Χριστίνα Σωφρονίου ν. Ανδριανή Βαρνακκίδου κ.α., Αρ. Αγωγής 8677/2011, 9/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A237 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 8677/2011 ΜΕΤΑΞΥ: Χριστίνα Σωφρονίου -και-
- Ανδριανή Βαρνακκίδου
- Μάριος Βαρνακκίδης Αίτηση ημερομηνίας 30.12.2011 για έκδοση προσωρινού διατάγματος 9 Ιουλίου, 2012 Για τoυς αιτητές: κος Χ"Κωστής Για τους καθ' ών η αίτηση 1 και 2: κα Ζαχαρία Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 30.12.2011 η ενάγουσα καταχώρισε αγωγή εναντίον της μητέρας και του αδελφού της (εναγομένη 1 και εναγόμενος 2, αντίστοιχα). Παράλληλα υπέβαλε και αίτημα για έκδοση διατάγματος που απαγορεύει τους εναγομένους να πωλήσουν, δωρίσουν, μεταβιβάσουν, επιβαρύνουν, διαθέσουν και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν συγκεκριμένο κατάστημα στο Στρόβολο. Το εν λόγω κατάστημα είναι μέρος αυτού ακριβώς του αντικειμένου της αγωγής ενώ η υπο κρίση διαδικασία αφορά το εύλογο του αιτήματος για έκδοση προσωρινού διατάγματος για δέσμευση τούτου. Με την αγωγή η ενάγουσα αξιώνει από τους δυο εναγομένους∙ "Α. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνετε η μεταβίβαση του ως άνω Καταστήματος από την Εναγόμενη 1 επ' ονόματι του Εναγομένου
- Β. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου για το ποσό των €45.000 ως αποζημίωση και/ή ως η αγοραία αξία του Καταστήματος και/ή ως οι Αρχές του Αδικαιολόγητου Πλουτισμού και/ή άλλως πως. Γ. Τιμωρητικές Αποζημιώσεις". Στην έκθεση απαιτήσεως η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι μέχρι και την 28.06.2004 ήταν ιδιοκτήτρια του καταστήματος με αριθμό εγγραφής 8/1743, τμήμα 8, Φ/Σχ. 21/62 W2, τεμάχιο 976 στο Δήμο Στροβόλου (στη συνέχεια το κατάστημα). Η αξία του καταστήματος ανέρχεται, σύμφωνα με την ενάγουσα, στο ποσό των €
- Αναφέρει περαιτέρω ότι η ίδια είναι μόνιμη κάτοικος Αγγλίας ενώ η μητέρα και ο αδελφός της διαμένουν μόνιμα στην Κύπρο. Όπως υποστηρίζει την 07.09.1991 υπέγραψε και παρέδωσε στη μητέρα της γενικό πληρεξούσιο με το οποίο την καθιστούσε αντιπρόσωπο της στην Κύπρο. Σύμφωνα με την ενάγουσα ήταν ρητός και/ή σιωπηρός και/ή εξυπακουόμενος όρος του εν λόγω πληρεξουσίου εγγράφου ότι η εναγομένη θα ενεργούσε κατόπιν οδηγιών και/ή εντολών της και προς όφελος των συμφερόντων της. Αντ' αυτού, διατείνεται η ενάγουσα, την 28.06.2004 η μητέρα της - εναγομένη 1 - δολίως και/ή κατά παράβαση και/ή κατάχρηση των καθηκόντων και υποχρεώσεών της ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος, χωρίς την έγκριση και/ή γνώση της μεταβίβασε το ακίνητο επ' ονόματι του εναγομένου
- Ο τελευταίος, διατείνεται η ενάγουσα, γνώριζε ότι η μητέρα τους δεν είχε την εξουσιοδότηση και/ή έγκρισή της να προβεί στη μεταβίβαση του ακινήτου και εντούτοις συγκατατέθηκε και συναίνεσε να μεταβιβασθεί το κατάστημα επ' ονόματί του. Σύμφωνα με την ενάγουσα κατά ή περί την 20.09.2011 πληροφορήθηκε, ευρισκόμενη στο επαρχιακό κτηματολόγιο Λάρνακας, ότι την 28.06.2004 η εναγομένη μεταβίβασε το κατάστημα στον εναγόμενο 2 κάνοντας χρήση του πληρεξουσίου εγγράφου που της έδωσε η ενάγουσα. Την ίδια ημέρα ανακάλεσε το πληρεξούσιο έγγραφο. Ακολούθως απέστειλε επιστολή στους εναγομένους, η οποία παρελήφθη την 03.12.2011, και τους καλούσε να της επαναμεταβιβάσουν το κατάστημα. Η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, την οποία ορκίζεται δικηγορικός υπάλληλος και όχι η ενάγουσα, δεν προσθέτει οτιδήποτε περαιτέρω. Ουσιαστικά επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της έκθεσης απαιτήσεως και επιπλέον αναφέρει ότι την 06.12.2011 η ενάγουσα προέβη σε καταγγελία των εναγομένων στο ΤΑΕ Λάρνακας και περαιτέρω, ότι η οικονομική κατάσταση των εναγομένων δεν είναι καλή και σε περίπτωση αποξένωσης του καταστήματος από τον εναγόμενο 2 δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί η ενάγουσα για την βλάβη που έχει υποστεί. Τέλος, στην ένορκο δήλωση επισυνάπτονται ως τεκμήρια το έντυπο μεταβίβασης του καταστήματος από τη μητέρα στον υιο (τεκμήριο Α), το πληρεξούσιο έγγραφο (τεκμήριο Β), πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης περιουσίας του εναγομένου 2 (τεκμήριο Γ), και η ανάκληση του πληρεξουσίου εγγράφου (τεκμήριο Δ). Νομική βάση της αίτησης είναι τα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, η Δ.48 κκ 1-4 και 8 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, το δίκαιο της επιείκειας και οι συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Το δικαστήριο επιλήφθηκε αυθημερόν την επίδικη αίτηση και έδωσε οδηγίες επίδοσης τούτης. Οι εναγόμενοι, οι οποίοι εμφανίστηκαν με συνήγορο, δεν συγκατατέθηκαν στο αίτημα και την 10.02.2012 καταχώρισαν ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Η ένσταση εδράζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στη Δ.48 κκ 1-4, 8, 9, 11, 12 και 13 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα άρθρα 142-148, 161, 163, 164, 166-168 και 186 του περί Συμβάσεως Νόμου Κεφ. 149, στη νομολογία, και στις συμφυείς εξουσίες και γενικές αρχές του δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης που αναφέρονται στο πρόσωπο της ειδοποίησης είναι οι ακόλουθοι∙ "Α. Η Αίτησης της Ενάγουσας στερείται νομικής βάσης και/ή στηρίζεται σε ανύπαρκτη και/ή λανθασμένη και/ή παράτυπη νομική βάση και/ή δεν επιτρέπει την έκδοση του διατάγματος Β. Τα γεγονότα τα οποία αποκαλύπτει η Ενόρκως Δηλούσα και/ή τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα δεν δικαιολογούν τις αιτούμενες θεραπείες.. Γ. Στην Ένορκη Δήλωση της Ενόρκως Δηλούσας δεν αποκαλύπτονται όλα τα γεγονότα και/ή αποκρύπτονται ουσιώδη γεγονότα με τρόπο που καθιστά αυτήν παραπλανητική και/ή ελλιπή. Δ. Η Ενάγουσα/Αιτήτρια δεν έχει καλή βάση αγωγής και/ή δεν έχει αποκαλύψει ξεκάθαρα τις αιτίες και τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αγωγή και/ή δεν αποκάλυψε και/ή δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην αγωγή. Ε. Η Ενάγουσα/Αιτήτρια δεν έχει δυνατότητες επιτυχίας στην υπόθεση της και/ή δεν αποκάλυψε ότι έχει και/ή δεν υπάρχει πιθανότης η Ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία. ΣΤ. Η Ενάγουσα/Αιτήτρια δεν θα εμποδιστεί να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση υπέρ της και/ή δεν αποδεικνύεται ότι θα εμποδιστεί. Ζ. Δεν θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Η. Η καθυστέρηση στην αίτηση για χορήγησης της αιτούμενης θεραπείας και/ή στην λήψη μέτρων συνεπάγει την μη κατεπείγουσας φύσης του αιτούμενος διατάγματος". Και η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση. Σε αυτή την περίπτωση τη δήλωση ορκίζεται η εναγομένη
- Η ομνύουσα υιοθετεί τους λόγους ένστασης που αναφέρονται στο πρόσωπο της ειδοποίησης. Επιπλέον υποστηρίζει ότι η αίτηση πάσχει εφόσον το πρόσωπο που ορκίζεται την ένορκο δήλωση που τη συνοδεύει δεν έχει προσωπική γνώση και δεν γνωρίζει τα γεγονότα. Επί της ουσίας υποστηρίζει ότι∙ από την 03.01.1967 κατείχε, δυνάμει αγοράς, το ακίνητο με αριθμό εγγραφής Η
- Στο εν λόγω ακίνητο κτίστηκε το κτήριο που περιλαμβάνει και το επίδικο κατάστημα. Συνακόλουθα την 09.08.1983 ολόκληρο το μερίδιο του επίδικου καταστήματος ενεγράφη επ' ονόματι της. Την 14.04.1992 μεταβίβασε και ενέγραψε δυνάμει δωρεάς το επίδικο κατάστημα επ' ονόματι της θυγατέρας της, δηλαδή της ενάγουσας (βλ. τεκμήριο Α). Ακολούθως την 28.06.2004 μεταβίβασε και ενέγραψε το επίδικο κατάστημα δυνάμει δωρεάς και πληρεξουσίου εγγράφου επ' ονόματι του υιού της, δηλαδή του εναγομένου 2 (βλ. τεκμήριο Β). Αναφέρει περαιτέρω ότι την 14.04.1992 μεταβίβασε δυνάμει δωρεάς στον υιό της, εναγόμενο 2, μέρος του κτηρίου στο οποίο βρίσκεται το επίδικο κατάστημα, δηλαδή το μέρος που αντιστοιχεί στον αριθμό εγγραφής 8/
- Αυτό το μέρος του ακινήτου χρησιμοποιείτο από τον εναγόμενο 2 από το 1999 ως επιχείρηση, ήτοι ψησταριά. Τα δυο καταστήματα, δηλαδή το επίδικο (αριθμός εγγραφής 8/1743) και το αναφερόμενο (αριθμός εγγραφής 8/1741) ανέκαθεν ήτο ενιαίος χώρος και χρησιμοποιούντο από τον εναγόμενο
- Προς υποστήριξη τούτου προσκόμισε πιστοποιητικό του επαρχιακού κτηματολογίου - τεκμήριο Γ - και κάτοψη αρχιτεκτονικού σχεδίου - τεκμήριο Δ. Σύμφωνα με την ομνύουσα, όπως την πληροφόρησε ο εναγόμενος 2 η ενάγουσα ουδέποτε ζήτησε εξηγήσεις από τον τελευταίο αναφορικά με τη χρήση του επίδικου καταστήματος, ουδέποτε του ζήτησε να εγκαταλείψει τούτο και ουδέποτε συνείσφερε στα έξοδα που έκανε ο ίδιος, συμπεριφορά, συνάγει η ομνύουσα, που καταδεικνύει ότι η ενάγουσα δεν είχε οιονδήποτε συμφέρον και ενδιαφέρον για το κατάστημα. Ως προς τα έξοδα που έκανε ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με πληροφόρηση που έλαβε από τον ίδιο τούτα υπερβαίνουν τις €25000 και αφορούν ανάπτυξη και λειτουργία της επιχείρησής του. Περαιτέρω η εναγομένη 1 υποστηρίζει ότι από το 1998 η ενάγουσα επισκέπτετο την Κύπρο και το επίδικο κατάστημα δυο φορές ανά έτος. Επιθεωρούσε τον επίδικο χώρο και γνώριζε για τα έξοδα που έκανε ο εναγόμενος 2 όπως και για τη χρήση του επίδικου καταστήματος. Από αυτό και μόνο, διατείνεται η εναγομένη 1, αλλά και από πληροφορίες που ελάμβανε η ενάγουσα από τον εναγόμενο 2, γνώριζε την επίδικη μεταβίβαση και ότι το κατάστημα ανήκε κατά κυριότητα στον εναγόμενο
- Υποστηρίζει δε ότι το γενικό πληρεξούσιο, ημερομηνίας 07.09.1991, δεν περιείχε κανένα ρητό ή σιωπηρό ή εξυπακουόμενο όρο και ότι οι πρόνοιες τούτου είναι σαφείς και συνεπώς δεν επιβάλλετο να λάβει νέα εξουσιοδότηση από την ενάγουσα για την επίδικη μεταβίβαση. Επιπλέον υποστηρίζει ότι αν πρόθεση της ιδίας και του εναγομένου 2 ήταν να ξεγελάσουν με δόλιο τρόπο την ενάγουσα, θα προέβαινε σε μεταβίβαση όλων των ακινήτων που σε προγενέστερο στάδιο η ίδια μεταβίβασε και ενέγραψε επ' ονόματι της ενάγουσας, και όχι μόνο του επίδικου καταστήματος. Η επίδικη μεταβίβαση διέπεται, υποστηρίζει, από ιδιαίτερα περιστατικά και συγκεκριμένα ότι η ενάγουσα γνώριζε τη χρήση και το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου ακινήτου. Εν κατακλείδι, είναι η θέση της εναγομένης 1 ότι τόσο η ίδια όσο και ο εναγόμενος 2 βρίσκονται σε πολύ καλή οικονομική κατάσταση εφόσον έχουν και άλλη ακίνητη περιουσία εγγεγραμμένη επ' ονόματί τους, γεγονός που η ενάγουσα γνωρίζει πολύ καλά. Όλα τα πιο πάνω ολοκληρώνουν το πλαίσιο πραγματικών γεγονότων που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου εφόσον καμία πλευρά ζήτησε αντεξέταση. Ακολούθως οι συνήγοροι προμήθευσαν το δικαστήριο με γραπτές αγορεύσεις (βλ. έγγραφα Α και Β, αντίστοιχα). Δεν επαναλαμβάνω όσα αμφότεροι οι συνήγοροι ανέφεραν με τις αγορεύσεις τους. Αυτή η επιλογή ας μην θεωρηθεί ότι όσα αναφέρθηκαν παραγνωρίστηκαν και δεν λήφθηκαν υπόψη εφόσον μάλιστα, πιο κάτω, εκεί όπου κρίνω ότι χρειάζεται παραθέτω τις εκατέρωθεν θέσεις. Παρεμβάλλω εδώ ότι από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, αίτησης και ένστασης αντίστοιχα, προκύπτει ότι μεγάλο μέρος των εκατέρωθεν ισχυρισμών αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών. Προκύπτει συνεπώς ότι δεν τελεί υπο αμφισβήτηση πως το επίδικο κατάστημα μεταβιβάστηκε δυνάμει δωρεάς την 28.06.2004 από την εναγομένη 1 στον εναγόμενο 2, ότι η μεταβίβαση διενεργήθηκε δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 07.09.1991 και ότι πριν την επίδικη μεταβίβαση εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του καταστήματος ήταν η ενάγουσα. Μεγάλος αριθμός αποφάσεων του ανωτάτου δικαστηρίου πραγματεύεται την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων (βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1983)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788, Μιχαηλίδης ν. Παπακυριάκου
(2004)1 Α.Α.Δ. 209 και Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). Όπως επεξηγείται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που εξετάζονται είναι: (α) σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν δοθεί το διάταγμα Ακολούθως το δικαστήριο οφείλει να σταθμίσει κατά πόσον η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι δίκαιη και εύλογη (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ' Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152, 154). Όπως επεξηγείται στην υπόθεση Odysseos, πιο πάνω, σελίδα 569, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Στην ίδια υπόθεση υποδεικνύεται ότι η πιθανότητα επιτυχίας παραπέμπει στην αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης, συμπέρασμα που έπεται κάποιας αξιολόγησης. Ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται υπερβαίνει απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά υπολείπεται αρκετά του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Για την τελευταία προϋπόθεση σχετική είναι η υπόθεση Eurocypria Airlines Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. 170/11, ημερ. 20.10.2011 στην οποία επεξηγήθηκε ότι 'εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης'. Εφόσον στην αίτηση της ενάγουσας μνημονεύονται και τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6 κρίνω ότι επιβάλλεται επεξήγηση και αυτών. Στην υπόθεση Papastratis ν. Petrides
(1979)1 CLR 231, 240 εξετάστηκε η εμβέλεια του άρθρου 4 του Κεφ. 6 και αναφέρθηκε ότι εξαιρουμένης της περίπτωσης που η επίδικη περιουσία είναι αντικείμενο της αγωγής, τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 4 του Κεφ. 6 δεν εξετάζονται ανεξάρτητα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 32 του Ν.14/60, το οποίο τυγχάνει ευρύτερης εφαρμογής. Προκύπτει λοιπόν ότι εκεί όπου η αίτηση αφορά δέσμευση περιουσίας που είναι αντικείμενο της αγωγής το άρθρο 4 του Κεφ. 6 εξετάζεται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, ενώ όταν η περιουσία δεν είναι αντικείμενο της αγωγής τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 4 του Κεφ. 6 συμπλέκονται με τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 και εξέταση τούτου υπερκαλύπτει τις πρόνοιες του άρθρου 4 του Κεφ. 6. Από την άλλη το άρθρο 5 του Κεφ. 6 περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες που η αξίωση αφορά χρέος ή αποζημιώσεις, ενώ το διάταγμα που ήθελε εκδοθεί βάσει αυτού του άρθρου διαφυλάσσει ακόμη και ικανοποίηση της απόφασης που δυνατόν να εκδοθεί. Οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 5 του Κεφ. 6 είναι καλή βάση αγωγής καθώς επίσης ότι τυχόν αποξένωση της περιουσίας καθιστά πιθανόν να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της απόφασης που ήθελε εκδοθεί υπέρ του (βλ. Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 CLR 520). Όποια και αν είναι η περίπτωση, είτε πρόκειται για το άρθρο 4 είτε για το άρθρο 5 του Κεφ. 6, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται εκείνο που αναφέρθηκε στην υπόθεση ΑΒP Holdings Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Κιταλίδη κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, 701 δηλαδή ότι 'Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, που προσδιορίζει, όπως είπαμε πιο πριν το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων'. Επαναλαμβάνω ότι σε αυτό το στάδιο το δικαστήριο αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα επί της ουσίας της διαφοράς και το καθήκον του περιορίζεται σε διερεύνηση των σχετικών προϋποθέσεων και συνεπώς δεν προβαίνει σε πλήρη αξιολόγηση της μαρτυρίας παρά μόνο σε περιορισμένη και αναγκαία αξιολόγηση που σχετίζεται με αυτή καθ΄ εαυτή την εξακρίβωση των αναγκαίων προϋποθέσεων (βλ. Κυρίλλου (πιο πάνω), στη σελ. 1533, C.T. Tobacco Limited v. Αρκτίνος Λτδ
(2003)1Β Α.Α.Δ. 853, 869, και Μιχαηλίδης ν. Πουργουρίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 1263, 1271). Προτού ασχοληθώ με διερεύνηση των κριτηρίων που πιο πάνω μνημονεύονται παρατηρώ ότι οι δυο πλευρές συμφωνούν πως την 28.06.2004 το επίδικο ακίνητο μεταβιβάστηκε από την εναγομένη 1 στον εναγόμενο
- Αυτή και μόνο η θέση των δυο πλευρών οδηγεί την αίτηση σε απόρριψη, στην έκταση που αφορά την εναγομένη
- Ο λόγος είναι ότι η τελευταία δεν είναι ιδιοκτήτρια του καταστήματος όπως ούτε πρόσωπο που έχει δικαίωμα να εγγραφεί το κατάστημα επ' ονόματι της. Παρ' ότι ορθά συμπεριελήφθη ως διάδικος στην αγωγή, εφόσον σύμφωνα με την ενάγουσα είναι οι δικές της ενέργειες που οδήγησαν στην επίδικη μεταβίβαση, εντούτοις η σχέση της με το κατάστημα ολοκληρώθηκε με τη μεταβίβαση και συνεπώς δεν έχει πλέον οιονδήποτε συμφέρον σε αυτό. Το κατάστημα δεν της ανήκει και ούτε μπορεί να εγγραφεί επ' ονόματί της. Από όποια πλευρά και αν εξετάσει κανείς το ζήτημα καταλήγει σε ένα και μοναδικό αποτέλεσμα, το επίδικο κατάστημα είναι σήμερα εγγεγραμμένο επ' ονόματι του εναγομένου 2 και ως εκ τούτου η εναγομένη 1 ουδεμία σχέση έχει με αυτό και δεν μπορεί να το δεσμεύσει. Ως εκ των πιο πάνω στην έκταση που η αίτηση αφορά την εναγομένη 1 απορρίπτεται. Συνεπώς η διερεύνηση που ακολουθεί αφορά μόνο τον εναγόμενο
- Στην ένορκο δήλωση της εναγομένης 1 αναφέρεται ότι η αίτηση είναι παράτυπη γιατί το πρόσωπο που ορκίζεται τη δήλωση που τη συνοδεύει δεν έχει προσωπική γνώση και δεν γνωρίζει τα γεγονότα. Το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση αποκαλύπτει ότι ομνύουσα τούτην δεν είναι η ενάγουσα αλλά δικηγορικός υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την ενάγουσα. Εντούτοις απλή και μόνο ανάγνωση της ενόρκου δηλώσεως αποκαλύπτει ότι όσα εκεί αναφέρονται πηγάζουν από τα έγγραφα που συνοδεύουν την αίτηση στα οποία και παραπέμπουν οι σχετικοί ισχυρισμοί. Παρ' ότι λοιπόν η ενόρκως δηλούσα δεν είναι διάδικος, ρητά αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα, ενώ με σαφήνεια συνάγεται ότι η γνώση της προκύπτει και από τα έγγραφα που προσκομίζει αλλά και από την ενάγουσα που την εξουσιοδότησε, ως ρητά αναφέρει, να προβεί στην ένορκο δήλωση (βλ. TBF (Cyprus) Ltd v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας
(2003)1Α Α.Α.Δ.459, 464). Ως εκ τούτου η σχετική θέση της εναγομένης είναι ανίκανη να οδηγήσει την αίτηση σε απόρριψη. Έχω τη γνώμη ότι η γραπτή αγόρευση των εναγομένων συγχέει την πρώτη προϋπόθεση, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, με τη δεύτερη, πιθανότητα επιτυχίας. Αυτό εφόσον στη γραπτή αγόρευση των εναγομένων αναφέρεται ότι συζητήσιμη υπόθεση διαπιστώνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία (βλ. σελ. 2 εγγράφου Β) ενώ αναφορικά με αυτό το κριτήριο το υπόλοιπο μέρος της αγόρευσης αναλώνεται σε σχολιασμό της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Καταλήγει δε ότι η ενάγουσα δεν απέδειξε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Εντούτοις οι παραγράφοι 7 και 8 της εκθέσεως απαιτήσεως, παρ' ότι λιτές σε περιεχόμενο, αποκαλύπτουν σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Δυο εν προκειμένω είναι τα θέματα που εγείρονται. Το πρώτο είναι παράβαση ρητού, σιωπηρού και/ή εξυπακουόμενου όρου του πληρεξουσίου εγγράφου και το δεύτερο δόλος και/ή κατάχρηση καθηκόντων και υποχρεώσεων της εναγομένης 1, ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος της ενάγουσας, με τον εναγόμενο 2 να έχει γνώση αυτής της παράβασης, δόλου και/ή κατάχρησης. Αυτοί λοιπόν οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί αποκαλύπτουν σοβαρό ζήτημα προς εξέταση, η διερεύνηση του οποίου εξαντλείται στο περιεχόμενο του δικογράφου. Θέση των εναγομένων είναι ότι η ενάγουσα δεν αποκάλυψε πιθανότητα επιτυχίας. Εδράζουν αυτό τον ισχυρισμό στο ότι το περιεχόμενο του πληρεξουσίου εγγράφου (τεκμήριο Β στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση) είναι σαφές και επιτρέπει δωρεά, μεταβίβαση και πώληση της περιουσίας του δικαιοπάροχου, δηλαδή της ενάγουσας. Συνεπώς, υποστηρίζουν, η εναγομένη ενήργησε δυνάμει αμετάκλητης εξουσίας που της χορηγήθηκε από την ενάγουσα και έτσι η μεταβίβαση είναι νόμω βάσιμη. Γι' αυτή την τελευταία θέση επικαλούνται το λόγο της υπόθεσης Πρωτοπαπά v. Πρωτοπαπά
(2002)1Β Α.Α.Δ.
- Περαιτέρω, οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι η ένορκος δήλωση της εναγομένης 1, το περιεχόμενο της οποίας δεν απαντήθηκε και η ομνύουσα δεν αντεξετάστηκε, αποκαλύπτει ότι από το 2004 η ενάγουσα γνώριζε για τη μεταβίβαση του καταστήματος. Αξίζει να λεχθεί εδώ ότι η ένορκος δήλωση της εναγομένης είναι δομημένη σε ό,τι ακριβώς επισημάνθηκε από το ανώτατο δικαστήριο στην υπόθεση Πρωτοπαπά , πιο πάνω. Δεν χωρεί εν προκειμένω αμφιβολία ότι η αναφορά του δικαστηρίου στην υπόθεση Πρωτοπαπά, πιο πάνω, 'το πρωτόδικο δικαστήριο χρησιμοποίησε τη γραμματική ερμηνεία (αναφορικά με το πληρεξούσιο) η οποία υπό τις περιστάσεις εφαρμόστηκε σωστά', αντικατοπτρίζει τη βασική νομολογιακή αρχή όπως καθιερώθηκε στην υπόθεση Bryant, Powis and Bryant Ltd v. La Banque Du Peuple (1891-4) All E.R.,
- Σε αυτή την τελευταία υπόθεση το δικαστήριο εξέτασε τους όρους του πληρεξουσίου εγγράφου και συγκεκριμένα κατά πόσο εξουσιοδοτούσαν τις ενέργειες που έγιναν, δια τις οποίες οι αντιπροσωπευόμενοι διατείνοντο ότι δεν ενέπιπταν στην εξουσιοδότηση. Ερμηνεύοντας το πληρεξούσιο το δικαστήριο ανέφερε ότι∙ 'Nor was it disputed that powers of attorney are to be construed strictly; that is to say, that where an act purporting to be done under a power of attorney is challenged as being in excess of the authority conferred by the power, it is necessary to show that on a fair construction of the whole instrument the authority in question is to be found within the four corners of the instrument, either in express terms or by necessary implication'. Στην προκείμενη περίπτωση το πληρεξούσιο έγγραφο προσκομίστηκε στο δικαστήριο από την πλευρά της ενάγουσας (βλ. τεκμήριο Β). Απλή και μόνο ανάγνωση τούτου φανερώνει ότι πρόκειται για έγγραφο που παρέχει ευρύτατες εξουσίες σε βαθμό που το συγκαταλέγει στο είδος εγγράφου που είθισται να αποκαλείται γενικό πληρεξούσιο (βλ. Halsbury's Laws of England, 3rd ed., para 360). Πρόδηλο είναι ακόμη ότι ο όρος (ι) του εγγράφου επιτρέπει στον κάτοχο τούτου να δωρίζει οιαδήποτε ακίνητη περιουσία του δικαιοπάροχου σε οιονδήποτε, μη εξαιρουμένου του ιδίου. Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω είναι εδώ κατάλληλο σημείο να σημειώσω ότι έχω την αίσθηση πως οι εναγόμενοι παρερμηνεύουν το λόγο της υπόθεσης Πρωτοπαπά, πιο πάνω. Προσεκτική ανάγνωση της απόφασης δεν οδηγεί στη δογματική θέση που προωθείται από τους εναγομένους ότι εφόσον ο κάτοχος του πληρεξουσίου ενήργησε δυνάμει ρητών οδηγιών του πληρεξουσίου τίποτα άλλο έχει σημασία ή λαμβάνεται υπόψη. Τουναντίον, στην υπόθεση Πρωτοπαπά το δικαστήριο δεν περιορίστηκε στο αναμφισβήτητο λεκτικό των όρων του πληρεξουσίου. Σημαντικό ρόλο στην απόφαση του δικαστηρίου διαδραμάτισε και η διαπίστωση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι χρόνια πριν την καταχώριση της αγωγής η ενάγουσα γνώριζε ότι χρησιμοποιήθηκε το πληρεξούσιο και μεταβιβάστηκαν τα επίδικα κτήματα. Από την άλλη η αναφορά του δικαστηρίου στη σελ. 1336 ότι∙ 'Αυτή η θέση δεν είναι καθόλου ορθή. Απάντηση είναι οι σαφείς πρόνοιες του πληρεξουσίου εγγράφου. Ούτε ο νόμος ούτε καμιά αρχή ή η νομολογία επιβάλει στον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο, παρά τις σαφείς πρόνοιες του πληρεξουσίου εγγράφου, για κάθε πράξη να ζητά να λάβει εκ των προτέρων νέα εξουσιοδότηση', δεν είναι ασύνδετη με την παρατήρηση που προηγείται δηλαδή ότι∙ 'Είναι η εισήγηση του δικηγόρου της εφεσείουσας, σε εύστοχη παρατήρηση μέλους του Εφετείου (αν η εφεσίβλητη 1 δώριζε τα κτήματα σε τρίτο πρόσωπο θα υπήρχε έδαφος για μομφή της) ότι τότε έπρεπε να πάρει νέα εξουσιοδότηση από τον εντολέα (εφεσείουσα)'. Αυτά όμως υπό το φως των ιδιαίτερων γεγονότων της υπόθεσης, τα οποία κατά κόρον επαναλαμβάνονται στην απόφαση, δηλαδή ότι η ενάγουσα γνώριζε για τη μεταβίβαση χρόνια πριν την έγερση της αγωγής. Με το πιο πάνω συμπέρασμα συνηγορεί και η υπόθεση Ιακώβου v. Ζαπρή
(2008)1Β Α.Α.Δ.926, που επικαλείται η ενάγουσα. Αρκεί να ειπωθεί ότι τα γεγονότα που αφορούσαν τη σύσταση και το είδος του πληρεξουσίου εγγράφου ήταν πανομοιότυπα με εκείνα της υπόθεσης Πρωτοπαπά. Στην Ιακώβου λέχθηκε επί του προκειμένου ότι∙ "Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου στο όλο ζήτημα υποστηρίζεται πλήρως από το περιεχόμενο των Άρθρων 142, 171 και 174 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, τα οποία και επικαλέσθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, όπως και από τα λεχθέντα στην Kakoullou v. Kakoullou
(1987)1 C.L.R. 547, τα γεγονότα της οποίας ήταν ταυτόσημα με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Επρόκειτο και εκεί για χορήγηση γενικού πληρεξουσίου μεταξύ στενών συγγενών, προβλήθηκε δε, όπως και εδώ, ο ισχυρισμός ότι το γενικό πληρεξούσιο δόθηκε για συγκεκριμένο σκοπό, όμως ο πληρεξουσιοδόχος, εκμεταλλευόμενος άδικα (unfairly) το πληρεξούσιο που του χορηγήθηκε καλόπιστα, και χωρίς να πληροφορήσει τον εφεσίβλητο που του το χορήγησε, προχώρησε στην επίδικη μεταβίβαση. Το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία ακυρώθηκε η μεταβίβαση. Η Πρωτοπαπά ν. Πρωτοπαπά κ.ά.
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1329, την οποία επικαλούνται οι εφεσείοντες, διακρίνεται από την Kakoullou, όπως και από την παρούσα, διότι εκεί, σε αντίθεση με την παρούσα, η εφεσίβλητη είχε λάβει γνώση της επίδικης μεταβίβασης και δεν είχε λάβει οποιαδήποτε μέτρα για την ακύρωσής της για μεγάλο χρονικό διάστημα. Εδώ, ο εφεσείων 2 ουδέποτε ειδοποίησε την εφεσίβλητη ότι σκόπευε να μεταβιβάσει τα κτήματα στο όνομά του και ή στο όνομα του εφεσείοντος 1 και ουδέποτε εξασφάλισε τη συγκατάθεση της εφεσίβλητης για τέτοια ενέργεια. Αντίθετα, τόσο αυτός όσο και ο εφεσείων 1 απέκρυψαν ανέντιμα τις ενέργειές τους από την εφεσίβλητη. Η εφεσίβλητη εδικαιούτο, βάσει του Άρθρου 175 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, να καταγγείλει τη συναλλαγή, όπως και έπραξε, ευθύς ως έλαβε γνώση, κατά την επίσκεψή της στην Κύπρο το 2002, των ενεργειών των εφεσειόντων 1 και 2.* Περαιτέρω, ο εφεσείων 2, ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος, ήταν σε θέση εμπιστοσύνης (fiduciary position) έναντι της εφεσίβλητης και, ως εκ τούτου, υπείχε έναντί της καθήκον εντιμότητας, πίστης και επιμέλειας, όπως και καθήκον να προωθεί τα συμφέροντά της και όχι τα δικά του συμφέροντα ή τα συμφέροντα οποιουδήποτε τρίτου. Χρησιμοποιώντας το πληρεξούσιο για να μεταβιβάσει τα κτήματα της εφεσίβλητης στον εφεσείοντα 1, και δη δια δωρεάς, χωρίς να το αποκαλύψει στην εφεσίβλητη και χωρίς να λάβει τη συγκατάθεσή της, ο εφεσείων 2 ενήργησε εναντίον των συμφερόντων της εφεσίβλητης αφού, εν αγνοία της, την αποστέρησε από την περιουσία της χωρίς αυτή να έχει οποιοδήποτε όφελος. Μάλιστα, όπως προέκυψε από τη μαρτυρία, ο εφεσείων 1 μεταβίβασε τα κτήματα στο όνομα του εφεσείοντος 2 για να τα κρατεί ως εμπιστευματούχος (trustee) προς δικό του όφελος ως εμπιστευματοδόχου (beneficiary), εφόσον το γενικό πληρεξούσιο δεν του παρείχε την εξουσία να τα μεταβιβάσει ευθέως στο δικό ----------------------------------------------------------- * Το άρθρο 175 του Κεφ. 149 έχει ως εξής: "175.Αν ο αντιπρόσωπος κατά τη διεξαγωγή των εργασιών της αντιπροσωπείας συναλλάσσεται για δικό του λογαριασμό, χωρίς να πάρει προηγουμένως τη συναίνεση του αντιπροσωπευόμενου και χωρίς να γνωστοποιήσει σε αυτόν όλες τις ουσιώδεις περιστάσεις οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του για την υπόθεση, ο αντιπροσωπευόμενος δύναται να καταγγείλει τη συναλλαγή, αν καταστεί φανερό είτε ότι ο αντιπρόσωπος απέκρυψε ανέντιμα από αυτόν οποιοδήποτε ουσιώδες γεγονός, είτε ότι οι συναλλαγές του αντιπροσώπου έχουν καταστεί επιζήμιες γι΄ αυτόν." του όνομα. Σημειώνουμε, συναφώς, ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ίδιου του εφεσείοντος 1, αυτός γνώριζε ότι ιδιοκτήτης των τεσσάρων κτημάτων που του μεταβιβάστηκαν, δια δωρεάς, ήταν η εφεσίβλητη, και ότι, μεταβιβάζοντας τα κτήματα στο όνομά του, ο εφεσείων 2 ενεργούσε καθ' υπέρβαση της πληρεξουσιότητάς του, αφού ο ίδιος ανέφερε στη μαρτυρία του ότι αποδέχθηκε τη μεταβίβαση των κτημάτων επειδή ο πατέρας του δεν μπορούσε, με βάση το πληρεξούσιο, να τα μεταβιβάσει ευθέως στο όνομά του. Συνακόλουθα, ο εφεσείων 1 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καλόπιστος τρίτος στη συναλλαγή. Το αντίθετο συμβαίνει. Ο εφεσείων 1, εν γνώσει του, υποβοηθούσε τον εφεσείοντα 2 να υπερβεί τους όρους της πληρεξουσιότητάς του. Ως εκ τούτου, οι πράξεις του εφεσείοντος 2 δεν ήταν δεσμευτικές έναντι της εφεσίβλητης". Των πιο πάνω νομικών αρχών δεδομένων παρατηρώ ότι η ενάγουσα διατείνεται πως η εναγομένη δεν την πληροφόρησε για την επικείμενη μεταβίβαση και ούτε μετά τη διενέργεια τούτης την ενημέρωσε, καθώς ότι η μεταβίβαση, η οποία ήταν ως δωρεά, εκτελέσθηκε χωρίς την έγκριση της, γεγονότα τα οποία γνώριζε ο εναγόμενος
- Αυτοί οι ισχυρισμοί της ενάγουσας δεν αμφισβητήθηκαν από τους εναγομένους. Το μόνο που αντιτείνουν είναι τη δογματική θέση ότι εφόσον η μεταβίβαση έγινε δυνάμει του πληρεξουσίου εγγράφου είναι νόμιμη και δεν επιβάλλετο να δοθεί προηγουμένως νέα έγκριση από την ενάγουσα. Έχω όμως επεξηγήσει ήδη ότι η σχετική εισήγηση δεν είναι απολύτως ορθή και ότι το πληρεξούσιο έγγραφο δεν απενεργοποιεί αυτόματα τις πρόνοιες του άρθρου 175 του Κεφ. 149, ως επεξηγείται στην υπόθεση Ιακώβου, πιο πάνω. Τα πιο πάνω με οδηγούν στον ισχυρισμό της εναγομένης ότι η ενάγουσα γνώριζε για τη μεταβίβαση του καταστήματος από την πρώτη στιγμή, δηλαδή το 2004 ή εν πάση περιπτώσει πολύ πριν την έγερση της αγωγής. Παρεμβάλλω εδώ ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν άπτεται μόνο της πιθανότητας επιτυχίας του αιτήματος αλλά και του κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το διάταγμα, ως τούτο συμπλέκεται και με το κατ' επείγον του αιτήματος. Προσεκτική ανάγνωση της ενόρκου δηλώσεως της εναγομένης αποκαλύπτει ότι ο ισχυρισμός της πως η ενάγουσα γνώριζε για την επίδικη μεταβίβαση εδράζεται στα ακόλουθα∙ από το 1999 το επίδικο κατάστημα είναι ενιαίος χώρος με το κατάστημα που ανήκει στον εναγόμενο 2 και χρησιμοποιείται ως ψησταριά, ουδέποτε η ενάγουσα ζήτησε εξηγήσεις από τον εναγόμενο 2 για τη χρήση του καταστήματος, ουδέποτε ζήτησε από τον εναγόμενο 2 να εγκαταλείψει το κατάστημα και ουδέποτε συνείσφερε στα έξοδα που έκανε στο κατάστημα ο εναγόμενος 2 (βλ. παράγραφο 7 ενόρκου δηλώσεως). Επιπλέον από το 1998 η ενάγουσα επισκέπτετο την Κύπρο δυο φορές ανά έτος και επισκέπτετο και επιθεωρούσε το επίδικο κατάστημα (βλ. παράγραφο 10 ενόρκου δηλώσεως). Έχοντας κατά νου την περιορισμένη ευχέρεια αξιολόγησης των εκατέρωθεν ισχυρισμών και χωρίς να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω δεν απαντήθηκαν από την ενάγουσα και ούτε αντεξετάσθηκε η εναγομένη, καταλήγω ότι είναι ηλίου φαεινότερο πως η αναφορά της εναγομένης ότι η ενάγουσα γνώριζε για την επίδικη μεταβίβαση δεν πρόκειται για γεγονός που γνωστοποιήθηκε στο δικαστήριο από την ομνύουσα, παρά μόνο για δικό της συμπέρασμα. Επιστέγασμα αυτών των αναφορών της εναγομένης, που αποκαλύπτει ακριβώς ότι η θέση της πως η ενάγουσα γνώριζε για την επίδικη μεταβίβαση πρόκειται για συμπέρασμα και όχι γεγονός, είναι ό,τι αναφέρεται στο τέλος της 10ης παραγράφου της ενόρκου δηλώσεως∙ 'Συνεπώς από το γεγονός αυτό και μόνο αλλά και από τις πληροφορίες που ελάμβανε από τον αδερφό της Εναγόμενο 2/Καθ' ου η Αίτηση 2 για το ζήτημα αυτό αναφέρω ότι η Ενάγουσα/Αιτήτρια γνώριζε για την επίδικη μεταβίβαση και για το ότι το κατάστημα ανήκε κατά κυριότητα στον αδελφό της Εναγόμενο 2/Καθ' ου η Αίτηση 2'. Σε ουδεμία ρητή και σαφή αναφορά προβαίνει η εναγομένη ότι η ενάγουσα πληροφορήθηκε τη μεταβίβαση. Η επίκληση πληροφοριών και επεξηγήσεων που ελάμβανε η ενάγουσα από τον εναγόμενο 2 γίνεται αόριστα και χωρίς γνωστοποίηση της πληροφόρησης και επεξήγησης, ώστε να κριθεί από το δικαστήριο. Από την άλλη η χρήση και μόνο του καταστήματος από τον εναγόμενο 2 δεν αντιλαμβάνομαι πως οδηγεί σε γνώση της επίδικης μεταβίβασης. Άνευ αντικρίσματος είναι και η μή συνεισφορά της ενάγουσας στα έξοδα του εναγομένου
- Πρόκειται, ως αναφέρει η εναγομένη, για έξοδα που αφορούν επέκταση της επιχείρησης του τελευταίου στο επίδικο κατάστημα. Δεν μπορώ λοιπόν να καταλάβω γιατί όφειλε η ενάγουσα να συμμετάσχει και γιατί η μή συμμετοχή της, όπως και η μή απαίτησή της να εξέλθει ο εναγόμενος 2, αδελφός της, από το επίδικο κατάστημα, δικαιολογεί ότι γνώριζε τη μεταβίβαση που διενεργήθηκε. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι, γι' αυτό πάντα το στάδιο της διαδικασίας, άτρωτος παρέμεινε ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η πρώτη φορά που πληροφορήθηκε την επίδικη μεταβίβαση είναι η 20.09.2011 όταν μετέβη στο επαρχιακό κτηματολόγιο Λάρνακας. Περαιτέρω, ασύστατη κρίνεται η θέση της εναγομένης ότι όλα τα πιο πάνω, δηλαδή οι επισκέψεις της ενάγουσας στο κατάστημα και το γεγονός ότι τούτο χρησιμοποιείτο από τον εναγόμενο 2, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πρόθεση της ενάγουσας ήταν να μεταβιβαστεί το κατάστημα στον εναγόμενο 2 και ότι η ίδια δεν είχε οιονδήποτε ενδιαφέρον και συμφέρον σε αυτό. Αν έτσι είχαν τα πράγματα δεν αντιλαμβάνομαι τότε γιατί την 14.04.1992 τα δυο καταστήματα (8/1741 και 8/1743) μεταβιβάστηκαν, το πρώτο στον εναγόμενο 2 και το δεύτερο στην ενάγουσα. Αυτό μάλιστα χωρίς να παραγνωρίζεται ότι το πληρεξούσιο που χρησιμοποιήθηκε για την επίδικη μεταβίβαση προηγείται χρονικά (07.09.1991) της μεταβίβασης του καταστήματος από τη μητέρα (εναγομένη) στην ενάγουσα. Επιπλέον, αν ο εναγόμενος 2 είναι εκείνος που ανέκαθεν είχε συμφέρον στο κατάστημα τότε γιατί το κατάστημα μεταβιβάστηκε αρχικά στην ενάγουσα και γιατί παρέμεινε εγγεγραμμένο επ' ονόματί της για δώδεκα συναπτά έτη εκ των οποίων τα τελευταία πέντε το κατάστημα χρησιμοποιείτο από τον εναγόμενο 2; Όλα τα πιο πάνω, ερωτήματα που αναμένεται να αποφασιστούν κατά την εξέταση της ουσίας της αγωγής, αποκαλύπτουν ότι σε αυτό το στάδιο η ενάγουσα κατέδειξε πιθανότητα επιτυχίας, δηλαδή ορατό ενδεχόμενο να επιτύχει η αξίωσή της. Για την τελευταία από τις τρείς προϋποθέσεις οι εναγόμενοι διατείνονται ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει πιθανότητα πρόκλησης μελλοντικής ζημίας. Αυτό, υποστηρίζουν, εφόσον αναμφισβήτητος παρέμεινε ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι και οι δυο εναγόμενοι είναι σε καλή οικονομική κατάσταση. Προσθέτω εδώ ότι από την ένορκο δήλωση της εναγομένης προκύπτει ακόμη πως οι εναγόμενοι, και για ό,τι αφορά τη διερεύνηση ο εναγόμενος 2, έχουν και άλλη ακίνητη περιουσία. Τούτο άλλωστε συνάγεται και από τον αναμφισβήτητο ισχυρισμό ότι ο εναγόμενος 2 είναι ιδιοκτήτης του καταστήματος που γειτνιάζει με το επίδικο, ενώ τα δυο καταστήματα αποτελούν ενιαίο χώρο. Τέλος, δεν παραλείπω ότι το επίδικο κατάστημα χρησιμοποιείται από τον εναγόμενο 2 από το 1999 μέχρι και σήμερα ως ψησταριά. Εντούτοις στάθμιση των δεδομένων για διερεύνηση της τρίτης προϋπόθεσης δεν περιορίζεται σε χρηματική μόνο αποζημίωση (βλ. Κυρίσαββα, πιο πάνω, Papastratis, πιο πάνω, Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 Α.Α.Δ.741, 756 και M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ.1791, 1799). Η έννοια της δικαιοσύνης, σε αυτή τη διάσταση για προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή, επεκτείνεται και σε άλλα μεταβλητά κριτήρια πέραν υλικής ζημίας. Υπο αυτή την έννοια δεν επιβάλλεται στον αιτητή να προσαγάγει μαρτυρία αναφορικά με πρόθεση αποξένωσης ή επιβάρυνσης του ακινήτου. Σημασία έχει η επίδραση που δυνητικά μπορεί να έχει τέτοια αποξένωση ή επιβάρυνση στο αντικείμενο της αγωγής και εν τέλει στην ικανοποίηση της απόφασης που δυνατό να εκδοθεί (βλ. Παναγιώτου v. Κολλάτου
(1999)1 Α.Α.Δ.1306 και Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιεία Λεωνίκ Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ.785). Στη δοσμένη περίπτωση η γενική και ασαφής αναφορά της εναγομένης ότι οι εναγόμενοι είναι σε καλή οικονομική κατάσταση δεν κρίνεται ικανοποιητική για αποτροπή εκδόσεως του διατάγματος. Καμία εν προκειμένω μαρτυρία προσκομίστηκε που να καταδεικνύει με την απαιτούμενη επάρκεια ότι έχουν ικανοποιητικά οικονομικά μέσα (βλ. Νικόλα v. Κεφάλα
(1998)1 Α.Α.Δ.1400, 1405). Το ότι ο εναγόμενος 2 είναι ιδιοκτήτης παρακείμενου με το επίδικο καταστήματος δεν σημαίνει, δίχως άλλο, ότι τούτο είναι ελεύθερο επιβαρύνσεων ή ακόμη ότι η αξία του μπορεί να καλύψει το αντικείμενο της αγωγής. Από την άλλη, η αξίωση της ενάγουσας δεν περιορίζεται σε αποζημιώσεις. Κύριο γνώρισμα τούτης είναι η ακύρωση της μεταβίβασης και επανεγγραφή του ακινήτου επ' ονόματί της. Υπό αυτή την έννοια η απονομή της δικαιοσύνης, συναρτώμενη πάντα με τα δεδομένα της κάθε υπόθεσης, επιτάσσει διαφύλαξη και διατήρηση του επίδικου καταστήματος ώστε να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε περίπτωση που ήθελε εκδοθεί απόφαση υπέρ της ενάγουσας. Επιπλέον, έχοντας κατά νού όλα τα πιο πάνω είμαι της γνώμης ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της ενάγουσας. Το status quo ante bellum, που είναι κύριο μέλημα του δικαστηρίου να διατηρήσει, δεν χωρεί αμφιβολία ότι επιβάλλει έκδοση του διατάγματος εφόσον η ισχυριζόμενη αδικοπραξία παραπέμπει στο 2004 που έγινε η μεταβίβαση ενώ μέχρι τότε εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του καταστήματος ήταν η ενάγουσα. Οφείλω επιπλέον να ομολογήσω, με όλο το σεβασμό στα επιχειρήματα των εναγομένων, ότι όχι μόνο δυσκολεύομαι να διαπιστώσω δυσχέρεια για τον εναγόμενο 2 αν εκδοθεί το διάταγμα, αλλά και ουσία για αυτή την ενδιάμεση δικαστική διαμάχη. Το αιτούμενο διάταγμα δεν ζητά τίποτα περισσότερο από διαφύλαξη του καταστήματος μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Εν ολίγοις δεν διαφοροποιεί την κατοχή του καταστήματος από τον εναγόμενο 2 όπως ούτε και τη μεταβίβαση που έγινε. Η διαφύλαξη λοιπόν του καταστήματος από τυχόν αποξένωση ή νέα μεταβίβαση, και εφόσον όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις πληρούται, είναι, υπό τις περιστάσεις, όχι μόνο εύλογη αλλά και επιβεβλημένη. Ένα τελευταίο σημείο που δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστο είναι η εισήγηση των εναγομένων για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Έχει βεβαίως νομολογηθεί ότι εκεί όπου διαπιστώνεται ουσιώδης απόκρυψη το δικαστήριο, ως δικαστήριο επιείκειας, οφείλει να απορρίψει την αίτηση (βλ. Ιερά Μητρόπολη Πάφου v. Aristo Developers Ltd, Πολ. Έφ. 211/10, ημερ. 14.07.2011). Πιο πάνω γίνεται εκτενής σχολιασμός όλων εκείνων που ισχυρίζεται η εναγομένη 1 και παρέλκει αναγκαιότητα επανάληψής τους. Ούτε η κατοχή του επίδικου καταστήματος από τον εναγόμενο 2, ούτε οι επισκέψεις και επιθεωρήσεις του καταστήματος από την ενάγουσα, όπως ούτε ότι η ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια και άλλων ακινήτων που δυνητικά η εναγομένη 1 μπορούσε να μεταβιβάσει στον εναγόμενο 2, κρίνονται ουσιώδη γεγονότα ικανά να οδηγήσουν την αίτηση σε απόρριψη. Ας σημειωθεί εδώ πως αυτός ο τελευταίος ισχυρισμός της εναγομένης, δηλαδή ότι η ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια και άλλων ακινήτων, προωθήθηκε με γενικότητα και δεν προσκομίσθηκαν περαιτέρω στοιχεία. Εν πάση όμως περιπτώσει, το ουσιώδες του πράγματος πρέπει να άπτεται του αιτήματος αυτού καθεαυτού και όχι να επεκτείνεται σε ζητήματα ξένα προς το αντικείμενο της αγωγής. Στη δοσμένη περίπτωση κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Προτού ολοκληρώσω σημειώνω, εκ του περισσού, ότι η ενάγουσα δεν απέδειξε μόνο τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 αλλά και εκείνες που τίθενται από τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω εναντίον του εναγομένου 2 εκδίδω διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης ημερομηνίας 30.12.2011. Εναντίον του εναγομένου 2 και υπέρ της ενάγουσας επιδικάζονται και τα έξοδα της διαδικασίας ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. Αναφορικά με την εναγομένη 1 η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της και εναντίον της ενάγουσας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. Σε κάθε μια από τις δυο περιπτώσεις τα έξοδα να καταβληθούν μετά την αποπεράτωση της ουσίας της αγωγής. (Υπ)...................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ε.χ.. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο