Stanley International Betting Ltd κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 6057/2012, 31/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A368 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6057/2012 Μεταξύ:
- Stanley International Betting Ltd
- Stanley Malta Ltd Εναγομένων και
- Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας κ.ά. Εναγομένων ------------------ Αίτηση ημερ. 10 Σεπτεμβρίου 2012 31 Δεκεμβρίου,
- Για Αιτητές-ενάγοντες: κ. Κ. Ιωαννίδης μαζί με κ. Κ. Φιλίππου Για Καθ΄ ων η Αίτηση-εναγόμενους: κα Θ. Μαυρομουστάκη για Γ.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ανήκει στον όμιλο Stanley Group, ο οποίος δραστηριοποιείται σε αριθμό Ευρωπαϊκών χωρών, μέσω τοπικά εγκατεστημένων αδειούχων θυγατρικών εταιρειών. Σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, όπου είναι αδύνατο να εξασφαλιστεί τοπική άδεια, προσφέρει στοιχήματα σε διασυνοριακή βάση. Στα Κράτη-Μέλη όπου λειτουργεί σε διασυνοριακή βάση, η ενάγουσα 1 διεξάγει επιχειρήσεις στοιχημάτων μέσω της ενάγουσας 2, η οποία είναι θυγατρική της εταιρεία, εγγεγραμμένη στη Μάλτα και κατέχει άδεια ηλεκτρονικού στοιχήματος, η οποία εκδόθηκε από την αρμόδια αρχή της εν λόγω χώρας. Η ενάγουσα 2 συνήθως δραστηριοποιείται μέσω δικτύου από τοπικά εγκατεστημένους διαμεσολαβητές, οι οποίοι λειτουργούν σε υποστατικά ανοικτά στο κοινό και φέρουν τα σήματα της υπό αναφορά ενάγουσας
- Υπό αυτή τη μορφή και στη βάση του διασυνοριακού μοντέλου, λειτουργεί η ενάγουσα 2 και στην Κυπριακή Δημοκρατία από το έτος
- Ο περί Συλλογικών Στοιχημάτων (Ρύθμιση και Φόρος) Νόμος, Ν.75(Ι)/1997, κάλυπτε τις εργασίες αποδοχής συλλογικών στοιχημάτων και τις προϋποθέσεις έκδοσης άδειας αποδέκτη τέτοιων στοιχημάτων. Στις 11.7.2012 τέθηκε σε ισχύ ο περί Στοιχημάτων Νόμος, Ν.106(Ι)/2012, από της ημερομηνίας έναρξης ισχύς του οποίου καταργήθηκε ο Νόμος 95(Ι)/
- Είναι ισχυρισμών των Αιτητών-εναγόντων ότι ενώ για τρία περίπου χρόνια, από το 2007 μέχρι τον Οκτώβριο του 2010, ασκούσαν ανενόχλητα τις εργασίες τους στην Κύπρο, ξαφνικά οι Κυπριακές αρχές, επικαλούμενες παράλειψη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του Ν.75(Ι)/1997, διαφοροποίησαν την προηγούμενη αντιμετώπισή τους, προβαίνοντας σε αστυνομικές επιχειρήσεις, ποινικές διώξεις και κατασχέσεις περιουσίας εις βάρος των διαμεσολαβητών της ενάγουσας
- Ακολούθως, με τη θέσπιση του νέου Νόμου 106(Ι)/2012, η Κυπριακή αστυνομία ξεκίνησε νέα εκστρατεία διώξεων εναντίον των ανωτέρω διαμεσολαβητών, στα πλαίσια των οποίων κατασχέθηκε και εξοπλισμός, τόσο των διαμεσολαβητών όσο και της ενάγουσας
- Ως αποτέλεσμα των αστυνομικών αυτών επιχειρήσεων, αρκετοί διαμεσολαβητές κατηγορήθηκαν γραπτώς. Με βασικό υπόβαθρο τη θέση ότι οι ενέργειες της αστυνομίας είναι παράνομες και παραβιάζουν Συνταγματικά και άλλα δικαιώματα των εναγόντων, οι τελευταίοι προσέφυγαν στο Δικαστήριο καταχωρώντας την παρούσα αγωγή, υπό τύπο κλητηρίου γενικώς οπισθογραφημένου. Αξιώνουν σειρά δηλωτικών αποφάσεων και διαταγμάτων, απαγορευτικών και προστακτικών, καθώς επίσης και γενικές και/ή ειδικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις πέραν των δύο εκατομμυρίων ευρώ, επικαλούμενοι, μεταξύ άλλων, παραβιάσεις Συνταγματικών τους δικαιωμάτων, παρενόχληση, κατάχρηση εξουσίας και το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περιλαμβανομένου του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών και/ή του δικαιώματος εγκατάστασης. Ταυτόχρονα, καταχώρησαν την υπό κρίση Αίτηση αποζητώντας θεραπείες και διατάγματα ουσιαστικά ταυτόσημα με αυτά της αγωγής. Συγκεκριμένα: A. Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου, η παροχή υπηρεσιών στοιχημάτων στην Δημοκρατία από νομικό πρόσωπο που κατέχει άδεια για διεξαγωγή ηλεκτρονικού στοιχήματος που εκδόθηκε από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αντίκειται στα άρθρα 74, 76 και 77 του περί Στοιχημάτων Νόμου του 2012 («ο Νόμος») και δεν είναι άλλως πως παράνομη μόνο επειδή τέτοιες υπηρεσίες παρέχονται μέσω διαμεσολαβητών και/ή αντιπροσώπων και/ή υποστατικών και/ή καταστημάτων, μέχρι την έκδοση σχετικής άδειας από την Εθνική Αρχή Στοιχημάτων, νοουμένου ότι το εν λόγω νομικό πρόσωπο υποβάλει αίτηση για εξασφάλιση άδειας σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω Νόμου εντός ενός
(1)μηνός από της γνωστοποίησης της ημερομηνίας που η Εθνική Αρχή Στοιχημάτων αποδέχεται αιτήσεις. B. Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου η Ενάγουσα 2, Stanleybet Malta Limited, νομίμως δικαιούται να συνεχίσει την παροχή υπηρεσιών στοιχημάτων στην Δημοκρατία μέσω διαμεσολαβητών και/ή αντιπροσώπων και/ή υποστατικών και/ή καταστημάτων εντός της Δημοκρατίας, νοουμένου ότι συνεχίζει να κατέχει άδεια για διεξαγωγή ηλεκτρονικού στοιχήματος που εκδόθηκε από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μέχρι την έκδοση σχετικής άδειας από την Εθνική Αρχή Στοιχημάτων, νοουμένου ότι Ενάγουσα 2 υποβάλει αίτηση για εξασφάλιση άδειας σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Στοιχημάτων Νόμου του 2012, εντός ενός
(1)μηνός από της γνωστοποίησης της ημερομηνίας που η Εθνική Αρχή Στοιχημάτων αποδέχεται αιτήσεις. Διαζευκτικά με το Α και Β ανωτέρω, Α1, Β1 και Β2, ήτοι A
- Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου η παροχή υπηρεσιών στοιχημάτων στην Δημοκρατία μέσω διαμεσολαβητών και/ή αντιπροσώπων και/ή υποστατικών και/ή καταστημάτων από νομικό πρόσωπο που κατέχει άδεια για διεξαγωγή ηλεκτρονικού στοιχήματος που εκδόθηκε από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αντίκειται στα άρθρα 74, 76 και 77 του περί Στοιχημάτων Νόμου του 2012 και δεν είναι άλλως πως παράνομη δυνάμει άμεσα εφαρμοζόμενου δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περιλαμβανομένου των δικαιωμάτων παροχής υπηρεσιών και/ή του δικαιώματος εγκατάστασης και της θεμελιωμένης νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Β
- Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου η Ενάγουσα 2, Stanleybet Malta Limited, νομίμως δικαιούται να συνεχίσει την παροχή υπηρεσιών στοιχημάτων στην Δημοκρατία μέσω διαμεσολαβητών και/ή αντιπροσώπων και/ή υποστατικών και/ή καταστημάτων εντός της Δημοκρατίας, νοουμένου ότι η Ενάγουσα 2 συνεχίζει να κατέχει άδεια για διεξαγωγή ηλεκτρονικού στοιχήματος που εκδόθηκε από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δυνάμει άμεσα εφαρμοζόμενου δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περιλαμβανομένου του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών και/ή του δικαιώματος εγκατάστασης και της θεμελιωμένης νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Β
- Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου να καθιστά ανεφάρμοστες τις απαγορεύσεις των άρθρων 74, 76 και 77 του περί Στοιχημάτων Νόμου του 2012 σε σχέση με την Ενάγουσα 2 για τον λόγο ότι αυτές αντίκεινται σε άμεσα εφαρμοζόμενο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περιλαμβανομένου του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών και/ή του δικαιώματος εγκατάστασης και της θεμελιωμένης νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γ. Απαγορευτικό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου να απαγορεύει στους Εναγόμενους προσωπικά και δια των αντιπροσώπων, αξιωματούχων, υπαλλήλων και υπηρετών τους από του να προβαίνουν σε οποιαδήποτε ενέργεια η οποία δύναται να οδηγήσει σε ποινική δίωξη, περιλαμβανομένων έρευνας και κατάσχεσης περιουσίας, εναντίον των Εναγόντων και/ή οποιουδήποτε διαμεσολαβητή και/ή αντιπροσώπου και/ή υποστατικού και/ή καταστήματος των Εναγόντων εντός της Δημοκρατίας σε σχέση με οποιαδήποτε απαγόρευση των άρθρων 74, 76 και 77 του περί Στοιχημάτων Νόμου του
- Διαζευκτικά με το Γ ανωτέρω, Γ1, ήτοι Γ
- Προστακτικό (Mandatory) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου να διατάσσει τους Εναγόμενους προσωπικά και δια των αντιπροσώπων, αξιωματούχων, υπαλλήλων και υπηρετών τους κατά τον οποιοδήποτε χρόνο που αυτοί δύναται να αιτηθούν για οποιουδήποτε είδος εντάλματος ή άλλης μονομερούς (ex parte) διαδικασίας εναντίον των Εναγόντων και/ή οποιουδήποτε διαμεσολαβητή και/ή αντιπροσώπου και/ή υποστατικού και/ή καταστήματος των Εναγόντων εντός της Δημοκρατίας, να αποκαλύψουν στο εξετάζον Δικαστήριο επαρκή πληροφόρηση για τα ακόλουθα: (α) Την ύπαρξη της παρούσας αγωγής, (β) Την ύπαρξη των κατ' αίτηση διαταγμάτων, (γ) Το γεγονός ότι οι Ενάγοντες κατέχουν έγκυρη άδεια ηλεκτρονικού στοιχήματος (Class II Remote Gaming License) που εκδόθηκε από την Μαλτέζικη Αρχή Λαχείων και Στοιχημάτων (Maltese Lotteries and Gaming Authority) σύμφωνα με τον Κανονισμό 7 των περί Ηλεκτρονικού Στοιχήματος Κανονισμών (Remote Gaming Regulations L.N. 176 of 2004) με αριθμό άδειας LGA/CL2/104/2000, και (δ) Ότι το υποστατικό και/ή πρόσωπο κατά του οποίου θα στρέφεται το ένταλμα ή οποιοδήποτε άλλο μέτρο αποτελεί υποστατικό και/ή διαμεσολαβητή και/ή αντιπρόσωπο των Εναγόντων ανάλογα με την κάθε περίπτωση. Δ. Οποιαδήποτε άλλη ή περαιτέρω θεραπεία που το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει ως ορθή και δίκαια. Η Αίτηση εδράζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, άρθρα 4 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, άρθρα 3, 32, 41 και 57, στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θθ. 1-9, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και την θεμελιωμένη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περιλαμβανομένου, αλλά χωρίς περιορισμό της Case C-432 Unibet (London) Ltd and Unibet (International) Ltd v. Justitiekanslern European Court reports 2007 Page I-
- Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση Αίτηση παρατίθενται από τον Κωνσταντίνο Μαρανγκάκη, υπάλληλο της Stanleybet Belgium Ltd, εταιρείας εγγεγραμμένης στο Βέλγιο, η οποία ανήκει στον όμιλο εταιρειών Stanley Group. Το ουσιαστικό μέρος των θέσεών του περιστρέφεται γύρω από νομικές τοποθετήσεις. Συνεπώς είναι αχρείαστη εκτεταμένη παράθεσή τους. Καταγράφεται, συνοπτικά, ότι ο ενόρκως δηλών, θέτει ως βασικό του ισχυρισμό ότι η ενάγουσα 1 διεξάγει επιχειρήσεις στοιχημάτων μέσω της ενάγουσας 2, η οποία κατέχει άδεια ηλεκτρονικού στοιχήματος που εκδόθηκε από τις αρμόδιες αρχές της Μάλτας. Προσθέτει πως ο ορισμός της εν λόγω άδειας ηλεκτρονικού στοιχήματος εμπίπτει εντός του ορισμού του «ηλεκτρονικού στοιχήματος» που προνοείται από τον Νόμο 106(Ι)/2012 και ότι οι εργασίες στοιχημάτων που ασκεί η ενάγουσα 2 στην Κύπρο είναι αποκλειστικά εργασίες στοιχημάτων προκαθορισμένης απόδοσης. Με αυτά ως υπόβαθρο, καταλήγει πως οι εργασίες των εναγόντων είναι καθόλα νόμιμες και εντός των πλαισίων του προαναφερθέντος νόμου. Επικαλούμενος δε συνέχιση των αστυνομικών επιχειρήσεων, αρνητικό επηρεασμό του δικτύου διαμεσολαβητών της ενάγουσας 2 και καταστροφικές συνέπειες στις δραστηριότητες και στη φήμη των εναγόντων στην Κύπρο, επιχειρεί να στοιχειοθετήσει ανεπανόρθωτες ζημιές και συνδρομή τέτοιων ειδικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Οι λόγοι ένστασης περιστρέφονται γύρω από τη θέση ότι δεν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και προβάλλονται ισχυρισμοί απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και έλλειψης του στοιχείου του κατεπείγοντος. Ο ενόρκως δηλών για τους Καθ΄ ων η Αίτηση, υπαστυνόμος Νίκος Χρυσοστόμου, είναι ο υπεύθυνος του Γραφείου Καταπολέμησης Αδικημάτων Κλοπής Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Παράνομων Στοιχημάτων της Αστυνομίας Κύπρου. Μεγάλο μέρος των όσων επικαλείται, επίσης καλύπτουν τη νομική διάσταση των εξεταζόμενων ζητημάτων, σε συνάρτηση με τις πρόνοιες των προαναφερθέντων Νόμων 75(Ι)/1997 και 106(Ι)/
- Ως αποτέλεσμα, προβάλλει ως βασική του θέση ότι οι οποιεσδήποτε άδειες κατέχουν οι Αιτητές σε καμία περίπτωση αφορούν στη λειτουργία πρακτορείων στοιχημάτων και στην αποδοχή στοιχημάτων από ανώνυμους πελάτες τοις μετρητοίς μέσω διαμεσολαβητών. Θέτει, συνεπώς, ότι οι Αιτητές δραστηριοποιούνται παράνομα στην Κύπρο μέσω πρακτορείων και πως μόνη διέξοδο έχουν τη χρήση της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 91
(3)του Νόμου 106(Ι)/2012. Ισχυρίζεται, τέλος, ότι η αστυνομία ουδέποτε επενέβη και παρεμπόδισε δραστηριότητα αποδέκτη ηλεκτρονικού στοιχήματος κατόχου αδείας που εκδόθηκε από Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο οποίος δραστηριοποιείται σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της άδειάς του. Στην προκείμενη όμως περίπτωση, καταλήγει, οι ενάγοντες δεν προσφέρουν ηλεκτρονικό στοίχημα αλλά στοίχημα σε πρακτορεία που διεξάγεται με τον παραδοσιακό τρόπο και που διέπεται από την εθνική μας νομοθεσία με την οποία δεν έχουν συμμορφωθεί. Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Αιτητές, ανέλυσε τον τρόπο λειτουργίας των εργασιών της ενάγουσας 2, μέσω του δικτύου των τοπικά εγκατεστημένων διαμεσολαβητών, τη σχετική νομοθεσία και τις αρχές που διέπουν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, προκειμένου να εισηγηθεί ότι το άρθρο 91
(3)του Νόμου 106(Ι)/2012 νομιμοποιεί τους ενάγοντες να παρέχουν υπηρεσίες στοιχήματος στην Κυπριακή Δημοκρατία κατά τη μεταβατική περίοδο που ορίζει ο νόμος μέσω του δικτύου διαμεσολαβητών που διατηρούν στην Κύπρο. Εισηγήθηκε, διαζευκτικά, ότι τέτοιο δικαίωμα έχουν οι ενάγοντες, δυνάμει του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αναλύοντας, περαιτέρω, τη φύση των αξιούμενων θεραπειών και επικαλούμενος εξόφθαλμες παρανομίες εκ μέρους των αστυνομικών οργάνων και δυσκολία να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εισηγήθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις παροχής των αιτούμενων διαταγμάτων. Η ευπαίδευτη συνήγορος για τους Καθ΄ ων η Αίτηση δέχθηκε τη θέση των Αιτητών ότι κατέχουν άδεια ηλεκτρονικού στοιχήματος από τη Μάλτα και αναγνώρισε την ισχύ της εν λόγω άδειας εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Έθεσε όμως ότι η άδεια αυτή αφορά τη διεξαγωγή ηλεκτρονικού στοιχήματος χωρίς τη φυσική παρουσία παίχτη (by means of distance communication). Προεκτείνοντας ανέφερε ότι οι αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας ουδέποτε έχουν ενοχλήσει τη νόμιμη διεξαγωγή εργασιών ηλεκτρονικού στοιχήματος. Αυτό που έχουν καταγγείλει είναι τη λειτουργία πρακτορείου και τη διεξαγωγή στοιχημάτων εντός των εν λόγω οικημάτων, κάτι για το οποίο οι Αιτητές δεν είναι αδειοδοτημένοι να πράττουν. Με αυτά ως υπόβαθρο, ήταν η βασική θέση της κας Μαυρομουστάκη πως οι Αιτητές διεξάγουν εργασίες παραδοσιακού πρακτορείου με την παρουσία παικτών και την πληρωμή σε μετρητά, πράγμα που η επικαλούμενη άδεια διεξαγωγής ηλεκτρονικού στοιχήματος που κατέχουν δεν καλύπτει και για το οποίο απαιτείται άδεια διαφορετικής κατηγορίας. Με δεδομένα τα πιο πάνω, ήταν η καταληκτική της θέση ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, αφού οι Αιτητές λειτουργούν χωρίς άδεια και, παρά ταύτα, επιχειρούν να λάβουν διάταγμα το οποίο να τους επιτρέπει να παρανομούν. Επικαλέστηκε η πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση παραβίαση του καθήκοντος για πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιαστικών γεγονότων, καθώς επίσης και της μη συνδρομής του στοιχείου του κατεπείγοντος. Οι προσεγγίσεις αυτές δεν έχουν περιθώρια επιτυχίας, με δεδομένη την πορεία που ακολούθησε η υπό κρίση Αίτηση. Η παράλειψη παρουσίασης των ουσιαστικών γεγονότων και η συνδρομή του στοιχείου του κατεπείγοντος είναι καταλυτικής σημασίας στις περιπτώσεις όπου η Αίτηση εξετάζεται μονομερώς. Είναι ακριβώς η απουσία της αντίδικης πλευράς που ενεργοποιεί στον ύψιστο βαθμό την υποχρέωση παρουσίασης όλων των σημαντικών δεδομένων στο Δικαστήριο, αυτών που θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Κατ΄ αναλογία, το κατεπείγον έχει ως λόγο την αδυναμία πληροφόρησης της άλλης πλευράς και εμφάνισής της στο Δικαστήριο ως αποτέλεσμα του επείγοντος χαρακτήρα και της ίδιας της φύσης της Αίτησης. Στην παρούσα περίπτωση, η διαδικασία λαμβάνει χώρα στην παρουσία και των δύο πλευρών και, συνεπώς, τα επικαλούμενα στοιχεία δεν θα μπορούσαν να έχουν οποιαδήποτε σημαντική επιρροή στην τύχη της διαδικασίας. Σημείο τριβής αποτέλεσαν επίσης τα όσα καλύπτει η νομοθεσία της Μάλτας γύρω από τα υπό εξέταση ζητήματα των συλλογικών στοιχημάτων, οι σχετικές αναφορές των ενόρκως δηλούντων και η νομική διάσταση των νομοθετημάτων της χώρας αυτής. Ο ξένος νόμος εκλαμβάνεται από τα Δικαστήριά μας ως απλό πραγματικό γεγονός και, συνεπώς, επιβάλλεται η δικογράφησή του στις έγγραφες προτάσεις. Αποδεικνύεται δε, όπως κάθε άλλο πραγματικό γεγονός της υπόθεσης. Λόγω της φύσης του, με την παροχή μαρτυρίας και γνώμης νομομαθών. Ο εμπειρογνώμονας αλλοδαπού δικαίου θα πρέπει να εκφράσει τη γνώμη του, η οποία βασίζεται επί των γνώσεων ή πρακτικών εμπειριών του σε αυτό το δίκαιο και στα πλαίσια αυτά είναι ελεύθερος να αναφερθεί σε νόμους, κώδικες, αποφάσεις δικαστηρίων και αυθεντίες. Το βάρος απόδειξης εμπίπτει στους ώμους του διάδικου, ο οποίος βασίζει την απαίτηση ή την υπεράσπισή του σε αλλοδαπό νόμο. Το Δικαστήριο δεν είναι επιτρεπτό να προβεί στις δικές του έρευνες ως προς το αλλοδαπό δίκαιο, έχει όμως κάθε δικαίωμα - και υποχρέωση - να μελετήσει, ως μέρος της μαρτυρίας, τα όσα συγγράμματα και παραπομπές θέτει ένας εμπειρογνώμονας (Royal Bank of Scotland P.L.C. v. Geodrill Co. Ltd. κ.ά.
(1993)1 AAΔ 753, Cheshire Private International Law, 1957, 5th Edition, p.132, Dicey & Morris, The Conflict of Laws, 10th Edition, p.1211). Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω, και στην απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας εμπειρογνώμονα σχετικής με το ζήτημα των προαναφερθέντων νομοθετημάτων της Μάλτας, τα όσα οι δύο πλευρές επικαλέστηκαν, καμία επίδραση μπορούν να έχουν, αφού δεν αποδείχθηκαν, ως πραγματικό γεγονός, ενώπιον του Δικαστηρίου. Το άρθρο 32 προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Συνεπώς η έκδοση οποιουδήποτε προσωρινού διατάγματος θα πρέπει να διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου αυτού. Το δε Δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος, επιβάλλεται να ικανοποιηθεί για τη συνύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32, χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση (Αντωνία Παναγίδου κ.ά. v. Μαρία Παναγίδου κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 396, 402-3). Τα κριτήρια του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, των οποίων η σωρευτική ικανοποίηση θα πρέπει να καλυφθεί προτού εξεταστεί και το ισοζύγιο της ευχέρειας, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων, έχουν διατυπωθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με προεξέχουσα την κλασσική επί του θέματος Α. Οδυσσέως v. Α. Pieris Estates Ltd κ.ά.
(1982)1 ΑΑΔ
- Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση ικανοποιείται με την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης. Ο δε εντοπισμός πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή, περιστρέφεται γύρω από την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Στο στάδιο της έκδοσης διατάγματος είναι αρκετό να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης, αλλά λιγότερο από το ισοζύγιο πιθανοτήτων, προκειμένου να ικανοποιηθεί το κριτήριο της πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή. Το τρίτο κριτήριο του άρθρου 32 είναι η κατάδειξη δυσκολίας ή αδυναμίας να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Το βασικό φάσμα των νομικών βάσεων επί των οποίων εδράζεται η όλη υπόθεση των εναγόντων-Αιτητών, περιστρέφεται γύρω από την, αδιαμφισβήτητη, κατοχή εκ μέρους τους άδειας ηλεκτρονικού στοιχήματος η οποία εκδόθηκε από Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη Μάλτα και τις σχετικές διατάξεις του Νόμου 106(Ι)/
- Ο πιο πάνω Νόμος προβλέπει, με το άρθρο 91, μεταβατικές διατάξεις. Σημαντική, για σκοπούς της υπόθεσης, είναι η παράγρ.
(3): «Νομικά πρόσωπα τα οποία, κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου, κατέχουν άδεια για διεξαγωγή ηλεκτρονικού στοιχήματος που εκδόθηκε από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δύνανται να συνεχίσουν την παροχή υπηρεσιών στοιχήματος μόνο καθόσον αφορά στοίχημα που επιτρέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και θεωρείται ότι λειτουργούν στα πλαίσια του νόμου αυτού μέχρι την έκδοση σχετικής άδειας από την Αρχή, νοουμένου ότι έχουν υποβάλει αίτηση για εξασφάλιση άδειας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου εντός ενός
(1)μηνός από της γνωστοποίησης της ημερομηνίας που η Αρχή αποδέχεται αιτήσεις». Στο άρθρο 2 του Νόμου δίδεται η ερμηνεία του όρου «ηλεκτρονικό στοίχημα». Σημαίνει: «Στοίχημα το οποίο διεξάγεται μέσω τηλεπικοινωνιών». Το άρθρο 12 του ιδίου Νόμου προβλέπει σχετικά με την άδεια παροχής υπηρεσιών στοιχήματος. Κατ΄ ακολουθία των προνοιών του, οι υπηρεσίες στοιχήματος παρέχονται μόνο από πρόσωπα που κατέχουν άδεια αποδέκτη Κλάσης Α ή Κλάσης Β. Η άδεια εξουσιοδοτεί, ανάλογα με την Κλάση της, την παροχή των υπηρεσιών στοιχήματος, όπως αυτές καθορίζονται στο εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου: «
(2)Η Αρχή εκδίδει δυνάμει του εδαφίου
(1)άδεια - (α) αποδέκτη Κλάσης Α με την οποία εξουσιοδοτεί την παροχή υπηρεσιών για διεξαγωγή στοιχήματος εντός αδειούχου υποστατικού εξαιρουμένων υπηρεσιών στοιχήματος άδειας Κλάσης Β και ιπποδρομιακού στοιχήματος∙ (β) αποδέκτη Κλάσης Β με την οποία εξουσιοδοτεί την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικού στοιχήματος, εξαιρουμένων των παιγνιομηχανημάτων περιορισμένου οφέλους, των τυχερών παιχνιδιών καζίνο παρεχόμενων με απευθείας σύνδεση και του ιπποδρομιακού ηλεκτρονικού στοιχήματος∙ (γ) εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου αποδέκτη Κλάσης Α με την οποία εξουσιοδοτεί την παροχή υπηρεσιών για διεξαγωγή στοιχήματος για λογαριασμό αποδέκτη Κλάσης Α εντός αδειούχου υποστατικού εξαιρουμένων υπηρεσιών στοιχήματος άδειας Κλάσης Β και ιπποδρομιακού στοιχήματος.» Ξεκάθαρα προκύπτει από τις ίδιες τις διατάξεις του Νόμου 106(Ι)/2012 ο διαχωρισμός των αδειών στοιχημάτων σε Κλάσεις Α και Β για λειτουργία αδειούχων υποστατικών και παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικού στοιχήματος αντίστοιχα. Η κατοχή δε άδειας ηλεκτρονικού στοιχήματος εκ μέρους των Αιτητών - η οποία, όπως παρέμεινε αναντίλεκτο, ούτε αμφισβητείται, ούτε και παρεμποδίζεται όσον αφορά την έκταση και τις δραστηριότητες που καλύπτει - δεν τους νομιμοποιεί, χωρίς άλλο και στη λειτουργία πρακτορείων. Για τη λειτουργία τέτοιων υποστατικών απαραίτητη είναι η αδειοδότηση, με βάση το προαναφερθέν άρθρο 12
(2)(α), με άδεια αποδέκτη Κλάσης Α. Τέτοια άδεια οι ενάγοντες δεν κατέχουν. Ό,τι ουσιαστικά αξιώνουν οι ενάγοντες είναι η επέκταση των όρων της άδειάς τους και όχι η αναγνώρισή της, που, χωρίς αμφισβήτηση, όπως λέχθηκε κατ΄ επανάληψη, γίνεται αποδεκτή. Επικαλέστηκε η πλευρά των Αιτητών παραβίαση αρχών του Ευρωπαϊκού δικαίου. Είναι αρκετό να λεχθεί, επιγραμματικά, πως τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης, μεταξύ των οποίων η κατοχή της συγκεκριμένης άδειας και η αναγνώρισή της και σεβασμός της στα όρια της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν αφήνουν περιθώρια επίκλησης οποιασδήποτε παραβίασης εκ μέρους των εναγομένων. Με αυτά ως δεδομένα, δεν παρέχεται νομικό έρεισμα στη βάση που θέτουν οι ενάγοντες, οι οποίοι, ουσιαστικά, αξιώνουν επέκταση των τομέων που αφορά η άδειά τους σε πεδία που δεν καλύπτει. Υποχρέωσή τους είναι η συμμόρφωση με την εθνική νομοθεσία και τις προϋποθέσεις που ο Νόμος 106(Ι)/2012 θέτει, προκειμένου να εξασφαλίσουν την απαιτούμενη αδειοδότηση Κλάσης Α και να τους είναι έτσι επιτρεπτό να λειτουργούν με την παροχή υπηρεσιών διεξαγωγής στοιχήματος εντός αδειούχων υποστατικών. Οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 91 θεσπίστηκαν προκειμένου να δώσουν νομοθετική κάλυψη σε όσους νόμιμα πρόσφεραν υπηρεσίες αποδοχής στοιχήματος. Ως εκ τούτου οι Αιτητές, στα πλαίσια που νόμιμα ενεργούν με βάση την άδεια που κατέχουν, έχουν κάθε δικαίωμα να αξιοποιήσουν την υπό αναφορά πρόνοια. Επιμένοντας όμως να δραστηριοποιούνται παράνομα μέσω πρακτορείων, δεν μπορούν βάσιμα να επικαλούνται τις επιφυλάξεις των μεταβατικών αυτών διατάξεων. Με βάση τα πιο πάνω, δεν συντρέχουν οι δύο πρώτες παράμετροι έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, η ύπαρξη δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και η πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή. Oύτε και η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται, δεδομένου ότι ακόμη και τυχόν ασυνήθης δυσκολία στον υπολογισμό των ζημιών δεν θα δικαιολογούσε κατ΄ ανάγκη την έκδοση διατάγματος. Περαιτέρω, στην προκείμενη περίπτωση η Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία ενάγεται μέσω του Γενικού Εισαγγελέα, θα μπορούσε να αποζημιώσει τους Αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας στην αγωγή. Καταληκτικά, η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος των Καθ΄ ων η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ........... Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο