← Κύπρος

Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ν. ASPIS HOLDINGS PUBLIC COMPANY LTD, Αγωγή αρ.: 1673/2010, 20/12/2012

Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ν. ASPIS HOLDINGS PUBLIC COMPANY LTD, Αγωγή αρ.: 1673/2010, 20/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A363 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 1673/2010 Μεταξύ: Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Ενάγοντες και ASPIS HOLDINGS PUBLIC COMPANY LTD Εναγομένων 20 Δεκεμβρίου, 2012 Για τους ενάγοντες, εμφανίζεται ο κ. Α. Ρήγας για τους κ.κ. Άντης Τριανταφυλλίδης και Υιοί Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγομένους, εμφανίζεται ο κ. Ν. Γεωργίου για τους κ.κ. Καλλής και Καλλής Δ.Ε.Π.Ε. --------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες αποτελούν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου το οποίο ιδρύθηκε και λειτούργησε, έως και τις 9.7.2009, δυνάμει του περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (Σύσταση και Αρμοδιότητες) Νόμου του 2001 (Ν.64(Ι)/2001). Στις 10.7.2009 τέθηκε σε ισχύ ο περί Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Νόμος του 2009 (Ν.73(Ι)/2009)ο οποίος κατήργησε και αντικατέστησε το Ν.64(Ι)/2001. Έκτοτε οι ενάγοντες λειτουργούν δυνάμει του Ν.73(Ι)/2009. Διά της απόφασης τους ημερ. 6.4.2009 οι ενάγοντες επέβαλαν στους εναγομένους, μία δημόσια εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στη Δημοκρατία της οποίας οι τίτλοι είναι εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, διοικητικό πρόστιμο ύψους €30.000. Οι εναγόμενοι δεν εξόφλησαν το πρόστιμο αυτό και οι ενάγοντες κατεχώρισαν, στις 4.3.2010, την προκείμενη αγωγή με σκοπό την είσπραξή του. Ας σημειωθεί πως ως έρεισμα της επιλογής τους να προσφύγουν στο Πολιτικό Δικαστήριο οι ενάγοντες επικαλούνται το άρθρο 39

(2)(α) του ισχύοντος Ν.73(Ι)/2009. Οι εναγόμενοι αρνούνται την αξίωση των εναγομένων και ζητούν απόρριψη της αγωγής. Επικαλούμενοι το άρθρο 41
(2)του προϊσχύσαντος Ν.64(Ι)/2001, το οποίο όριζε πως τα διοικητικά πρόστιμα, τα οποία επέβαλλαν οι ενάγοντες ως διοικητικές κυρώσεις, εισεπράττοντο «..ως χρηματικές ποινές επιβαλλόμενες από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της ποινική τους δικαιοδοσίας.», ισχυρίζονται πως το παρόν Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να επιληφθεί της επίδικης διαφοράς. Διά της τελικής αγόρευσης των ευπαίδευτων συνηγόρων τους οι εναγόμενοι περιορίζουν και συγκεκριμενοποιούν την υπεράσπιση ως εξής: «Οι όροι και οι προϋποθέσεις έκδοσης της συγκεκριμένης διοικητικής πράξης εμπεριέχονται στο Ν.64
(1)/2001 και δεν είναι άλλοι από την είσπραξη του ποσού ως χρηματική ποινή επιβαλλόμενη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της Ποινικής του Δικαιοδοσίας. Ως εκ τούτου θα έπρεπε το ποσό να εισπραχθεί σαν χρηματική ποινή επιβαλλόμενη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της ποινικής του δικαιοδοσίας. Ως εκ τούτου το (παρόν) Δικαστήριο..δεν έχει δικαιοδοσία στην παρούσα υπόθεση, αλλά δικαιοδοσία έχουν τα ποινικά Δικαστήρια για είσπραξη του ποσού στην άσκηση της ποινικής τους δικαιοδοσίας» Η ακροαματική διαδικασία υπήρξε σύντομη. Περιορίσθηκε στην από κοινού κατάθεση εγγράφου περιέχοντος παραδεκτά γεγονότα (τεκμήριο 1). Το έγγραφο αυτό (τεκμήριο 1) καταγράφει τα ακόλουθα, τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου: «...... 1. Οι ενάγοντες αποτελούν οργανισμό δημοσίου δικαίου ο οποίος λειτουργούσε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο δηλαδή κατά την ημερομηνία λήψεως της ατομικής διοικητικής πράξης και της κοινοποιήσεως αυτής ως αναφέρεται στις παραγράφους 7 και 8 κατωτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (Σύσταση και Αρμοδιότητες) Νόμου 64
(1)2001. Ο Ν. 64
(1)2001 καταργήθηκε με τον Ν. 73
(1)2009 ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 10/7/
  1. Η εναγόμενη είναι δημόσια εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, με αριθμό εγγραφής C 85806, οι τίτλοι της οποίας είναι εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου.
  2. Η εναγόμενη, σε ανακοίνωση της ημερομηνίας 27 Αυγούστου 2008 έκανε αναφορά σε υποτιθέμενη θετική έκθεση του οίκου Fitch για την οικονομική κατάσταση της εταιρείας Commercial Value Α.Α.Ε.
  3. Κατά παράβαση των άρθρων 19 και 20
(1)(γ) του Νόμου Περί των Πράξεων Προσώπων που Κατέχουν Εμπιστευτικές Πληροφορίες και των Πράξεων Χειραγώγησης της Αγοράς Ν.116(Ι)/2005ως τροποποιήθηκε («Ν116(Ι)/2005»), η εναγόμενη, διέδιδε πληροφορίες οι οποίες έδιδαν και/ή είχαν σκοπό να δώσουν ψευδείς ή παραπλανητικές ενδείξεις σχετικά μα τα χρηματοοικονομικά της εταιρείας, ενώ αυτή γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι οι πληροφορίες ήταν ψευδείς ή παραπλανητικές.
  1. Οι ενάγοντες με επιστολή τους προς την εναγόμενη ημερομηνίας 2 Σεπτεμβρίου 2008 ζήτησαν πληροφορίες και/ή τεκμηρίωση αναφορικά με την εν λόγω δήλωση της ημερομηνίας 27 Αυγούστου
  2. Η εναγόμενη με την απαντητική της επιστολή ημερομηνίας 10 Σεπτεμβρίου 2008 δεν προσκόμισε οποιαδήποτε εξήγηση με την οποία να συνάδει η δήλωση της με το περιεχόμενο της έκθεσης του οίκου Fitch.
  3. Οι ενάγοντες σε συνεδρία τους κατά ή περί την 6 Απριλίου 2009 αποφάσισαν την επιβολή διοικητικών κυρώσεων στην εναγόμενη ύψους €30.000 λόγω της πιο πάνω παράβασης βάσει του άρθρου 23 του Νόμου Περί των Πράξεων Προσώπων που Κατέχουν Εμπιστευτικές Πληροφορίες και των Πράξεων Χειραγώγησης της Αγοράς.
  4. Οι ενάγοντες κοινοποίησαν την εν λόγω απόφαση τους και το σχετικό τιμολόγιο υπ' αρ. 1460 προς την εναγόμενη με επιστολή τους ημερομηνίας 19 Μαΐου
  5. Οι ενάγοντες με διπλοσυστημένη επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 24 Σεπτεμβρίου 2009 κάλεσαν την εναγόμενη όπως προβεί σε πλήρη εξόφληση των ανωτέρω οφειλών της εντός 10 ημερών από τη λήψη της επιστολής τους.
  6. Η εναγομένη παρέλαβε την εν λόγω επιστολή την 14 Οκτωβρίου
  7. Η εναγόμενη παρέλειψε και/ή αρνήθηκε και/ή αμέλησε να καταβάλει το πιο πάνω ποσό και/ή οποιοδήποτε μέρος τούτων προς τους ενάγοντες και/ή να εξοφλήσει το σχετικό τιμολόγιο και/ή οποιοδήποτε μέρος τούτου καθιστώντας το ποσό εισπρακτέο δυνάμει του άρθρου 46
(2)του Νόμου Περί των Πράξεων Προσώπων που Κατέχουν Εμπιστευτικές Πληροφορίες και των Πράξεων Χειραγώγησης της Αγοράς και του άρθρου 39
(2)του Νόμου της Κεφαλαιαγοράς.» Κατά την ακροαματική διαδικασία της 5.11.2012 δηλώθηκε, επίσης ως παραδεκτό, το γεγονός πως η διοικητική απόφαση ημερ. 6.4.2009 προσεβλήθηκε με την προσφυγή αρ. 1005/
  1. Η προσφυγή αρ. 1005/2009 απερρίφθηκε στις 20.12.2010 και δεν κατεχωρίστηκε έφεση. Έχω μελετήσει τα επίδικα ζητήματα υπό το πρίσμα και των εκατέρωθεν αγορεύσεων: Σημειώνω κατ' αρχάς πως εφ' όσον «το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος» (απόφαση στην Έφεση αρ. 23/2010 Ανδρέας Δημητρίου, άλλως Ανδρέας Δημητρίου Στυλιανού ν. Αικατερίνη Δημητρίου, ημερ. 8.5.2012), ορθώς οι ενάγοντες προέκριναν την καταχώριση αγωγής. Και αυτό γιατί στις 4.3.2010, ημερομηνία κατά την οποίαν οι ενάγοντες προσέφυγαν στη δικαιοσύνη επιδιώκοντας την είσπραξη του επίδικου διοικητικού προστίμου, ισχύον δίκαιο αποτελούσε (και εξακολουθεί να αποτελεί) ο Ν.73(Ι)/2009και όχι ο Ν. 64(Ι)/
  2. Το δε άρθρο 39
(2)(α) του Ν. 73(Ι)/2009 ρητώς ορίζει την αγωγή ως το ένδικο μέσο διά του οποίου δύναται να επιδιωχθεί η είσπραξη διοικητικού προστίμου επιβληθέντος από τους ενάγοντες. Το γεγονός ότι, στην προκείμενη περίπτωση, η κρίσιμη διοικητική απόφαση λήφθηκε στις 6.4.2009 και κοινοποιήθηκε στους εναγομένους στις 19.5.2009, ημερομηνίες κατά τις οποίες ίσχυε ο, εν τέλει, καταργηθείς Ν.65(Ι)/2001, δεν επηρεάζει το δικαίωμα των εναγόντων να επιδιώξουν την είσπραξη του επιβληθέντος διοικητικού προστίμου διαμέσου της δικαστικής διαδικασίας την οποίαν καθιερώνει ο ισχύον Ν.73(Ι)/2009. Και αυτό για τους εξής λόγους: Πρώτον, το επίδικο διοικητικό πρόστιμο, ως ατομική διοικητική πράξη εκδοθείσα από τους ενάγοντες, εξακολουθεί να ισχύει, εντός του υφιστάμενου νομικού πλαισίου το οποίο καθιερώνει ο Ν.73(Ι)/2009, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που αυτό εξεδόθηκε (άρθρο 59
(2)του Ν.73(Ι)/2009). Δεύτερον, οι διατάξεις του άρθρου 39
(2)(α) του Ν.73(Ι)/2009 αποτελούν διατάξεις διαδικαστικής/δικονομικής φύσης εφ' όσον καθορίζουν το είδος του ένδικου βοηθήματος διαμέσου του οποίου θα επιδιωχθεί η είσπραξη επιβληθέντος διοικητικού προστίμου. Ως τέτοιες οι διατάξεις του άρθρου 39
(2)(α) έχουν αναδρομική ισχύ, δηλαδή εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις είσπραξης διοικητικού προστίμου το οποίο επεβλήθηκε επί τη βάσει του προϊσχύσαντος Ν.64(Ι)/2001(American Express v. Pavemar Hotels Limited
(1992)1 C.L.R. 1204, Χριστοφίδης ν. Παττίχη
(2002)1 Α.Α.Δ. 245). Η αναδρομική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 39
(2)(α) είναι εφικτή εφ' όσον ο Ν.73
(1)/2009 δεν προβλέπει το αντίθετο και εφ' όσον δεν συντρέχει λόγος για το αντίθετο (Πετρώνδα ν. Δημοκρατίας
(2005)3 Α.Α.Δ. 293). Επιπλέον της κατάληξής μου για την ορθότητα του ένδικου μέσου της αγωγής και, κατ' ακολουθίαν, για την αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου να επιληφθεί της επίδικης διαφοράς, διαπιστώνω πως όσα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα, τα οποία αποτελούν και πραγματικά ευρήματα του Δικαστηρίου, επαρκούν για να θεμελιώσουν την αξίωση των εναγόντων. Η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων για το ποσόν των €30.000 το οποίον θα φέρει τόκον με νόμιμο επιτόκιο από τις 4.3.2010, ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, μέχρι την εξόφλησή του. Τα έξοδα της διαδικασίας, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων. (Υπ.)............. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.