Ελληνικής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Μαρίας Χατζηκυπριανού, Αρ. Αγωγής: 105/12, 19/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A358 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 105/12 Μεταξύ: Ελληνικής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ Αιτητών-Πιστωτών -και- Μαρίας Χατζηκυπριανού Καθ΄ ης η αίτηση-Χρεώστρια Ημερομηνία:19.12.2012 Αίτηση ημερομηνίας: 13.9.2012 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κα Ε. Τσαρούχη για Πολάκης Σαρρής & Σία Για Καθ΄ου η αίτηση: κα Ε. Θεοφάνους για κ. Χ¨Ιωάννου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι αιτητές ζητούν την τροποποίηση της αίτησης πτώχευσης δια της διαγραφής της παραγράφου 5 και της αντικατάστασης της με την πιο κάτω νέα παράγραφο: «Οι Αιτητές-Πιστωτές κατεχώρησαν στις 07/09/2007 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας εγγραφή Δικαστικής Απόφασης (ΜΕΜΟ) με αριθμό ΕΒ 1831/07 στην αγωγή με αριθμό 1207/2002 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η εγγραφή αφορά ολόκληρο το μερίδιο (1/1) του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 3/927, Τμήμα 3, Φύλλο 21, Σχέδιο 540204, Τεμάχιο 703, διαμέρισμα στον 8ο όροφο επί της οδού Μιχαλακοπούλου στους Αγίους Ομολογητές στο Δήμο Λευκωσίας επ΄ ονόματι της Μαρίας Χατζηκυπριανού, Α.Δ.Τ. 622886. Σύμφωνα με την εκτίμηση την οποία κατέχουν οι Αιτητές, η αγοραία αξία του εν λόγω ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των €161,000 και η καταναγκαστική αξία αυτού στο ποσό των €128,800. Το ανωτέρω ακίνητο έχει επίσης τις ακόλουθες υποθήκες, οι οποίες προηγούνται του ΜΕΜΟ ΕΒ1831/07: (α) Υποθήκη Υ376/07 σε ολόκληρο το ακίνητο (1/1) ημερομηνίας 11/01/2007 προς όφελος της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Στροβόλου για το ποσό των €93.973,08 πλέον τόκοι και (β) Υποθήκη Υ5996/07 σε ολόκληρο το ακίνητο (1/1) ημερομηνίας 27/04/2007 προς όφελος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λευκωσίας Λίμιτεδ και της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Παλιομετόχου για το ποσό των €25.629,02 πλέον τόκοι. Το ΜΕΜΟ των Αιτητών-Πιστωτών ΕΒ 1831/07 ακολουθούν ακόμη τέσσερα
(4)ΜΕΜΟ εγγεγραμμένα επ΄ ονόματι άλλων οργανισμών. Κατά συνέπεια δεν δίδεται οποιαδήποτε αξία στο ΜΕΜΟ ΕΒ 1831/07». Στην υφιστάμενη παράγραφο 5, την αντικατάσταση της οποίας ζητούν οι αιτητές, διαβάζουμε τα πιο κάτω: «
- Ούτε εμείς ούτε εξ όσων γνωρίζουμε, άλλο πρόσωπο δια λογαριασμό μας έχει οιανδήποτε ασφάλεια επί της περιουσίας της ειρημένης χρεώστριας ή επί οιουδήποτε μέρους αυτού δια την πληρωμή των ρηθέντων ποσών». Η αίτηση τροποποίησης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Κώστα Καλλή. Ο ομνύοντας αναφέρει ότι εκ παραδρομής και λόγω καλόπιστου λάθους αναγράφηκε το περιεχόμενο της παραγράφου
- Μόλις περιήλθε στην αντίληψη τους το λάθος αυτό κατεχώρησαν την υπό κρίση αίτηση. Η καθ΄ης η αίτηση οφειλέτης κατεχώρησε ένσταση στην αίτηση. Είναι η θέση της ότι δεν παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο από το Νόμο και τους περί Πτωχεύσεως Θεσμούς να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το Δικαστήριο ουδέποτε έδωσε άδεια για καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης. Τέλος ισχυρίζεται ότι δεν προβλέπεται σε οποιοδήποτε νόμο ή κανονισμό η καταχώρηση νέας ενόρκου δηλώσεως σε αίτηση πτώχευσης. Ο Κανονισμός 188 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών προνοεί πως όταν δεν γίνεται καμία πρόνοια στους Κανονισμούς αναφορικά με ζήτημα που προκύπτει από διαδικασία πτώχευσης, οι διαδικαστικοί κανονισμοί που καλύπτουν αστικές διαδικασίες, εφόσον αυτές δεν είναι αντίθετες προς τους περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς, θα εφαρμόζονται σε τέτοιο ζήτημα. Στους Πτωχευτικούς Κανονισμούς δεν γίνεται οποιαδήποτε πρόνοια για τροποποίηση, η τροποποίηση δεν είναι αντίθετη προς τους Κανονισμούς και ως εκ τούτου εφαρμόζεται η Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που δίδει στο Δικαστήριο τη διακριτική εξουσία σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει στους διαδίκους την τροποποίηση του δικογράφου τους. Η τροποποίηση επιτρέπεται όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Στην υπό κρίση περίπτωση οι αιτητές ζητούν την τροποποίηση της αίτησης για να συμπεριληφθούν οι ασφάλειες. Το άρθρο 5
(2)του περί Πτωχεύσεως Νόμου προβλέπει ότι: «Αν οι αιτητής πιστωτής είναι ασφαλισμένος πιστωτής, οφείλει στην αίτηση του είτε να δηλώσει ότι προτίθεται να παραιτηθεί από την ασφάλεια του προς όφελος των πιστωτών σε περίπτωση που ο χρεώστης κηρυχθεί σε πτώχευση, ή να δώσει εκτίμηση της ασφάλειας του. Στην τελευταία περίπτωση μπορεί να γίνει δεκτός ως αιτητής πιστωτής στην έκταση του υπολοίπου προς αυτόν οφειλομένου χρέους που προκύπτει από την αφαίρεση της εκτιμημένης αξίας, κατά τον ίδιο τρόπο ωσάν να ήταν μη ασφαλισμένος πιστωτής». Το πιο πάνω άρθρο, άρθρο 5
(2)του Κεφ. 5 αποτελεί πιστή αντιγραφή του άρθρου 4
(2)του Bankruptcy Act 1914 και ως εκ τούτου μπορούμε να αντλήσουμε καθοδήγηση, σε σχέση με το υπό κρίση θέμα, από την Αγγλική νομολογία. Στην απόφαση In re Small Westminster Bank v Trustee[1] κρίθηκε ότι όπου οι αιτητές λόγω αβλεψίας παρέλειψαν τόσο στην αίτηση όσο και στην επαλήθευση να εκτιμήσουν μια εξασφάλιση σημαντικής αξίας, αλλά πολύ μικρότερη από το ύψος του χρέους, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να δώσει άδεια για τροποποίηση της αίτησης και της επαλήθευσης με το να εκτιμήσει την εξασφάλιση. Διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «Where a petition is presented under section 130 of the Bankruptcy Act, 1914, and the petitioners have, by inadvertence, omitted both, in the petition and in the proof, to value a security of considerable substance, but greatly below the value of the debt, the Court has jurisdiction to give leave to amend the petition and the proof by valuing the security». Σχετικό είναι και το απόσπασμα από την Re a Debtor (No 39 of 1974) 2[2] στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «In our judgment, no injustice is done by allowing amendment irrespective of the value in an ease such as the present, where in petition and in proof the creditor has wholly ignored his security, and he then seeks an amendment that surrenders it. Further, when Jessel M.R. said in Moor v Anglo Italian Bank [1989] 10 Ch 681 that an adjudication is bad and may be set aside in due time, if made without seeing that there is a proper unsecured debt, he did not mean to exclude the possibility of amendment, or indeed of maintaining the adjudication even without amendment, where no injustice has been done: see Re a Debtor [1922] 2 KB 109. The insistence of the judge below on the value of the security was accordingly in our view mistaken». Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθησαν στην Κυπριακή απόφαση 1. Παπαδόπουλος v Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ[3]. Στην απόφαση αυτή το Εφετείο είπε μεταξύ άλλων ότι είναι δυνατή η τροποποίηση της αίτησης για να περιληφθεί η εξασφάλιση, ανεξάρτητα από την αξία ή το ύψος αυτής ακόμη και στο στάδιο της επαλήθευσης. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στην υπό κρίση περίπτωση κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως επιτραπεί η αιτουμένη τροποποίηση. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της αίτησης. Τροποποιημένη αίτηση να κατατεθεί επτά μέρες μετά την σύνταξη του διατάγματος. Σε σχέση με τα έξοδα λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της αίτησης σε συνδυασμό με το αποτέλεσμα της ακροαματικής διαδικασίας κρίνω ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επιβαρυνθεί με τα έξοδα της. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1]
(1934)1 Ch 541. [2]
(1977)3 All ER 489, 495. [3]
(2004)1 Γ Α.Α.Δ. 1716. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο