντονα σε όλες τις υποβολές και τις ερωτήσεις που της γίνονταν, χαρακτήρισε ουσιαστικά το επίδικο υποστατικό ως εντελώς ακατάλληλο γεγονός το οποίο οι Εναγόμενοι ανακάλυψαν μετά που το ενοικίασαν και επέμενε ότι διαφάνηκε ότι έπρεπε να γίνουν πολλά βελτιωτικά έργα για να μπορέσει να χρησιμοποιηθεί από τους Εναγομένους. Θεωρώ υπερβολική αυτή της τη θέση τόσο γιατί και η ίδια και ο πατέρας της είχαν την ευκαιρία να επιθεωρήσουν το υποστατικό πριν να προχωρήσουν στη συμφωνία ενοικίασης και αυτή τους η επιθεώρηση θα έπρεπε να αποκαλύψει την αλήθεια, εάν όντος, η κατάσταση του υποστατικού ήταν όσο κακή όσο η ίδια προσπάθησε να αναφέρει στο Δικαστήριο. Επίσης θεωρώ ότι εάν όντος η κατάσταση του υποστατικού ήταν τόσο άσχημη οι Εναγόμενοι δεν θα προχωρούσαν στην ενοικίαση και/ή ότι δεν θα υπέγραφαν ενοικιαστήριο έγγραφο εάν δεν ήταν ικανοποιημένοι με ότι είχαν δει και σίγουρα δεν θα συμφωνούσαν να καταβάλουν αυτού του ύψους το ενοίκιο δηλαδή από ΛΚ1188 μηνιαίως στην αρχή της ενοικίασης μέχρι ΛΚ1650 μηνιαίως στο τελευταίο έτος της ενοικίασης όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 2, ποσά καθόλου ευκαταφρόνητα ειδικά για τη χρονική περίοδο 2001-2006 εάν όντος το επίδικο υποστατικό αντιμετώπιζε τα προβλήματα που η ίδια επιχείρησε να αναφέρει στο Δικαστήριο. Η θέση μου ότι η κα Αγαπίου ήταν υπερβολική στις θέσεις τις και σίγουρα δεν ανέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια τουλάχιστον για τα θέματα που αφορούσαν την κατάσταση του ακινήτου ενδυναμώνεται και από την απλή σύγκριση των Τεκμηρίων 2, που ήταν το ενοικιαστήριο έγγραφο της Ενάγουσας με την Εναγομένη 1, με το Τεκμήριο 18, που είναι η σύμβαση ενοικίασης που σύναψε αργότερα η Ενάγουσα με την εταιρεία Intercarpets Ltd που καταδεικνύει ότι σύμβαση Τεκμήριο 2 είναι πιο λεπτομερής και γίνεται μνεία και για συγκεκριμένα θέματα που φαίνεται να έχουν συμφωνηθεί μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένων, γεγονός το οποίο καταρρίπτει τη θέση της Εναγομένης 2 για θέματα που προέκυψαν στην πορεία και/ή που δεν μπορούσαν να αποκαλυφθούν όταν συνήφθηκε η σύμβαση ενοικίασης. Ως τέτοιο παράδειγμα παραθέτω τον όρο 7 και των δύο συμφωνιών που αφορά τροποποιήσεις, επισκευές ή προσθήκες ο οποίος είναι πολύ γενικός στο Τεκμήριο 18 αντίθετα έχουν γίνει ειδικές μνείες σε αυτά που συμφωνήθηκαν στον ίδιο όρο μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένων στο Τεκμήριο
  4. Επίσης η κα Αγαπίου κατά την προφορική της μαρτυρία στο Δικαστήριο επιχείρησε να αναφερθεί σε σωρεία προβλημάτων που ανακάλυψαν για το επίδικο υποστατικό και για τα οποία έπρεπε να ξοδέψουν κατά τους ισχυρισμούς της μεγάλα χρηματικά ποσά για να τα διορθώσουν, δεν μπόρεσε όμως να τεκμηριώσει τις θέσεις της για τα ποσά που δαπανήθηκαν αντίθετα μάλιστα προέκυψε ότι από τα έγγραφα που κατέθεσε προς υποστήριξη των ισχυρισμών της πλείστες αποδείξεις δεν αναφέρουν ποιο είναι το πρόσωπο που αγόρασε ή πλήρωσε τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που αναγράφονται και διαφάνηκε μάλιστα ότι σε αυτά έχουν συμπεριληφθεί δαπάνες για εργασίες που έγιναν σε άλλο χώρο εκτός του επίδικου υποστατικού και συγκεκριμένα στην οικία της. Σε σχέση με το θέμα αυτό, δηλαδή την αδυναμία της Εναγομένης 2 να υποστηρίξει τις αξιώσεις που ανταπαιτούν οι Εναγόμενοι, παρατηρώ ότι στη δέσμη εγγράφων-αποδείξεων που κατατέθηκε από την ίδια ως Τεκμήριο 15 προς υποστήριξη των ισχυρισμών της για τις δαπάνες που έκαναν οι Εναγόμενοι για να φέρουν το υποστατικό σε μια καλή κατάσταση, καμία από αυτές τις αποδείξεις δεν αφορά τα μεγάλα κονδύλια που διεκδικούν οι Εναγόμενοι στην Ανταπαίτηση τους αλλά πρόκειται για πολύ πιο μικρά ποσά. Η δικαιολογία της Εναγομένης 2, ότι κατά την απουσία της στο εξωτερικό είχε δώσει στους λογιστές της τα διάφορά έγγραφα-αποδείξεις που αφορούσαν τα κονδύλια αυτά και δεν μπόρεσαν να ανεβρεθούν, δεν πείθει καθότι οι Εναγόμενοι γνώριζαν τουλάχιστο από τις 14.4.08 που καταχώρησαν την Υπεράσπιση και την Ανταπαίτηση τους ότι τα έγγραφα αυτά ήταν αναγκαία για απόδειξη των ισχυρισμών τους και θα έπρεπε να είχαν καταβάλει κάθε προσπάθεια να τα βρουν. Επίσης είναι εύλογη η υπόθεση ότι αφού έδωσαν ακριβείς πληροφορίες στους δικηγόρους τους για τα χρήματα που δαπάνησαν για κάθε ένα από τα κονδύλια που απαιτούν τα οποία αναφέρονται στην Ανταπαίτηση θα αναμενόταν να έχουν και τις σχετικές αποδείξεις. Είναι γενικά η θέση μου ότι η κα Αγαπίου παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο μόνο και μόνο για να στηρίξει την Υπεράσπιση και την Ανταπαίτηση των Εναγομένων και έτσι οι απαντήσεις της σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν ήταν γεμάτες υπερβολές, ασάφειες και παρέπεμπαν πάντα στις συμφωνίες που γίνοντο κατά τον ισχυρισμό της με τον αποβιώσαντα κ Σιδερά και τον αποβιώσαντα πατέρα της και Εναγόμενο 3, κανένας όμως εκ των οποίων δεν μπορούσε να κληθεί στο Δικαστήριο για να τις επιβεβαιώσει. Η όλη παρουσία της στο Δικαστήριο κατά την άποψη μου έδειχνε τον πανικό και το φόβο της για την έκβαση της παρούσας υπόθεσης και για τα χρήματα που η ίδια στο τέλος της ημέρας τυχόν κληθεί να πληρώσει αφού η Εναγομένη 1 είναι αδρανής, ο Εναγόμενος 3 έχει αποβιώσει και η ίδια είναι το μόνο πρόσωπο που τυχόν θα πρέπει να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό ήθελε τυχόν επιδικαστεί εναντίον των Εναγομένων. Επίσης αναφέρω ότι αν και η Εναγόμενη 2 προσπάθησε έντονα να πείσει το Δικαστήριο, και προς τούτο αντέκρουσε τις υποβολές της συνηγόρου της Ενάγουσας, ότι όποια τυχόν έξοδα πραγματοποίησαν οι Εναγόμενοι στο κατάστημα αυτά δεν αφορούσαν επιδιορθώσεις και προσπάθειες των Εναγομένων να αντιμετωπίσουν την κακή κατάσταση του καταστήματος αλλά αντίθετα βελτιωτικά έργα και εξωραϊσμό του καταστήματος για να συνάδει με τα προσωπικά της γούστα και το χαρακτήρα που ήθελε να δώσει η ίδια στο κατάστημα, φαίνεται όμως να προκύπτει ότι όντος τα έργα που τυχόν έγιναν αφορούσαν καθαρά θέμα διακόσμησης του καταστήματος αφού όλα τα υλικά που κατ' ισχυρισμό τοποθετήθηκαν και/ή τα αγαθά που αγοράστηκαν είναι προς αυτό το σκοπό. Για παράδειγμα, οι Εναγόμενοι ανταπαιτούν χρήματα για τοποθέτηση πόρτας καταστήματος και χερούλι της πόρτας όμως, όπως έχει η ίδια παραδεχτεί το κατάστημα όταν παραδόθηκε είχε και πόρτα και χερούλι. Υπήρχε επίσης παρκέ στο κατάστημα αλλά η ίδια ήθελε να το αλλάξει για σκοπούς ομοιομορφίας του χρώματος του παρκέ που υπήρχε με το παρκέ ισχυριζόμενη ότι στο σημείο που έκλεισαν μια σκάλα υπήρχε διχρωμία του παρκέ, το οποίο σημειώνω ότι σίγουρα ήταν εμφανές και το αντελήφθηκε όταν πήγε να δει το κατάστημα προτού το ενοικιάσει και σίγουρα δεν ήταν κάτι που προέκυψε μετά. Επίσης προς υποστήριξη της θέσης μου ότι η κα Αγαπίου δεν έχει πει στο Δικαστήριο την αλήθεια αλλά ότι αντίθετα έχει αναφέρει πολλές υπερβολές είναι και το γεγονός ότι ενώ ισχυρίστηκε ότι οι Εναγόμενοι διαπίστωσαν ότι η ηλεκτρολογική εγκατάσταση του υποστατικού ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση μετά που έλαβαν κατοχή και αφαίρεσαν κάποια πάνελς από τους τοίχους και κάλεσαν την Ενάγουσα να αναλάβει τις ευθύνες της αλλά αυτή αρνήθηκε με αποτέλεσμα να αναγκαστούν οι ίδιοι να αναλάβουν και το κόστος της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης, αλλά και για τα υπόλοιπα θέματα δηλαδή κλιματιστικά και κτιστικά παρατηρώ ότι ενώ η σύμβαση ενοικίασης άρχισε, σύμφωνα με το Τεκμήριο 2, από την 01.06.01 εντούτοις η όλη αλληλογραφία μεταξύ των μερών η οποία αρχίζει από το 2003 φαίνεται να αφορά επιστολές της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη 1 για τη μη καταβολή από τους Εναγόμενους εγκαίρως των ενοικίων αλλά και την επανειλημμένη αμέλεια τους να μην καταβάλουν τα κοινόχρηστα. Δεν υπάρχει καμία επιστολή εκ μέρους των Εναγομένων που να παραπονούνται στην Ενάγουσα για την κακή κατάσταση του υποστατικού όπως ισχυρίζονται και σίγουρα εύλογη είναι η απορία γιατί προχώρησαν τότε και ξόδεψαν τόσα χρήματα αφού είδαν ότι το υποστατικό δεν ανταποκρινόταν σε αυτά που είχαν συμφωνηθεί και παρά μόνο προβαίνουν σε απαίτηση για τα ισχυριζόμενα έξοδα τους μόλις τον Απρίλιο του 2004 μετά που οι ίδιοι είχαν ζητήσει αποδέσμευση στις 8.3.04, Τεκμήριο
  5. Ξενίζει επίσης το γεγονός ότι η Εναγόμενη 2, η οποία είναι το πρόσωπο που υπογράφει την επιστολή Τεκμήριο 5 ημερ. 8.3.04 και η οποία ζητά αποδέσμευση από το συμβόλαιο και θεωρώ σωστό να παραθέσω αυτολεξεί τα όσα αναφέρει, ".Θα σας παρακαλούσα όπως με αποδεσμεύσετε από το συμβόλαιο και από πλευράς μου εγώ είμαι έτοιμη να σας παραδώσω ελεύθερη την κατοχή του υποστατικού στο τέλος αυτού του μήνα πληρώνοντας σας παράλληλα τα καθυστερημένα ενοίκια.", δεν προβαίνει σε καμία νύξη για τον εξοπλισμό και τα χρήματα που έχουν αγοράσει και δαπανήσει για το κατάστημα ούτε καν ζητά να ληφθεί η αξία τους έναντι των ενοικίων παρά μόνο παραδέχεται και την οφειλή καθυστερημένων ενοικίων. Πιστεύω ότι εάν οι ισχυρισμοί της για τα όσα έχουν δαπανήσει οι Εναγόμενοι για την επιδιόρθωση του υποστατικού ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα θα αναμένετο να γίνει από την ίδια έστω κάποια αναφορά σε αυτά στην εν λόγω επιστολή της. Σε ότι αφορά το ΜΥ1, Κ. Κουτσιοφή, είναι η θέση μου ότι προσπάθησε ανεπιτυχώς να συνδέσει το Τεκμήριο 16 το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του είναι μια σελίδα από την οικονομική έκθεση για την Εναγομένη 1 την οποία ετοίμασε ο ίδιος και η οποία αφορούσε το 2001 και έχει κατατεθεί για σκοπούς φόρου εισοδήματος και στην οποία αναγράφεται ότι η Εναγομένη 1 διεκδικεί το ποσό των ΛΚ15.200 ως κόστος για να ανακαίνιση καταστήματος την εν λόγω χρονιά με την Ανταπαίτηση των Εναγομένων. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 15 τη δέσμη δηλαδή των αποδείξεων που κατέθεσε η Εναγομένη 2 χωρίς όμως να μπορεί να προσφέρει οποιαδήποτε θετική μαρτυρία πέραν του ότι τα έγγραφα αυτά μαζί με διάφορα άλλα που δεν ανεβρέθηκαν λήφθηκαν υπόψη από τον ίδιο στο ποσό των ΛΚ15.200 που διεκδικεί η Εναγομένη 1 ως φορολογική έκπτωση για το έτος
  6. Όταν υποδείχθηκε στο εν λόγω μάρτυρα ότι στο Τεκμήριο 16 έχει χρησιμοποιηθεί ο όρος "ανακαίνιση" καταστήματος και όχι επιδιόρθωση που ήταν ο ισχυρισμός της Εναγομένης 2, ήταν η θέση του ότι ο τίτλος αυτός είναι στερεότυπος και ότι με τον όρο ανακαίνιση εννοείται η επιδιόρθωση του καταστήματος. Δεν διαλανθάνει της προσοχής μου ότι ο ΜΥ1 ήταν λογιστής της Εναγομένης 1 για αρκετά χρόνια, πληρωνόταν για τις υπηρεσίες του και κλήθηκε στο Δικαστήριο για να δικαιολογήσει και τα δικά του γραφόμενα, Τεκμήριο 16 αλλά και είχε κάθε λόγο να προωθήσει τη θέση των Εναγομένων. Όπως έχω ήδη αναφέρει η ημερομηνία κατά την οποία τα κλειδιά του υποστατικού παραδόθηκαν στην Ενάγουσα αποτελεί παραδεχτό γεγονός. Επίσης υπάρχει σαφής παραδοχή των Εναγομένων ότι οφείλοντο καθυστερημένα ενοίκια. Ενόψει των ανωτέρω και δη με βάση τα Τεκμήρια που έχουν κατατεθεί αλλά και την αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα πιο κάτω αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: · Στις 31.5.01 υπεγράφη μεταξύ Ενάγουσας ως ιδιοκτήτριας και Εναγομένης 1 ως ενοικιαστή συμφωνία ενοικίασης για 4 καταστήματα και 3 χώρους στάθμευσης στο κτηριακό συγκρότημα Χατζηκυριάκειον 2 που βρίσκεται στη Λεωφόρο Νίκης στη Λευκωσία, ιδιοκτησίας της Ενάγουσας. · Η περίοδος ενοικίασης είχε συμφωνηθεί για 5 χρόνια από 1.6.01 μέχρι 31.5.
  7. · Για όλη τη διάρκεια της ενοικίασης το συνολικό ποσό ενοικίου που είχε συμφωνηθεί ήταν ΛΚ86.256 το οποίο ήταν προπληρωτέο με μηνιαίες δόσεις την πρώτη κάθε μήνα ως ακολούθως: Το πρώτο έτος της ενοικίασης δηλαδή από 1.6.01 μέχρι 31.5.02 ΛΚ1188 μηνιαίως Το δεύτερο έτος της ενοικίασης δηλαδή από 1.6.02 μέχρι 31.5.03 ΛΚ1350 μηνιαίως Το τρίτο έτος της ενοικίασης δηλαδή από 1.6.03 μέχρι 31.5.04 ΛΚ1450 μηνιαίως Το τέταρτο έτος της ενοικίασης δηλαδή από 1.6.04 μέχρι 31.5.05 ΛΚ1550 μηνιαίως Το πέμπτο έτος της ενοικίασης δηλαδή από 1.6.05 μέχρι 31.5.06 ΛΚ1650 μηνιαίως · Η Εναγομένη 1 κατέβαλε το ποσό των ΛΚ2.376 ως εγγύηση για τη πιστή τήρηση των όρων της συμφωνίας και το οποίο θα ήταν επιστρεπτέο μετά τη λήξη της ενοικίασης και την παραλαβή ελεύθερης και απρόσκοπτης κατοχής του ακινήτου από την Ενάγουσα νοουμένου ότι παραδιδόταν σε καλή κατάσταση. · Οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και κεχωρισμένα την πιστή τήρηση όλων των όρων και υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 που απορρέουν από το ενοικιαστήριο έγγραφο με σχετικό γραπτό έγγραφο εγγύησης που υπεγράφη επίσης στις 31.5.01, και αποτελεί μέρος της συμφωνίας ενοικίασης. · Πριν η Εναγόμενη 1 υπογράψει το ενοικιαστήριο έγγραφο, η Εναγομένη 2 και Διευθύντρια της μαζί με τον Εναγόμενο 3, είχαν επισκεφθεί και εξετάσει και επιθεωρήσει το επίδικο υποστατικό, και το βρήκαν κατάλληλο για το σκοπό που ήθελαν. · Ήταν όρος της συμφωνίας μεταξύ των μερών ότι δεν επιτρέπεται καμιά τροποποίηση, επισκευή ή προσθήκη στο ακίνητο χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση του ιδιοκτήτη και ότι κάθε τέτοια τροποποίηση, επισκευή ή προσθήκη παραμένει προς όφελος του ιδιοκτήτη χωρίς καμία υποχρέωση για αποζημίωση προς τον ενοικιαστή. · Εκ μέρους της Ενάγουσας είχε διοριστεί διαχειριστής για το εν λόγω ακίνητο και συγκεκριμένα ο κ. Κ. Σιδεράς ο οποίος είχε αναλάβει όλα τα θέματα που αφορούν τη διαχείριση της περιουσίας υπό ενοικίαση περιλαμβανομένης και της είσπραξης των ενοικίων και των κοινοχρήστων από την Εναγόμενη
  8. · Από το έτος 2003 και μετέπειτα υπήρχε συχνή αλληλογραφία μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένης 1 η οποία αφορούσε συνεχώς υπενθυμίσεις για οφειλόμενα ενοίκια και εκκλήσεις της Ενάγουσας προς την Εναγομένη 1 να πληρώνει τακτικά τα ενοίκια και το ποσό των κοινοχρήστων που αφορούσαν κάθε μήνα καθότι όπως φαίνεται κατά διάφορες χρονικές περιόδους η Εναγομένη 1 καθυστερούσε την έγκαιρη πληρωμή των ενοικίων ως ήταν η υποχρέωση της με βάση τη σύμβαση. · Στις 9.3.04 η Εναγομένη 2 ως Διευθύντρια της Εναγομένης 1 με γραπτή επιστολή της σε απάντηση επιστολής της Ενάγουσας ημερ. 29.2.04 που αφορούσε και πάλι καθυστερημένα ενοίκια και κοινόχρηστα, ζήτησε από την Ενάγουσα την αποδέσμευση της από το συμβόλαιο ενοικίασης με παράδοση ελεύθερης της κατοχής του υποστατικού στο τέλος Μαρτίου του 2004 και αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να πληρώσει τα καθυστερημένα ενοίκια. · Η Ενάγουσα προς απάντηση της εν λόγω επιστολής ανέφερε στην Εναγομένη 1 ότι συμφωνεί να την αποδεσμεύσει από το συμβόλαιο από 1.4.04 νοουμένου ότι (α) η Εναγομένη 1 μέχρι την εν λόγω ημερομηνία θα έχει πληρώσει τα καθυστερημένα ενοίκια και κοινόχρηστα, (β) θα έχει εξοφλήσει όλες τις υποχρεώσεις της προς την ΑΗΚ και το Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, (γ) θα παραδώσει το υποστατικό ελεύθερο χρήσεως την 1.4.04 και (δ) θα επιτρέψει στην Ενάγουσα να τοποθετήσει ενοικιαστήριες πινακίδες στις προθήκες των καταστημάτων άμεσα. Τα πιο πάνω κοινοποιήθηκαν με επιστολή ημερ. 16.3.04 στην οποία γίνεται επίσης αναφορά σε τηλεφωνική παράκληση του Εναγομένου 3 για διάφορα μηχανήματα και εξοπλισμό με τη θέση εκ πλευράς Ενάγουσας ότι αυτά μπορούν να φιλοξενηθούν μέχρι 31.3.04 και ότι από την εν λόγω ημερομηνία και μετέπειτα η Ενάγουσα ζητά παράδοση των καταστημάτων εντελώς άδεια. · Η συμφωνία αυτή δεν υλοποιήθηκε, η ημερ. 1.4.04 παρήλθε χωρίς η Εναγομένη 1 να παραδώσει κενή κατοχή του υποστατικού και να εκπληρώσει τους άλλους όρους που είχαν τεθεί. · Οι Εναγόμενοι εκ νέου ζήτησαν από την Ενάγουσα να παραλάβει το κατάστημα με τον εξοπλισμό και την ακίνητη ιδιοκτησία που ανήκουν στην Εναγομένη 1 για να τα διαπραγματευτούν με τον επόμενο ενοικιαστή κάτι το οποίο δεν ενέκρινε η Ενάγουσα η οποία ζήτησε μέσω δικηγόρου πλέον από την Εναγομένη 1 να εκκενώσει το κατάστημα και να παραδώσει ελεύθερη κατοχή χωρίς όρους διαφορετικά δεν μπορούν να την απαλλάξουν από τις περαιτέρω υποχρεώσεις της. · Στις 4.5.04 η Εναγόμενη 1 μέσω δικηγόρου παρέδωσε τα κλειδιά του υποστατικού στους δικηγόρους της Ενάγουσας μαζί με επιστολή των δικηγόρων της στην οποία αναφέρει ότι παραδίδει το υποστατικό ελευθέρα τη χρήση. Σε ότι αφορά τα οφειλόμενα ενοίκια τα οποία αναγνωρίζει ζητεί και πάλι είτε να αφαιρεθεί η αξία του εξοπλισμού που έχει παραμείνει στο κατάστημα και να πληρωθεί η διαφορά είτε να επιτρέψει στους Εναγομένους 1 να διαπραγματευτούν με τον επόμενο ενοικιαστή την αξία του εξοπλισμού αυτού. · Το επίδικο κατάστημα από 4.5.04 μέχρι 1.7.04 παρέμεινε χωρίς ενοικιαστή. · Το κατάστημα ενοικιάστηκε στην εταιρεία Intercarpets Ltd την 1.7.04 μέχρι 31.5.06 έναντι του μηνιαίου ενοικίου ΛΚ1.
  9. · Η Εναγόμενη 1 από 1.11.03 μέχρι 30.4.04 παρέλειψε να καταβάλει συμφωνηθέντα ενοίκια ύψους ΛΚ8.700 επίσης δεν κατέβαλε τα έξοδα κοινοχρήστων που της αναλογούσαν από 1.6.01 μέχρι 30.4.04 ύψους ΛΚ
  10. Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι η σύμβαση ενοικίασης μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένης 1 δεν ολοκληρώθηκε αντίθετα τερματίστηκε ενωρίτερα από την Εναγομένη 1 η οποία δεν τήρησε ούτε τα όσα η Ενάγουσα είχε ζητήσει προκειμένου να την αποδεσμεύσει από τις υποχρεώσεις της με βάση το συμβόλαιο. Τελικά η Εναγομένη 1 παρέδωσε μέσω δικηγόρου ελεύθερη κατοχή του ακινήτου στους δικηγόρους της Ενάγουσας στις 4.5.04 χωρίς να καταβάλει οποιοδήποτε από τα οφειλόμενα ποσά τα οποία παραδέχτηκε ότι όφειλε και τα οποία αφορούσαν καθυστερημένα ενοίκια και κοινόχρηστα. Είναι η θέση μου ότι η Εναγομένη 1 έχει παράνομα τερματίσει πρόωρα την εν λόγω συμφωνία αφού η ίδια δεν τήρησε τα όσα είχαν ζητηθεί από την Ενάγουσα για την αποδεσμεύσει ενωρίτερα από τις υποχρεώσεις της με βάση το συμβόλαιο. Κατά τον πρόωρο και παράνομο αυτό τερματισμό η Εναγομένη 1 όφειλε στην Ενάγουσα ενοίκια για τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2003 και Ιανουάριο, Φεβρουάριο και Μάρτιο του 2004 τα οποία ανέρχονται στο συνολικό ποσό των ΛΚ7.250 όπως επίσης και κοινόχρηστα ύψους ΛΚ340 δηλαδή συνολικό ποσό ΛΚ7.
  11. Η Εναγομένη 1 είχε καταβάλει στην Ενάγουσα το ποσό των ΛΚ2.376 τα οποία αν και δεν ήταν έναντι των ενοικίων αλλά ήταν προκαταβολή η οποία θα επιστραφόταν με τη λήξη της ενοικίασης και νοουμένου ότι υπήρχε πιστή τήρηση των προνοιών της συμφωνίας ποσό το οποίο η Ενάγουσα πίστωσε στην Εναγομένη 1 έναντι της οφειλής της με αποτέλεσμα η οφειλή της Εναγόμενης 1 να είναι ΛΚ5.214 υπό μορφή καθυστερημένων ενοικίων και μη πληρωμής κοινοχρήστων. Για τα ποσά αυτά υπόλογοι είναι η Εναγόμενη 1 αλλά και η Εναγομένη 2 η οποία έχει εγγυηθεί όλες τις υποχρεώσεις της Εναγομένης
  12. Η γενική αρχή η οποία διέπει τον καθορισμό των αποζημιώσεων για παράβαση σύμβασης είναι εκείνη της αποζημίωσης. Δηλαδή το αθώο μέρος πρέπει να τεθεί σε όποιο βαθμό αυτό μπορεί να επιτευχθεί με το χρήμα στην ίδια θέση στην οποία θα ήταν ως εάν η σύμβαση να είχε εκτελεστεί. Σχετικές είναι οι αποφάσεις ΑΛΠΑΝ (Α/φοι Τάκη) κ.α. ν. Τρυφωνίδου
(1996)1 (Α) ΑΑΔ 679, George Charalambous Ltd v. Kalos Kafes Ltd
(1997)1 (Α) ΑΑΔ 199, Μουρτζινος ν. Πλοίου "GALAXIAS" κ.α
(1997)1 (Α) ΑΑΔ
  1. Οι αρχές αυτές ενσωματώνονται και στα Άρθρα 73, 74 και 75 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  2. Περαιτέρω με βάση τη νομολογία το αναίτιο μέρος έχει καθήκον να λάβει λογικά μέτρα για να μετριάσει ή να περιορίσει τη ζημιά του. Όταν υπάρχει παράβαση σύμβασης το αναίτιο μέρος δικαιούται να λάβει αποζημιώσεις από το υπαίτιο μέρος. Η θέση του κ. Δημάδη ότι το ακίνητο παρέμεινε χωρίς ενοικιαστή για τους μήνες Μάιο και Ιούνιο τους 2004 παρά τις προσπάθειες της Ενάγουσας να εξεύρει ενοικιαστή δεν αντικρούστηκε ενώ κατατέθηκε εκ συμφώνου, για την αλήθεια του περιεχομένου του, το συμβόλαιο ενοικίασης που υπέγραψε η Ενάγουσα με την εταιρεία Intercarpets Ltd για το ποσό των ΛΚ1.000 μηνιαίως από 1.7.04 μέχρι 31.5.06 σε μια προσπάθεια της Ενάγουσας να μειώσει τη ζημιά της. Παραπέμπω στις υποθέσεις Ramez Karanouh v. Μάρως Αγαπίου κ.α.
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 377 και Αννίτα Πατζιαρή ν. Aquarian Container Lines Ltd κ.α.
(1993)1 ΑΑΔ 748 σύμφωνα με τις οποίες ο ιδιοκτήτης ενός ακινήτου έχει καθήκον να μετριάσει τη ζημιά του εάν το μισθίο εγκαταλειφθεί από το μισθωτή προ της λήξεως της συμβατικής περιόδου της μίσθωσης. Οι προσπάθειες αυτές σύμφωνα με τη νομολογία πρέπει να είναι όλα τα λογικά μέτρα που θα μπορούσε να λάβει ο ιδιοκτήτης για μετριασμό της ζημιάς του στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Στην παρούσα περίπτωση η μαρτυρία του κ. Δημάδη ότι το ακίνητο παρέμεινε χωρίς ενοικιαστή για δύο μήνες και συγκεκριμένα τους μήνες Μάιο και Ιούνιο του 2004 παρέμεινε αναντίλεκτη. Αναντίλεκτη παρέμεινε και η θέση του ότι έγιναν προσπάθειες την εν λόγω περίοδο για ενοικίαση του χωρίς αποτέλεσμα ενώ είναι παραδεχτό γεγονός ότι το ακίνητο ενοικιάστηκε για το υπόλοιπο της περιόδου που ίσχυε η σύμβαση μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένης 1 για μηνιαίο ενοίκιο ΛΚ1.000 δηλαδή λιγότερο από το ενοίκιο που θα λάμβανε κανονικά η Ενάγουσα αν η σύμβαση ενοικίασης μεταξύ της και της Εναγομένης 1 εκτελείτο κανονικά. Επομένως η Ενάγουσα, η οποία έχει αποδείξει ότι έχει προβεί σε μέτρα για μείωση της ζημιάς της και μάλιστα την έχει μειώσει με τη σύναψη της σύμβασης ενοικίασης με την εταιρεία Intercarpets Ltd για μειωμένο όμως ενοίκιο, δικαιούται σε αποζημιώσεις από την Εναγομένη 1 τόσο για το χρονικό διάστημα που το υποστατικό παρέμεινε χωρίς ενοικιαστή αλλά και για τη διαφορά των ενοικίων που αφορά η σύμβαση με το νέο ενοικιαστή. Σε ότι αφορά την Εναγομένη 2 όπως έχει ήδη αναφερθεί έχει εγγυηθεί όλες τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 που απορρέουν από το ενοικιαστήριο έγγραφο και επομένως σίγουρα την καταβολή των καθυστερημένων ενοικίων και κοινοχρήστων αλλά και εγγυήθηκε την πιστή τήρηση όλως των όρων και υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 που απορρέουν από το ενοικιαστήριο έγγραφο. Επομένως η Εναγομένη 2 ως εγγυήτρια των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 είναι υπεύθυνη για την καταβολή όλων των ποσών που δικαιούται η Ενάγουσα και τα οποία απορρέουν από την παράβαση της σύμβασης. Η Εναγομένη 2 παραδέχεται ότι έχει υπογράψει τη σύμβαση εγγύησης. Βάσει του Συγγράμματος Chitty on Contracts 25th Edition, σελ. 900-901, παράγραφος 1632: "Effect on guarantor. Where a creditor "accepts" his debtor's wrongful repudiation of the contract, and exercises his right to treat himself as discharged, this does not release a guarantor of the debtor liability in respect of monies payable by the debtor after the date of discharge." Επομένως ακόμα και στην περίπτωση που θα θεωρείτο ότι η Ενάγουσα συγκατατέθηκε στον τερματισμό του συμβολαίου ενωρίτερα και δεν επρόκειτο για παράβαση της σύμβασης εκ πλευράς Εναγομένης 1 και πάλιν η Εναγομένη 2 θα είχε ευθύνη για την καταβολή όλων των ποσών για τα οποία ευθύνεται η Εναγομένη 1. Σε ότι αφορά την Ανταπαίτηση είναι φανερό από τα όσα έχω αναφέρει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Εναγομένης 2 ότι οι ισχυρισμοί των Εναγομένων δεν έχουν αποδειχτεί. Είναι νομολογημένη η αρχή ότι η Ανταπαίτηση υπέχει πλέον θέση Έκθεσης Απαίτησης και επομένως το πρόσωπο που ισχυρίζεται και διεκδικεί χρήματα θα πρέπει να αποδεικνύει αυστηρά τους ισχυρισμούς του. Ειδικά περί ειδικών αποζημιώσεων όπως είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υποχρέωση των Εναγομένων να αποδείξουν αυστηρά τις θέσεις τους. Όπως έχει αναφερθεί και στις υποθέσεις Αντωνιάδη ν. Σταύρου
(1998)1 (Β) ΑΑΔ 1177, Λοΐζου ν. Μουρτζή
(1999)1 (Β) ΑΑΔ 883, ΑΤΗΚ ν. MEDCON Construction Ltd
(2000)1 (Β) ΑΑΔ 945, Παναγή ν. Κακόψητου
(2001)1 (Β) ΑΑΔ 839 αλλά και σε σωρεία άλλων υποθέσεων η απόδειξη ειδικών αποζημιώσεων κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια. Οι ειδικές ζημιές πρέπει να αποδειχτούν με θετική μαρτυρία, με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία. Πρέπει να αξιώνονται στις έγγραφες προτάσεις ειδικά και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα και καθαρή μαρτυρία. Στην παρούσα υπόθεση όπως έχω ήδη αναφέρει προς απόδειξη της Ανταπαίτησης της η Ενάγουσα κατέθεσε το Τεκμήριο 15 που αποτελεί δέσμη αποδείξεων και το Τεκμήριο 16 που αναγνωρίστηκε από τον ΜΥ1 ότι αποτελεί μέρος των οικονομικών καταστάσεων της Εναγομένης 1 για το έτος
  1. Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 15 επαναλαμβάνω πρώτα απ' όλα κάτι που έχω αναφέρει και στην αξιολόγηση της μαρτυρίας ότι δηλαδή όλα τα τιμολόγια που έχουν παρουσιαστεί, πέραν βέβαια των υπόλοιπων προβλημάτων τους στα οποία θα αναφερθώ αμέσως, αφορούν πολύ μικρό ποσό έναντι της συνολικής ανταπαίτησης των Εναγομένων και δεν δικαιολογούν κανένα από τα κεφάλαια Ανταπαίτησης τους όπως έχουν τεθεί στο δικόγραφο τους. Σε ότι αφορά ειδικά τα τιμολόγια αυτά παρατηρώ ότι μόνο δύο εξ αυτών είναι στο όνομα της Εναγομένης 1, τα πλείστα είναι χωρίς όνομα και δύο εξ αυτών στο όνομα Eterno Gallery και Eterno Ltd. Σε ότι αφορά το τιμολόγιο ύψους ΛΚ4.140 που αφορά εργασίες μπογιατίσματος και χτιστικά όπως έχει ήδη αναφερθεί κατά την αντεξέταση της κας Αγαπίου συμπεριλαμβάνονται σε αυτό εργασίες για χώρο άλλο από τον επίδικο, πέραν τούτου το συγκεκριμένο τιμολόγιο είναι άνευ ημερομηνίας. Δεν υπάρχει καμία απόδειξη που να δικαιολογεί τα έξοδα που διεκδικούν οι Εναγόμενοι από τους Ενάγοντες και που αφορούν πατώματα, κλιματιστικά, ταμπέλα κτλ. Θα ανέμενε κάποιος ότι αποδείξεις για τόσο μεγάλα ποσά όπως αυτά που αξιούνται από τους Εναγομένους θα εφυλάττοντο από αυτούς, αν υπήρχαν, για να προσκομιστούν στο Δικαστήριο προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Αυτό δεν έγινε γεγονός που οδηγεί άνευ άλλου την Ανταπαίτηση σε απόρριψη αφού κανένα από τα θέματα και/ή ποσά που εγείρονται και αξιούνται σε αυτή δεν έχει αποδειχτεί σύμφωνα με τη νομολογία. Η μαρτυρία του ΜΥ1 επίσης δεν έχει ενισχύσει καθόλου την Ανταπαίτηση των Εναγομένων αφού ο εν λόγω μάρτυρα το μόνο που έχει αναφέρει είναι ότι στις οικονομικές καταστάσεις της Εναγομένης 1 για το έτος 2001 έχουν συμπεριληφθεί διεκδικήσεις για φορολογικές εκπτώσεις ύψους ΛΚ15.200 που κατ' ισχυρισμό δαπάνησε η Εναγομένη 1 για ανακαίνιση του καταστήματος χωρίς σε καμία περίπτωση να έχει δικαιολογήσει οποιοδήποτε μέρος του ποσού αυτού. Εν πάση περιπτώσει η Ανταπαίτηση των Εναγομένων είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν έχει πείσει η κα Αγαπίου ότι ο όποιος εξοπλισμός είχε τοποθετηθεί στο κατάστημα και/ή τα όποια υλικά και/ή εργασίες είχαν αγοραστεί και γίνει αφορούσαν οτιδήποτε άλλο εκτός από το προσωπικό της γούστο για τη διακόσμηση του καταστήματος. Με βάση δε τους όρους του συμβολαίου ενοικίασης απαιτείτο εκ των προτέρων η συγκατάθεση του ιδιοκτήτη για οιεσδήποτε τυχόν αλλαγές κάτι το οποίο δεν έχει αποδειχθεί ότι δόθηκε, εν πάση περιπτώσει και πάλι σύμφωνα με τη συμφωνία, κάθε τροποποίηση, επισκευή ή προσθήκη παραμένει προς όφελος του ιδιοκτήτη χωρίς καμία υποχρέωση για αποζημίωση προς τον ενοικιαστή. Υπάρχει επίσης ο επιπρόσθετος λόγος ότι οι Εναγόμενοι έχουν παραδώσει κατοχή του ακινήτου στην Ενάγουσα μέσω δικηγόρου στις 4.5.04 και στην επιστολή αναφέρουν ρητά ότι παραδίδουν ελευθέρα χρήση του ακινήτου στους Ενάγοντες και επομένως ουσιαστικά αναγνωρίζουν ότι οποιοσδήποτε τυχόν εξοπλισμός έχει παραμείνει στο κατάστημα έχει εγκαταλειφθεί από αυτούς. Ενόψει των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για τα πιο κάτω ποσά: Α. €10.805,20 (ΛΚ6.324) ως υπόλοιπο χρεωστικού λογαριασμού ή/και ως αξία συμφωνηθέντων ενοικίων ή/και ως υπόλοιπο καθυστερημένων ενοικίων από 1.11.03 μέχρι 30.4.04 δυνάμει εγγραφής συμφωνίας ή/και ενοικιαστηρίου εγγράφου μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων. Β. €598,01 (ΛΚ350) - οφειλόμενα κοινόχρηστα από 1.6.01 μέχρι 30.4.
  2. Γ. €4.954,94 (ΛΚ2.900) ως τα οφειλόμενα ενοίκια ή/και ως αποζημίωση για τους μήνες που έμεινε ανοικίαστο το επίδικο ακίνητο δηλαδή για την περίοδο 4.5.04 μέχρι 1.7.
  3. Δ. €17.684,02 (ΛΚ10.350) ως αποζημίωση για την μείωση του ενοικίου από ΛΚ1.450 σε ΛΚ1.000 για την περίοδο 1.7.04 μέχρι 31.5.
  4. Επιδικάζονται επίσης υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση των Εναγομένων 1 και 2 αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Δεν εκδίδεται άλλη διαταγή για έξοδα εφόσον η Ανταπαίτηση εκδικάστηκε στα πλαίσια της αγωγής. (Υπ.)................ Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /εκ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.