Xαράλαμπου Περικκέντη ν. Κύπρου Κυπριανού, Αρ. Αγωγής: 9461/05, 3/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A337 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9461/05 Μεταξύ: Xαράλαμπου Περικκέντη Ενάγοντα και Κύπρου Κυπριανού Εναγομένου ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 3.9.2012 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 3 Δεκεμβρίου 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον αιτητή-ενάγοντα: κ. Μ. Χάσικος για Μιχαλάκη Κυπριανού & Σία ΔΕΠΕ Για τον καθ' ου η αίτηση-εναγόμενο: κ. Μ. Σπύρου για Α.Π. Ερωτοκρίτου & Σια ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση ο αιτητής ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης, με την προσθήκη νέων υποπαραγράφων μετά το τέλος της τελευταίας υποπαραγράφου της παραγράφου 8, η οποία φέρει ήδη τον τίτλο «ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΣΩΜΑΤΙΚΩΝ ΒΛΑΒΩΝ» (αιτητικό Α) καθώς και με την προσθήκη νέας υποπαραγράφου VII μετά την υποπαράγραφο VI της παραγράφου 9, η οποία φέρει τον τίτλο «Επιπτώσεις» (αιτητικό Β), παραθέτοντας το κείμενο των τροποποιήσεων αντίστοιχα. Νομική βάση της αίτησης αποτελούν οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 θ.θ. 1-6 και Δ.48 θ.θ. 1, 2, 7 και 9, οι αντίστοιχοι Αγγλικοί Θεσμοί (White Book, O. 28 r.1), η διακριτική ευχέρεια και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του ενάγοντα, ο οποίος γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα λόγω εμπλοκής του στην υπόθεση έχοντας πληροφόρηση και από τους δικηγόρους του. Στα πλαίσια προετοιμασίας για συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης διεπίστωσε ότι στην έκθεση απαίτησης εκ λάθους και/ή εκ παραδρομής δεν καταγράφονται πλήρως οι σωματικές και λοιπές ανικανότητες που καταγράφονται στα ιατρικά πιστοποιητικά και στις ιατρικές εκθέσεις αναφορικά με το επίδικο δυστύχημα και καθίσταται αναγκαία η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τα ορθοπεδικά τραύματα δεν καταγράφονται οι προγνώσεις του Δρ. Λούη Λοϊζου, ορθοπαιδικού χειρουργού, που αφορούν τη μετεγχειρητική πορεία των τραυμάτων του αιτητή μετά την εισαγωγή του στο Χειρουργικό Τμήμα και τις κλινικές εξετάσεις στις οποίες υπεβλήθη ο αιτητής αλλά και τις επιστημονικές διαπιστώσεις και γνώμη του εν λόγω ιατρού, στον οποίο παραπέμφθηκε ο αιτητής από τους δικηγόρους του εναγόμενου, όπως περιέχονται στη γραπτή έκθεση ημερομηνίας 10.1.2011, η οποία απεστάλη στους δικηγόρους του αιτητή στις 17.1.2011 (Τεκμήρια 1 (α) και 1(β)), από τους δικηγόρους του εναγόμενου, έχοντας στο μεταξύ ο αιτητής καταχωρήσει στις 9.4.2010 την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης του μετά από σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 19.3.2010 (Τεκμήριο 2). Η εν λόγω ιατρική έκθεση δεν αποτελούσε έγγραφο του καταλόγου αποκάλυψης εγγράφων, που υλοποιήθηκε με βάση τα υπάρχοντα μέχρι τις 22.10.2010 έγγραφα, σύμφωνα με το σχετικό εκδοθέν διάταγμα του Δικαστηρίου (Τεκμήριο 3). Συνεπεία αυτών των γεγονότων θα πρέπει να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση που είναι απόλυτα απαραίτητη καθότι διαφορετικά το Δικαστήριο δεν θα έχει ενώπιον του κατά τη συνέχιση της ακρόασης την πλήρη εικόνα των γεγονότων αναφορικά με τις σωματικές βλάβες του αιτητή και τις συνέπειες τους στην καθημερινή του ζωή και στο επάγγελμα του. Πιστεύοντας ειλικρινά ότι είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να επιτραπεί η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης εφόσον γίνεται καλόπιστα, σε στάδιο που δεν έχει συμπληρωθεί η μαρτυρία του ενάγοντος, δεν προκαλείται οποιαδήποτε ζημιά που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα και εξυπηρετεί τους σκοπούς της δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης, παρουσιάζει τις απαιτήσεις του ενάγοντος με σαφήνεια και πληρότητα χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε εσκεμμένη καθυστέρηση, ο ενόρκως δηλών ζητά την έγκριση της αίτησης του. Στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης του καθ' ου η αίτηση-εναγόμενου που καταχωρήθηκε στις 3.10.2012 και βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 θ.θ.1-4 και Δ.48 θ.θ.1-4 καθώς και στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, στη νομολογία, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες, στην πρακτική και στη δικονομία του Δικαστηρίου, προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθιστούν απαραίτητη την τροποποίηση για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης ο αιτητής επέδειξε υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης και/ή στη λήψη μέτρων για την αιτούμενη τροποποίηση με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στην υπεράσπιση που δεν μπορεί να θεραπευθεί με διαταγή για έξοδα ο εναγόμενος δεν θα έχει τη δυνατότητα να αντεξετάσει εκ νέου μάρτυρες που έχουν ήδη καταθέσει σε σχέση με τις λεπτομέρειες και/ή τους ισχυρισμούς που επιδιώκεται να εισαχθούν το υπό κρίση διάταγμα επιζητείται σε προχωρημένο στάδιο της δίκης αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα εκτροχιαστεί η υπόθεση από την προσδιορισθείσα πορεία πλήττεται το συνταγματικό δικαίωμα του εναγόμενου για τη διακρίβωση των δικαιωμάτων του εντός ευλόγου χρόνου η αίτηση είναι κακόπιστη και/ή καταχρηστική δεν υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο δυνάμει του οποίου το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια η αιτούμενη τροποποίηση είναι αχρείαστη και όσα επιθυμεί να εισάξει ο αιτητής με την παρούσα αίτηση ήταν προ πολλού σε γνώση του. Την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης συνοδεύει ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του Μάριου Σπύρου, δικηγόρου του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί τον εναγόμενο, από τον οποίο είναι εξουσιοδοτημένος ο ενόρκως δηλών να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Ο ενόρκως δηλών γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα, για όσα δε έλαβε πληροφορίες αναφέρει την πηγή της γνώσης του. Έχοντας διαβάσει την παρούσα αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αχρείαστη και δεν δίδεται καμιά ουσιαστική δικαιολογία για την αναγκαιότητα καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης ενόσω η προβαλλόμενη δικαιολογία του αιτητή είναι γενική και αόριστη. Ο αιτητής επέδειξε υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης δεδομένου ότι αν και έχει ήδη εξασφαλίσει διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης από το Δικαστήριο στις 22.10.2010, αιτείται εκ νέου τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης για να εισάξει λεπτομέρειες, τις οποίες γνώριζε πολύ προγενέστερα, εφόσον η ιατρική έκθεση την οποία επικαλείται εστάλη στους δικηγόρους του στις 17.1.2011. Ακόμη πολλά από αυτά που επιθυμεί να εισάξει στην έκθεση απαίτησης του ο αιτητής τα γνώριζε προ πολλού εφόσον πολλές από τις σωματικές βλάβες, που περιλαμβάνονται στο αιτητικό Α της αίτησης του, αναφέρονται σε ιατρικά πιστοποιητικά ιατρών που τον εξέτασαν μετά το δυστύχημα. Η τροποποίηση ζητείται σε προχωρημένο στάδιο της δίκης εφόσον η ακροαματική διαδικασία έχει αρχίσει, έχουν δε καταθέσει αρκετοί μάρτυρες εκ μέρους του αιτητή περιλαμβανομένου και του ιδίου. Αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην υπεράσπιση, που δεν θα μπορεί να θεραπευθεί με έξοδα εφόσον τόσο ο αιτητής όσο και κάποιοι από τους ιατρούς του, που έχουν ήδη καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν είναι δυνατόν να αντεξεταστούν από την υπεράσπιση επί των νέων ισχυρισμών και λεπτομερειών που προσπαθεί να εισάξει ο αιτητής με την παρούσα αίτηση. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, εν όψει του προχωρημένου σταδίου της υπόθεσης ο αιτητής κακόπιστα καταχράται τη διαδικασία με την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, που αν εγκριθεί θα εκτροχιαστεί η υπόθεση από την προσδιορισθείσα πορεία της. Με τη θέση ότι λόγω της υπέρμετρης καθυστέρησης εκ μέρους του αιτητή προσβάλλεται το συνταγματικό δικαίωμα του εναγόμενου για τη διακρίβωση των δικαιωμάτων του εντός ευλόγου χρόνου, εφόσον έχει ήδη παρέλθει αρκετός χρόνος από την καταχώρηση της αγωγής και οποιαδήποτε διαταγή για τροποποίηση θα έχει ως αποτέλεσμα την περαιτέρω καθυστέρηση που θα πλήξει τα δικαιώματα του εναγόμενου ανεπανόρθωτα, ο ενόρκως δηλών ζητά την απόρριψη της αίτησης. Κατά την ακρόαση της αίτησης δεν αντεξετάστηκαν οι ενόρκως δηλούντες. Οι συνήγοροι στις γραπτές τους αγορεύσεις με αναφορά στη σχετική νομολογία για το θέμα και αναπτύσσοντας τους ισχυρισμούς της κάθε πλευράς, υποστήριξαν τις θέσεις τους αντίστοιχα. Οι αρχές που διέπουν το επιτρεπτό ή μη του αιτήματος για τροποποίηση σύμφωνα με τη Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών είναι πολύ καλά γνωστές. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει τροποποίηση του κλητηρίου ή των εγγράφων προτάσεων σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είναι ευρύτατη. Όσο πιο έγκαιρα υποβάλλεται η σχετική αίτηση τόσο πιο εύκολα ασκείται η διακριτική ευχέρεια για αποδοχή της. Όπου η αίτηση γίνεται καλόπιστα, ακόμη και αν εντοπίζεται αμέλεια ή απροσεξία στο δικόγραφο και ανεξάρτητα από την καθυστέρηση υποβολής της αίτησης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την τροποποίηση, νοουμένου ότι ικανοποιηθεί ότι είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων κι αυτή δεν προκαλεί αδικία στην άλλη πλευρά εκτός από ταλαιπωρία, η οποία μπορεί να αποκατασταθεί με επιδίκαση εξόδων (βλ. μεταξύ άλλων Georghiou and another v. Pistolia
(1969)1 ΑΑΔ 613, Mahattou v. Viceroy Shipping Co. Ltd
(1979)1 ΑΑΔ 542, United Sea Transport Co. Ltd v. Zakou
(1980)1 ΑΑΔ 510, Ευριπίδου v. Καννάουρου
(1985)1 ΑΑΔ 24, Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 ΑΑΔ 607, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 934, Χρίστου v. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, SABA and Co. v. T.M.P. Agents
(1994)1 ΑΑΔ 426). Κάθε περίπτωση, φυσικά, πρέπει να εξετάζεται και αποφασίζεται με βάση τα δικά της γεγονότα (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. v. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 237). Στην υπόθεση Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω) λέχθηκε ότι η τροποποίηση των εγγράφων προτάσεων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πρέπει να συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. και Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 223). Βασική αρχή που διέπει την τροποποίηση είναι η κατά κανόνα έγκρισή της με ευκολία πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ενώ όταν έχει αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης και οι διάδικοι προσφέρουν ενόρκως τις θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου η τροποποίηση δεν γίνεται με τόση ευκολία δεκτή. Είναι νομολογημένο ότι όταν η αναγκαιότητα της τροποποίησης ήταν έκδηλη από καιρό ή σαφώς φανερή αλλά δεν είχε ζητηθεί, η τροποποίηση δεν θα επιτραπεί όχι μόνο επειδή θα δημιουργήσει περισσότερη καθυστέρηση αλλά και λόγω του ότι οι διάδικοι οφείλουν να ετοιμάζουν τη δικογραφία τους με την απαραίτητη προσοχή και ενδελέχεια και να καταγράφουν από την αρχή τις συγκεκριμένες θέσεις τους, τις οποίες έπρεπε ή μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να γνωρίζουν ή ήταν γνωστές σε αυτούς. Όσο πιο καθυστερημένα γίνεται η αίτηση τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος του αιτητή που πρέπει να αποσείσει για να επιτραπεί η τροποποίηση. Όπως προκύπτει από τη νομολογία το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια με μεγάλη φειδώ μετά την έναρξη της δίκης όταν πλέον το στάδιο υποβολής της αίτησης είναι πολύ καθυστερημένο έχοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης και τις επιπτώσεις που θα επιφέρει μια τέτοια καθυστερημένη αίτηση στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 33, Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607). Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1956, στη σελίδα 456 όπου αναλύεται ο αντίστοιχος Αγγλικός Θεσμός Ο.28 r.1, αναφέρεται το εξής: «But the Court will not readily allow at the trial an amendment, the necessity for which was abundantly apparent months ago, and then not asked for (Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. p. 361)». Αχρείαστες ή άσχετες τροποποιήσεις, επίσης, δεν πρέπει να επιτρέπονται και το Δικαστήριο πάντοτε εξετάζει το ουσιώδες της προς εισαγωγή τροποποίησης. Χωρίς να αποφασίζεται η ουσία του θέματος ή να αξιολογούνται οι θέσεις των διαδίκων είναι πρόδηλο ότι η αιτούμενη τροποποίηση πρέπει να είναι σχετική με το επίδικο θέμα (βλ. Alexandra Rent a Car Ltd v. Νεάρχου
(1992)1 ΑΑΔ 111). Όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου η αγωγή καταχωρήθηκε με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 12.12.2005 και η έκθεση απαίτησης του ενάγοντα καταχωρήθηκε στις 15.3.
- Βάση της αγωγής αποτελεί τροχαίο ατύχημα που επεσυνέβη στις 29.6.2004, το οποίο ο ενάγων αποδίδει σε αμέλεια του εναγόμενου, επιζητώντας γενικές και ειδικές αποζημιώσεις πλέον τόκο και έξοδα. Στην έκθεση υπεράσπισης που καταχωρήθηκε στις 6.9.2006, ο εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς και τις απαιτήσεις του ενάγοντος και ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα. Η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 19.10.2006 κατόπιν αίτησης ορισμού και στη συνέχεια για ακρόαση στις 12.9.2007, στις 27.2.2008, στις 8.10.2008, στις 16.2.2009 και στις 4.11.2009, κατόπιν αναβολών που ζητούντο από τους συνηγόρους των διαδίκων. Στις 3.11.2009 καταχωρήθηκε εκ μέρους του ενάγοντα αίτηση τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης και, κατόπιν ακρόασης της, στις 19.3.2010 εκδόθηκε ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία επιτράπηκε η αιτούμενη τροποποίηση. Μετά την καταχώρηση της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης στις 9.4.2010, καταχωρήθηκε τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης στις 14.4.2010 και απάντηση στην υπεράσπιση στις 28.4.
- Ο ενάγων στις 9.11.2010 προέβη σε ένορκη αποκάλυψη εγγράφων κατόπιν διαδικασίας που είχε προηγηθεί, ενόσω η αγωγή ορίζετο για οδηγίες μέχρι τις 28.1.2011 οπότε και ορίστηκε για ακρόαση στις 10.6.2011, στις 13.10.2011 και στις 13.2.2012 που άρχισε η ακροαματική διαδικασία. Μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, ο ενάγων προσέφερε τη μαρτυρία εννέα μαρτύρων, μεταξύ των οποίων κατέθεσε ο ίδιος, ο πατέρας του και τρεις ιατροί. Έχω εξετάσει με πολλή προσοχή τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των διαδίκων όπως προβάλλουν από την υπό κρίση αίτηση, την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν αντίστοιχα, υπό το φως των νομολογιακών αρχών και των εισηγήσεων των συνηγόρων και των δυο πλευρών. Όπως προβάλλει από τα γεγονότα που συνοψίστηκαν πιο πάνω, ως ο αιτητής επικαλείται, εκ λάθους και/ή εκ παραδρομής δεν καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης οι σωματικές βλάβες και λοιπές ανικανότητες που υπέστη συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος και ειδικότερα σε σχέση με τα ορθοπεδικά τραύματα, όπως περιέχονται στην ιατρική έκθεση του Δρος Λούη Λοϊζου (Τεκμήριο 1(β)). Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις ο αιτητής επιθυμεί να προσθέσει στην έκθεση απαίτησης του τα στοιχεία αυτά, δεδομένου ότι η εν λόγω ιατρική έκθεση έφθασε στους δικηγόρους του στις 17.1.2011 (Τεκμήριο 1(α)) και συνεπώς δεν μπορούσαν να περιληφθούν στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, που καταχωρήθηκε στις 9.4.
- Διατρέχοντας το κείμενο των δυο αιτητικών της αίτησης, παρατηρείται εν προκειμένω ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν περιορίζονται στο περιεχόμενο της προαναφερθείσας ιατρικής έκθεσης. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν μεν κυρίως τα ορθοπεδικά τραύματα του ενάγοντος αλλά η περιγραφή τους δεν φαίνεται να προέρχεται μόνο από την προαναφερθείσα ιατρική έκθεση. Πρόκειται για προσθήκη εκτεταμένων αναφορών για σωματικές βλάβες και επιπτώσεις, που πόρρω απέχουν από τα αναγραφόμενα στην έκθεση αυτή και χωρίς να δίδεται καμιά δικαιολογία ή να επεξηγείται εκ μέρους του αιτητή ο λόγος που δεν είχαν συμπεριληφθεί στην αρχικά καταχωρηθείσα έκθεση απαίτησης ούτε και έχει εξηγηθεί γιατί δεν είχε ζητηθεί έστω να προστεθούν με την πρώτη αίτηση τροποποίησης που κατεχώρησε ο ενάγων, ημερομηνίας 3.11.
- Πέραν αυτού η προσπάθεια του αιτητή να εισάξει στην έκθεση απαίτησης του το περιεχόμενο της ιατρικής έκθεσης ιατρού, που πιθανόν να προσαχθεί ως μάρτυρας εκ μέρους του εναγόμενου, είναι κατά την αντίληψη μου τουλάχιστον παράδοξη. Είναι συνεπώς ορθή η θέση του συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση ότι δεν έχει δοθεί καμιά δικαιολογία εκ μέρους του αιτητή σε σχέση με την αιτούμενη εκ νέου τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης με την προσθήκη των συγκεκριμένων στοιχείων. Όπως έχει επισημανθεί, είναι υποχρέωση κάθε διαδίκου να θέτει με πολλή προσοχή τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου στα δικόγραφα που καταχωρεί και στην παρούσα υπόθεση υπάρχει αμέλεια, η οποία δεν μπορεί να διορθωθεί σε αυτό το στάδιο της δίκης εφόσον η μη συμπερίληψη των υπό αναφορά γεγονότων στην τροποποιημένη έστω έκθεση απαίτησης παρέμεινε ανεξήγητη και η καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης είναι πρόδηλη και επίσης ανεξήγητη. Σύμφωνα με την εισήγηση του συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση, η αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα και καταχρηστικά λόγω του σταδίου της υπόθεσης. Όντως το προχωρημένο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας εύλογα μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η προσπάθεια του αιτητή δεν γίνεται καλόπιστα. Η τροποποίηση ζητείται μετά από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και σε αρκετά προχωρημένο στάδιο αυτής, οπότε μπορεί να θεωρηθεί ότι η δίκη εκτροχιάζεται αν αυτή επιτραπεί και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε ενόσω τα επιχειρούμενα να εισαχθούν με αυτή στην έκθεση απαίτησης ήταν γνωστά στον αιτητή για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα πριν από την καταχώρηση της παρούσας αίτησης και τουλάχιστον πέραν των είκοσι μηνών. Η παρούσα υπόθεση δεν διαφοροποιείται ουσιωδώς από την υπόθεση Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσ. Παραλήπτη (πιο πάνω), στην οποία η αίτηση τροποποίησης είχε υποβληθεί σε πολύ προχωρημένο στάδιο της δίκης, αφού είχαν ακουστεί μάρτυρες για τους ενάγοντες και εναγόμενους και μετά από πάροδο πολλών ετών αφού καταχωρήθηκε η αγωγή, ενόσω το υλικό που θα εισήγετο βρισκόταν στους αιτητές κάποιους μήνες προηγουμένως. Στην παρούσα υπόθεση ο αιτητής δεν έχει αποσείσει το αυξημένο βάρος που έχει να αποδείξει την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης στο παρόν στάδιο, γεγονός που σε συνδυασμό με την μεγαλύτερη φειδώ με την οποία πρέπει να παραχωρείται η δυνατότητα τροποποίησης μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, θα πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης. Δεν παραγνωρίζεται ότι στην απόφαση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1005, λέχθηκε ότι το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στις αιτήσεις τροποποίησης είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης και τελικά ο κρίσιμος παράγων, από τους παράγοντες στους οποίους το Δικαστήριο βασίζει την απόφαση του, είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Όπως λέχθηκε στην απόφαση αυτή, όταν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί τον διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα θέματα τα οποία εγείρει (βλ. και την πρόσφατη απόφαση της πλειοψηφίας Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου ΛΤΔ ν. Χρίστου Χαρίδη, Πολ. Έφ. Αρ. 50/2010, ημερομηνίας 11.5.2011). Ωστόσο στη συγκεκριμένη υπόθεση η αργοπορία του αιτητή να επιδιώξει τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης του προβάλλει μέσα από το ιστορικό των γεγονότων που πιο πάνω παρατέθηκαν και ενόσω η αγωγή εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου για εκδίκαση τουλάχιστον για έξι χρόνια, συμπεριφορά που εγείρει σοβαρά ερωτηματικά αναφορικά με τις πραγματικές προθέσεις του και τους στόχους της αίτησης του (βλ. την πρόσφατη απόφαση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α., Πολ. Έφ. Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4.5.2012). Είναι δε ορθή η εισήγηση του συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση ότι αν εγκριθεί η αίτηση στο παρόν στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας θα προκληθεί ανεπανόρθωτη βλάβη στον εναγόμενο εφόσον έχουν ακουστεί μάρτυρες, ειδικότερα ιατροί, που δεν θα μπορούν πλέον να αντεξεταστούν. Συνεπώς ο καθ' ου η αίτηση στην παρούσα υπόθεση θα υποστεί βλάβη που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την επιδίκαση εξόδων. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Jamal Y. Khan κ.α. ν. Δημοκρατίας του Πακιστάν κ.α., Πολ. Έφ. Αρ. 295/2010, ημερομηνίας 11.7.2011, ο ορατός κίνδυνος ανεπανόρθωτης βλάβης καθώς και ο δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων του εναγόμενου συμπεριλαμβανομένου και του κινδύνου παραβίασης του άρθρου 30.2 του Συντάγματος λόγω της πρόσθετης καθυστέρησης και της ενδεχόμενης ανάγκης επανακλήτευσης μαρτύρων, σε συνάρτηση με τους λοιπούς παράγοντες, αποτελούν λόγους για τη μη παραχώρηση της αιτούμενης άδειας τροποποίησης. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, είναι η κατάληξη μου ότι η αίτηση υποβάλλεται πολύ καθυστερημένα και σε πολύ προχωρημένο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας χωρίς να δίδεται δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, ενόσω οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα οδηγήσουν σε επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων σε προχωρημένο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας με αποτέλεσμα να επηρεάζονται τα δικαιώματα του εναγόμενου με τρόπο που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα αλλά και θα προκληθεί περαιτέρω καθυστέρηση στην υπόθεση, που εκκρεμεί εδώ και επτά χρόνια ενώπιον του Δικαστηρίου, με κίνδυνο να υπάρξει παραβίαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Κρίνεται κατ' επέκταση ότι η αίτηση δεν είναι επιτρεπτή και απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται εναντίον του αιτητή-ενάγοντα και υπέρ του καθ' ου η αίτηση-εναγόμενου και θα καταβληθούν στο τέλος της υπόθεσης, αφού υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο