Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Πέτρος Ποράς Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1532/10, 11/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A346 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καουτζάνη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1532/10 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και
- Πέτρος Ποράς Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λτδ
- Μιχαέλλας Ντασιάνα Πορά
- Δώρου Λ. Πορά
- Πέτρου Λ. Πορά Εναγομένων ------ Αίτηση παραμερισμού ημερομηνίας 20.7.2012 Ημερομηνία: 11 Δεκεμβρίου 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον αιτητή-εναγόμενο 3: κα Β. Κλεόπα Για τους καθ' ων η αίτηση-ενάγοντες: κα Χαραλάμπους για Χρυσαφίνη και Πολυβίου ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ο αιτητής-εναγόμενος 3 ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή να παραμερίζει την απόφαση που εκδόθηκε στις 14.10.2011 εναντίον του στην παρούσα αγωγή και/ή να επιτρέπει την επαναφορά της αγωγής. Όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, με την αγωγή τους, που αφορά έγγραφη συμφωνία ημερομηνίας 6.12.2002 των εναγόντων με τους εναγόμενους 1 για παραχώρηση δανείου σ' αυτούς με την εγγύηση της Γεωργίας Λ. Πορά και των εναγομένων 2, 3 και 4, οι ενάγοντες απαιτούν το ποσό των €120.662,20 πλέον τόκους και έξοδα καθώς και διάταγμα πώλησης με δημόσιο πλειστηριασμό ενυπόθηκου ακινήτου προς κάλυψη της απαίτησης τους έναντι των εναγομένων. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση επίδοσης που είναι καταχωρημένη στο φάκελο, ιδιώτης επιδότης επέδωσε επίσημο αντίγραφο του, ανανεωθέντος μέχρι την 1.9.2011, ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος (Δ.2 θ.6) της αγωγής για τον εναγόμενο 3 στη σύζυγο και συγκάτοικο του Γιάννα Νικολάου στις 30.8.2011 έναντι της υπογραφής της. Λόγω του ότι ο εναγόμενος 3 δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία, καταχωρήθηκε στις 28.9.2011 μονομερής αίτηση από τους ενάγοντες για έκδοση απόφασης και στις 14.10.2011 κατόπιν απόδειξης εκδόθηκε η επίδικη απόφαση. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 20.7.
- Νομικό υπόβαθρο της παρούσας αίτησης αποτελούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 θ.10, Δ.26 θ.14, Δ.48 θ.θ. 1-4 και 9(h), Δ.57 και Δ.64, το άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθώς και οι συμφυείς εξουσίες και η πρακτική του Δικαστηρίου, υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του αιτητή-εναγόμενου 3, ίδιας ημερομηνίας. Όπως ο ενόρκως δηλών αναφέρει έχει θετική γνώση για όσα γεγονότα παραθέτει ενώ για γεγονότα που δεν εμπίπτουν στην προσωπική του γνώση παραθέτει την πηγή της πληροφόρησης του, όσον αφορά δε τα νομικά θέματα έλαβε συμβουλή από τη δικηγόρο του. Επισυνάπτοντας ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο της επίδικης δικαστικής απόφασης, ο αιτητής αναφέρει ότι η καταχωρηθείσα αγωγή (Τεκμήριο 2) ουδέποτε του επιδόθηκε προσωπικά και ως εκ τούτου ουδέποτε έλαβε γνώση για την ύπαρξη της, παρά μόνο κατά τις 25.6.2012 όταν του τηλεφώνησε ο δικαστικός επιδότης κ. Α. Μέσσιος από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και τον ενημέρωσε ότι εκδόθηκε εναντίον του απόφαση στα πλαίσια της αγωγής αυτής και για σκοπούς εκτέλεσης θα επισκεπτόταν τον αιτητή για να καταγράψει τα κινητά αντικείμενα που είχε στην κατοχή του. Την ίδια ημέρα ο αιτητής επικοινώνησε τηλεφωνικά με τη δικηγόρο του, η οποία λόγω φόρτου εργασίας δεν μπορούσε να συναντηθεί μαζί του πριν τις 2.7.
- Στις 2.7.2012 ο αιτητής επισκέφθηκε το γραφείο της δικηγόρου του και την πληροφόρησε για την έκδοση της επίδικης δικαστικής απόφασης εναντίον του και στις 5.7.2012 διευθέτησαν συνάντηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, όπου και ζήτησαν, με τη συμπλήρωση του σχετικού εντύπου, να προβούν σε έρευνα του φακέλου της αγωγής. Επειδή ο φάκελος της υπόθεσης βρισκόταν στην αποθήκη, αρμόδιος υπάλληλος του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας τους ειδοποίησε στις 10.7.2012 ότι ο φάκελος βρισκόταν στο Πρωτοκολλητείο και μπορούσαν να προβούν στην έρευνα που είχαν ζητήσει. Μετέβη την ίδια ημέρα με τη δικηγόρο του στο Δικαστήριο και κατά την έρευνα διαπιστώθηκε ότι το κλητήριο ένταλμα της αγωγής είχε επιδοθεί στη σύζυγο του αιτητή στη διεύθυνση Αδελφών Παπαλαζάρου 6 στο χωριό Ανάγυια της επαρχίας Λευκωσίας στις 30.8.2011 (Τεκμήριο 3). Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, κατά τις 30.8.2011 ήταν σε διάσταση με τη σύζυγο του, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε επικοινωνία μεταξύ τους. Συγκεκριμένα, από το Φεβρουάριο του 2011 μέχρι και τον Απρίλιο του 2012, μετά από μεγάλο καβγά με τη σύζυγο του απεχώρησε από την οικία τους, που βρίσκεται στην οδό Αδελφών Παπαλαζάρου 6 στο χωριό Ανάγυια και εγκαταστάθηκε στην οικία του αδελφού του, Κωνσταντίνου Πορά, στο Παλαιχώρι. Σχετική βεβαίωση του κοινοτάρχη Παλαιχωρίου ημερομηνίας 20.7.2012 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Λόγω του έντονου κλίματος που είχε δημιουργηθεί μεταξύ του ιδίου και της συζύγου του δεν είχε καμιά επαφή με αυτήν, ούτε της συνομίλησε και δεν πληροφορήθηκε για την επίδοση που έγινε σ' αυτήν. Κατά συνέπεια, μέχρι τις 25.6.2012 δεν γνώριζε για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής, η οποία καταχωρήθηκε μετά την παρέλευση επτά ετών από τότε που του στάληκαν προειδοποιητικές επιστολές των εναγόντων κατά το έτος 2003 και δεν του δόθηκε η ευκαιρία να προβάλει την υπεράσπιση του στο Δικαστήριο. Όπως πιστεύει και τον συμβουλεύει η δικηγόρος του, έχει καλή υπεράσπιση και το ποσό για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση δεν οφείλεται στην πραγματικότητα από τον ίδιο. Η αξίωση των εναγόντων, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, βασίζεται σε συμφωνία δανείου ημερομηνίας 6.12.2002 μεταξύ των εναγόντων και της εναγόμενης 1 εταιρείας και η απαίτηση εναντίον του εγέρθηκε υπό την ιδιότητα του ως εγγυητή των εναγομένων
- Σύμφωνα πάντα με την έκθεση απαίτησης της αγωγής, το έγγραφο εγγύησης που υπέγραψε ο ίδιος ήταν ημερομηνίας 19.11.1997 (Τεκμήριο 5) ενόσω το επίδικο δάνειο συνήφθη πέντε χρόνια μεταγενέστερα. Το υπό αναφορά έγγραφο εγγύησης υπογράφηκε από τον ίδιο αφού έλαβε διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις από εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους των εναγόντων ότι η αναφορά σε παρούσες και μελλοντικές υποχρεώσεις στο εν λόγω έγγραφο αφορούσε αποκλειστικά τους τόκους και τυχόν επιπρόσθετα έξοδα προέκυπταν στο εκάστοτε υπόλοιπο του δανείου, που η εναγόμενη 1 εταιρεία συνήψε το 1997 και για το οποίο την είχε εγγυηθεί. Αν η εν λόγω εγγύηση καλύπτει οποιαδήποτε άλλα δάνεια παραχωρηθούν στην εναγόμενη 1 εταιρεία τότε η υπογραφή του αιτητή αποτελεί προϊόν απάτης και ψευδών παραστάσεων που έγιναν προς αυτόν από υπαλλήλους των εναγόντων, που τον διαβεβαίωναν ότι η εν λόγω εγγύηση αφορούσε μόνο το δάνειο που συνήφθη κατά το
- Επίσης, όταν η εναγόμενη 1 εταιρεία, μέσω του διευθυντή της εναγόμενου 4, εξέφρασε δυσκολία να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι των εναγόντων για το συγκεκριμένο δάνειο, ο αιτητής κατέβαλε προσπάθειες για την εξόφληση του εν λόγω δανείου, τερματίζοντας παράλληλα και το προαναφερθέν έγγραφο εγγύησης με γραπτή επιστολή του προς τους ενάγοντες κατά τον Ιούλιο του
- Συνεπώς, η εγγύηση που έχει υπογράψει ο αιτητής δεν σχετίζεται με δάνειο που συνήφθη το 2002, έχοντας τερματιστεί από αυτόν με γραπτή του ειδοποίηση προς τους ενάγοντες. Με τη θέση ότι έχει καλή υπεράσπιση ο αιτητής ζητά τον παραμερισμό της επίδικης απόφασης και όπως του επιτραπεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης των καθ' ων η αίτηση-εναγόντων που καταχωρήθηκε στις 12.10.2012 έχει ως νομικό υπόβαθρο τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5, Δ.16, Δ.17 θ.10, Δ.21 θ.θ. 1-2, Δ.26 θ.θ. 2, 10 και 14, Δ.39, Δ.40 θ.11 και Δ.48 θ.θ. 1-9, τον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν. 14/60καθώς και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, ενώ ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι ακόλουθοι: · η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη με τους διαδικαστικούς κανονισμούς και την πρακτική του Δικαστηρίου και μεταξύ άλλων βασίζεται σε λανθασμένους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας · η καταχώρηση της αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και των δικαιωμάτων του αντιδίκου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, εφόσον ο αιτητής επέδειξε μεγάλη αδιαφορία για την παρούσα αγωγή · οι ενάγοντες ακολούθησαν πάντοτε την ορθή και ενδεδειγμένη διαδικασία · ο αιτητής δεν έδωσε οποιοδήποτε ικανοποιητικό λόγο που να δικαιολογεί τη μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης · ο αιτητής απέτυχε να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλόπιστη και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση και οι σχετικοί ισχυρισμοί του είναι αόριστοι και/ή αντικρουόμενοι και/ή ατεκμηρίωτοι · υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, δηλαδή 28 μήνες από την καταχώρηση της αγωγής και/ή 24 μήνες από την επίδοση της αγωγής στον αιτητή και/ή 9 μήνες από την έκδοση της απόφασης εναντίον του, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των εναγόντων · ο αιτητής δεν κατέδειξε οποιοδήποτε σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης · ο αιτητής δεν παρουσιάζει σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αίτημα του · η υπό κρίση αίτηση αποτελεί προσπάθεια του αιτητή να δικαιολογήσει την έλλειψη ενδιαφέροντος ως προς τις υποχρεώσεις του προς τους ενάγοντες · ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες παρεμποδίζοντας τους από του να εισπράξουν το λαβείν τους από την προς όφελος τους εκδοθείσα απόφαση και · μοναδικός σκοπός του αιτούμενου παραμερισμού της απόφασης είναι να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, του Πολύδωρου Πολυδώρου, υπαλλήλου των εναγόντων, ο οποίος όπως αναφέρει γνωρίζει καλά τα γεγονότα της υπόθεσης από έγγραφα που έχει στην κατοχή του καθώς και από πληροφορίες, έχοντας λάβει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους που εκπροσωπούν τους ενάγοντες, είναι δε δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Έχοντας αναγνώσει την αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει απορρίπτει τους ισχυρισμούς του αιτητή. Εγείρει δε ως προδικαστικές ενστάσεις ότι η υπό κρίση αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας λόγω υπέρμετρης καθυστέρησης στην καταχώρηση της, ότι ο αιτητής προβάλλει ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς που αντικρούονται από τους όρους των εγγράφων που θεληματικά υπέγραψε, ότι ο αιτητής δεν βασίζει την αίτηση του στη Δ.5 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας εφόσον ισχυρίζεται ότι δεν του επιδόθηκε η αγωγή ούτε και στην Δ.33 θ.5, που αναφέρεται στη δυνατότητα καταχώρησης αίτησης παραμερισμού εντός 15 ημερών μετά την ακρόαση από διάδικο που δεν εμφανίστηκε και εκδόθηκε απόφαση εναντίον του και ότι η καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης, χωρίς ικανοποιητικό λόγο που να τη δικαιολογεί, την καθιστά παράτυπη και/ή άκυρη, προσλαμβάνουσα τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και κατάχρησης της διαδικασίας. Παραθέτοντας το ιστορικό καταχώρησης της αγωγής και με αναφορά στην νομότυπη επίδοση της στη σύζυγο και συγκάτοικο του αιτητή σύμφωνα με τη Δ.5 θ.2(I), ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι, ενόψει της παράλειψης του αιτητή να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, ορθά εκδόθηκε απόφαση εναντίον του εναγόμενου 3-αιτητή, ο οποίος κατεχώρησε πολύ καθυστερημένα την υπό κρίση αίτηση, ενόσω ήταν ενήμερος για τη διαδικασία που εκκρεμούσε εναντίον του. Η καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης προβάλλει από όσα ο αιτητής ισχυρίζεται και αφορούν τον χρόνο κατά τον οποίο περιήλθε σε γνώση του η εκδοθείσα απόφαση, οι δε ισχυρισμοί του ότι δεν περιήλθε σε γνώση του η παρούσα αγωγή λόγω του ότι βρισκόταν σε διάσταση με τη σύζυγο του είναι ανεδαφικοί, ατεκμηρίωτοι και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ακόμα και αν ο αιτητής ήταν σε διάσταση με τη σύζυγο του από το Φεβρουάριο του 2011 μέχρι και τον Απρίλιο του 2012, συμπεραίνεται ότι από το Μάιο του 2012 κατοικεί πάλι με τη σύζυγο του στο χωριό Ανάγυια, όπου ο δικαστικός επιδότης μετέβη στις 10.9.2012 για καταγραφή της κινητής του περιουσίας, γεγονός που προβάλλει από την ένορκη δήλωση του αιτητή που συνοδεύει την αίτηση αναστολής εκτέλεσης της επίδικης απόφασης ημερομηνίας 13.9.
- Εν πάση περιπτώσει, όσα ο αιτητής ισχυρίζεται δεν μπορεί να αποτελέσουν δικαιολογία για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, ο αιτητής δεν αποκαλύπτει καλόπιστη υπεράσπιση και αντίθετα προβάλλει η αδιαφορία του για την υπόθεση εφόσον γνώριζε από το 2003 ότι ο επίδικος λογαριασμός δανείου κατέστη προβληματικός. Με αναφορά σε όρους του εγγράφου εγγύησης ημερομηνίας 19.11.1997, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι οι ισχυρισμοί που ο αιτητής προβάλλει ως προς την ισχυριζόμενη υπεράσπιση είναι αβάσιμοι, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι καθώς και αντίθετοι με το υπογραφέν από αυτόν έγγραφο εγγύησης, όπως και είναι ανυπόστατος και ατεκμηρίωτος ο ισχυρισμός του αιτητή ότι απέστειλε επιστολή τερματισμού του εγγράφου εγγύησης αλλά και η θέση του ότι έκανε προσπάθειες για εξόφληση του επίδικου δανείου. Επαναλαμβάνοντας δε τους λοιπούς λόγους ένστασης, ο ενόρκως δηλών ζητά την απόρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον του αιτητή. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι ενόρκως δηλώσαντες δεν αντεξετάστηκαν. Αγόρευσαν μόνο οι συνήγοροι, οι οποίοι αφού αναφέρθηκαν στις νομικές αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης του Δικαστηρίου υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις των μερών παραπέμποντας στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τις θέσεις αυτές. Στη νομολογία γίνεται διάκριση σε σχέση με τις αιτήσεις παραμερισμού όσον αφορά τις αρχές που εφαρμόζονται ανάλογα με το κατά πόσο η απόφαση εκδόθηκε κανονικά ή όχι. Όταν πρόκειται περί αντικανονικά εκδοθείσας απόφασης (irregular judgment), όπου δηλαδή αποδεικνύεται ότι η επίδοση της αγωγής έγινε με αντικανονικό τρόπο ή όταν αναφύεται η ύπαρξη οποιασδήποτε αντικανονικότητας που να δικαιολογεί τον παραμερισμό της επίδικης απόφασης ως παράτυπης "ex debito justitiae" δεν τίθεται θέμα διακριτικής ευχέρειας και το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση χωρίς οποιοδήποτε όρο σχετικά με τα έξοδα (βλ. Γιωργαλλίδη ν. Χρίστου
(1997)1 ΑΑΔ 247, Κτηματικές Επιχειρήσεις Μάκης Αυξεντίου Λτδ ν. Ι. Κυριακίδη κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 601, Ευθυμίου ν. Χαραλάμπους
(2004)1 ΑΑΔ 700). Περαιτέρω, όταν πρόκειται για κανονικά εκδοθείσα απόφαση (regularly obtained judgment), ο παραμερισμός απόφασης που εκδίδεται ερήμην του εναγομένου είναι ζήτημα που εμπίπτει αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα ακύρωσης/παραμερισμού απόφασης έχουν αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 CLR 204. Το πρωταρχικό κριτήριο είναι η αποκάλυψη από μέρους του αιτητή καλής υπεράσπισης η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης, χωρίς να γίνεται αξιολόγηση από το Δικαστήριο οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για την ορθότητα των γεγονότων που τίθενται ενώπιον του. Το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει δύο ουσιαστικούς παράγοντες στην απονομή της δικαιοσύνης: της ανάγκης αφενός να κατοχυρώνεται αποτελεσματικά το δικαίωμα ενός διαδίκου να προβάλλει τη θέση του και της ανάγκης αφετέρου να εξασφαλίζεται η ταχεία διεξαγωγή της δικαστικής εργασίας. Το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη του επίσης τη συμπεριφορά του αιτητή. Αν η συμπεριφορά του αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου του, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση (βλ. Evans v. Bartlam
(1973)2 All E.R. 646, Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Construction
(1961)CLR 317, Christoforou v. Kyriakoullis
(1963)2 CLR 159, Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 ΑΑΔ 26, K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415 και Ζήνωνας Μερκή ν. Yiannoukkas Holiday Inns Ltd
(1994)1 AAΔ 736). Οι νομολογιακές αρχές επαναλήφθηκαν σε πληθώρα μεταγενέστερων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως στη Μούγης ν. Σπανούδη
(1996)1 ΑΑΔ 997, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.α. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 28, Eros Travel and Tours (Limassol-Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd
(1997)1 AAΔ 712, Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 941, Γερολέμου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2002)1 ΑΑΔ 818, Καλλής Ξενοφών ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1(Β) ΑΑΔ 793). Τονίστηκε δε στη νομολογία ότι τόσο η αποκάλυψη εκ μέρους του αιτητή καλής υπεράσπισης όσο και η ικανοποιητική εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης αλλά και η μη ύπαρξη αδικαιολόγητης καθυστέρησης του αιτητή να αποταθεί για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης, αποτελούν παράγοντες που καθορίζουν την απόφανση του Δικαστηρίου σε αιτήσεις αυτής της φύσεως (βλ. και Κ. Χριστοφόρου κ.α. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 86, Λουκαϊδου ν. Γερολέμου
(2000)1 ΑΑΔ 333, F.P.P. Fish Processing Ltd v. Nicolaou Aqua Culture Ltd
(2000)1 ΑΑΔ 2054, Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Τ. Γεωργίου Μαλιετζή
(2004)1 ΑΑΔ 1616). Ο αιτητής έχει το βάρος απόδειξης των πιο πάνω παραγόντων σε σχέση με τα γεγονότα που πρέπει να αποδειχθούν (βλ. Λευκίδου ν. Κανναουρίδη
(1999)1 ΑΑΔ 528). Όπως έχει νομολογηθεί για να ακυρωθεί εκδοθείσα απόφαση ο αιτητής οφείλει να πείσει πως διαθέτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην προβαλλόμενη εναντίον του απαίτηση (βλ. Φραντζής ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 ΑΑΔ 1094). Στην απόφαση Γ. Φρ. Γιωργαλλίδη ν. Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 1101, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «To Δικαστήριο εξετάζει τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιον του για να διαγνώσει αν δημιουργείται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. (Ιδε Χρυσάνθου ν. Mariala Construction Ltd, Πολιτική Έφεση 9153, ημερ. 31.10.96)». Λέχθηκε ακόμη ότι ο αιτητής πρέπει να παρουσιάζει ικανοποιητικές λεπτομέρειες για να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση. Στην παρούσα υπόθεση, εξετάζοντας αρχικά τη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η υπό κρίση αίτηση δεν βασίζεται στους ορθούς διαδικαστικούς θεσμούς κρίνεται ότι δεν μπορεί να ευσταθήσει. Όπως ορθά εισηγήθηκε η συνήγορος του αιτητή, στη νομική βάση της αίτησης περιλαμβάνεται η δικονομική διάταξη Δ.17 θ. 10 που διέπει τον παραμερισμό απόφασης λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης καθώς και η Δ.26 θ. 14 που αφορά την περίπτωση παράλειψης καταχώρησης υπεράσπισης ή γενικότερα παράλειψης, που οδήγησε στην έκδοση απόφασης. Η μη αναφορά δε της Δ.5 που αναφέρεται στην επίδοση αγωγής δεν αποτελεί παράλειψη ώστε να καθίσταται παράτυπη η αίτηση ενόσω η Δ.33 θ. 5 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση εφόσον η επίδικη απόφαση δεν εκδόθηκε λόγω μη εμφάνισης του αιτητή κατά την ακρόαση της αγωγής (βλ. Ann-Clair Devel. Ltd ν. Κυριακίδη
(1999)1(Α) ΑΑΔ 537). Αναφορικά με το κατά πόσο η επίδικη απόφαση εκδόθηκε κανονικά ή όχι θα πρέπει να αξιολογηθεί η θέση του αιτητή ότι κατά τον χρόνο της επίδοσης της αγωγής ήταν σε διάσταση με τη σύζυγο του και δεν κατοικούσε στη συζυγική κατοικία όπου και έγινε η επίδοση της αγωγής στη σύζυγο του. Προς απόδειξη της θέσης του ο αιτητής προσκόμισε βεβαίωση του Κοινοτάρχη Παλαιχωρίου (Τεκμήριο 4) με την οποία βεβαιώνεται ότι μεταξύ Φεβρουαρίου 2011 και Απριλίου 2012 ο αιτητής κατοικούσε στο χωριό Παλαιχώρι. Από τη μαρτυρία αυτή, που έμεινε αναντίλεκτη εφόσον ο αιτητής δεν αντεξετάστηκε, και ανεξάρτητα από το ότι στην ένορκη δήλωση επίδοσης της αγωγής ο ιδιώτης επιδότης περιγράφει την Γιάννα Νικολάου ως σύζυγο και «συγκάτοικο» του αιτητή-εναγόμενου 3, συνάγεται ότι ο αιτητής απέσεισε το βάρος που είχε να αποδείξει ότι δεν έλαβε γνώση της ύπαρξης της αγωγής κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεδομένου και ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν αντέκρουσαν τον εν λόγω ισχυρισμό του αιτητή. Επισημαίνεται επίσης ότι η αγωγή επιδόθηκε σε διεύθυνση διαφορετική από αυτή που καταγράφεται στον τίτλο της αγωγής, δίπλα στο όνομα του εναγόμενου 3-αιτητή, που ήταν στο Παλαιχώρι. Κρίνεται συνεπώς ότι, στην επίδοση που έγινε στην παρούσα υπόθεση αναφύεται αντικανονικότητα που δικαιολογεί τον παραμερισμό της επίδικης απόφασης, όπως κρίθηκε στις υποθέσεις στις οποίες επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου η συνήγορος του αιτητή, ειδικότερα τόσο στην υπόθεση Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1774, όσο και στην υπόθεση Οργ. Χρημ. Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Μιχαήλ
(2003)1(Β) ΑΑΔ 1044, τα γεγονότα της οποίας προσομοιάζουν με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ανεξάρτητα και πέραν των πιο πάνω, η υπεράσπιση την οποία επικαλείται ότι έχει ο αιτητής-εναγόμενος 3 στην εναντίον του απαίτηση των καθ' ων η αίτηση-εναγόντων σχετίζεται με την ισχύ του εγγράφου εγγύησης, το οποίο υπέγραψε κατά το έτος 1997 αναφορικά με δάνειο των εναγομένων 1 που συνήφθη κατά το ίδιο έτος. Ο αιτητής υποστηρίζει ότι βασίστηκε σε δηλώσεις εξουσιοδοτημένων εκπροσώπων των εναγόντων που τις θεωρεί ψευδείς και απατηλές αλλά κυρίως ότι τερμάτισε την δοθείσα εγγύηση με επιστολή του τον Ιούλιο του 2000. Δεν μου διαφεύγει ότι η προβαλλόμενη υπεράσπιση βασίζεται σε ισχυρισμούς του αιτητή, που ωστόσο παρέμειναν αναντίλεκτοι εφόσον αυτός δεν αντεξετάστηκε (βλ. Ευσταθίου κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2003)1(Β) ΑΑΔ 1007). Οι καθ' ων η αίτηση αρνούνται τους ισχυρισμούς του αιτητή με αναφορά στους όρους του εγγράφου εγγύησης υποστηρίζοντας ότι οι θέσεις του είναι ατεκμηρίωτες. Χωρίς να αξιολογείται η πιο πάνω θέση του αιτητή ως προς την ύπαρξη υπεράσπισης προκύπτει από τους ισχυρισμούς του ότι εγείρεται συζητήσιμο σημείο στην παρούσα υπόθεση που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο αιτητής προβάλλει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση (βλ. Γ. Φρ. Γιωργαλλίδη ν. Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου & Σία Λτδ (πιο πάνω) και Alpha Bank Ltd ν. Στεφάνου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 1101). Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η επίδοση της αγωγής στην παρούσα υπόθεση έγινε νομότυπα και το θέμα θα εξετάζετο στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπό το φως των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη όταν πρόκειται για κανονικά εκδοθείσες αποφάσεις, θεωρώ ότι ως προς την παράλειψη του αιτητή να εμφανιστεί και να λάβει μέρος στη διαδικασία και την εξήγηση που αυτός προβάλλει, προκύπτει ότι δίδεται ικανοποιητική εξήγηση για το γεγονός ότι δεν καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης και υπεράσπιση εκ μέρους του στην παρούσα αγωγή. Η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι ο αιτητής δεν επέδειξε ενδιαφέρον για την πορεία και εξέλιξη της παρούσας διαδικασίας μη επιδεικνύοντας ενδιαφέρον λόγω της μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης δεν με βρίσκει σύμφωνη. Αντίθετα η θέση του αιτητή ότι δεν έλαβε γνώση για την ύπαρξη της αγωγής, όπως ήδη αναλύθηκε πιο πάνω, παρέμεινε αναντίλεκτη ενώπιον του Δικαστηρίου καθότι δεν ζητήθηκε αυτός να αντεξεταστεί και μπορεί να θεωρηθεί ως ικανοποιητική δικαιολογία για την μη εμφάνιση του στη διαδικασία. Είναι η αντίληψη μου ότι δεν μπορεί να κριθεί ότι παντελώς αδικαιολόγητα ο αιτητής δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία έγκαιρα για να προβάλλει την ισχυριζόμενη υπεράσπιση του. Τα γεγονότα, όπως ήδη επεξηγήθηκε, καθιστούν αποδεκτή την προβληθείσα θέση του αιτητή για την μη εμφάνιση του στη διαδικασία και αποκαλύπτουν σοβαρό και εύλογο λόγο και ικανοποιητική δικαιολογία για την παράλειψη εμφάνισης του στο Δικαστήριο εν καιρώ, οπότε θα είχε την ευκαιρία να προβάλλει την υπεράσπιση του. Όσον αφορά τον χρόνο καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης, την οποία σύμφωνα με την εισήγηση των καθ' ων η αίτηση ο αιτητής καθυστέρησε αδικαιολόγητα να καταχωρήσει, δεν συμμερίζομαι τη θέση τους. Τα γεγονότα καταδεικνύουν ότι ο αιτητής είχε πληροφορηθεί ότι εκδόθηκε εναντίον του απόφαση στις 25.6.2012, όταν του τηλεφώνησε δικαστικός επιδότης προς εκτέλεση της επίδικης δικαστικής απόφασης. Επακολούθησε έρευνα του φακέλου της υπόθεσης από τον αιτητή και τη δικηγόρο του στις 10.7.2012, υπό τις περιστάσεις που εξέθεσε λεπτομερώς ο αιτητής και στις 20.7.2012 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Από τα γεγονότα συνάγεται ότι η παρέλευση 25 ημερών περίπου έως ότου καταχωρηθεί η υπό κρίση αίτηση, από την ημέρα που ο αιτητής είχε την πρώτη πληροφόρηση περί έκδοσης της επίδικης απόφασης με την προώθηση μέτρων εκτέλεσης της από τον δικαστικό επιδότη, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο αιτητής αδιαφόρησε για την τύχη της εναντίον του αγωγής. Ουδόλως επίσης μπορεί να συναχθεί ότι ο αιτητής προέβη στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης επιθυμώντας αποκλειστικά να αποφύγει τις συνέπειες της εκδοθείσας απόφασης εναντίον του, όπως είχε κριθεί ότι συνέβη, μεταξύ άλλων υποθέσεων, και στην υπόθεση Εταιρεία Βοθροκαθαριστών Λεμεσού "Βοθροτέξ" Λτδ ν. Πρ. Φαντάκη
(2001)1(Α) ΑΑΔ 339. Η συμπεριφορά του αιτητή-εναγόμενου 3 βάσει των πιο πάνω δεδομένων δεν καταδεικνύει την αδιαφορία του για τη δικαστική διαδικασία και τα δικαιώματα των αντιδίκων του ώστε να θεωρηθεί περιφρονητική, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Eros Travel and Tours (Limassol-Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd (πιο πάνω), Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου) (πιο πάνω), Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα ν. Ελ. Ιακώβου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 457 και Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Τ. Γεωργίου Μαλιετζή
(2004)1 ΑΑΔ 1616). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη (πιο πάνω) το Δικαστήριο μπορεί βάσιμα να απορρίψει αίτηση παραμερισμού της απόφασης όταν διαπιστώσει την «.. άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί και την αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης...» [βλ. και Χρ. Πίττας ν. UNIGOODS TRADING COMPANY LTD,
(2004)1 ΑΑΔ 1761, Μαρία Αργυρού ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 229]. Θεωρώ συνεπώς ότι, αν ετίθετο θέμα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, θα ήταν ορθό και δίκαιο να ασκηθεί αυτή υπέρ του αιτητή, σταθμίζοντας την ανάγκη τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων χάριν του δημοσίου συμφέροντος αφενός και το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί αφετέρου και συνεκτιμώντας τους καθοριστικούς προαναφερθέντες παράγοντες άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η κατάληξη αυτή θα ήταν η αρμόζουσα υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης καθότι διαφορετικά θα εστερείτο ο αιτητής-εναγόμενος 3 του συνταγματικού του δικαιώματος να ακουστεί από το Δικαστήριο για λόγους που δεν ανάγονται σε αδιαφορία του για την δικαστική διαδικασία και τα δικαιώματα των εναγόντων. Κατά συνέπεια η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού της απόφασης ημερομηνίας 14.10.2011 αναφορικά με τον αιτητή-εναγόμενο 3, χωρίς όρους εφόσον ο παραμερισμός της απόφασης διατάσσεται λόγω της παράβασης του θεμελιώδους δικαιώματος του αιτητή να λάβει γνώση της ύπαρξης της εναντίον του αγωγής. Ως προς τα έξοδα κρίνεται ορθό και δίκαιο όπως μη γίνει οποιαδήποτε διαταγή, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, θεωρώντας ότι οι ενάγοντες προχώρησαν στην έκδοση της απόφασης χωρίς να ευθύνονται ουσιαστικά οι ίδιοι για την μη ορθή επίδοση της αγωγής. Σημείωμα εμφάνισης και υπεράσπιση του εναγόμενου 3 να καταχωρηθούν εντός 15 ημερών από σήμερα. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι θεσμοί. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο