ALPHA BANK LTD ν. Σάββα Σαββίδη, Αρ. Αγωγής: 1438/05, 6/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A342 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1438/05 Μεταξύ: ALPHA BANK LTD Ενάγουσας -και-
- Σάββα Σαββίδη
- Χριστίνας Σαββίδου
- Δημήτρη Πολυκάρπου και Σοφοκλή Σαββίδη ως διαχειριστές της περιουσίας της Φαίδρας Πολυκάρπου, αποβιωσάσης
- Σοφοκλή Σαββίδη
- Δημήτρη Πολυκάρπου Εναγομένων Ημερομηνία: 6.12.2012 Αίτηση ημερομηνίας 15.10.2012 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 1-Αιτητή: κ. Κ. Σαββίδης Για την Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση: κα Λ. Δικωμίτου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο εναγόμενος 1-αιτητής ζητά την τροποποίηση της υπεράσπισης του. Προτού αναφερθώ στην ουσία της αίτησης κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ με συντομία στο ιστορικό της υπόθεσης. Με την υπό κρίση αγωγή οι ενάγοντες αξιώνουν το ποσό των Λ.Κ.54.419,57 πλέον τόκο προς 12% ετησίως από 1.7.04 μέχρι 30.11.04 και 13% από 1.12.04 μέχρι εξοφλήσεως, ως υπόλοιπο δανείου και ή πιστωτικών διευκολύνσεων και Λ.Κ.4.798,60 πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 1.10.04 μέχρι εξοφλήσεως. Ζητούν περαιτέρω διατάγματα πώλησης μεριδίων υποθηκευμένων κτημάτων που ανήκουν στον πρωτοφειλέτη. Οι εναγόμενοι 1 και 2 κατεχώρησαν υπεράσπιση την 3.3.2006 και με αυτή προβάλλουν σωρεία λόγων για απόρριψη της αγωγής. Την ίδια ημέρα κατεχώρησαν υπεράσπιση και οι εναγόμενοι 3, 4 και
- Έκτοτε η υπόθεση αναβλήθηκε πολλές φορές μετά από σχετικά αιτήματα που υπέβαλαν οι εναγόμενοι. Τη 9.10.2012 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα τροποποίησης του τίτλου της αγωγής δια της απαλείψεως του ονόματος του εναγομένου 5 και της αντικατάστασης του με τον Επίσημο Παραλήπτη σαν διαχειριστή της περιουσίας του. Μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων ο εναγόμενος 1, Σάββας Σαββίδης, κατεχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά: «Α.
- Τροποποίηση της Εκθέσεως Απαιτήσεως των Εναγομένων 1, 2 της ανωτέρω αγωγής ημερομηνίας 25.9.2012 δια της προσθήκης υπεράσπισης και του εναγομένου 4 ως εγγυητού, εκεί όπου αναφέρονται οι εναγόμενοι 1 και 2». Αιτείται επίσης την προσθήκη προδικαστικών ενστάσεων «.υπό των εναγομένων 1, 2 και 4». Κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσιες τις προδικαστικές ενστάσεις. «2(α) Η Ενάγουσα εμποδίζεται να εγείρει την παρούσα αγωγή καθότι ευρίσκεται προ ESTOPEL, δημιουργουμένου δια συμπεριφοράς και/ή δια συμπεριφοράς και εγγράφων τα οποία υπέγραψε και δεν τήρησε με τα αντισυμβαλλόμενα μέρη τους Εναγόμενους 1, 2 και 4 πριν την έγερση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Αγωγής. (β) Η παρούσα αγωγή αποτελεί κατάχρηση δικαστικής εξουσίας και/ή δικαστικής διαδικασίας (ABUSE OF PROCESS OF THE COURT). (γ) Οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας δεν δύνανται να στηρίξουν την αγωγή και τις απαιτήσεις της καθότι είναι ανεπαρκείς κατά τον νόμο και ουσία (SUFFICIENT IN POINT OF LAW TO SUSTAIN THE ACTION). (δ) Υπό τις περιστάσεις και το πρίσμα των γεγονότων η Ενάγουσα είναι ένοχος μακράς καθυστερήσεως (GUILTY OF LATCHES) καθότι δεν παραχώρησε τα εκ των υπογραφέντων συμβολαίων δικαιώματα των Εναγομένων 1, 2 και 4 να τα ασκήσουν για να εξοφλήσουν έγκαιρα τις τυχόν υποχρεώσεις του. (ε) Η παρούσα αγωγή είναι ενοχλητική, εκδικητική και πεισματική και/ή εκβιαστική (FRIVOLOUS AND VEXATIOUS). (στ) Οι τέως διαχειριστές της Φαίδρας Πολυκάρπου (διαχείριση 199/01) αρ3 Δημήτρης Πολυκάρπου και Σοφοκλής Σαββίδης δεν ήσκησαν τα δικαιώματα τους ως έδει, λόγω αδράνειας και/ή ανικανότητας ή/και παρεμποδιζόμενοι από την Ενάγουσα να εκτελέσουν τα γραπτώς συμπεφωνημένα με αποτέλεσμα να επιδεινώνεται επί τα χείρω η διαχείριση και να επιβαρύνεται η οικονομική κατάσταση των Εναγομένων 1, 2 και 4 άνευ ευλόγου αιτίας». Ζητά επίσης όπως η παράγραφος 16 της υπεράσπισης διαγραφεί και αντικατασταθεί με τις πιο κάτω υποπαραγράφους τις οποίες παραθέτω αυτούσιες. «Β(α) Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά και/ή άνευ βλάβης των ανωτέρω ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι κι αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι συνάφθηκε έγκυρα η σύμβαση της 2.6.98 το χρεωστικό υπόλοιπο που αναγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης (Α), (Β) και στις Λεπτομέρειες, παραγράφους 3, 9, 12, 13 είναι αποτέλεσμα παράνομου ανατοκισμού και/ή τόκου επί τόκου που η Ενάγουσα μονομερώς χρέωνε τους Εναγομένους 1 και 2 και 4 άνευ νομίμου ανταλλάγματος που σύμφωνα με τη συναφθείσα συμφωνία με την LOMBARD NATWEST BANK LTD έχει δεσμευτική υποχρέωση να τιτλοποιήσει στον Εναγόμενο 1 στις 9.9.04, όταν εξεδόθησαν οι τίτλοι στα οικόπεδα-10570 Φ/ΣΧ26/51 τεμάχια 560 και 561 στην Πόλη Χρυσοχούς για να τα αξιοποιήσει και/ή να τα πωλήσει και/ή να εξοφλήσει το χρέος του με εμφανή την προοπτική κέρδους. (β) Η ενάγουσα παρόλο που είχε εξασφαλίσει όλα τα εχέγγυα που αναφέρει στη παράγραφο 8 α) και β) σελίδα 3, στην Έκθεση Απαίτησης της δεν τα αξιοποίησε προς το καλώς νοούμενο συμφέρον του Εναγόμενου 1 αλλά αντίθετα έκαμε κατάχρηση τούτων εις βάρος του Εναγόμενου 1 με σκοπό την εκμετάλλευση και/ή την «καταλήστευση» του. (γ) Η προϋπάρχουσα παρ. 16 - πριν την προτεινόμενη τροποποίηση - να παραμείνει ως έχει στο περιεχόμενο αλλά να μετακινηθεί στη σειρά κατάταξης και να αναριθμηθεί σε παράγραφο
- (δ) Ο Εναγόμενος 1 (πρωτοφειλέτης) πώλησε στις 7.11.2006 το επίδικο ακίνητο, διαμέρισμα Α 201, 2ος όροφος ως τούτο περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης παρ. 8α, έναντι ποσού £45.000- αλλά η Ενάγουσα δεν το αποδέσμευε ή και επέτρεπε την πώληση του μεμονωμένα ή και σε ιδιωτικό πλειστηριασμό του όλου οικοδομήματος (πολυκατοικίας) παρά μόνο με δημόσιο τοιούτο με αποτέλεσμα η πώληση αργότερα να ακυρωθεί εις βάρος του Εναγόμενου 1». Η αίτηση υπογράφεται από το Κυριάκο Σαββίδη, αναγράφεται το όνομα του πιο πάνω προσώπου και αμέσως πιο κάτω η φράση «δικηγόρος εναγομένων 1, 2 και 4». Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του εναγομένου 1, Σάββα Σαββίδη. Ο ομνύοντας αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ότι τα στοιχεία που ζητά να προσθέσει στην ένορκη δήλωση αποτελούν νέα στοιχεία που προέκυψαν μετά το
- Αναφέρει περαιτέρω ότι η υπεράσπιση των εναγομένων 1 και 2 καταχωρήθηκε «.χωρίς να υπάρχει υπεράσπιση του εναγομένου 4 τον οποίο εκπροσωπεί ο δικηγόρος μου κ. Σαββίδης ο οποίος είναι αναγκαίο να συμπεριληφθεί στην παρούσα Υπεράσπιση». Η αιτούμενη τροποποίηση σύμφωνα με τον ομνύοντα είναι απαραίτητη δια την απρόσκοπτη προώθηση της ακροαματικής διαδικασίας. Καταχωρήθηκε καλόπιστα, «.χωρίς καμία πρόθεση να καθυστερήσουν και να επηρεάσουν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τη δικαστική διαδικασία». Οι ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση κατεχώρησαν ένσταση στην υπό κρίση αίτηση. Εισηγούνται ότι είναι κακόπιστη και καταχωρήθηκε καθυστερημένα με σκοπό την καθυστέρηση της ακροαματικής διαδικασίας. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι αναγκαία ενώ τα γεγονότα που ζητά ο αιτητής να εισαγάγει με την αιτουμένη τροποποίηση ήταν γνωστά εξ αρχής. Αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου οι καθ΄ ων η αίτηση εισηγήθηκαν πέραν των πιο πάνω ότι εφόσον η αίτηση τροποποίησης γίνεται εκ μέρους του εναγομένου 1 μόνο, δεν δύναται να αιτείται την τροποποίηση της υπεράσπισης των εναγομένων 2 και
- Αρχίζοντας από το τελευταίο θέμα είναι γεγονός ότι η αίτηση καταχωρήθηκε από τον εναγόμενο 1, και ότι αυτός ζητά τροποποίηση της υπεράσπισης που καταχωρήθηκε εκ μέρους του ιδίου και της εναγομένης 2 και παράλληλα ζητά όπως ο εναγόμενος 4 «συμπεριληφθεί» στην νέα τροποποιημένη υπεράσπιση που θα καταχωρηθεί. Το θέμα αυτό δεν είχε εγερθεί στην ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση κρίνω όμως ότι είναι θέμα το οποίο θα μπορούσε να εγερθεί από το ίδιο το Δικαστήριο, καθότι αφορά στην ουσία θέμα δικαιοδοσίας. Ήτοι, κατά πόσο το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τροποποίηση δικογράφου η οποία καταχωρήθηκε από δύο διαδίκους και η αίτηση υποβάλλεται μόνο από τον ένα και παράλληλα να διατάξει όπως στην τροποποιηθείσα υπεράσπιση συμπεριληφθεί και τρίτος διάδικος ο οποίος κατεχώρησε ξεχωριστό δικόγραφο. Η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι αρνητική. Δεν μπορεί ένας εναγόμενος να δεσμεύει με τις ενέργειες του δύο άλλους διάδικους και παράλληλα δεν είναι δυνατόν με την υπό κρίση αίτηση να ζητείται στην ουσία όπως η υπεράσπιση που κατεχώρησε ο εναγόμενος 4 μαζί με δύο άλλους εναγόμενους αγνοηθεί, καθ΄ ην έκταση αυτή αφορά τον εναγόμενο 4 και αυτός «συμπεριληφθεί» στη νέα τροποποιημένη υπεράσπιση. Το Δικαστήριο δεν έχει κατά την άποψη μου δικαιοδοσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, δεν θα είχε ακόμη και στη περίπτωση που οι καθ΄ ων η αίτηση συμφωνούσαν με το διάβημα αυτό. Σε σχέση δε με την ουσία της αίτησης θα συμφωνήσω με τη θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι η αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα χωρίς να δοθεί ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει τροποποίηση διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.25 θ1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Είχα την ευκαιρία να αναφερθώ στις αρχές που διέπουν το θέμα σε πρόσφατη απόφαση μου, δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στον παράγοντα της καθυστέρησης. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα αυτούσιο. Η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση στο γενικό κανόνα αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής[1]. Η σύγχρονη τάση είναι ότι μια τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται έστω και αν διαπιστώνεται ότι υπήρξε κάποια αμέλεια ή καθυστέρηση στην προώθηση της νοουμένου όμως ότι δεν θα προκληθεί δυσχέρεια στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε ν΄ αποκατασταθεί με την καταβολή των εξόδων και ότι δεν πρόκειται για κακόπιστη ή αχρείαστη τροποποίηση ή για τροποποίηση που τείνει να περιπλέξει τα επίδικα θέματα[2]. Η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης ως αναφέρω και ανωτέρω δεν είναι εκ προοιμίου επιλήψιμη, αποτελεί όμως παράγοντα που συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία σαν λογική απόρροια των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια. Η διασφάλιση του δικαιώματος αυτού αποτελεί ευθύνη του Δικαστηρίου[3]. Όταν η αίτηση καταχωρείται σε καθυστερημένο στάδιο, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη «γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης[4]». Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει ν΄ αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος για την τροποποίηση[5]. Κατά την εξέταση του παράγοντα αυτού, ήτοι της καθυστέρησης λαμβάνεται υπόψη μεταξύ άλλων η συμπεριφορά των μερών. Με την υπό κρίση αίτηση ο αιτητής εγείρει έξι συνολικά προδικαστικά σημεία, τα οποία παραθέτω αυτούσια ανωτέρω, χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση γιατί ανέμενε επτά χρόνια για να εγείρει το θέμα της καθυστέρησης, της καταχρηστικής διαδικασίας και της δημιουργίας κωλύματος estoppel. Καμία εξήγηση δίδει επίσης γιατί δεν ήγειρε εξ αρχής στην υπεράσπιση που κατεχώρησε το θέμα του παρανόμου ανατοκισμού ή της «δεσμευτικής υποχρέωσης» που είχαν οι ενάγοντες σύμφωνα με τη θέση του, να τιτλοποιήσουν στον εναγόμενο 1, τη 9.9.04 τα τεμάχια στην πόλη της Χρυσοχούς που περιγράφονται στην παράγραφο Β(α) της αιτήσεως. Σε σχέση δε με το διαμέρισμα αντικείμενο της παραγράφου Β(δ), της αίτησης που σύμφωνα με τον εναγόμενο 1-αιητή πωλήθηκε την 7.11.2006 και το οποίο οι ενάγοντες παρέλειψαν να αποδεσμεύσουν, παρατηρώ ότι και σε αυτή την περίπτωση ο εναγόμενος 1 παρέλειψε να δικαιολογήσει γιατί δεν ζήτησε έγκαιρα να υποβάλει το σχετικό αίτημα. Ως αναφέρω και ανωτέρω όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, τόσο μεγαλύτερο είναι και το βάρος που θα πρέπει ν΄ αποσείσει ο αιτητής. Στην παρούσα υπόθεση το βάρος είναι πολύ μεγάλο λαμβάνοντας υπόψη ότι η αγωγή καταχωρήθηκε πριν επτά περίπου έτη και τα πλείστα γεγονότα, πλην του τελευταίου θέματος, ήταν γνωστά στον αιτητή πριν την καταχώρηση της υπεράσπισης. Το τελευταίο θέμα ήταν γνωστό στον αιτητή από το 2006 αλλά αυτός παρέλειψε να λάβει οποιαδήποτε μέτρα και επέλεξε να το εγείρει μετά από έξι και πλέον έτη. Καταλήγω ότι υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος για την οποία δεν δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] Βλέπετε σχετικά Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στυλιανού Σάββα
(1992)1 ΑΑΔ 704, 707. [2] Βλέπετε σχετικά Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 394, Halsbury's Laws of England 4η έκδοση, τόμος 37, παρ. 272, The Annual Practice 1958, 621. [3] Χρίστου v. Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, 707. [4] Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 223, 228 και SABA & Co (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1984)1 ΑΑΔ 426. [5] Απόσπασμα από τη Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1 E AAΔ. Βλέπετε επίσης Γραμμές Στρίντζη v Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο