← Κύπρος

Εν Πτωχεύσει: Κωνσταντίνος Χ¨Ιωάννου, Αρ. Ειδ. Πτώχευσης: 36/12, 6/12/2012

Εν Πτωχεύσει: Κωνσταντίνος Χ¨Ιωάννου, Αρ. Ειδ. Πτώχευσης: 36/12, 6/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A341 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Ειδ. Πτώχευσης: 36/12 Εν Πτωχεύσει: Κωνσταντίνος Χ¨Ιωάννου Ημερομηνία: 6.12.2012 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Κ. Χ¨Ιωάννου Για τους Καθ΄ ων η αίτηση: κα Μ. Ναθαναήλ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, που θα αναφέρεται μετά ως οι «πιστωτές», κατεχώρησε παράκληση για έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης εναντίον του οφειλέτη Κωνσταντίνου Χ¨Ιωάννου. Στην παράκληση επισυνάπτεται η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 8645/05, για το ποσό των €180.000 πλέον τόκο 5% ετησίως από 3.12.2009 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα ύψους €2.996,88 με 8% τόκο ετησίως από 17.11.2005 μέχρι 14.10.2008 και 5.5.% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι εξόφλησης. Ο οφειλέτης καταχώρησε ένορκη δήλωση η οποία επενεργεί ως ένσταση για απόρριψη της πιο πάνω ειδοποίησης, η οποία αποτελεί και το υπό κρίση θέμα. Παρενθετικά κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι μετά την καταχώρηση της ενόρκου δηλώσεως ο οφειλέτης καταχώρησε αίτηση για παραμερισμό και ή διαγραφή της ειδοποίησης η οποία εκδικάσθηκε και απορρίφθηκε. Σχετική είναι η απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 12.9.2012. Η ένορκη δήλωση που ετοιμάστηκε από τον οφειλέτη είναι τετρασέλιδη, πυκνογραμμένη και περιλαμβάνει πολλά γεγονότα άσχετα με τη διαδικασία. Θα προσπαθήσω να συνοψίσω το περιεχόμενο της. Ο οφειλέτης ανταπαιτεί από τους πιστωτές το ποσό των €750.000 για επέμβαση στην ιδιωτική του ζωή. Ισχυρίζεται ότι οι δηλώσεις των πιστωτών για ανύπαρκτα γεγονότα οδήγησαν στη διατάραξη των σχέσεων του με τη γυναίκα του και την ομαλή λειτουργία της οικογενειακής του ζωής. Περάν της ψυχολογικής ενόχλησης, υπέστη πραγματική οικονομική ζημιά διότι η σύζυγος του, «.που έχει τεράστια κινητή και ακίνητη περιουσία αρνείτο και συνεχίζει να αρνείται να εγγυηθεί νέα χρέη του όπως έκανε στο παρελθόν με αποτέλεσμα να μη μπορεί να εξασφαλίσει δάνειο από καμιά πηγή». Είναι η θέση του ότι οι οφειλέτες εξασφάλισαν απαγορευτικό διάταγμα για πώληση κτήματος. Στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση αναφερόταν αναληθώς ότι βρισκόταν σε διάσταση με τη σύζυγο του και ότι αυτή επρόκειτο να πωλήσει τα περιουσιακά της στοιχεία. Ο οφειλέτης κατάγγειλε τη δικηγόρο των πιστωτών στο Πειθαρχικό Συμβούλιο των Δικηγόρων, ενώ πρόθεση του είναι να στραφεί τόσο με πολιτικές αγωγές όσο και ποινικά εναντίον των πιστωτών, στο εγγύς μέλλον. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η παρούσα διαδικασία είναι κακόπιστη και εκδικητική. Προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης του επικαλείται το γεγονός ότι οι πιστωτές έχουν κινηθεί μόνο εναντίον του ενώ γνωρίζουν ότι ο πρωτοφειλέτης «.έχει κινητή περιουσία μερικών εκατομμυρίων, μέρος των οποίων ήταν ενεχυριασμένα κοντά τους και ελευθερώθηκαν με τις πιο πάνω δικαστικές αποφάσεις δεν έκαναν καμία ενέργεια, έστω να δεσμεύσουν τα πιο πάνω μηχανήματα που ξέρουν ότι είναι ελεύθερα οποιουδήποτε εμπράγματου βάρους». Την πιο πάνω στάση των πιστωτών την αποδίδει στο γεγονός ότι η σύζυγος του και ο ίδιος απέστειλαν στον Πρόεδρο και Διευθύνων Σύμβουλο των πιστωτών κάποιες επιστολές. Ο οφειλέτης παραπονείται επίσης ότι λόγω της κακοδιαχείρισης της τράπεζας, των «ηγεμονικών» αμοιβών των διοικούντων αυτήν, η οικογένεια του, που είναι ιδιοκτήτρια μετοχών της τράπεζας έχασε πέραν του ενός εκατομμυρίου από την πτώση της αξίας της μετοχής. Δίδει λεπτομέρειες σε σχέση με τα έξοδα των διοικούντων, κάνει δε αναφορά ακόμη και στα ονόματα των υπερπολυτελών ξενοδοχείων όπου διέμεναν. Αυτές ήταν περιληπτικά οι θέσεις που προβάλει ο οφειλέτης στην ένσταση του. Ο κ. Χ¨Ιωάννου αγορεύοντας εκ μέρους του οφειλέτη εισηγήθηκε ότι αν οι πιστωτές επιθυμούσαν να αμφισβητήσουν τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση θα έπρεπε να είχαν καταχωρήσει ένσταση υπό τη μορφή ενόρκου δηλώσεως, πράγμα το οποίο δεν έκαναν στην παρούσα υπόθεση. Αφ΄ ης στιγμής τα όσα αναγράφονται στην ένορκη δήλωση δεν έχουν αμφισβητηθεί, τότε θα πρέπει να θεωρούνται ως παραδεκτά. Σε απάντηση των πιο πάνω η κα Ναθαναήλ είπε ότι οι ισχυρισμοί που αναγράφονται στην ένορκη δήλωση του οφειλέτη δεν έχρηζαν απάντησης. Οποιαδήποτε δε ανταπαίτηση είχε θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί στα πλαίσια της αγωγής. Αυτός, ήτοι ο οφειλέτης, όχι μόνο δεν καταχώρησε ανταπαίτηση αλλά δέχθηκε όπως εκδοθεί εκ συμφώνου απόφαση. Το άρθρο 3

(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 προνοεί ότι ο χρεώστης οφείλει εντός επτά ημερών από της επίδοσης της ειδοποιήσεως είτε να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος, είτε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση ή ανταξίωση που να ισούται ή να υπερβαίνει το αιτούμενο ποσό και την οποία ανταπαίτηση ή ανταξίωση και ή συμψηφισμό δεν μπορούσε να εγείρει στην αγωγή στην οποία λήφθηκε η απόφαση. Η ανταπαίτηση πρέπει να συνδέεται με την αρχική απαίτηση του πιστωτή και να αναφέρεται σε αυτόν, ήτοι τον οφειλέτη, με την ίδια ιδιότητα που έλαβε την απόφαση. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England[1]: «525. Requisites of counterclaim. The counterclaim relied on must be mutual and due in the same right, and may be one which the debtor could, if he had chosen, have taken steps to render available to him in the action. Where a set-off is relied on, it must be one which is effective at the time of the application, and not merely one which will become effective after bankruptcy; and the mere fact that the debt will be discharged by a set-off in the event of bankruptcy does not invalidate the notice». Πρέπει στη συνέχεια να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η ανταπαίτηση και η ανταξίωση είναι γνήσια και καλόπιστη και αποκαλύπτει θέμα προς εκδίκαση. Στην Αγγλική απόφαση In Re a Debtor (No 75 of 1982) Ex parte the Debtor v National Westminster Bank PLC, στην οποία μας παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος των πιστωτών διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «First the affidavit or affidavits must show that he has a cross demand against the creditor which is genuine. To satisfy that requirement, the cross demand must be put forward in good faith and must have a reasonable probability of success or as it has also been expressed, must give rise to a triable issue. In the latter respect there is no hard and fast rule as to the degree of proof required. It depends in each case on the particular facts and circumstances of that case». Και σε ελεύθερη μετάφραση στα Ελληνικά: «Πρώτα η ένορκη δήλωση ή οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να αποδεικνύουν ότι έχει ανταξίωση εναντίον του πιστωτή η οποία είναι γνήσια. Για να ικανοποιηθεί η προϋπόθεση αυτή η ανταξίωση πρέπει να προβάλλεται καλόπιστα και να υπάρχει λογική πιθανότητα επιτυχίας ή ως όπως διατυπώνεται πάντα πρέπει να εγείρει θέμα προς εκδίκαση. Στην τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει αυστηρός κανόνας σε σχέση με το βαθμό απόδειξης. Η κάθε περίπτωση κρίνεται με βάση τα δικά της γεγονότα και περιστάσεις». Στην υπό κρίση περίπτωση όσα αναφέρει ο οφειλέτης περί κακοπιστίας των πιστωτών και πρόθεσης αυτών να τον εκδικηθούν δεν μπορούν να εξετασθούν στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας. Τα θέματα που δύναται να εξετάσει το Δικαστήριο περιορίζονται στα θέματα που αναγράφονται στην παράγραφο 3
(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου ΚΕΦ.5, στην οποία γίνεται αναφορά και πιο πάνω. Το ίδιο ισχύει και με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα ότι η οικογένεια του έχει χάσει πέραν του ενός εκατομμυρίου, πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν εμπίπτουν στις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου. Το θέμα που καλείται το Δικαστήριο στην ουσία να αποφασίσει είναι το θέμα της ανταπαίτησης που έχει ο οφειλέτης εναντίον των αιτητών. Ως αναφέρω και πιο πάνω, ανταπαιτεί από τους πιστωτές το ποσό των €750.000 καθότι λόγω των πράξεων τους η σύζυγος του η οποία είναι οικονομικά εύρωστη αρνείται να τον εγγυηθεί. Εν πρώτοις θα ήθελα να παρατηρήσω ότι η αξίωση του για το συγκεκριμένο ποσό, €750.000 δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε στοιχεία. Πώς υπολόγισε ότι η ζημιά του ήταν €750.000 και όχι €75.000, ή €7.500 ή €750; Πέραν τούτου αδυνατώ να αντιληφθώ, εφόσον καμία σχετική μαρτυρία έχει προσκομισθεί, πως το πιο πάνω γεγονός συνδέεται με την αγωγή στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε η απόφαση, που ας σημειωθεί εκδόθηκε εκ συμφώνου. Τέλος, θα συμφωνήσω με την ευπαίδευτο συνήγορο των πιστωτών ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο αιτητής, έστω και αναντίλεκτοι δεν εγείρουν θέμα προς εκδίκαση. Το γεγονός ότι η σύζυγος του αποφάσισε να μην τον εγγυάται πλέον, πρόκειται για προσωπική της απόφαση και δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για αξίωση του οφειλέτη εναντίον των πιστωτών. Ο οφειλέτης δεν έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η αξίωση του έχει λογική πιθανότητα επιτυχίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι οι θέσεις που προβάλλει ο οφειλέτης στην Ένορκη Δήλωση του δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί και απορρίπτονται. Ο χρόνος καταχώρησης της αίτησης για έκδοση διατάγματος παραλαβής θα υπολογίζεται από σήμερα. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] 3η έκδοση, τόμος 2, παρ. 525. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.