Χριστάκη (Κρις) Ιακωβίδη ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ με την εταιρεία Μ.Ε. OSTRICH FARMS , Αίτηση Εταιρείας αρ. 709/2010, 5/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A232 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αίτηση Εταιρείας αρ. 709/2010 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ με την εταιρεία Μ.Ε. OSTRICH FARMS (AKAMAS) LIMITED (υπό εκκαθάριση) (η «Εταιρεία») Και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, άρθρα 340-344 Και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ με την αίτηση του Χριστάκη (Κρις) Ιακωβίδη . . . . . . 5 Ιούλιου, 2012. Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. I. Χαπάρης Για τον Επίσημο Παραλήπτη: κα Γ. Γεωργίου. Για τον Πιστωτή Alpha Bank Cyprus Ltd: κα Ι. Γεωργίου για κ. Σ. Γεωργιάδη. Για κ. Σάββα Χ"Μηνά: κ. Α. Πέτσας Για τον προτεινόμενο εκκαθαριστή Λεωνίδα Κίμωνος: κ. Καϊλής για κ. M. Βορκά. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα είναι εναρκτήρια αίτηση. Έχει το δικό της ιδιαίτερο τίτλο και αριθμό. Ο τίτλος αναφέρεται στην υπό εκκαθάριση εταιρεία Μ.Ε. Ostrich Farms (Akamas) Limited, (η εταιρεία) και στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113. Ο αριθμός είναι από το μητρώο πρωτογενών αιτήσεων όταν η αίτηση καταχωρίστηκε στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, αρμόδιο για υποθέσεις εταιρειών. Η ίδια η αίτηση, ως προς το περιεχόμενο και τον τύπο της, προβλέπεται από τον κανονισμό 6(
- w)των περί Εταιρειών Κανονισμών και αποτελεί πρωτογενή αίτηση (originating summons), με βάση τον κανονισμό 7, (Δευτερογενής Νομοθεσία, Τόμος ΙΙ, σελίδα 279). Η αναφορά δε στον κανονισμό 6 (
- w)στο παλαιό άρθρο 336 θα πρέπει να διαβάζεται ως αναφορά στην πανομοιότυπη πρόνοια που υπάρχει στο σύγχρονο άρθρο 337. Η αίτηση υποβλήθηκε εκ μέρους του κ. Χριστάκη (Κρις) Ιακωβίδη, προφανώς δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 337 του περί Εταιρειών Νόμου. Ότι αυτό αποτελεί τη νομική βάση για την παρούσα αίτηση προκύπτει από τα αιτήματα που προβάλλονται με αυτή καθώς επίσης από την ιδιότητα που αποδίδει στον εαυτό του ο αιτητής. Συγκεκριμένα, αναφέρει στην ένορκη δήλωση του, η οποία υποστηρίζει την αίτηση, ότι στις 20.4.2010 διορίστηκε από την Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Δημόσια Εταιρεία Λτδ ως παραλήπτης/διαχειριστής της περιουσίας της εταιρείας. Ο διορισμός του στη θέση αυτή φέρεται να πηγάζει από ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης το οποίο η εν λόγω τράπεζα είχε συνάψει με την εταιρεία στις 23.9.1998. Με την αίτηση δε ζητά από το δικαστήριο οδηγίες, μεταξύ άλλων, και για τα ακόλουθα θέματα. Ήτοι, αναφορικά με την έκταση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας τα οποία καλύπτει ο διορισμός του και τη σειρά προτεραιότητας των επιβαρύνσεων που κατέχονται από πιστωτές επί της εν λόγω περιουσίας. Η αίτηση όταν καταχωρίστηκε απευθύνετο εκτός από τον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη και προς την Alpha Bank Cyprus Limited και τέσσερα άλλα φυσικά πρόσωπα. Τελικώς, ένσταση καταχώρισαν μόνο ο Επίσημος Παραλήπτης, η Alpha Bank και ένας εκ των τεσσάρων άλλων προσώπων, κάποιος Σάββα Χατζημηνάς. Ο τελευταίος είναι μέτοχος της εταιρείας και πρώην διοικητικός σύμβουλος της. Δεδομένης της πρώτης του ιδιότητας θεωρήθηκε από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη ότι ο κ. Χατζημηνάς έχει locus standi στην παρούσα αίτηση. Μαρτυρία σε σχέση με τα διάφορα θέματα τα οποία εγείρονται στην παρούσα υπόθεση έχει προσφερθεί τόσο με την αίτηση όσο και με τις ενστάσεις οι οποίες, όπως αναφέρθηκε, έχουν καταχωριστεί. Πρόκειται για μαρτυρία η οποία είναι κοινώς παραδεκτή από όλους τους εμπλεκόμενους στην παρούσα υπόθεση. Η παράθεση της θα περιοριστεί σ' αυτά που είναι αναγκαία για επίλυση των διαφόρων πτυχών της επίδικης διαφοράς. Με τις διαπιστώσεις δε που έχουν προηγηθεί απαντώνται τα θέματα διαδικασίας τα οποία έχουν επίσης εγερθεί, ειδικά εκ μέρους του Επίσημου Παραλήπτη. Σύμφωνα λοιπόν με τα γεγονότα τα οποία προκύπτουν από αυτή η εταιρεία βρίσκεται υπό εκκαθάριση από τις 17.3.2006 δυνάμει διατάγματος του δικαστηρίου ιδίας ημερομηνίας. Εκδόθηκε στα πλαίσια της εταιρικής αίτησης 88/2005. Ο Επίσημος Παραλήπτης διορίστηκε από τότε ως προσωρινός εκκαθαριστής της. Γίνονται προσπάθειες για το διορισμό άλλου προσώπου πάνω σε μονιμότερη βάση αλλά μέχρι στιγμής δεν έχουν ευοδωθεί. Επομένως, ο Επίσημος Παραλήπτης εξακολουθεί να είναι επιφορτισμένος με τα καθήκοντα που φέρει ο πιο πάνω διορισμός του. Όμως στο μεταξύ, πολύ αργότερα, στις 20.4.2010, διορίστηκε και ο αιτητής στην παρούσα αίτηση ως παραλήπτης /διαχειριστής της περιουσίας της εταιρείας. Ο διορισμός του έγινε από την Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως στη βάση ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερομηνίας 23.9.1998. Ενημερώθηκε γραπτώς για το γεγονός αυτό η εταιρεία ενώ έγινε και σχετική γνωστοποίηση του προς τον Έφορο Εταιρειών. Ο τελευταίος δεν αποδέχτηκε το διορισμό του αιτητή στην προαναφερθείσα θέση και επέστρεψε τα έντυπα που του είχαν αποστείλει. Σε σχετική επιστολή του ημερομηνίας 7.5.2010 αναφέρει ως λόγο για την ενέργεια του, ανωτέρω, το γεγονός ότι η εταιρεία τελούσε υπό εκκαθάριση από τις 17.3.2006 ενώ ο διορισμός του αιτητή στη θέση του παραλήπτη/διαχειριστή έγινε μεταγενέστερα. Στον πιο πάνω διορισμό του αιτητή αντέδρασαν επίσης η Alpha Bank και ο κ. Χατζημηνάς. Πέραν του λόγου, ανωτέρω, που διατύπωσε και ο Έφορος Εταιρειών, τα δύο αυτά ενιστάμενα μέρη πρόβαλαν, πρόσθετα, ακόμα δύο λόγους προς υποστήριξη της ένστασης τους. Συγκεκριμένα, αναφέρουν ότι το προαναφερθέν ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερομηνίας 23.9.1998 τροποποιήθηκε με συμφωνία ημερομηνίας 11.1.2002. Αυτή συνήφθη μεταξύ της εταιρείας από τη μια ως χρεώστιδας και της Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως και Alpha Bank από την άλλη πλευρά ως δανειστών. Και, επίσης, ότι ο εν λόγω διορισμός του αιτητή ανακλήθηκε με επιστολή της Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως προς τον Έφορο Εταιρειών, ημερομηνίας 19.5.2010. Περαιτέρω, με βάση τα κοινώς παραδεκτά γεγονότα κάθε μια από τις δύο αυτές τράπεζες είχε προς όφελος της μια κυμαινόμενη επιβάρυνση σε σχέση με την περιουσία της εταιρείας. Την κατείχε δυνάμει ομολόγου. Η μία επιβάρυνση είναι αυτή που αναφέρεται πιο πάνω και είναι προς όφελος της Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως. Με την εν λόγω συμφωνία της 11.1.2002 τα μέρη είχαν συμφωνήσει τα εξής: Πρώτον, να προβούν σε ενοποίηση των αντίστοιχων ομολόγων τα οποία κατείχαν, με ιδιαίτερη έμφαση στις επιβαρύνσεις οι οποίες προβλέπονταν σ΄αυτά. Δεύτερον, σε περίπτωση ενεργοποίησης των επιβαρύνσεων αυτό να συνέβαινε προς όφελος και των δύο δανειστών συγχρόνως, κατόπιν κοινών ενεργειών τους. Είναι οι όροι 1 και 2 της προαναφερθείσας συμφωνίας οι οποίοι προβλέπουν τα εξής: «1. Παρά την ημερομηνίαν εκτελέσεως των ως άνω περιγραφομένων κυμαινομένων επιβαρύνσεων και της εγγραφής αυτών εις το Γραφείον του Εφόρου Εταιρειών, οι ΔΑΝΕΙΣΤΑΙ συμφωνούν ότι αι τοιαύται κυμαινόμεναι επιβαρύνσεις θα θεωρούνται ως μια πρώτη κυμαινομένη επιβάρυνσις προς από κοινού όφελος των ΔΑΝΕΙΣΤΩΝ διά το συνολικόν ποσόν των ΛΚ1,000,000.- πλέον τόκοι και το συμφέρον εκάστου αυτών επ' αυτής θα είναι ως εξής: ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ 50% ALPHA BANK LTD 50% 2. Εις την περίπτωση οιοσδήποτε ΔΑΝΕΙΣΤΗΣ ήθελεν εκδηλώσει πρόθεσιν εκποιήσεως και/ή λήψεως μέτρων δυνάμει των ως άνω περιγραφομένων κυμαινομένων επιβαρύνσεων, ούτος θα ειδοποιήσει τους ετέρους ΔΑΝΕΙΣΤΑΣ περί της εν λόγω προθέσεως του. Άμα τη λήψει τοιαύτης ειδοποιήσεως αι συμφωνίαι μεταξύ των ετέρων ΔΑΝΕΙΣΤΩΝ και του ΧΡΕΩΣΤΟΥ θα θεωρούνται ως τερματισθείσαι και οι ΔΑΝΕΙΣΤΑΙ θα προβούν ομού εις την εκποίησιν και/ή εις την λήψιν μέτρων δυνάμει των κυμαινομένων επιβαρύνσεων». Η Alpha Bank όταν πληροφορήθηκε για τον πιο πάνω διορισμό του αιτητή, με επιστολή της προς την Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως ημερομηνίας 22.4.2010 την πληροφορούσε ότι η πιο πάνω μονομερής ενέργεια της παραβίαζε τον όρο 2, ανωτέρω, της μεταξύ τους συμφωνίας. Όπως αναφέρθηκε ήδη, στις 7.5.2010 είχε επικοινωνήσει γραπτώς με την Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως και ο Έφορος Εταιρειών εκδηλώνοντας με τον τρόπο και για το λόγο που αναφέρεται στη σχετική επιστολή του τη μη αποδοχή του διορισμού του αιτητή ως παραλήπτη/διαχειριστή της περιουσίας της εταιρείας. Και τότε η Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως με επιστολή της ημερομηνίας 19.5.2010 πληροφόρησε τον Έφορο Εταιρειών τα εξής: «Αναφερόμαστε στην επιστολή σας ημερομηνίας 7.5.2010 και εν όψει αυτής σας γνωστοποιούμε ότι δεν εμμένουμε και/ή πως έχουμε ανακαλέσει το διορισμό του κ. Κρις Ιακωβίδη από τη θέση του διαχειριστή παραλήπτη της εταιρείας». Στην ένορκη δήλωση του κ. Ιακωβίδη η οποία υποστηρίζει την παρούσα αίτηση δεν αναφέρεται τι επακολούθησε της τελευταίας πιο πάνω επιστολής του Εφόρου Εταιρειών ημερομηνίας 7.5.2010. Παρεμπιπτόντως, να σημειωθεί ότι ο αιτητής δεν κάνει λόγο ούτε και στην προαναφερθείσα επιστολή ημερομηνίας 19.5.2010, στην οποία αναφέρεται ότι είχε ανακληθεί ο διορισμός του. Όμως, προφανώς, η απόφαση του Εφόρου Εταιρειών στην επιστολή του 7.5.2010 είχε προσβληθεί από τον αιτητή με προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κατά τη συνεδρία του δικαστηρίου στις 31.5.2011 τα μέρη κατάθεσαν εκ συμφώνου δύο επιστολές της Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως οι οποίες σημειώθηκαν ως τεκμήρια 1 και 2, αντίστοιχα. Απευθύνονται και οι δύο προς τον Έφορο Εταιρειών. Η πρώτη, ημερομηνίας 17.11.2010 τεκμήριο 1, αναφέρει τα εξής: «Σε συνέχεια της επιστολής μας ημερομηνίας 19 Μαίου 2010 αντιλαμβανόμαστε ότι ο κύριος Ιακωβίδης έχει καταχωρήσει αίτηση στο Δικαστήριο 704/2010 στην απόφαση του Εφόρου Εταιρειών, όπως μη αποδεχθεί το έντυπο ΗΕ35. Ως εκ τούτου, η Τράπεζα θα αναμένει την απόφαση του Δικαστηρίου, κατά πόσον ένας εξασφαλισμένος πιστωτής δύναται να διορίσει Παραλήπτη και Διαχειριστή μετά από το διάταγμα του Δικαστηρίου για εκκαθάριση εταιρείας». Είναι από την επιστολή αυτή που προκύπτει ότι υποβλήθηκε η προαναφερθείσα προσφυγή. Δεν είναι όμως γνωστό αν έχει εκδικαστεί και ποιο το αποτέλεσμα της. Η δεύτερη επιστολή, ημερομηνίας 23.11.2010, τεκμήριο 2, πληροφορεί τον Έφορο Εταιρειών ότι: «Σε συνέχεια των επιστολών μας 19 Μαΐου 2010 και 17 Νοεμβρίου 2010, θα θέλαμε να διευκρινίσουμε ότι η Τράπεζα αποφάσισε να αναστείλει την απόσυρση του διορισθέντος παραλήπτη για την πιο πάνω υπόθεση μέχρι την έκβαση της αίτησης του κου Ιακωβίδη στο δικαστήριο.» Με βάση την πιο πάνω αναντίλεκτη μαρτυρία εγείρονται, βασικά, δύο θέματα. Είναι προκαταρκτικά της επιδιωκόμενης από τον αιτητή απόφασης για οδηγίες δυνάμει του άρθρου 337. Ηγέρθησαν από τα ενιστάμενα μέρη ή κάποια από αυτά με τις ενστάσεις τους. Άπτονται δε και τα δύο της νομιμότητας του διορισμού του αιτητή από την Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως ως παραλήπτη/διαχειριστή της περιουσίας της εταιρείας. Το πρώτο θέμα εγείρεται σε σχέση με τη συμφωνία της 11.1.2002. Ο κ. Χατζημηνάς αλλά και η Alpha Bank την επικαλούνται προς υποστήριξη της θέσης τους ότι ο διορισμός του αιτητή θα έπρεπε να είχε γίνει όπως προβλέπεται από αυτή. Εκ μέρους του αιτητή δεν εδόθη οποιαδήποτε απάντηση όσον αφορά την ουσία της θέσης αυτής. Επισημαίνεται απλώς ότι δεν έχει καταχωριστεί σχετική επιβάρυνση στο μητρώο επιβαρύνσεων του Εφόρου Εταιρειών. Όμως, όπως διαβάζεται η συμφωνία των δύο τραπεζών δε διαπιστώνεται να είχε δημιουγήσει οποιαδήποτε νέα κυμαινόμενη επιβάρυνση η οποία θα έπρεπε να είχε κοινοποιηθεί στον Έφορο Εταιρειών, διαφορετικά θα ήταν άκυρη. (άρθρο 90
(1)). Αντίθετα, οι κυμαινόμενες επιβαρύνσεις τις οποίες οι δύο τράπεζες κατείχαν, σε σχέση με την περιουσία της εταιρείας, συνέχισαν να βρίσκονται σε ισχύ. Μάλιστα, με τη συμφωνία αναγνωρίζεται ότι αυτές είχαν δεόντως κοινοποιηθεί και εγγραφεί στον Έφορο Εταιρειών. Από την ανάγνωση της συμφωνίας και ειδικά των προνοιών στον όρο 2 διαπιστώνεται πως ό,τι αυτή έχει προβλέψει αναφέρεται στον τρόπο ενεργοποίησης των εν λόγω επιβαρύνσεων και στα δικαιώματα των δανειστών σε μια τέτοια περίπτωση. Επομένως, ισχύουσας της πιο πάνω συμφωνίας η πράξη της Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως να διορίσει μονομερώς τον αιτητή ως παραλήπτη/διαχειριστή της περιουσίας της εταιρείας συνιστά εξόφθαλμη παραβίαση της. Παρεμπιπτόντως, να σημειωθεί ότι δεδομένης της φύσης του εγειρόμενου θέματος ως αμιγώς νομικού, δεδομένου ότι αφορά στην ερμηνεία της εν λόγω συμφωνίας, η πιο πάνω διαπίστωση είναι καθ' όλα επιτρεπτή. Εξετάζοντας δε το θέμα αυτό περαιτέρω διαπιστώνεται ότι δυνάμει του όρου 2 της συμφωνίας οι δανειστές, δηλαδή οι προαναφερθείσες δύο τράπεζες, υποχρεούντο να προβούν από κοινού στην εκποίηση ή στη λήψη μέτρων δυνάμει των εκεί αναφερομένων δύο κυμαινόμενων επιβαρύνσεων. Όμως, η Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως δεν συμμορφώθηκε με την πρόνοια αυτή, κατά παράβαση της πιο πάνω συμφωνίας η οποία δεν της επέτρεπε να προβεί από μόνη της στο διορισμό του αιτητή ως παραλήπτη/διαχειριστή της περιουσίας της εταιρείας. Συνεπώς, ο διορισμός του αιτητή δεν είναι νομικά αποδεκτός, γεγονός το οποίο δεν μπορεί, ασφαλώς, να παραγνωριστεί από το δικαστήριο. Το δεύτερο θέμα αφορά στο γεγονός της ανάκλησης του διορισμού του αιτητή. Έγινε από την Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως, η οποία τον είχε διορίσει αρχικά με την επιστολή της προς τον Έφορο Εταιρειών ημερομηνίας 19.5.2010. Ας σημειωθεί συναφώς ότι η εξέταση του θέματος αυτού υποθέτει ότι ο διορισμός του αιτητή όταν έγινε αρχικά ήταν νόμιμος. Που, όμως, δεν είναι η περίπτωση όπως έχει ήδη διαπιστωθεί. Ξεκινώντας λοιπόν από το δεδομένο ότι ο διορισμός του αιτητή ως παραλήπτη/διαχειριστή έγινε δυνάμει συγκεκριμένου ομολόγου, σύμφωνα με το άρθρο 97
(1)η Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως η οποία τον είχε διορίσει είχε κάποια υποχρέωση ως προς τούτο. Θα έπρεπε να ειδοποιήσει σχετικά τον Έφορο Εταιρειών για τον εν λόγω διορισμό. Η πραγματικότητα είναι ότι η τράπεζα απέστειλε για το σκοπό αυτό και προς ικανοποίηση της πιο πάνω πρόνοιας το έντυπο ΗΕ
- Όμως, ο Έφορος Εταιρειών όπως έχει προαναφερθεί δεν έκαμε την ειδοποίηση αυτή αποδεκτή. Και τότε η τράπεζα με τη γνωστή πλέον επιστολή της ημερομηνίας 19.5.2010 τον πληροφόρησε ότι δε θα επέμενε στο διορισμό του αιτητή στην πιο πάνω θέση και ότι τον είχε ανακαλέσει. Είναι προφανές ότι με την πιο πάνω πράξη ο διορισμός του αιτητή ως παραλήπτη/διαχειριστή της περιουσίας της εταιρείας είχε οριστικά ανακληθεί. Όμως, δεν υπάρχει οτιδήποτε στη συμφωνία της Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως με την Alpha Bank ημερομηνίας 11.1.2002 το οποίο να εμπόδιζε τον επαναδιορισμό του στη συγκεκριμένη θέση. Το ίδιο θα ισχύει μάλλον σε σχέση και με τις πρόνοιες του ομολόγου το οποίο η Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως κατέχει δυνάμει απευθείας συμφωνία με την εταιρεία. Για να καταστεί όμως αυτό εφικτό θα έπρεπε να τηρηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία. Προπαντός αυτή την οποία προβλέπει η σχετική νομοθεσία και η οποία είχε αρχικά τηρηθεί όταν ο αιτητής είχε διορισθεί την πρώτη φορά στην εν λόγω θέση. Συγκεκριμένα, στην προκειμένη περίπτωση μετά την ανάκληση του αρχικού διορισμού δεν έγινε στην πραγματικότητα εκ νέου διορισμός του αιτητή στη θέση του παραλήπτη/διαχειριστή της περιουσίας της εταιρείας από την Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως ενεργώντας, είτε μονομερώς, έστω και αν θα ετίθετο πάλιν σε αμφιβολία η νομιμότητα του διορισμού, είτε με βάση τη συμφωνία της 11.1.
- Δεν υπάρχει κάποιο έγγραφο προς τούτο όπως συνέβηκε την πρώτη φορά με τη γραπτή δήλωση της τράπεζας ημερομηνίας 20.4.2010, η οποία επισυνάπτεται στην παρούσα αίτηση ως τεκμήριο
- Ούτε έχει δοθεί προς τον Έφορο Εταιρειών η ειδοποίηση η οποία προβλέπεται από το άρθρο 97
(1). Ή ακόμα και η σχετική ειδοποίηση προς την εταιρεία, όπως προβλέπεται από το άρθρο 340
(1)(α), για να την καταστήσει κοινωνό του σχετικού διορισμού για ό,τι θα χρειάζετο να γίνει στη συνέχεια από αυτή, βάσει του ίδιου άρθρου. Η επιστολή της τράπεζας ημερομηνίας 23.11.2010 προς τον Έφορο Εταιρειών με την οποία ανέστελλε την ανάκληση του διορισμού δεν αποτελεί ούτε διορισμό του αιτητή ούτε ειδοποίηση προς οποιοδήποτε από τα πιο πάνω αναφερθέντα ενδιαφερόμενα μέρη. Επομένως, δεν υπάρχει διορισμός του αιτητή στη θέση του παραλήπτη/διαχειριστή της περιουσίας της εταιρείας. Αν η ερμηνεία ανωτέρω των σχετικών γεγονότων δεν γίνει αποδεκτή, υπάρχει και μια άλλη οπτική γωνία από την οποία η επιστολή της Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως ημερομηνίας 23.11.2010 μπορεί να αντικριστεί. Συγκεκριμένα, από τη διατύπωση της είναι προφανές ότι δεν ήταν ο σκοπός της τράπεζας να ανακτήσει ο αιτητής οποιεσδήποτε από τις εξουσίες και τα καθήκοντα τα οποία συνεπάγεται ο διορισμός ενός προσώπου στη θέση του παραλήπτη/ διαχειριστή της περιουσίας μιας εταιρείας. Αλλά μάλλον αποσκοπούσε στο να μην καταστεί, όπως προφανώς πιστεύετο, άνευ αντικειμένου η προαναφερθείσα προσφυγή την οποία αυτός είχε καταχωρίσει ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Επομένως, ακόμα και αν υπήρξε επαναδιορισμός ή συνέχιση του διορισμού του αιτητή εν τούτοις αυτός δε θα συνοδεύετο από τις εξουσίες και τα καθήκοντα της συγκεκριμένης θέσης. Αλλά όπως αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή ο διορισμός θα ίσχυε «μέχρι την έκβαση της αίτησης (δηλαδή της προσφυγής) του κ. Ιακωβίδη στο δικαστήριο». Άρα η παρούσα αίτηση με την οποία ζητείται να δοθούν οδηγίες σχετικές με το διορισμό του αιτητή ως παραλήπτη/ διαχειριστή της περιουσίας της εταιρείας θα πρέπει να θεωρηθεί ως πρόωρη. Ένα τελευταίο θέμα. Η αγόρευση ειδικά του συνηγόρου του αιτητή επικεντρώθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος της στο να καταδειχθεί ότι είναι νομικά επιτρεπτός ο διορισμός παραλήπτη/διαχειριστή της περιουσίας μιας εταιρείας δυνάμει ομολόγου έστω και αν αυτή ευρίσκεται ήδη υπό εκκαθάριση με διάταγμα του δικαστηρίου με το οποίο έχει διορισθεί και προσωρινός παραλήπτης της περιουσίας της. Όμως, μετά την κατάληξη σε σχέση με τα προηγούμενα δύο θέματα είναι πλέον αχρείαστο να αποφασιστεί το θέμα αυτό. Και ειδικά κατά πόσο ο διορισμός παραλήπτη/διαχειριστή είναι επιτρεπτός υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Αν και θα πρέπει να σημειωθεί πως ως θέμα αρχής ένας τέτοιος διορισμός είναι επιτρεπτός, όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, (βλ. Re Northern Garage Ltd
(1946)1 All E.R. 566 και Re Potters Oily Ltd (No 2)
(1986)1 All E.R. 890. Όμως, δε χρειάζεται να ειπωθεί οτιδήποτε άλλο σε σχέση με το θέμα αυτό. Καταλήγοντας, με βάση τα όσα έχουν προαναφερθεί η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των ενιστάμενων μερών και εναντίον του αιτητή. Αυτά να υπολογισθούν από την Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο