Χρυσαυγής Μαραγκού κ.α. ν. Απόστολου Ντορζή κ.α., Αρ. Αγωγής: 425/05, 18/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A357 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 425/05 Μεταξύ:
- Χρυσαυγής Μαραγκού από την Κακοπετριά, ως ετεροθαλής αδελφή και νόμιμη κληρονόμος του αποβιώσαντος Οδυσσέα Οδυσσέως τέως από την Κακοπετριά.
- Μαρούλλας Ταυρίδου από τον Πάνω Αμίαντο, ως αδελφότεκνος και νόμιμη κληρονόμος του αποβιώσαντος Οδυσσέα Οδυσσέως τέως από την Κακοπετριά. Εναγόντων και
- Απόστολου Ντορζή από τη Λευκωσία, Γωνία Στασίνου & Άννης Κομνηνής 4, Μέγαρο Σολέα, Γραφείο
- Νίτσας Παναγιώτη Δημοσθένους, Αγαμέμνωνος 3, Κάτω Λακατάμια. Εναγομένων ____________________ 18 Δεκεμβρίου,
- Για Ενάγοντες: κα Ζήρα. Για Εναγόμενους: κ. Ντορζής. ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 19.7.03 απεβίωσε στη Λευκωσία άτεκνος, ο Οδυσσέας Οδυσσέως τέως από την Κακοπετριά (στο εξής ο αποβιώσας), ο οποίος ήταν κωφάλαλος και αγράμματος. Η Ενάγουσα 1 είναι ετεροθαλής αδελφή του αποβιώσαντος, η Ενάγουσα 2 θυγατέρα του αποβιώσαντος Χρίστου Οδυσσέως, αδελφού του αποβιώσαντος και η Εναγόμενη 2 αδελφότεκνη της προαποβιωσάσης συζύγου του αποβιώσαντος. Μετά τον θάνατο του αποβιώσαντος οι Ενάγουσες καταχώρησαν στις 23.9.03, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την αίτηση με αρ. 470/03 για την παροχή σ' αυτές εγγράφων διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντος. Με επιστολή του Πρωτοκολλητή ημερ. 21.10.04 προς τον δικηγόρο τους, οι Ενάγουσες πληροφορήθηκαν ότι στις 6.10.04 είχε καταχωρηθεί η αίτηση με αρ. 566/04 για επικύρωση διαθήκης του αποβιώσαντος ημερ. 24.10.00, με την οποία ζητείτο να παραχωρηθούν τα έγγραφα διαχείρισης στον Εναγόμενο 1 και στις 26.10.04 καταχώρησαν σημείωμα ανακοπής (Caveat). Η σύζυγος του αποβιώσαντος Ευφροσύνη Ιωάννου απεβίωσε μετά τη σύνταξη της διαθήκης και πριν τον αποβιώσαντα. Είναι δικογραφικός ισχυρισμός των Εναγουσών ότι ο αποβιώσας πριν τον θάνατο του, ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης της κατοικίας με αρ. εγγρ. 5865, τεμάχιο 194, Φ/Σχ.37/21 στην Κακοπετριά, την οποία η Εναγόμενη 2, σε συνωμοσία με τη σύζυγο του αποβιώσαντος, με δόλο και/ή πειθαναγκασμό και/ή με αθέμιτη επιρροή, κατάφερε στις 20.12.00 να μεταβιβάσει επ' ονόματι της και να την οικειοποιηθεί. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι, ο αποβιώσας ήταν ιδιοκτήτης μεριδίου σε άλλη ακίνητη περιουσία στην Κακοπετριά, η οποία πωλήθηκε αναγκαστικά μέσω του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας και το προϊόν από την πώληση βρίσκεται στην κατοχή του Κτηματολογίου με σκοπό τη διανομή του στους νόμιμους κληρονόμους του αποβιώσαντος. Ο αποβιώσας ήταν επίσης δικαιούχος γραμματίων και/ή καταθέσεων σε τράπεζες και/ή στη ΣΠΕ Κακοπετριάς, τα οποία οικειοποιήθηκε η Εναγόμενη 2 με τη χρήση αθέμιτης επιρροής και/ή πειθαναγκασμού ενώ ο αποβιώσας ήταν εν ζωή και/ή μετά το θάνατο του. Προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι η διαθήκη του αποβιώσαντος ημερ. 24.10.00, με την οποία κληροδοτεί ολόκληρη την περιουσία του στην Εναγόμενη 2 και διορίζει τον Εναγόμενο 1 ως εκτελεστή, είναι προϊόν δόλου και/ή αθέμιτης επιρροής και/ή πειθαναγκασμού και δεν επεξηγήθηκε σε κατανοητή γλώσσα στον αποβιώσαντα, ο οποίος δεν αντιλήφθηκε τη σημασία και τα αποτελέσματα της. Επομένως είναι άκυρη εξ υπαρχής και χωρίς κανένα νομικό αποτέλεσμα. Ισχυρίζονται τέλος ότι, οι ίδιες οι Ενάγουσες και οι εξ αίματος συγγενείς του αποβιώσαντος, είναι τα μόνα πρόσωπα που δικαιούνται σε κληρονομικό μερίδιο από την περιουσία του αποβιώσαντος, ενώ η Εναγόμενη 2 δεν είναι εξ αίματος συγγενής του και δεν δικαιούται σε κληρονομικό μερίδιο. Γι' αυτό και ήγειραν την παρούσα αγωγή με την οποία αξιώνουν: (Α) Δήλωση και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσεται άκυρη εξ υπαρχής η διαθήκη του αποβιώσαντος ημερ. 24.10.
- (Β) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι τα πρόσωπα που δικαιούνται σε κληρονομικό μερίδιο από την περιουσία του αποβιώσαντος είναι οι νόμιμοι κληρονόμοι του μεταξύ των οποίων και οι Ενάγουσες. (Γ) Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να χορηγούνται έγγραφα διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντος στις Ενάγουσες. (Δ) Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται η μεταβίβαση και εγγραφή της κατοικίας με αρ. εγγρ. 5865, τεμάχιο 194, Φ.Σχ. 37/21 στην Κακοπετριά επ' ονόματι της Εναγόμενης 2 και να διατάσσεται επανεγγραφή της επ' ονόματι του αποβιώσαντος. (Ε) Απόδοση εκ μέρους της Εναγόμενης 2, λογαριασμών της κινητής και ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντος που περιήλθε στην κυριότητα και κατοχή της και επιστροφή της εν λόγω περιουσίας στους διαχειριστές για να αποδοθεί στους νόμιμους κληρονόμους του αποβιώσαντος. Οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπιση τους, ισχυρίζονται ότι οι Ενάγουσες δεν δικαιούνται σε κληρονομικό μερίδιο από την περιουσία του αποβιώσαντος, ο οποίος με διαθήκη δικαιούτο και άφησε την περιουσία του στην Εναγόμενη
- Η μεταβίβαση της κατοικίας επ' ονόματι της συζύγου του αποβιώσαντος και στη συνέχεια επ' ονόματι της Εναγόμενης 2, έγινε νόμιμα και χωρίς αθέμιτο επηρεασμό, δόλο και/ή πειθαναγκασμό και η Εναγόμενη 2 ουδέποτε οικειοποιήθηκε οποιοδήποτε ποσό με τη χρήση αθέμιτης επιρροής και/ή πειθαναγκασμού. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι οι Ενάγουσες δεν νομιμοποιούντο σε καταχώρηση αίτησης για παραχώρηση σ' αυτές εγγράφων διαχείρισης αφού με τη διαθήκη ημερ. 24.10.00 - η οποία είναι νόμιμη και έγκυρη - ορίστηκε αποκλειστικός κληροδόχος η Εναγόμενη 2 και εκτελεστής της διαθήκης ο Εναγόμενος
- Η εν λόγω διαθήκη είναι προϊόν ελεύθερης και ηθελημένης απόφασης του αποβιώσαντος και συνιστά έγγραφο του αποβιώσαντος, το οποίο εξηγήθηκε σ' αυτόν σε κατανοητή γι' αυτόν γλώσσα, αντιλήφθηκε πλήρως τη σημασία και τα αποτελέσματα της, τα αποδέκτηκε και στην παρουσία μαρτύρων την υπόγραψε θέτοντας το σημείο του. Η σύζυγος του αποβιώσαντος ήταν το πρόσωπο που μπορούσε να του διαβάσει το κείμενο της διαθήκης και να το αντιληφθεί πλήρως, λόγω της μακροχρόνιας συμβίωσης τους. Διατείνονται, τέλος, ότι προσωπικός αντιπρόσωπος του αποβιώσαντος πρέπει να διοριστεί ο κατονομαζόμενος στη διαθήκη Εναγόμενος 1, ο οποίος θα διαμοιράσει την περιουσία του σύμφωνα με την τελευταία διαθήκη του, ημερ. 24.10.
- Για τις Ενάγουσες κατέθεσαν πέντε μάρτυρες: Η Λένια Κέκκου (Μ.Ε.1), ο Αιμίλιος Τσίγκης (Μ.Ε.2), ο Αιμίλιος Λεμονάρης (Μ.Ε.3), ο Ανδρέας Μαντάλας (Μ.Ε.4) και η Ενάγουσα 2 (Μ.Ε.5). Για τους Εναγόμενους κατέθεσε μόνο ένας μάρτυρας, ο Χαράλαμπος Δημοσθένους (Μ.Υ.1). Η Μ.Ε.1 είναι Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, υπεύθυνη στο Τμήμα Διαχειρίσεως και κατέθεσε στο Δικαστήριο την αίτηση με αρ. 566/04 ημερ. 6.10.04 (τεκμ. 1), το σημείωμα ανακοπής ημερ. 26.10.04 (τεκμ. 2) και τη διαθήκη ημερ. 24.10.00 (τεκμ. 3). Ο Μ.Ε.2 εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Κατέθεσε στο Δικαστήριο τη δήλωση μεταβίβασης Δ.5821/00 (τεκμ. 4), στην οποία περιλαμβάνονται δύο ειδικά πληρεξούσια ημερ. 13.11.00 (αρ. 2 και 4) και όπως ανέφερε, σ' αυτά δεν υπάρχει πιστοποίηση από πιστοποιούντα υπάλληλο ή βεβαίωση από κοινοτάρχη. Κατέθεσε επίσης τη δήλωση μεταβίβασης με αρ. Δ.5881/00 (τεκμ. 5), στο οποίο περιλαμβάνεται ένα ειδικό πληρεξούσιο με ημερ. 13.11.00 (αρ. 2). Για τις εν λόγω μεταβιβάσεις (τεκμ. 4 και 5) προσήλθε στο Κτηματολόγιο η δικαιοδόχος Εναγόμενη
- Ο Μ.Ε.3 είναι συνταξιούχος δικηγόρος και κατάγεται από την Κακοπετριά. Γνωρίζει τις Ενάγουσες και τον αποβιώσαντα, οι οποίοι κατάγονται επίσης από την Κακοπετριά. Ο αποβιώσας ήταν κωφάλαλος (τεκμ. 6) και στις 19.7.03 απεβίωσε, χωρίς παιδιά (τεκμ. 7). Ανέφερε ότι με οδηγίες των νομίμων κληρονόμων του αποβιώσαντος καταχώρησε στις 23.9.03 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αίτηση αρ. 470/03 (τεκμ. 8) για χορήγηση εγγράφων διαχείρισης στις Ενάγουσες. Ισχυρίστηκε ότι τον Απρίλιο 2002 τον επισκέφθηκε στο γραφείο του ο αποβιώσας και ο (Μ.Ε.4), οι οποίοι του ανέθεσαν να ετοιμάσει πωλητήριο έγγραφο γιατί ο αποβιώσας είχε συμφωνήσει να πωλήσει το κτήμα του με αρ. τεμαχίου 194 στην Κακοπετριά, στον Μ.Ε.
- Ετοίμασε το πωλητήριο έγγραφο (τεκμ. 9) - το οποίο δεν υπογράφτηκε - και ζήτησε πιστοποιητικό έρευνας από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας (τεκμ. 10). Στις 9.5.02 το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας ετοίμασε το πιστοποιητικό έρευνας (τεκμ. 11), σύμφωνα με το οποίο το εν λόγω κτήμα μεταβιβάστηκε στις 19.12.00 δια δωρεάς στη σύζυγο του αποβιώσαντος και στις 16.1.01 μεταβιβάστηκε δια δωρεάς στην Εναγόμενη
- Με επιστολή του ημερ. 27.5.02 (τεκμ. 12) και κατόπιν οδηγιών του αποβιώσαντος και του Μ.Ε.4, ζήτησε από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας και εφοδιάστηκε στις 28.5.02 με πιστοποιημένα αντίγραφα των δηλώσεων μεταβιβάσεων Δ.5821/00 (τεκμ. 4) και Δ.5881/00 (τεκμ. 5) ως και των δύο πληρεξουσίων εγγράφων ημερ. 13.11.
- Ο αποβιώσας του χορήγησε διοριστήριο δικηγόρου για να εγείρει αγωγή (τεκμ. 13), το οποίο υπέγραψε στην παρουσία του Μ.Ε.
- Διευκρίνισε ότι ο αποβιώσας ήταν αγράμματος γι' αυτό και έθεσε στο τεκμ. 13, στην παρουσία του Μ.Ε.4, το σημείο του αντίχειρα του. Ωστόσο, η αγωγή δεν ηγέρθηκε διότι ο αποβιώσας ενεπλάκη σε δυστύχημα, μεταφέρθηκε από την Εναγόμενη 2 σε γηροκομείο εν αγνοία των συγγενών του, οι οποίοι για να πληροφορηθούν τον τόπο διαμονής του, του έδωσαν οδηγίες να καταγγείλει την υπόθεση στην αστυνομία, πράγμα που έπραξε με την επιστολή του ημερ. 24.9.02 (τεκμ. 15). Στη συνέχεια απεβίωσε στις 19.7.
- Ισχυρίστηκε ότι τα δύο πληρεξούσια έγγραφα ημερ. 13.11.00 δεν είναι δεόντως επικυρωμένα από την αρμόδια αρχή και δεν φέρουν σφραγίδα και υπογραφή πιστοποιούντος υπαλλήλου ή κοινοτάρχη και ενός αζά. Στις 21.10.04 ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (τεκμ. 14) τον πληροφόρησε ότι στις 6.10.04 καταχωρήθηκε η αίτηση αρ. 566/04 για επικύρωση διαθήκης του αποβιώσαντος. Στις 26.10.04 καταχώρησε σημείωμα ανακοπής (τεκμ. 2) εκ μέρους των στενών συγγενών του αποβιώσαντος. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι ο ίδιος ενεργούσε εκ μέρους του ενδιαφερόμενου αγοραστή Μ.Ε.4 και όχι εκ μέρους του αποβιώσαντος. Το διοριστήριο (τεκμ. 13) υπογράφτηκε στην παρουσία του Μ.Ε.4, όμως δεν χρησιμοποιήθηκε. Στη δεύτερη επίσκεψη του αποβιώσαντος, αντιλήφθηκε ότι αυτός είχε αναστατωθεί όταν πληροφορήθηκε ότι το κτήμα δεν ήταν πλέον εγγεγραμμένο επ' ονόματι του. Ο Μ.Ε.4 κατάγεται από την Κακοπετριά. Ισχυρίστηκε ότι τον Απρίλιο 2002 συμφώνησε με τον αποβιώσαντα να του πωλήσει την κατοικία του στην Κακοπετριά τεμάχιο 194, έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος των Λ.Κ.10.000, το οποίο θα καταβάλλετο ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση του κτήματος. Γι' αυτό και έδωσε οδηγίες στον Μ.Ε.3 για να ετοιμάσει σχετικό πωλητήριο έγγραφο. Ο Μ.Ε.3 ετοίμασε το πωλητήριο έγγραφο και στις 20.4.02, επισκέφθηκε μαζί με τον αποβιώσαντα το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας για τη μεταβίβαση του κτήματος. Εκεί διαπίστωσαν ότι το κτήμα δεν ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι του αποβιώσαντος, αφού είχε ήδη μεταβιβαστεί σε άλλο πρόσωπο. Μαζί με τον αποβιώσαντα επισκέφθηκαν τον Μ.Ε.3, όπου ο αποβιώσας στην παρουσία του, έδωσε οδηγίες στον Μ.Ε.3 να ζητήσει από το Κτηματολόγιο το ιστορικό της εγγραφής του κτήματος και έθεσε το σημείο του σε διοριστήριο δικηγόρου για να κινηθεί αγωγή. Η αγωγή τελικά δεν κινήθηκε, διότι ο αποβιώσας ενεπλάκη σε δυστύχημα, μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και στη συνέχεια απεβίωσε. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τη νοηματική γλώσσα. Επισκέφθηκε το σπίτι του αποβιώσαντος με άλλο άτομο, το οποίο και συνεννοήθηκε με τον αποβιώσαντα στη νοηματική γλώσσα, για την πώληση του κτήματος, για το ποσό των Λ.Κ.10.000 και ότι μέχρι τις 20.4.02 θα εγίνετο η μεταβίβαση. Ισχυρίστηκε ότι πρώτα επισκέφθηκε με τον αποβιώσαντα το Κτηματολόγιο, εκεί πληροφορήθηκαν ότι το κτήμα δεν ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι του αποβιώσαντος, - ο οποίος και αναστατώθηκε - και κατ' ευθείαν επισκέφθηκαν το γραφείο του Μ.Ε.
- Το πωλητήριο έγγραφο (τεκμ. 9) είχε ετοιμαστεί από προηγουμένως. Επέμενε ότι ο αποβιώσας είχε αντίληψη των πράξεων του και ήταν πολύ έξυπνος. Γνώριζε τη σύζυγο του αποβιώσαντος η οποία ήταν πολύ καλή γυναίκα και σίγουρα συνεννοούνταν μεταξύ τους. Η Μ.Ε.5 είναι η Ενάγουσα
- Ανέφερε στη μαρτυρία της ότι είναι ανιψιά του αποβιώσαντος και συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των νομίμων κληρονόμων του. Μετά τον θάνατο του αποβιώσαντος, μαζί με την Ενάγουσα 1 και με τη συγκατάθεση των νομίμων κληρονόμων του, καταχώρησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την αίτηση αρ. 470/03 (τεκμ. 8) για την παραχώρηση σ' αυτές εγγράφων διαχείρισης της περιουσίας του. Με επιστολή του Πρωτοκολλητή προς τον δικηγόρο τους, πληροφορήθηκαν ότι είχε καταχωρηθεί αίτηση στο Δικαστήριο για επικύρωση υποτιθέμενης διαθήκης του αποβιώσαντος. Έδωσαν οδηγίες στον δικηγόρο τους να καταχωρήσει σημείωμα ανακοπής και να κινήσει αγωγή για ακύρωση της υποτιθέμενης διαθήκης ημερ. 24.10.00 με την οποία ο αποβιώσας κληροδοτεί ολόκληρη την περιουσία του στην Εναγόμενη
- Ισχυρίστηκε ότι ο αποβιώσας, που ήταν κωφάλαλος και αγράμματος, ουδέποτε τους έδωσε να αντιληφθούν ότι ήθελε να αποκλείσει τους στενούς συγγενείς του από την περιουσία του και οι σχέσεις του με την ίδια και τους άλλους συγγενείς του ήταν πάντοτε πολύ καλές. Πριν τον θάνατο του ο αποβιώσας υπέστη δυστύχημα και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε από την Εναγόμενη 2 εν αγνοία των συγγενών του, σε γηροκομείο και οι συγγενείς του, για να πληροφορηθούν τον τόπο διαμονής του, αναγκάστηκαν να καταγγείλουν την υπόθεση στην αστυνομία. Ο Μ.Υ.1 ανέφερε στη μαρτυρία του ότι για τουλάχιστον 15 χρόνια διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον αποβιώσαντα και τη σύζυγο του. Στις 20.10.10, του τηλεφώνησε η σύζυγος του αποβιώσαντος, του ανέφερε ότι ο αποβιώσας επιθυμούσε να κάμει διαθήκη και αυτός αποδέκτηκε να υπογράψει ως μάρτυρας. Στις 24.10.10 συναντήθηκαν στο σπίτι του και στην παρουσία του ιδίου και του Κώστα Μακαρίου, η σύζυγος του αποβιώσαντος διάβασε στον αποβιώσαντα τη διαθήκη και αυτός τοποθέτησε το δάκτυλο του σ' αυτήν, αφού προηγουμένως έβαλε σ' αυτό μελάνι. Είναι σίγουρος ότι ο αποβιώσας προτού θέσει το δάχτυλο του στη διαθήκη αντιλήφθηκε το περιεχόμενο της, το αποδέκτηκε και έβαλε το σημείο του σ' αυτή. Αμέσως μετά, ο αποβιώσας τους έγνεψε με το χέρι του για να υπογράψουν τη διαθήκη, οπότε τόσο ο ίδιος όσο και ο Κώστας Μακαρίου υπέγραψαν ως μάρτυρες. Ισχυρίστηκε περαιτέρω, ότι οι σχέσεις του αποβιώσαντος με την Εναγόμενη 2 ήταν πάρα πολύ καλές και σε πολλές επισκέψεις του συνάντησε την Εναγόμενη 2 στο σπίτι του αποβιώσαντος, η οποία τους έπαιρνε φαγητό, ρούχα και τους έπλενε τα ρούχα τους. Αυτό εγίνετο, είπε, για τουλάχιστον δέκα χρόνια. Αντίθετα, οι σχέσεις του αποβιώσαντος με τις Ενάγουσες 1 και 2 δεν ήταν καλές και ουδέποτε συνάντησε στο σπίτι του συγγενείς του αποβιώσαντος. Ιδιαίτερα με την Ενάγουσα 1, οι σχέσεις του αποβιώσαντος είχαν διασαλευθεί κατά την περίοδο που ο αποβιώσας ήταν συνέταιρος με τον σύζυγο της Ενάγουσας 1 σε επιχείρηση λεωφορείων και τσακώθηκαν. Μάλιστα ο σύζυγος της Ενάγουσας 1 κτύπησε τον αποβιώσαντα, ο οποίος δεν ήθελε πλέον να τους επισκέπτεται στο σπίτι τους. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι, δεν έχει συγγένεια με την Εναγόμενη 2 αλλά είναι μόνο οικογενειακοί φίλοι από το
- Τη γνώρισε στο σπίτι του αποβιώσαντος, το οποίο επισκεπτόταν κάθε δύο μήνες περίπου. Εκεί συνάντησε την Εναγόμενη 2 πολλές φορές, ενώ τις Ενάγουσες 1 και 2 δεν τις συνάντησε ποτέ και σύμφωνα με τα λεγόμενα της συζύγου του αποβιώσαντος, οι σχέσεις τους δεν ήταν καλές. Ο ίδιος δεν γνωρίζει τη νοηματική γλώσσα, όμως την γνώριζε η σύζυγος του αποβιώσαντος και επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Ισχυρίστηκε ότι ήταν πολύ αγαπημένο ζευγάρι και απέκλεισε το ενδεχόμενο η σύζυγος του αποβιώσαντος να έλεγε ψέματα στον αποβιώσαντα. Είναι σίγουρος ότι κατά την υπογραφή της διαθήκης, ο αποβιώσας αντιλήφθηκε το περιεχόμενο της, εφόσον η σύζυγος του, του τη διάβασε και του την εξήγησε με νοήματα. Γνωρίζει από τον αποβιώσαντα και τη σύζυγο του ότι ήταν συνέταιρος με τον σύζυγο της Ενάγουσας 1 ως και για τον καυγά μεταξύ τους. Μάλιστα, όταν ο ίδιος έλεγε στον αποβιώσαντα να επισκεφθεί το σπίτι της Ενάγουσας 1, αυτός θύμωνε και τον έσπρωχνε για να απομακρυνθούν. Το πρώτο ερώτημα που εγείρεται και το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει είναι κατά πόσο οι Ενάγουσες, στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, δικαιούνται σε (α) απόφαση που να ακυρώνει τη μεταβίβαση και εγγραφή του τεμαχίου 194 επ' ονόματι της Εναγόμενης 2, η οποία έγινε πριν τον θάνατο του αποβιώσαντος, ως και (β) σε απόδοση σ' αυτές από την Εναγόμενη 2, λογαριασμών της κινητής και ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντος που περιήλθε στην κατοχή της και επιστροφή της εν λόγω περιουσίας στους διαχειριστές της περιουσίας του. Οι Ενάγουσες καταχώρησαν στις 14.1.05 κλητήριο ένταλμα γενικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.1, αξιώνοντας απόφαση Δικαστηρίου που να κηρύττει άκυρη εξ υπαρχής τη διαθήκη του αποβιώσαντος ημερ. 24.10.
- Αναμφίβολα πρόκειται για «αγωγή διαθήκης» ("Probate Action"), γι' αυτό και όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, προηγήθηκε της καταχώρησης της η ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 2, δυνάμει της Δ.2 θ.13, η οποία επαληθεύει την οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 42 του περί Διαχείρισης Περιουσιών Αποβιωσάντων Διαδικαστικού Κανονισμού του 1955, σε αγωγή με την οποία προσβάλλεται μια διαθήκη, ο διάδικος μπορεί να εγείρει μόνο θέματα που περιοριστικά παρατίθενται στις παρ. 1-5 του Κανονισμού. Οποιοιδήποτε άλλοι ισχυρισμοί δεν επιτρέπονται, παρά μόνο κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου που λαμβάνεται με αίτηση δια κλήσεως. Ο Κανονισμός 42 ορίζει ως εξής: «The party or parties pleading to a declaration propounding a will or testamentary script shall be allowed to plead only the pleas hereunder set forth, unless by leave of the Court, to be obtained on summons:-
- That the paper writing bearing date, etc., and alleged by the plaintiff (or defendant) to be the last will and testament (or codicil to the last will and testament) of A.B., late of, etc., deceased, was not duly executed according to the provisions of the Wills and Succession Law in manner and form as alleged.
- That A.B., the deceased in this cause, at the time his alleged will (or codicil) bears date, to wit, on the, etc., was not of sound mind, memory, and understanding.
- That the execution of the said alleged will (or codicil) was obtained by the undue influence of C.D., and others acting with him.
- That the execution of the said alleged will (or codicil) was obtained by the fraud of C.D. and others acting with him.
- That the deceased at the time of the execution of the said alleged will (or codicil) did not know and approve of the contents thereof. Any party pleading the last of the above pleas shall therewith (unless otherwise ordered by the Court) deliver to the adverse parties and file in the registry particulars in writing, stating shortly the substance of the case he intends to set up thereunder; and no defence shall be available thereunder which might have been raised under any other of the said pleas, unless such other plea be pleaded therewith.» Όπως σαφέστατα προκύπτει από τις ρητές πρόνοιες του Κανονισμού 42 ανωτέρω, με την παρούσα αγωγή, η οποία προσβάλλει τη διαθήκη του αποβιώσαντος, δεν ήταν επιτρεπτό να εγείρεται θέμα που αφορά τη μεταβίβαση του τεμαχίου 194 στην Εναγόμενη 2 που προηγήθηκε του θανάτου του, ούτε και θέμα απόδοσης εκ μέρους της Εναγόμενης 2 λογαριασμών της κινητής και ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντος, που περιήλθε στην κατοχή της ενώ ο αποβιώσας ήταν εν ζωή [όπως ο δικογραφικός ισχυρισμός των Εναγουσών περί οικειοποίησης από την Εναγόμενη 2 διαφόρων γραμματίων και καταθέσεων του αποβιώσαντος σε τράπεζες και στη ΣΠΕ Κακοπετριάς αξίας Λ.Κ.50.000], εφόσον τα θέματα αυτά δεν περιλαμβάνονται στις περιπτώσεις υπό παρ. 1-5 ανωτέρω και οι Ενάγουσες δεν αποτάθηκαν στο Δικαστήριο με αίτηση δια κλήσεως για να εξασφαλίσουν σχετική άδεια του Δικαστηρίου. Επομένως, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η μαρτυρία των Μ.Ε.2, Μ.Ε.3 και Μ.Ε.4 που σχετίζεται άμεσα με τα πιο πάνω θέματα, θα πρέπει να αγνοηθεί και δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο, αφού προσκομίστηκε προς απόδειξη και τεκμηρίωση των αξιώσεων υπό παρ. Δ και Ε της Έκθεσης Απαίτησης, οι οποίες θα πρέπει, συνακόλουθα, να απορριφθούν. Το δεύτερο ερώτημα που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει, είναι κατά πόσο η διαθήκη του αποβιώσαντος ημερ. 24.10.00 είναι ή όχι άκυρη και χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Οι Ενάγουσες ισχυρίζονται ότι η εν λόγω διαθήκη είναι προϊόν δόλου και/ή αθέμιτης επιρροής (undue influence) και/ή πειθαναγκασμού (coercion) και επομένως είναι αντίθετη με τις πρόνοιες του αρ. 29 του Κεφ.
- Σημειώνεται ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί εμπίπτουν στις παρ. 3 και 4 του Κανονισμού 42, ανωτέρω. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες δόλου και/ή αθέμιτης επιρροής και/ή πειθαναγκασμού που περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης: ο αποβιώσας ήταν κωφάλαλος και αγράμματος και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει και να αντιλαμβάνεται τη σημασία και συνέπειες της διαθήκης, η Εναγόμενη 2 και η σύζυγος του αποβιώσαντος, εκμεταλλεύτηκαν τη σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους και εξανάγκασαν τον αποβιώσαντα να θέσει το σημείο του στη διαθήκη χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενο της και τα αποτελέσματα της και, το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της διαθήκης δεν επεξηγήθηκαν επαρκώς και/ή καθόλου σε κατανοητή στον αποβιώσαντα γλώσσα. Σ' ότι αφορά τη λεπτομέρεια υπό παρ. 3 ανωτέρω, ισχυρίζονται οι Ενάγουσες ότι, λόγω της μη επεξήγησης της διαθήκης στον αποβιώσαντα σε κατανοητή σε αυτόν γλώσσα, αυτός δεν αντιλήφθηκε τη σημασία και τα αποτελέσματα της και επομένως παραβιάζει το αρ. 23 του περί Διαθηκών Νόμου Κεφ. 195 και δεν συνιστά έγγραφο και/ή πράξη του αποβιώσαντος. Οι πιο πάνω δικογραφημένοι ισχυρισμοί των Εναγουσών ότι, ο αποβιώσας ως κωφάλαλος και αγράμματος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει και δεν αντιλήφθηκε το περιεχόμενο της διαθήκης, τη σημασία και τα αποτελέσματα της, διότι δεν του επεξηγήθηκε επαρκώς και/ή καθόλου σε κατανοητή σε αυτόν γλώσσα, εμπίπτουν στην περίπτωση της παρ. 5 του πιο πάνω Κανονισμού
- Σύμφωνα με τον εν λόγω Κανονισμό, ο διάδικος που επικαλείται στο δικόγραφο του θέμα της παρ. 5, είναι υποχρεωμένος (χρησιμοποιείται η λέξη "shall" κατά επιτακτικό τρόπο) - εκτός αν διαταχθεί διαφορετικά από το Δικαστήριο - να παραδώσει στον αντίδικο και καταχωρήσει στο Πρωτοκολλητείο γραπτές λεπτομέρειες που να αναφέρουν συνοπτικά την ουσία της υπόθεσης που προτίθεται να προωθήσει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι Ενάγουσες δεν ακολούθησαν τη διαδικασία που προβλέπει ο Κανονισμός 42 παρ. 5 ανωτέρω και επομένως, κρίνω ότι κωλύονται να προωθήσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τους εν λόγω ισχυρισμούς. Παρά την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, προχωρώ να εξετάσω όλους τους ισχυρισμούς των Εναγουσών που προβάλλουν στην Έκθεση Απαίτησης τους και σχετίζονται με την εγκυρότητα της διαθήκης. Σε σχέση με αυτούς, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι η μαρτυρία της Μ.Ε.5 (Ενάγουσας 2) και του Μ.Υ.
- Η μαρτυρία της Μ.Ε.1 Πρωτοκολλητή, γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο ως μαρτυρία που όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε, αλλά σχετίζεται με γεγονότα που είναι παραδεκτά και από τις δύο πλευρές. Ο Μ.Υ.1 μου έκαμε εξαιρετικά καλή εντύπωση στο εδώλιο του μάρτυρα και δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Με ειλικρίνεια, θετικότητα, σαφήνεια, χωρίς δισταγμό και υπεκφυγές, απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβάλλοντο και η μαρτυρία του καθόλου δεν κλονίστηκε από την αντεξέταση. Επισημαίνεται ότι ήταν σταθερή η θέση του ότι ο αποβιώσας, προτού θέσει το σημείο του στη διαθήκη, αντιλήφθηκε το περιεχόμενο της διαθήκης και το αποδέκτηκε, μετά που η σύζυγος του, του τη διάβασε και του την επεξήγησε με νοήματα. Η θέση του αυτή επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του Μ.Ε.4, ο οποίος κατέθεσε για την πλευρά των Εναγουσών και ανέφερε ότι γνώριζε τη σύζυγο του αποβιώσαντος, ήταν πολύ καλή γυναίκα και σίγουρα αυτή και ο αποβιώσας συνεννοούντο μεταξύ τους, ο δε αποβιώσας ήταν πολύ έξυπνος και είχε αντίληψη των πράξεων του. Η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.4 δεν θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο για τους λόγους που εξηγήθηκαν πιο πάνω, δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να αναφερθεί στο μέρος εκείνο της μαρτυρίας του Μ.Ε.4 που δεν σχετίζεται με τους λόγους που ώθησαν το Δικαστήριο στην πιο πάνω κατάληξη του. Για όλα τα πιο πάνω, η μαρτυρία του Μ.Υ.1 γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Το μέρος της μαρτυρίας τους Ενάγουσας 2 (Μ.Ε.5) που αφορά τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, σε σχέση με την παραχώρηση των εγγράφων διαχείρισης και την επικύρωση της διαθήκης, είναι αποδεκτό, αφού αφορά γεγονότα που δεν αμφισβητούνται. Ωστόσο, το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας της που αφορά ισχυρισμό της ότι οι σχέσεις του αποβιώσαντος με την ίδια και τους υπόλοιπους συγγενείς του ήταν πάντοτε πολύ καλές, δεν γίνεται αποδεκτό από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο ήδη αποδέχθηκε τη μαρτυρία του Μ.Υ.1, ο οποίος ανέφερε ότι παρ' όλες τις συχνές επισκέψεις του στο σπίτι του αποβιώσαντος, ουδέποτε συνάντησε συγγενείς του και μάλιστα αναφέρθηκε σε διασάλευση των σχέσεων του αποβιώσαντος με την Ενάγουσα 1 η οποία, σημειώνεται ότι δεν έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης, τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι σύμφωνα με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ειδικώτερα, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι, προτού ο αποβιώσας - ο οποίος ήταν κωφάλαλος και αγράμματος - θέσει το σημείο του στη διαθήκη (τεκμ. 3) στην παρουσία δύο μαρτύρων, του αναγνώστηκε το περιεχόμενο της διαθήκης από τη σύζυγο του, η οποία του το εξήγησε με νοήματα. Η σύζυγος του αποβιώσαντος γνώριζε τη νοηματική γλώσσα και επικοινωνούσε με τον αποβιώσαντα. Ο αποβιώσας αποδέχθηκε το περιεχόμενο της και έθεσε το σημείο του ως διαθέτης. Κατ' επέκταση, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η δικογραφημένη θέση των Εναγουσών ότι δεν επεξηγήθηκε στον αποβιώσαντα το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της διαθήκης σε κατανοητή σε αυτόν γλώσσα με αποτέλεσμα να μην τα αντιληφθεί, όχι μόνο δεν έχει τεκμηριωθεί με μαρτυρία, αλλά έχει καταρριφθεί με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, ο δικογραφημένος ισχυρισμός των Εναγουσών ότι ο αποβιώσας επειδή ήταν κωφάλαλος και αγράμματος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει και να αντιλαμβάνεται τη σημασία και συνέπειες της διαθήκης, έχει καταρριφθεί από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από τις ίδιες τις Ενάγουσες αφού, όπως ανέφερα πιο πάνω, ο Μ.Ε.4 ανέφερε στη μαρτυρία του ότι ο αποβιώσας ήταν πολύ έξυπνος και είχε αντίληψη των πράξεων του. Πέραν τούτου, τονίζεται ότι από μόνη της η αναπηρία του ως και το γεγονός ότι ήταν αγράμματος, δεν τον καθιστούσε αυτόματα ανίκανο να αντιληφθεί το περιεχόμενο της διαθήκης. Προβλήθηκε περαιτέρω δικογραφικός ισχυρισμός ότι, η Εναγόμενη 2 μαζί με τη σύζυγο του αποβιώσαντος, εκμεταλλεύθηκαν τη σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους και εξανάγκασαν τον αποβιώσαντα να θέσει το σημείο του στη διαθήκη χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενο της. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο αποβιώσας αντιλήφθηκε το περιεχόμενο της διαθήκης και το αποδέχθηκε. Πέραν τούτου, καμιά μαρτυρία παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να τοποθετεί την Εναγόμενη 2 παρούσα κατά την υπογραφή της διαθήκης. Η πλευρά των Εναγουσών καμία μαρτυρία παρουσίασε στο Δικαστήριο που να τεκμηριώνει ότι η Εναγόμενη 2 μαζί με τη σύζυγο του αποβιώσαντος, τον εξανάγκασαν να θέσει το σημείο του στη διαθήκη και ειδικώτερα με ποιο τρόπο τον εξανάγκασαν. Αντίθετα, σύμφωνα με τον Μ.Ε.4 που έδωσε μαρτυρία για τις Ενάγουσες, η σύζυγος του αποβιώσαντος ήταν πολύ καλή γυναίκα και σίγουρα αυτή με τον αποβιώσαντα συνεννοούντο μεταξύ τους. Σύμφωνα με το αρ. 29 του Κεφ. 195 «Διαθήκη ή οποιοδήποτε μέρος διαθήκης, η κατάρτιση της οποίας ή του οποίου προκλήθηκε με εξαναγκασμό, απάτη ή ψυχική πίεση που ασκήθηκε στο διαθέτη, είναι άκυρη και στερημένη έννομης συνέπειας». Όπως προκύπτει από το δικόγραφο των Εναγουσών, αυτές επικαλούνται την κατάρτιση της διαθήκης με δόλο και/ή αθέμιτη επιρροή και/ή πειθαναγκασμό, ενώ στις λεπτομέρειες αυτών περιορίστηκαν στον εξαναγκασμό του αποβιώσαντος. Στο αρ.2 του Κεφ.195 δίδεται η ερμηνεία του όρου «εξαναγκασμός» ως ακολούθως: «"Εξαναγκασμός" σημαίνει τη διάπραξη ή την απειλή διάπραξης οποιασδήποτε πράξης που απαγορεύεται από τον Ποινικό Κώδικα ή την παράνομη κατακράτηση ή την απειλή κατακράτησης οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου, προς βλάβη οποιουδήποτε προσώπου η οποία έγινε με την πρόθεση να εξαναγκαστεί οποιοδήποτε πρόσωπο να τελέσει πράξη παρά τη θέλησή του, και είναι χωρίς σημασία κατά πόσο ο Ποινικός Κώδικας ισχύει ή μη στον τόπο όπου ασκείται ο εξαναγκασμός.» Είναι κατάληξη του Δικαστηρίου ότι, οι Ενάγουσες καμία μαρτυρία παρουσίασαν ενώπιον του Δικαστηρίου που να τεκμηριώνει ότι η Εναγόμενη 2, σε συνεργασία με τη σύζυγο του αποβιώσαντος, προέβηκαν σε οποιαδήποτε από τις πράξεις ή απειλές που καθορίζει το αρ.2 ανωτέρω. Επομένως, καταλήγω ότι η διαθήκη ημερ. 24.10.00 (τεκμ. 3) είναι καθ' όλα έγκυρη και επιφέρει όλες τις έννομες συνέπειες της. Η κατάληξη αυτή κρίνει και την τύχη της αγωγής που δεν είναι άλλη, παρά η απόρριψη της. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος των Εναγομένων και σε βάρος των Εναγουσών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ....................................... Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /νχ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο