Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χριστάκη Βουνιώτη κ.α., Αρ. Αγωγής: 1741/97, 17/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A355 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1741/97 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και
- Χριστάκη Βουνιώτη
- Γιώργου Βουνιώτη
- Φοίβης Βουνιώτη Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 12.9.11 ΥΠΟ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ-ΑΙΤΗΤΩΝ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ Ημερομηνία: 17.12.12 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κα Ρ.Χαραλάμπους για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ. Για την Εναγομένη-Καθ' ης η αίτηση 3: κ.Χρ.Χατζηευτυχίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Μέσα από το φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει ότι στις 12.6.97 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 2 και 3 στην απουσία τους, μετά που τους επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα και δεν εμφανίστηκαν, για ποσό ΛΚ3.386,60 με τόκο 9% ετησίως επί ποσού ΛΚ2.879,17 από 9.12.96 μέχρι εξόφλησης, πλέον έξοδα. Στις 12.9.11 καταχωρήθηκε η υπό εξέταση αίτηση με την οποία οι αιτητές αιτούνται άδειας εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 12.6.
- Η αίτηση στηρίζεται στην Δ.40 θ.8 και Δ.48 θθ.2, 8
(1)και (κκ)
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Δήμητρας Ττοφή η οποία είναι υπάλληλος των δικηγόρων των εναγόντων και εξουσιοδοτημένη από αυτούς να προβεί στην ένορκη δήλωση, στην οποία αναφέρει ότι η αγωγή είχε καταχωρηθεί με το προηγούμενο όνομα των εναγόντων Τράπεζα Κύπρου Λτδ, από τις 12.7.04 οι ενάγοντες έχουν μετονομαστεί σε Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, σχετική ειδοποίηση προς το Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας έχει κατατεθεί στις 27.10.10 και σχετικό αντίγραφο επισυνάπτει ως Τεκμήριο, αναφέρει ότι μετά την έκδοση απόφασης υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 2 και 3 οι ενάγοντες στις 5.12.97 καταχώρησαν ένταλμα κινητών εναντίον των εναγομένων 2 και 3 το οποίο επεστράφη ανεκτέλεστο και στις 3.12.98 εξασφάλισαν διάταγμα αποπληρωμής του χρέους δια μηνιαίων δόσεων εναντίον του εναγομένου
- Είναι η θέση της ότι οι εναγόμενοι κατά καιρούς ζητούσαν παράταση χρόνου για διευθέτηση της αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους τους, οι ενάγοντες συγκατατίθεντο στα αιτήματα με αποτέλεσμα σήμερα, μετά την πληρωμή διαφόρων ποσών, να παραμένει οφειλόμενο το ποσό των €13.
- Είναι επίσης η θέση της ότι στις 27.10.10 η ενάγοντες καταχώρησαν και πάλι αίτηση για άδεια εκτέλεσης της απόφασης, το Δικαστήριο είχε διατάξει την επίδοση της αίτησης, παρ'όλες τις προσπάθειες τους δεν κατέστη δυνατό να επιδοθεί η εν λόγω αίτηση στις δοθείσες διευθύνσεις των εναγομένων 2 και 3 με αποτέλεσμα να αποσυρθεί η εν λόγω αίτηση και καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση μόλις εντοπίστηκαν οι νέες διευθύνσεις των εναγομένων. Επισυνάπτει ως Τεκμήρια στην ένορκη δήλωση της το πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος των εναγόντων ημερομηνίας 12.7.04, το ειδικό ψήφισμα ημερομηνίας 19.5.04 στο οποίο αποφασίστηκε η αλλαγή ονόματος των εναγόντων όπως και πιστοποιημένο αντίγραφο της απόφασης του Δικαστηρίου στην αγωγή ημερ. 12.6.
- Το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της αίτησης στους καθ'ων η αίτηση 2 και 3 η οποία και επιδόθηκε στον εναγόμενο 2 στις 13.2.12 και στην εναγομένη 3 στις 14.2.
- Ο εναγόμενος 2 δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και στις 7.3.12 το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα του οποίου δίδεται στους ενάγοντες άδεια να εκτελέσουν την απόφαση σε ό,τι αφορά τον εναγόμενο 2 για περίοδο 2 ετών από την εν λόγω ημερομηνία, δηλαδή 7.3.12 ενώ η εναγομένη-καθ΄ης η αίτηση 3 εμφανίστηκε μέσω συνηγόρου και καταχώρησε γραπτή ένσταση στις 6.4.
- Η ένσταση της καθ' ης η αίτηση 3 βασίζεται στην Δ.39 θ.2, Δ.40 θ.8, Δ.48 θ.8
(1)(κκ) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στη γενική πρακτική και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης είναι ότι η αίτηση είναι παράτυπη και δεν έχει συνταχθεί σύμφωνα με τους θεσμούς, οι αιτητές επέδειξαν αδικαιολόγητη ολιγωρία στη λήψη μέτρων εκτέλεσης για 14 και πλέον χρόνια με αποτέλεσμα να επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα της καθ'ης η αίτηση 3, η αίτηση είναι καταπιεστική και καταχρηστική, οι αιτητές προβαίνουν σε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς χωρίς να στηρίζουν την αίτηση τους σε βάσιμες θέσεις για να έχουν πιθανότητες επιτυχίας και αναφέρει επίσης ότι οι αιτητές παρέλειψαν μέχρι σήμερα να λάβουν οποιαδήποτε μέτρα για έκδοση απόφασης εναντίον του εναγομένου 1 και μέχρι σήμερα δεν έχουν προωθήσει την υπόθεση τους σε ότι τον αφορά. Την αίτηση συνοδεύει η ένορκος δήλωση της κας Φοίβης Βουνιώτη και σ΄αυτήν υιοθετεί όλους τους λόγους ένστασης, με κάποια λεπτομέρεια τους επεκτείνει, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε περιήλθε σε γνώση της η έκδοση απόφασης ημερομηνίας 12.6.97, αρνείται ότι καταχωρήθηκε ένταλμα κινητών εναντίον της και αγνοεί ότι έχει εκδοθεί διάταγμα μηνιαίων δόσεων εναντίον του εναγομένου
- Ισχυρίζεται ότι οι αιτητές παραλείπουν να παρουσιάσουν κατάσταση λογαριασμού σχετικά με το υπόλοιπο που αναφέρουν το οποίο εν πάση περιπτώσει αγνοεί και φαίνεται να έχει υπερδιπλασιαστεί, αναφέρει ότι η διεύθυνση της παραμένει η ίδια τα τελευταία 17 χρόνια οπότε αρνείται την θέση τους ότι προσπάθησαν να της επιδώσουν ανεπιτυχώς προγενέστερη αίτηση για άδεια εκτέλεσης της απόφασης, αναφέρει ότι από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης μέχρι σήμερα έχουν περάσει 14 και πλέον χρόνια, το εξ αποφάσεως χρέος φαίνεται να έχει αυξηθεί από το αρχικό των €5786,35 σε €13932 με αποτέλεσμα η ίδια να βρίσκεται σήμερα σε ιδιαίτερα δυσμενή θέση και αναφέρει επίσης ότι η υπόθεση των εναγόντων εναντίον του εναγομένου 1 δεν προωθήθηκε καθόλου. Είναι η θέση της ενόψει των ανωτέρω ότι θα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση καθότι δεν δικαιολογείται η ανανέωση της απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης. Η αίτηση αναβλήθηκε αρκετές φορές για οδηγίες ενόψει προσπαθειών που γίνονταν για διευθέτηση της, τα μέρη δεν κατέληξαν σε συμβιβασμό και έτσι οδηγήθηκε τελικά σε ακρόαση. Κατά την ακρόαση της Αίτησης, κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των διαδίκων με αναφορά στη νομολογία προώθησαν ο καθένας τη θέση του. Η αίτηση όπως έχει αναφερθεί στηρίζεται στη Δ.40 θ8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με την εν λόγω διαταγή: "
- Where six years have elapsed since the judgment or date of the order, or where any change has taken place by death or otherwise in the parties entitled or liable to execution, the party alleging himself to be entitled to execution may apply to the Court or a Judge for leave to issue execution accordingly. And such Court or Judge may, if satisfied that the party so applying is entitled to issue execution, make an order to that effect, or may order that any issue or question necessary to determine the rights of the parties hall be tried in any of the ways in which any question in an action may be tried. And in either case the Court or Judge may impose such terms as to cost or otherwise as hall be just." Αναφέρω ότι με πολύ πρόσφατη τροποποίηση ο νομοθέτης έχει επεκτείνει τώρα το χρόνο ισχύος μιας Δικαστικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης από τα 6 χρόνια που ήταν στα
- Έχω παραθέσει πιο πάνω αυτούσιο το λεκτικό της Δ.40 θ.
- Από αυτό προκύπτουν σαφέστατα κατά τη γνώμη μου τα ακόλουθα: μετά την πάροδο 10, όπως είναι σήμερα, ετών από την έκδοση μιας απόφασης ή διατάγματος ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι έχει δικαίωμα να την ή το εκτελέσει μπορεί, στο κείμενο χρησιμοποιείται η λέξη "may", να αποταθεί στο Δικαστήριο για άδεια για εκτέλεση της/του. Το Δικαστήριο μπορεί, "may" αν ικανοποιηθεί ότι το μέρος που αιτείται έχει δικαίωμα να εκτελέσει την απόφαση να εκδώσει τέτοιο διάταγμα ή μπορεί, "may" να διατάξει όπως οποιοδήποτε θέμα που τυχόν προκύπτει σε σχέση με τον καθορισμό των δικαιωμάτων των διαδίκων μπορεί να εκδικαστεί. Σε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω περιπτώσεις το Δικαστήριο αποφασίζει και τα έξοδα ανάλογα. Προκύπτει δηλαδή σαφέστατα ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να κάμει ένα από δύο πράγματα. Είτε αμέσως να δώσει άδεια για εκτέλεση εάν ικανοποιηθεί ότι το αιτών μέρος το δικαιούται, είτε να διατάξει την εκδίκαση θεμάτων που είναι απαραίτητα για να καθορίσουν τα δικαιώματα των διαδίκων, σε περίπτωση βέβαια που θεωρεί ότι αυτά τα δικαιώματα δεν είναι καθορισμένα. Με βάση τη Δ.48 θ.8
(1)(κκ), αίτηση με βάση τη Δ.40 θ.8 μπορεί να γίνει μονομερώς αλλά σε περίπτωση που καταχωρηθεί μονομερώς το Δικαστήριο μπορεί να δώσει οδηγίες για να επιδοθεί στο πρόσωπο ή τα πρόσωπα που μπορεί να επηρεάζονται από αυτή. Στην Αγγλία για αιτήσεις παρόμοιας φύσης ως η παρούσα, δηλαδή για άδεια για εκτέλεση απόφασης μετά τα 6 χρόνια, στο Σύγγραμμα The Annual Practice 1958 στη σελίδα 1020 υπάρχει ένας κατάλογος των στοιχείων που θα πρέπει να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου προτού προχωρήσει να δώσει τέτοια άδεια. Συγκεκριμένα διαβάζουμε τα ακόλουθα: "..application for leave to issue execution on a judgment more than six years old should be made to a Mater in chambers ex parte, on an affidavit of facts by the party applying, or his solicitor, stating
(1)the date of the judgment, amount of original judgment debt, and amount still remaining due;
(2)showing that the applicant is entitled to execution, i.e. that there has been no change of parties, or devolution of interest, or, if any such, the precise nature of it, and
(3)showing causes of delay. The Master will, however, generally direct a summons to issue." Αναφέρω βέβαια ότι τα πράγματα στην Αγγλία σήμερα έχουν αλλάξει κατά πολύ, τα όσα αναφέρονται πιο πάνω έχουν σχέση με την παλαιά Δ.42 θ. 23 των Αγγλικών Θεσμών η οποία είναι πανομοιότυπη με τη δική μας Δ.42 θ
- Σημειώνω το γεγονός ότι με βάση την παλαιά αγγλική διαταγή αίτηση για άδεια εκτέλεση απόφασης μετά τα 6 χρόνια πρέπει να γίνεται, στο κείμενο χρησιμοποιείται η φράση "should be made", μονομερώς. Η πρώτη θέση της καθ'ης η αίτηση 3 ότι δεν είναι ενήμερη για την έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 12.6.97 βεβαίως δεν μπορεί στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας αίτησης να ληφθεί υπόψη, αναφέρω μόνο ότι μέσα από τον φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αγωγή έχει επιδοθεί προσωπικά στην εναγομένη 3 έναντι της υπογραφής της στις 28.2.
- Επομένως, τα όσα αναφέρει σε σχέση με το θέμα της άγνοιας της περί της έκδοσης απόφασης εναντίον της δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Η θέση της καθ' ης η αίτηση 3 ότι δεν έχει καμία πληροφόρηση περί της αλλαγής ονόματος των εναγόντων και πάλι φαίνεται να μην ευσταθεί για τους πιο κάτω λόγους. Κατά πρώτο η αλλαγή ονόματος έχει επέλθει, όπως φαίνεται από τα έγγραφα που έχουν καταχωρηθεί στο Πρωτοκολλητείο, κατόπιν ειδικού ψηφίσματος που λήφθηκε στις 19.5.04, η αλλαγή ονόματος έχει καταχωρηθεί δεόντως στα μητρώα του Εφόρου Εταιρειών και εκδόθηκε σχετικό πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος στις 12.7.
- Επειδή πρόκειται καθαρά για αλλαγή ονόματος και όχι για συγχώνευση ή διαδοχή των εναγόντων από άλλη εταιρεία, η καταχώρηση των πιστοποιητικών αλλαγής ονόματος στο φάκελο του Δικαστηρίου είναι αρκετή για να μπορούν οι ενάγοντες να προωθήσουν διαδικαστικά τα αιτήματα τους. H θέση μου αυτή βρίσκει στήριξη στο σύγγραμμα Βullen and Leake Precedents and Pleadings, 12η έκδοση όπου στη σελ.170 αναφέρονται τα εξής: "An order to carry on proceedings in not necessary where the change affecting a party after action brought arises ...by reason of a mere change of name" . Είναι η θέση του κ.Χατζηευτυχίου ότι στην παρούσα υπόθεση ισχύει η Δ.12 θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπου αναφέρονται τα εξής: «A written notice of the change of name should be field at the Action Department, Central Office or, in District Registry actions, in the District Registry, and a copy served on the other parties to the proceedings, and the new name of the company inserted in all future proceedings instead of the old name», και ότι οι ενάγοντες δεν έχουν συμμορφωθεί με αυτή την διαδικασία επί αυτής της θέσης σημειώνω τα ακόλουθα. Οι ενάγοντες έχουν κοινοποιήσει την αλλαγή ονόματος στην εναγομένη-καθ' ης η αίτηση 3 αφού έχουν επισυνάψει στην υπό κρίση αίτηση η οποία και της έχει επιδοθεί όλα τα έγγραφα που πιστοποιούν την αλλαγή ονόματος. Επίσης η υπό κρίση αίτηση έχει καταχωρηθεί με το νέο όνομα των εναγόντων. Η εισήγηση ότι τα έγγραφα που έχουν επιδοθεί στη καθ' ης η αίτηση 3 και τα οποία πιστοποιούν την αλλαγή ονόματος των εναγόντων δεν είναι ευανάγνωστα και συνεπώς οι ενάγοντες δεν έχουν κοινοποιήσει με την ορθή διαδικασία, κατά την άποψη του κ.Χατζηευτυχίου δεν με βρίσκει σύμφωνη, αναφέρω επίσης ότι η αλλαγή ονόματος έχει κοινοποιηθεί με την επίδοση της αίτησης σε όλους τους διαδίκους και έτσι η εν λόγω θέση απορρίπτεται. Άλλη θέση της καθ' ης η αίτηση 3 είναι ότι από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας αίτησης έχουν μεσολαβήσει 14 και πλέον χρόνια και ότι αυτό το χρονικό διάστημα οι ενάγοντες έχουν παραμείνει αδρανείς. Επ' αυτού του ισχυρισμού αναφέρω ότι, όπως φαίνεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αλλά και τον φάκελο του Δικαστηρίου, μετά την έκδοση απόφασης που όπως έχει ήδη αναφερθεί ήταν ερήμην των εναγομένων 2 και 3 στις 12.6.97, καταχωρήθηκε και εξασφαλίστηκε εναντίον του καθ' ου η αίτηση 2 διάταγμα αποπληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις. Υπάρχουν επίσης οι θέσεις ότι εναντίον των εναγομένων 2 και 3 εκδόθηκαν εντάλματα κατάσχεσης κινητής περιουσίας την οποία επιστράφηκαν ανεκτέλεστα. Υπάρχει επίσης εντός του φακέλου αίτηση των εναγόντων με ημερ. 27.10.10 με την οποία ζητούσαν άδεια εκτέλεσης της απόφασης η οποία φαίνεται να μην έχει επιδοθεί και στις 18.4.11 να έχει αποσυρθεί άνευ βλάβης των δικαιωμάτων των εναγόντων. Οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό εξέταση αίτηση η οποία φαίνεται να έχει επιδοθεί στον εναγόμενο 2 στη διεύθυνση Ελευθερουπόλεως 6, διαμ. 209 στα Λατσιά και σε ό,τι αφορά την εναγομένη - καθ' ης η αίτηση 3 στην διεύθυνση Γλυφάδας 9, Λατσιά. Η εν λόγω διεύθυνση όντως φαίνεται να είναι η διεύθυνση στην οποία επιδόθηκε και η αγωγή στην εναγομένη 3 στις 28.2.
- Ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου για την Καθ' ης η Αίτηση 3 ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν υπάρχει επαρκής μαρτυρία η οποία να εκθέτει το ύψος του εξ αποφάσεως χρέους, το ποσό που σήμερα οφείλεται και τους λόγους καθυστέρησης της εκτέλεσης της απόφασης. Με αναφορά σε αποφάσεις του Εφετείου ήταν η θέση του κ. Χατζηευτυχίου ότι οι ενάγοντες δεν έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης που υπάρχει στους ώμους τους ισχυριζόμενος ότι κανένα δικαστικό μέτρο εκτέλεσης δεν έχει ληφθεί από τους ενάγοντες από τις 12.6.97 που ήταν η ημερομηνία έκδοσης της απόφασης και συνεπώς δεν υπάρχει καλός και νόμιμος λόγος για να ζητηθεί η δικαστική έγκριση της αίτησης λόγω του υπερβολικά μεγάλου χρονικού διαστήματος που έχει μεσολαβήσει. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν γίνεται σαφής αναφορά στα ποσά που έχουν πληρωθεί, το πως προκύπτει το σημερινό υπόλοιπο και διερωτάται επίσης γιατί σε ό,τι αφορά την καθ' ης η αίτηση 3 το μοναδικό μέτρο εκτέλεσης εναντίον της μέχρι σήμερα αποτελεί η καταχώρηση εντάλματος κινητών στις 5.12.
- Το γεγονός επίσης ότι ο εναγόμενος 1 δεν έχει οχληθεί από τους ενάγοντες και ότι δεν έχει ακόμα εκδοθεί απόφαση εναντίον του είναι πρόσθετοι λόγοι που σύμφωνα με τον κ. Χατζηευτυχίου πρέπει να προσμετρήσουν εναντίον της έγκρισης της αίτησης. Αντίθετη ήταν η θέση της κας Χαραλάμπους η οποία ισχυρίστηκε ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρονται όλα τα διαβήματα στα οποία έχουν προβεί οι ενάγοντες μέχρι σήμερα, ότι υπάρχει υπόλοιπο σήμερα το οποίο ανέρχεται στις €13.932 και ότι θα πρέπει συνεπώς με βάση και την νομολογία στην οποία παραπέμπει να εγκριθεί η αίτηση. Έχω διαβάσει με προσοχή τις αγορεύσεις και των δύο συνηγόρων και έχω επίσης διαβάσει και τη νομολογία στην οποία με έχουν παραπέμψει αλλά και άλλη νομολογία κυρίως αγγλική. Καταλήγω στα ακόλουθα: Ø Από το γεγονός και μόνο ότι η περίοδος ισχύος των Δικαστικών αποφάσεων για σκοπούς εκτέλεσης που ήταν για 6 χρόνια έχει σήμερα επεκταθεί στα 10 χρόνια ο νομοθέτης σαφέστατα αναγνωρίζει το αναφαίρετο δικαίωμα του εξ αποφάσεως πιστωτή να προωθήσει και να εκτελέσει την απόφαση του λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά δεδομένα που ισχύουν στο κυπριακό νομικό σύστημα που καταδεικνύουν ότι οι διαδικασίες εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης είναι ιδιαίτερα χρονοβόρες. Ø Είναι πολύ διαφορετικός ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται το θέμα στην Αγγλία από την Κύπρο και αυτό το καταδεικνύει επίσης η πρόσφατη τροποποίηση και η επέκταση της ισχύος της απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης για 10 χρόνια. Ø Η αγγλική νομολογία και ειδικά οι υποθέσεις στις οποίες με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος για την εναγομένη-καθ' ης η Αίτηση 3 καθώς και άλλες τις οποίες έχουν επίσης πραγματευτεί και άλλοι συνάδελφοι μου Δικαστές στα πλαίσια παρομοίων αιτήσεων πρωτόδικα, δείχνουν ότι στην Αγγλία το θέμα εκτέλεσης μιας απόφασης μετά τα 6 χρόνια συνδέεται άρρηκτα με τον περί Παραγραφής Νόμο, the Limitation Act ο οποίος ισχύει εδώ και χρόνια στην Αγγλία, ο οποίος όμως στην Κύπρο μέχρι πολύ πρόσφατα βρίσκονταν υπό αναστολή. Η πιο πάνω διαπίστωση κατά τη γνώμη μου καταδεικνύει ότι υπάρχει ένας σημαντικός παράγοντας που διαφοροποιεί σαφώς και άρδην την κατάσταση στην Αγγλία από αυτήν που ισχύει στην Κύπρο. Ø Ακόμα και στην Αγγλία παρόλη την αυστηρότητα η οποία διέπει το θέμα και επαναλαμβάνω ότι κατά τη γνώμη μου το γεγονός ότι οι διαδικασίες εκεί δεν είναι τόσο χρονοβόρες όσο οι κυπριακές διαδικασίες έχει καταλυτική σημασία, αναγνωρίζεται επίσης η αρχή ότι δεν θα ήταν σωστό να πληρώσει ο εξ αποφάσεως πιστωτής το κόστος των μακρόχρονων διαδικασιών. Συγκεκριμένα στην υπόθεση National Westminister Bank v. Powney
(1990)2 All ER 416, το Εφετείο (Court of Αppeal), ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση και έδωσε άδεια για εκτέλεση της απόφασης αναφέροντας "Ιt is in our Judgment the cardinal principle of procedural law that no party should suffer unnecessarily from delay which is not his fault but rather a fault in the administration of justice". Ø Η φράση ότι το Δικαστήριο δεν θα επεκτείνει το χρόνο εκτέλεσης μιας απόφασης πέραν των 6 χρόνων εκτός και αν καταδειχτεί από τους αιτητές ότι είναι αποδεδειγμένα ορθό και δίκαιο (demonstrably just) όπως τέθηκε στην υπόθεση Duel v. Frazer (ανωτέρω) κατά τη γνώμη μου αφορά και συνδέεται άμεσα με τα δεδομένα που ισχύουν στην Αγγλία και συγκεκριμένα το πόσο γρήγορα εξελίσσονται οι διαδικασίες καθώς και με βάση τα δεδομένα της συγκεκριμένης υπόθεσης. Ø Σημειώνω επίσης ότι στο Σύγγραμμα The Annual Practice 1958 στη σελίδα 1020 καταγράφονται όλα τα στοιχεία τα οποία θα πρέπει να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου προτού δώσει άδεια εκτέλεσης της απόφασης. Τα στοιχεία αυτά είναι η μέρα έκδοσης απόφασης, το ποσό που οφείλεται την ημέρα της απόφασης και το ποσό το οποίο σήμερα παραμένει να εκκρεμεί. Πρέπει επίσης να αποδειχτεί ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση δηλαδή ότι δεν έχουν αλλάξει οι διάδικοι ούτε έχουν αποποιηθεί των διαταγμάτων τους και επίσης να καταδεικνύεται ο λόγος της καθυστέρησης. Εδώ η ημερομηνία της απόφασης και το αρχικό ποσό απόφασης έχουν τεθεί στην αίτηση των αιτητών. Επίσης υπάρχει η ένορκη δήλωση της κας Ττοφή για το υπόλοιπο το οποίο παραμένει σήμερα για το οποίο ποσό δεν υπάρχει αμφισβήτηση παρά μόνο η επιδερμική αναφορά της εναγομένης - καθ΄ης η αίτηση 3, ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο υπάρχει υπόλοιπο και ποιο είναι αυτό. Σε καμία περίπτωση όμως η κ.Φοίβη Βουνιώτη δεν αμφισβητεί το υπόλοιπο ούτε και αναφέρει ότι η ίδια έχει προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή έναντι του ποσού της απόφασης και σίγουρα δεν έχει εξοφλήσει το υπόλοιπο. Επίσης η καθ' ης η αίτηση 3 δεν προβάλλει οποιαδήποτε αδυναμία να εξοφλήσει το υπόλοιπο παρά μόνο αναφέρει ότι λόγω της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα της χωρίς καθόλου να τα εξειδικεύει. Εν κατακλείδι είναι η θέση μου ότι η άδεια για εκτέλεση απόφασης μετά τα 10 χρόνια από την έκδοση της είναι θέμα που επαφίεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία με βάση τη νομολογία πάντοτε ασκείται δικαστικά. Οι παράμετροι για την άσκηση της τίθενται στην ίδια τη Δ.40 θ.
- Είναι δεδομένο ότι λόγω του μακρού χρονικού διαστήματος για το οποίο ισχύει μια απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης, στην Κύπρο, 10 χρόνια, θα πρέπει οι αιτητές να καταδεικνύουν ότι όντως δεν έχουν παραμείνει αδρανείς. Από την άλλη όμως εναπόκειται στους ίδιους να επιλέξουν πιο από τα μέτρα εκτέλεσης που το Κεφ. 6 περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος τους παρέχει θα διαλέξουν. Εδώ έχουν πληρωθεί κάποια ποσά έναντι της απόφασης, έχει εκδοθεί διάταγμα μηνιαίων δόσεων εναντίον του εναγομένου 2 και έχουν καταχωρηθεί εντάλματα κινητών εναντίον των εναγομένων 2 και
- Παραμένει μέχρι σήμερα υπόλοιπο έναντι του εξ αποφάσεως χρέους το οποίο μάλιστα ανέρχεται σε €13.
- Θεωρώ λοιπόν ότι υπάρχει ενώπιον μου μαρτυρία η οποία καταδεικνύει ότι οι αιτητές δεν έχουν αδρανείς. Δεν υπάρχει κανένα ισχυρισμός για εξόφληση του χρέους, αντίθετα η θέση της κα Ττοφή ότι το σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο ανέρχεται στο ποσό €13.932 παρέμεινε αναντίλεκτη, δεν υπάρχει καμιά θέση της εναγόμενης 3, πέραν της γενικής επίκλησης ότι η κατάσταση έχει γίνει δυσμενής για την ίδια στα χρόνια που έχουν περάσει, είτε ότι έχει εξοφλήσει το χρέος είτε ότι για οποιοδήποτε λόγο είναι ανίκανη να το εξοφλήσει και έτσι είναι η θέση μου ότι οι αιτητές δικαιούνται να πετύχουν στην έκδοση του διατάγματος που αιτούνται. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ανανεώνεται η ισχύς της απόφασης ημερ 12.6.97 για σκοπούς εκτέλεσης σε ότι αφορά την εναγόμενη-καθ' ης η αίτηση 3 για χρονικό διάστημα 2 ετών από σήμερα. Σε ότι αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, θεωρώ ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος απόκλισης από την συνήθη κανόνα που είναι ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα και έτσι επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας-αιτήτριας και εναντίον της εναγομένης-καθ' ης η αίτηση 3 όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο