Εν Πτωχεύσει: Άντυ Κωνσταντινίδης, Αίτηση Πτώχευσης: 305/11, 30/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A324 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΤΩΧΕΥΣΕΩΝ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αίτηση Πτώχευσης: 305/11 Εν Πτωχεύσει: Άντυ Κωνσταντινίδης 30 Οκτωβρίου 2012 Για τον αιτητή: κος Παπαθεοδώρου Για τους καθ' ων η αίτηση: κος Μιχαηλίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 13.07.2011 η αιτήτρια εταιρεία (στη συνέχεια ο πιστωτής) καταχώρισε αίτηση πτώχευσης του Άντυ Κωνσταντινίδη (στη συνέχεια ο οφειλέτης). Την 13.10.2011 ο οφειλέτης καταχώρισε ένσταση στην αίτηση πτώχευσης. Η ένσταση εδράζεται στη Δ.48 κκ1 έως 4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα άρθρα 3
(1)(h), 5
(2), 17 και 26 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, στους περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς και στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Όλως παραδόξως η ένσταση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Αυτός ήταν και ο λόγος που στο στάδιο των αγορεύσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος του οφειλέτη απέσυρε τους λόγους ένστασης που στο πρόσωπο τούτης προσδιορίζονται ως (α), (γ), (δ), (ε), (στ), (η) και (ι), εφόσον δεν πλαισιώνονται από γεγονότα. Προς επίρρωση όσων αναφέρονται στην αίτηση η πλευρά του πιστωτή κάλεσε ένα μάρτυρα. Τούτος ο μάρτυρας είναι η Αργυρώ Μαστίχη υπάλληλος στο πρωτοκολλητείο του επαρχιακού δικαστηρίου Λευκωσίας, δηλαδή το πρωτοκολλητείο στο οποίο φυλάττεται ο φάκελος της ειδοποίησης πτώχευσης που προηγήθηκε της παρούσης. Αφότου ανέφερε ότι έχει στην κατοχή της το φάκελο της ειδοποίησης πτώχευσης με αριθμό 545/11, της ζητήθηκε να τον παρουσιάσει στο δικαστήριο και έτσι κατατέθηκε ως τεκμήριο (βλ. τεκμήριο 1). Αντλώντας γνώση από το περιεχόμενο του φακέλου - τεκμήριο 1, ανέφερε ότι∙ 'ενόψει του ότι δεν υπάρχει στο φάκελο, δεν έχω υπόψη μου να έχει καταχωριστεί αίτηση'. Η εν λόγω απάντηση δόθηκε σε ερώτηση εάν υπεβλήθη αίτηση για ακύρωση της ειδοποίησης. Η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Στη συνέχεια οι συνήγοροι δήλωσαν ως παραδεκτό γεγονός ότι∙ 'Το επίδικο εξ αποφάσεως χρέος, αντικείμενο της διαδικασίας αυτής, παραμένει εξολοκλήρου οφειλόμενο'. Ο πιστωτής δεν προσκόμισε άλλη μαρτυρία ενώ ο οφειλέτης δεν πρόσφερε καμία μαρτυρία. Με την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι προχώρησαν σε αγορεύσεις. Όπως προανέφερα η πλευρά του οφειλέτη απέσυρε αριθμό λόγων ένστασης που αρχικά προώθησε. Οι λόγοι που παρέμειναν υποστηρίχθηκαν από τον κύριο Μιχαηλίδη ως ακολούθως∙ η αίτηση είναι παράτυπη καθ' ότι η υπογραφή που φέρει δεν αποκαλύπτει την ταυτότητα και ούτε παραπέμπει στην ιδιότητα του προσώπου που την υπογράφει και συνεπώς άγνωστο παραμένει κατά πόσο η αίτηση υπογράφτηκε σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον κανονισμό 127 (βλ. λόγο (β)). Περαιτέρω, η αίτηση είναι παράτυπη και αυτό γιατί η δικαστική απόφαση που επισυνάπτεται στην ειδοποίηση πτώχευσης που καταχωρίστηκε είναι κοινό αντίγραφο και όχι επίσημο (office copy), ως προβλέπεται στον κανονισμό 39 (βλ. λόγο (ζ)). Αναφορικά με τους λόγους (θ) και (ια) της ένστασης ο κύριος Μιχαηλίδης ανάφερε ότι∙ ο οφειλέτης δεν είναι απλώς πρόθυμος να εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος του, υπέβαλε πρόταση στον πιστωτή, μέσω των συνηγόρων του, ώστε κάθε μήνα να καταβάλλει συγκεκριμένο ποσό. Επιπλέον, ο κύριος Μιχαηλίδης υποστήριξε ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι αντικανονική καθότι δεν βεβαιώνει τα αναφερόμενα στην αίτηση (βλ. λόγο (ι)). Τέλος, υποστήριξε ότι ο πιστωτής υποχρεούτο να μεριμνήσει όπως η αίτηση αποσταλεί στο κτηματολόγιο, ως οι πρόνοιες του κανονισμού 48
(1), ενέργεια η οποία δεν έγινε (βλ. λόγο (κ)). Στον αντίποδα ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον πιστωτή υποστήριξε ότι η αίτηση δεν πάσχει, είναι νομότυπη και ότι εφόσον αποδείχθηκε εκείνο που ο νόμος επιβάλλει το αιτούμενο διάταγμα πρέπει να εκδοθεί. Όπως έχει λεχθεί η πτωχευτική διαδικασία είναι ιδιότυπη (sui generis) και ο χαρακτήρας τούτης είναι οιονεί ποινικός (βλ. Λοΐζου v. Σ.Π.Ε. Δερύνειας
(2009)1Α Α.Α.Δ.279, 285). Σκοπός της δεν είναι ο εξαναγκασμός του χρεώστη να εξοφλήσει το χρέος του, άλλωστε δεν συνιστά μέτρο εκτέλεσης, αλλά η προστασία και διασφάλιση της ακεραιότητας της περιουσίας του οφειλέτη ώστε να χρησιμοποιηθεί σύμφωνα με το νόμο για ικανοποίηση, εξ ολοκλήρου ή μερικώς και κατ' ισονομία, όλων των πιστωτών (βλ. London Clubs Ltd κ.α. v. Παπαδόπουλου
(2002)1Γ Α.Α.Δ.1699, 1701). Τα άρθρα 5 και 6 του Κεφ. 5 αποκαλύπτουν τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί η αίτηση ώστε να είναι έγκυρη και εκείνο που ο αιτητής οφείλει να αποδείξει. Απαιτείται εν προκειμένω απόδειξη ότι το χρέος που οφείλεται στον πιστωτή υπερβαίνει τις Λ.Κ.500, ότι τούτο το χρέος αφορά εκκαθαρισμένο ποσό και είναι πληρωτέο αμέσως ή σε καθορισμένο μέλλοντα χρόνο, ότι η αίτηση επιδόθηκε στον οφειλέτη, ότι το διάστημα που προηγήθηκε της αίτησης ο οφειλέτης διέμενε στην επαρχία που καταχωρίστηκε η αίτηση, και ότι συντελέστηκε πράξη πτώχευσης. Τί εστί πράξη πτώχευσης και πότε διαπράττεται επεξηγείται στο άρθρο 3 του Κεφ. 5. Προτού υπεισέλθω σε διερεύνηση των λόγων ένστασης που εγείρει ο οφειλέτης σημειώνω ότι αποδέχομαι ως ορθή και αληθή τη μαρτυρία που προσκόμισε ο πιστωτής. Η μαρτυρία της μοναδικής μάρτυρος που κλήθηκε στο δικαστήριο είναι τυπική, εφόσον η σχέση της με την αίτηση είναι επειδή εργάζεται στο πρωτοκολλητείο που φυλάττεται ο φάκελος της ειδοποίησης. Περαιτέρω δεν διεφάνη να έχει προσωπική σχέση με οποιονδήποτε από τους διαδίκους και η μαρτυρία της, η οποία δεν αμφισβητήθηκε, υποστηρίζεται από το περιεχόμενο του φακέλου της ειδοποίησης πτώχευσης (τεκμήριο 1). Ως εκ των πιο πάνω από το μαρτυρικό υλικό ενώπιον του δικαστηρίου διαπιστώνω ότι∙ έξι και πλέον μήνες πριν την υποβολή της επίδικης αίτησης ο οφειλέτης διέμενε στην επαρχία Λευκωσίας. Το χρέος στο οποίο εδράζεται η αίτηση είναι εκκαθαρισμένο και πληρωτέο αμέσως και υπερβαίνει τις €25000, δηλαδή υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό που ο νόμος προβλέπει ως ελάχιστο ποσό για υποβολή αίτησης πτώχευσης (βλ. άρθρο 5
(1)(α) του Κεφ. 5). Περαιτέρω, η ειδοποίηση πτώχευσης που προηγήθηκε της αίτησης (βλ. τεκμήριο 1) αποκαλύπτει ότι η ισχυριζόμενη πράξη πτώχευσης εδράζεται στις πρόνοιες της παραγράφου (ζ) του άρθρου 3
(1)του Κεφ.
- Έλεγχος που διενήργησα στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 1 με οδήγησε στα ακόλουθα συμπεράσματα∙ η ειδοποίηση πτώχευσης εξεδόθη την 13.05.2011 και επεδόθη στον οφειλέτη την 06.06.
- Συνακόλουθα η ειδοποίηση επεδόθη εντός της προθεσμίας του ενός μηνός που προβλέπεται από τον κανονισμό 42 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών. Περαιτέρω κατά το χρόνο έκδοσης της ειδοποίησης η σχετική δικαστική απόφαση δεν φαίνεται να είχε ανασταλεί για οιονδήποτε λόγο, και τέλος, ο οφειλέτης δεν συμμορφώθηκε με την ειδοποίηση εντός επτά ημερών. Η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε την 13.07.2011, δηλαδή αφότου διεπράχθη πράξη πτώχευσης και προτού εκπνεύση η προθεσμία των τριών μηνών που τάσσει ο νόμος (βλ. άρθρο 5
(1)(γ) Κεφ. 5). Ενόψει όλων των πιο πάνω διαπιστώνω ότι πληρούται οι βασικές προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος. Ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι οι ιδιαίτεροι λόγοι που ο οφειλέτης εγείρει με την ένστασή του. Για το λόγο ένστασης (β) ο κύριος Μιχαηλίδης παρέπεμψε στον κανονισμό 46
(1), δηλαδή ότι κάθε αίτηση υπογράφεται από το πρόσωπο που την υποβάλλει. Υποστήριξε δε ότι ο εν λόγω κανονισμός συναρτάται με τον κανονισμό 127 και ότι υπο το φως των ιδιαίτερων γεγονότων της παρούσας, δηλαδή ότι η αίτηση φέρει μεν υπογραφή αλλά δεν αναφέρει κατά πόσο το πρόσωπο που την υπογράφει είναι συνέταιρος και ότι η ομνύουσα την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν δηλώνει ότι είναι συνέταιρος, καθιστούν την αίτηση παράτυπη. Έχω την αίσθηση ότι η ανάλυση του ευπαίδευτου συνηγόρου του οφειλέτη παραγνωρίζει τα αναφερόμενα στον κανονισμό 126. Ο εν λόγω κανονισμός τιτλοφορείται 'Proceedings by Company or Co-partnership'. Αυτός κρίνω ότι είναι ο κανονισμός που ισχύει στη δοσμένη περίπτωση και όχι ο κανονισμός 127, ο οποίος εντοπίζεται κάτω από τον τίτλο 'Proceedings by or against Firm', ή κατά το ελληνικό 'Διαδικασίες από ή εναντίον οίκου'. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η διάκριση που δημιουργούν οι κανονισμοί 126 και 127, μεταξύ εταιρείας από τη μια και οίκου από την άλλη, αφήνει να νοηθεί ότι η φράση οίκος χρησιμοποιείται κατά τον ίδιο τρόπο που χρησιμοποιείται στη Δ.7 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και διαφέρει από την έννοια που αποδίδεται στον όρο εταιρεία. Τούτο τεκμηριώνεται και από το ότι μόνο ο κανονισμός 127 προβλέπει συνοδεία της αίτησης από δήλωση των ονομάτων των συνεταίρων. Έχοντας αναφέρει τούτο σημειώνω ότι ο κανονισμός 126 προβλέπει πως η αίτηση μπορεί να υποβληθεί από αντιπρόσωπο, ως ονομαστικός αιτητής για και εκ μέρους εταιρείας, ή από αντιπρόσωπο που καταχωρεί ένορκη δήλωση και επεξηγεί την ιδιότητά του και ότι εξουσιοδοτήθηκε να υποβάλει την αίτηση. Ορώμενη πλέον η αίτηση από αυτή τη σκοπιά απαντάται πλήρως από τα αναφερόμενα στην υπόθεση Τόσκας v. BNP PARIBAS (CYPRUS) LIMITED
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1962∙ Λέχθηκε εκεί ότι∙ "Η έλλειψη εξουσιοδότησης / Κανονισμός 126
(2)- Λόγος έφεσης 3 Ο Εφεσείων ισχυρίζεται ότι η απουσία εξουσιοδότησης από την εταιρεία προς τον κ. Κρις Γεωργιάδη, ο οποίος υπογράφει την Αίτηση Πτώχευσης, ως Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου των Εφεσιβλήτων, πλήττει την εγκυρότητα της πρωτόδικης διαδικασίας και ότι εσφαλμένα και κατά παράβαση του Κανονισμού 126
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών το πρωτόδικο δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του Εφεσείοντος. Δεν ευσταθεί ούτε αυτός ο λόγος έφεσης. Ο Κανονισμός 126
(2)των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών προβλέπει* ότι η Αίτηση Πτώχευσης εκ μέρους εταιρείας μπορεί να καταχωρηθεί από οποιοδήποτε αξιωματούχο της εταιρείας, ο οποίος με ένορκη δήλωση δηλώνει ότι είναι τέτοιος αξιωματούχος και ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να καταχωρήσει την αίτηση. Ο Κανονισμός 126
(2)δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, αφού η αίτηση πτώχευσης δεν υποβλήθηκε από εξουσιοδοτημένο λειτουργό, αλλά από τους ίδιους τους Εφεσίβλητους. Στην ίδια την αίτηση αναφέρεται ρητά ότι «Εμείς οι BNP PARIBAS (CYPRUS) LTD από τη Λεμεσό, με την παρούσα εξαιτούμεθα από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος παραλαβής ....». Στο τέλος της Αίτησης Πτώχευσης υπάρχει επίσης η σφραγίδα των Εφεσιβλήτων. Περαιτέρω, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αναφέρεται στην παράγραφο 3 ότι η αίτηση υπογράφεται από ένα από τους διευθυντές των Εφεσιβλήτων. Το γεγονός ότι την Αίτηση την υπέγραψε ο κ. Κρις Γεωργιάδης, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας, δεν διαφοροποιεί τα πράγματα. Ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου κατατέθηκε επίσης Πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών με το οποίο επιβεβαιώνεται η ιδιότητα του συγκεκριμένου ατόμου στην εταιρεία. Στο σύγγραμμα Williams and Hunter on Bankruptcy, πιο πάνω, στις σελ. 44-45 αναφέρεται ότι μια αίτηση πτώχευσης μπορεί να παρουσιαστεί από την ίδια την εταιρεία και να υπογραφεί από ένα από τους αξιωματούχους της, παράλληλα με την τοποθέτηση της σφραγίδας της εταιρείας στην αίτηση. Κατά την άποψή μας, η κατάληξη του ευπαίδευτου Προέδρου πρωτοδίκως, ότι η Αίτηση ήταν έγκυρη αναφορικά με αυτή την πτυχή της υπόθεσης, είναι ορθή και δεν αφήνει περιθώρια επέμβασης. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία θα τοποθετούσε τον τύπο υπεράνω της ουσίας (βλ. Σαββίδης v. Χρηματοδοτήσεις «Πάνθηρας Λτδ»
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1411)" Ακριβώς τα ίδια ισχύουν και στη δοσμένη περίπτωση εφόσον η αίτηση υπεβλήθη από την εταιρεία. Τόσο στη δεύτερη σελίδα της αίτησης όσο και στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει, αναφέρεται το όνομα της εταιρείας και υπάρχει και σφραγίδα τούτης. Αιτητής λοιπόν είναι η ίδια η εταιρεία MERINIEL COMPΑNY LTD, δηλαδή ο πιστωτής. Αυτό συνάγεται και από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως της ομνύουσας που εν πάση περιπτώσει αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένη από τους αιτητές. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι η υποβολή της αίτησης από την ίδια την εταιρεία και η υποστήριξη της από μια εκ των διευθυντών της, δεν πάσχει. Αναφορικά με το λόγο ένστασης (ζ) παρατηρώ ότι το τεκμήριο 1 επιβεβαιώνει τη θέση του κου Μιχαηλίδη ότι η απόφαση που επισυνάπτεται στην ειδοποίηση πτώχευσης είναι φωτοαντίγραφο. Προκύπτει περαιτέρω ότι το εν λόγω αντίγραφο φέρεται να είναι υπογραμμένο από πρωτοκολλητή στο ειδικό διάστημα μεταξύ των φράσεων 'Πιστό Αντίγραφο-Πρωτοκολλητής'. Εντούτοις, δεν φέρει υπογραφή του δικαστή που την εξέδωσε, ούτε φέρει σφραγίδα πιστού αντιγράφου. Τι εστί επίσημο αντίγραφο (office copy) δεν επεξηγείται στους περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς. Εντούτοις ο ορισμός απαντάται στη Δ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, κανονισμοί οι οποίοι τυγχάνουν εφαρμογής στη πτωχευτική διαδικασία, όπως αναφέρεται στον κ.188 των τελευταίων κανονισμών (βλ. και Re Costas Louca
(1986)2 J.S.C 365, 373). Ως εκ τούτου επίσημο αντίγραφο (office copy) σημαίνει∙ "...... a sealed copy or translation of any document lodged, filed or kept in, or issued out of a court registry, certified to be a true copy or translation by the registrar of that registry;" Αναμφίβολο είναι πως ο κ.39 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών προβλέπει ότι για να εκδοθεί ειδοποίησης πτώχευσης επιβάλλεται προσκόμιση από τον πιστωτή στον πρωτοκολλητή επίσημου αντιγράφου (office copy) της απόφασης. Αυτή μάλιστα η υποχρέωση κρίνεται ουσιώδης λόγω του επιτακτικού ύφους του κανονισμού, ως προκύπτει από την χρησιμοποίηση της φράσης shall produce to the Registrar an office copy. Στη δοσμένη περίπτωση η δικαστική απόφαση που επισυνάπτεται στην ειδοποίηση δεν φέρει σφραγίδα πιστού αντιγράφου και συνεπώς δεν είναι επίσημο αντίγραφο. Διερευνώντας την εισήγηση του οφειλέτη εντόπισα την υπόθεση Αρέστη v. Ερμογένους
(2010)1Γ Α.Α.Δ.1844. Η υπόθεση μπορεί μεν να μην αφορά αίτηση πτώχευσης όμως τα γεγονότα τούτης ομοιάζουν με τα γεγονότα της παρούσης. Σε εκείνη την υπόθεση η διαδικασία ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου αφορούσε αίτηση δυνάμει της Δ.42 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών για πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας που ήταν βεβαρημένη με memo. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε την αίτηση λόγω του ότι, μεταξύ άλλων, στην αίτηση δεν επισυνάπτετο επίσημο αντίγραφο της απόφασης. Η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου επικυρώθηκε κατ' έφεση. Όπως τονίστηκε από το εφετείο οι πρόνοιες της Δ.42 κ.1 είναι επιτακτικές και αυτό λόγω της λέξης shall που αναφέρεται στον κανονισμό. Εφαρμοζόμενος ο λόγος (ratio) της υπόθεσης Αρέστη στις πρόνοιες του κ.39 αναγάγει τη σημασία της φράσης shall σε προϋπόθεση υψίστης σημασίας και αφήνει να νοηθεί ότι η μη συμμόρφωση με αυτήν ενδέχεται να οδηγήσει τη διαδικασία σε ακύρωση. Εντούτοις αυτή είναι η μια πλευρά του θέματος. Έχω την εντύπωση ότι η διερεύνηση μη συμμόρφωσης με την πρόνοια του κ.39, δηλαδή για προσκόμιση επίσημου αντιγράφου της απόφασης, δεν εξαντλείται εδώ. Ιδιαίτερης σημασίας είναι και ο κ.2 καθώς και το άρθρο 5
(2)του Κεφ. 5 και η σχετική τούτου νομολογία. Ο κ.2 αναφέρει ότι∙ "
- Non-compliance with any of these rules, or with any rule of practice for the time being in force, shall not render any proceeding void unless the court shall so direct, but such proceeding may be set aside, either wholly or in part, as irregular, or amended or otherwise dealt with in such manner and upon such terms as the court may think fit". Αξίζει να σημειωθεί ότι οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί, αντικείμενο της υπόθεσης Αρέστη, δεν έχουν ανάλογη πρόνοια με εκείνη του κ.
- Περαιτέρω στην υπόθεση Αρέστη το ανώτατο δικαστήριο σχολίασε τη δυνατότητα τροποποίησης της αίτησης μέσω της Δ.
- Ο λόγος δια τον οποίο απέρριψε τούτη την εισήγηση είναι γιατί εκεί ο εφεσείων-αιτητής δεν αιτήθηκε τροποποίηση της αίτησης, και αυτό παρ' ότι η καθ' ης η αίτηση ισχυρίστηκε ότι η αίτηση ήταν παράτυπη. Πέραν τούτου, το άρθρο 5
(2)του Κεφ. 5 προβλέπει ότι στην περίπτωση που ο πιστωτής είναι εξασφαλισμένος, οφείλει είτε να αποποιηθεί της εξασφάλισής του ρητά είτε να αποκαλύψει τούτην. Παρά τον επιτακτικό χαρακτήρα του άρθρου στην υπόθεση Παπαδόπουλος v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1716, 1728, λέχθηκε ότι∙ 'είναι δυνατή η τροποποίηση της αίτησης για να περιληφθεί η εξασφάλιση ακόμα και στο στάδιο της επαλήθευσης'. Συνολική θεώρηση όλων των πιο πάνω οδηγεί στο συμπέρασμα ότι στη πτωχευτική διαδικασία το δικαστήριο κέκτηται ευρείας εξουσίας να διατηρήσει στη ζωή διάβημα που δεν συνάδει με τις πρόνοιες των κανονισμών. Το εύρος της σχετικής εξουσίας του δικαστηρίου διαπιστώνεται από τα λεχθέντα στην υπόθεση Παπαδόπουλος, πιο πάνω. Εκεί, παρ' ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με αυστηρότατη πρόνοια του νόμου, το διάταγμα παραλαβής που εκδόθηκε πρωτόδικα διασώθηκε και διατάχθηκε τροποποίηση της αίτησης κατ' έφεση. Όπως αντιλαμβάνομαι τον κ.2 καμία απόκλιση από τους κανονισμούς καθιστά οιανδήποτε αίτηση εκ προοιμίου άκυρη και απορριπτέα, εκτός αν το δικαστήριο διατάξει έτσι. Έχω την αίσθηση ότι σε τέτοια περίπτωση το κριτήριο είναι κατά πόσο ο οφειλέτης επηρεάστηκε από τη μη συμμόρφωση (βλ. σχετικά Williams on Bankruptcy 18η έκδοση, σελίδες 551 έως 554 και Σιάτης v. Λοϊζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 226,
- Εν ολίγοις καμία απόκλιση από τους κανονισμούς οδηγεί αίτηση πτώχευσης σε απόρριψη εκτός εάν το δικαστήριο κρίνει ότι η απόκλιση προκαλεί αδικία λόγω του ότι επηρέασε τα δικαιώματα του οφειλέτη. Στη δοσμένη περίπτωση κρίνω ότι ο οφειλέτης δεν έτυχε οιουδήποτε επηρεασμού. Ο λόγος για αυτή την κατάληξη επίσης προκύπτει από το περιεχόμενο του τεκμηρίου
- Ο φάκελος της ειδοποίησης πτώχευσης δεν περιλαμβάνει μόνο την ειδοποίηση που εκδόθηκε από τον πρωτοκολλητή. Στο φάκελο βρίσκεται και η ένορκη δήλωση επίδοσης της ειδοποίησης στην οποία επισυνάπτεται η ειδοποίηση που επιδόθηκε. Η απόφαση που επισυνάπτεται στην ειδοποίηση που επιδόθηκε στον οφειλέτη αποκαλύπτει ότι φέρει σφραγίδα 'Πιστόν Αντίγραφο'. Ως εκ τούτου αυτή η απόφαση είναι 'office copy' ως ο κ.39 προβλέπει. Καταλήγω λοιπόν ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο πιστωτής προσκόμισε στον πρωτοκολλητή office copy της απόφασης και ότι η απόφαση που επιδόθηκε στον οφειλέτη ήταν επίσημο αντίγραφο και συνεπώς δεν προκλήθηκε σύγχυση ή παραπλάνηση. Ως εκ των πιο πάνω ο λόγος (ζ) της ένστασης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Αβάσιμος κρίνω είναι και ο λόγος (κ) της ένστασης. Ανάγνωση και μόνο του κ.48 αποκαλύπτει ότι η εκεί αναφερόμενη υποχρέωση για ενημέρωση του επαρχιακού κτηματολογικού γραφείου βαρύνει τον πρωτοκολλητή που παραλαμβάνει την ειδοποίηση πτώχευσης και όχι τον πιστωτή. Κατ' επέκταση τυχόν μη δέουσα ενέργεια του πρωτοκολλητή δεν μπορεί να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην αίτηση του πιστωτή. Και αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. Οι λόγοι ένστασης (θ) και (ια) προωθήθηκαν παράλληλα. Κρίνω σκόπιμο να παρεμβάλω εδώ ότι η ένσταση που υπεβλήθη από τον οφειλέτη είναι, κατά την ταπεινή μου γνώμη, παράτυπη. Για του λόγου το ασφαλές παραπέμπω στο έντυπο Bankruptcy Form No.8 που τιτλοφορείται 'Notice by Debtor of Intention to oppose Petition (r.59)'. Ο λόγος δια τον οποίο σχολιάζω τη σχετική παρατυπία είναι γιατί η προβλεπόμενη από τον κανονισμό ένσταση θέλει υπογραφή του οφειλέτη που ορκίζεται τούτην ενώ στη δοσμένη περίπτωση η ένσταση υπογράφεται από συνήγορο και οι λόγοι ένστασης συγχέονται αδιακρίτως με ισχυρισμούς πραγματικών γεγονότων που ουδείς ορκίζεται. Αυτό κρίνεται ανεπίτρεπτο εφόσον∙ αφενός απάδει των κανονισμών και αφετέρου δια της τεθλασμένης προωθούνται ισχυρισμοί γεγονότων που ουδέποτε όμως η άλλη πλευρά είχε την ευκαιρία να αντεξετάσει. Ως εκ τούτου οι λόγοι ένσταση (θ) και (ια), οι οποίοι άπτονται πραγματικού γεγονότος και όχι νομικού σημείου, δεν μπορούν να εξεταστούν εφόσον το δικαστήριο δεν έχει ενώπιόν του το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο. Εν πάση όμως περιπτώσει, οι λόγοι ένστασης (θ) και (ια) έτυχαν εξέτασης στην υπόθεση Πετράκη v. Κίμωνος
(2006)1Β Α.Α.Δ.1311 και απερρίφθησαν. Όπως εκεί αναφέρθηκε∙ "Όπως αναφέρθηκε όλες οι τυπικές αλλά απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος παραλαβής πληρούνταν στην προκείμενη περίπτωση. Ο εφεσίβλητος είχε διαπράξει πράξη πτωχεύσεως. Η πράξη πτωχεύσεως συνίστατο στο ότι δεν συμμορφώθηκε με ειδοποίηση πτωχεύσεως η οποία του είχε δεόντως επιδοθεί και η οποία βασιζόταν σε απλήρωτο εξ αποφάσεως χρέος του εφεσίβλητου προς τον εφεσείοντα. Το ότι ο εφεσίβλητος αμφισβητούσε το ύψος του εξ αποφάσεως χρέους, για το οποίο εκδόθηκε απόφαση ερήμην, εναντίον του, δεν είναι σχετικός παράγοντας. Ούτε και το ότι ο εφεσείων επέλεξε να μην χρησιμοποιήσει τη διαδικασία των μηνιαίων δόσεων για την ικανοποίηση της υπέρ του απόφασης, ούτε και το ότι αυτός δεν χρησιμοποίησε τη διαδικασία έκδοσης εντάλματος κινητών εναντίον του εφεσιβλήτου ή τη διαδικασία δέσμευσης των ακινήτων του, θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη εις βάρος του εφεσείοντα και να οδηγήσουν το πρωτόδικο δικαστήριο στα προαναφερόμενα συμπεράσματά του αφού οι διαδικασίες αυτές δεν προβλέπονται από τον περί Πτωχεύσεως Νόμο ως προϋπόθεση για καταχώριση αίτησης πτωχεύσεως". Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το γεγονός και μόνο ότι ο πιστωτής δεν έλαβε μέτρα εκτέλεσης εναντίον του οφειλέτη, παρά την προθυμία η συγκατάνευση του τελευταίου να εξοφλήσει το χρέος του τοιουτοτρόπως, δεν καθιστά την αίτηση καταχρηστική. Ως εκ τούτου οι λόγοι ένστασης (θ) και (ια) απορρίπτονται. Τελευταίος λόγος ένστασης είναι ο λόγος (ι). Είναι η θέση του οφειλέτη ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν βεβαιώνει τούτην, και αυτό παρά τις διατάξεις του άρθρου 6 του Κεφ.
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ημερομηνίας 13.07.
- Το πρόσωπο που ορκίζεται τούτην είναι κάποια Μαίρη Παπαδοπούλου και αναφέρει ότι∙ "Εγώ η πιο κάτω υπογεγραμμένη Μαίρη Παπαδοπούλου από τη Λευκωσία ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
- Είμαι Διευθύντρια της Ενάγουσας Εταιρείας γνώστης όλων των γεγονότων που αφορούν την υπό τον άνω τίτλο και αριθμό Αίτηση και δεόντως εξουσιοδοτημένη πάρα των Αιτητών όπως προβώ εις την παρούσα Ένορκο Δήλωση.
- Αι γενόμεναι δηλώσεις αι αναφερόμεναι εις την Αίτηση είναι εξ όσων κάλλιον γνωρίζω προσωπικά και πιστεύω αληθινές." Αν έχω παραθέσει αυτούσιο το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως δεν είναι άνευ αποχρώντος λόγου. Ο τύπος καθώς και το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που πρέπει να βεβαιώνει την αίτηση καθορίζεται από τον κ.50 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών. Είναι δυνάμει αυτού του κανονισμού που προέκυψε ο τύπος 7Α των πτωχευτικών εντύπων που τιτλοφορείται Affidavit of Truth of Statements in Petition. Σύμφωνα με τον τύπο 7Α η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση πρέπει να αναφέρει τα ακόλουθα∙ "Affidavit of Truth of Statements in Petition (r.50)-(Title) I, C.D., the petitioner named in the petition hereunto annexed, make oath and say: That the several statements in the said petition are within my own knowledge true. Sworn, etc. (Sign.) C.D. Note.-If the petitioner cannot from his own knowledge depose to the truth of all the statements in the petition, the affidavit should be made by some person who can do so. See also r.50
(3),
(4)and
(5)". Στο σύγγραμμα Williams on Bankruptcy, πιο πάνω, σελίδες 669 και 670, αναφέρεται ότι η βεβαίωση της αίτησης από ένορκη δήλωση δεν σκοπεί σε απόδειξη τούτης αλλά σε εξασφάλιση δικαιώματος καταχώρισής της. Καθ' όλα επεξηγηματική είναι η υπόθεση In re a Debtor (No.7 of 1910)
(1910)2 K.B. 59, 62 όπου λέχθηκε ότι∙ "There has been an affidavit filed as to which I shall have to say a few words in a moment, but it is an affidavit which in effect is an affidavit for the purpose of getting leave to file a petition in bankruptcy. It is not so called, but that it is so in substance is quite plain. The affidavit which is used at the time when the petition is filed is an affidavit which cannot be used upon the hearing of the bankruptcy petition. So, that being the time at which this application is made, I think it is rather convenient to call attention to the form which is sworn to, which form I am told by the judgment of the registrar is the form habitually used, in the present claim. The form is Form 12 in the Appendix to the Rules and is as follows. It is headed "Affidavit of Truth of Statements in Petition". Then comes the title of the bankruptcy. Then it proceeds: "I the petitioner named in the petition hereunto annexed make oath and say: - 1. That the several statements in the said petition are within my own knowledge true." Then there is this note: "If the petitioner cannot depose that the truth of all the several statements in the petition is within his own knowledge he must set forth the statements the truth of which he can depose to, and file a further affidavit by some person or persons who can depose to the truth of the remaining statements." The registrar, having referred to this Form 12 and read the words "The several statements in the said petition are within my own knowledge true," says "That statutory form must often put a tax upon the consciences of creditors but is usually adopted, and the provisions of rules 150-152 providing for the evidence of other persons at this stage are not often utilized." Όλα τα πιο πάνω καθιστούν σαφές ότι ο τύπος 7Α που προκύπτει από τον οικείο κανονισμό 50, αντιστοιχεί στον τύπο 12 των αγγλικών κανονισμών και ότι όσα αναφέρονται στα δυο έντυπα παραθέτουν, κατά τρόπο εξαντλητικό, ό,τι υποχρεούται να αναφέρει ο ομνύων τούτην την ένορκη δήλωση. Κατ' επέκταση ο ομνύων δεν υποχρεούται να αναφέρει οτιδήποτε περαιτέρω. Ούτως ή άλλως τούτη η ένορκη δήλωση δεν συνιστά οτιδήποτε άλλο από 'affidavit for the purpose of getting leave to file a petition in bankruptcy' και δεν χρησιμεύει για απόδειξη της αίτησης. Στην υπο κρίση περίπτωση όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της Μαίρης Παπαδοπούλου συνιστούν πιστή μετάφραση του τύπου 7Α και τίποτα λιγότερο. Ως εκ τούτου καταλήγω ότι ούτε αυτός ο λόγος ένστασης ευσταθεί. Έχοντας απορρίψει το σύνολο των λόγων ένστασης και εφόσον έχω διαπιστώσει ότι όλες οι απαραίτητες προϋποθέσεις πληρούται, δεν βρίσκω λόγο γιατί να μην εκδώσω το αιτούμενο διάταγμα. Κατ' επέκταση εκδίδω διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του οφειλέτη. Ο επίσημος παραλήπτης καθίσταται παραλήπτης της περιουσίας του. Ο οφειλέτης διατάσσεται να παρουσιαστεί στο γραφείο του επίσημου παραλήπτη στη Λευκωσία εντός 7 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του πιστωτή και εναντίον του οφειλέτη. (Υπ)...................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ε.χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο