← Κύπρος

OJSC TNK-BP HOLDING κ.α. ν. BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD, Αρ. Αγωγής: 7235/12, 7/12/2012

OJSC TNK-BP HOLDING κ.α. ν. BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD, Αρ. Αγωγής: 7235/12, 7/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A344 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7235/12 Μεταξύ 1. OJSC TNK-BP HOLDING 2. TOC INVESTMENTS CORPORATION Εναγόντων - Αιτητών Και BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση ----------------------- Ημερομηνία: 7 Δεκεμβρίου, 2012. Αίτηση ημερομηνίας 23.10.12 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τους Αιτητές/Ενάγοντες : κ. Σ. Πίττας για Σωτήρης Πίττας & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόμενους: κα Μ. Ναθαναήλ, για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Οι Ενάγοντες κίνησαν την παρούσα αγωγή εναντίον της Τράπεζας Κύπρου με την οποία ζητούν Διατάγματα αποκάλυψης, Διάταγμα που να επιτρέπει τη χρήση οποιωνδήποτε πληροφοριών και εγγράφων που θα αποκαλυφθούν από την Τράπεζα Κύπρου σε εκκρεμούσες δικαστικές διαδικασίες στην Αγγλία ως και στην καταχώρηση νέων αγωγών στην Αγγλία ή στη Ρωσική Ομοσπονδία ή σε οποιαδήποτε άλλη χώρα του κόσμου. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Παράλληλα με την αγωγή οι Ενάγοντες καταχώρησαν την ίδια μέρα μονομερή Αίτηση η οποία βασίζεται στη Δ.39, Δ.48, θθ1-3, 8 και 9 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα Άρθρα 29, 31 και 32 του Ν. 14/60, στα Άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6, στο Άρθρο 31 του ΕΚ 44/01, στο Κοινοδίκαιο και στις αρχές Επιείκειας και στις νομικές αρχές που αφορούν την έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal επιζητώντας την έκδοση των ιδίων ως και στην αγωγή διαταγμάτων. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Richard Steward ημερ. 23.10.12 στην οποία αναφέρονται, βασικά, τα εξής: ü Οι Ενάγουσες 1 και2 είναι Ρωσικές εταιρείες και ανήκουν στο Ρωσικό Όμιλο ΤΝΚ-ΒP Group που είναι μεταξύ των (δέκα) 10 μεγαλύτερων ιδιωτικών εταιρειών στον κόσμο στην παραγωγή πετρελαίου[1]. ü Ο Igor Lazurenko από το Σεπτέμβριο του 2003 μέχρι Μάρτιο/Απρίλιο του 2012 ήταν υπάλληλος της εταιρείας Management που ανήκει στον Όμιλο ΤΝΚ-ΒΡ και ήταν υπεύθυνος για τη διαπραγμάτευση και έλεγχο των προσφορών για συμβόλαια μεταφοράς προϊόντων πετρελαίου εκ μέρους εταιρειών του Ομίλου ΤΝΚ-ΒΡ[2]. ü Γύρω στο Μάρτιο του 2012 ο εκτελεστικός Διευθυντής της Management κ. German Khan προσεγγίσθη από τον κ. Konstantin Nikolaev που είναι ένας από τους ιδιοκτήτες του Ομίλου Ν-Trans Group που είναι μια μεγάλη ιδιωτική επιχείρηση, ιδιοκτήτρια Ρωσικών εταιρειών που ασχολούνται με τις εργασίες της μεταφοράς με τρένα (rail freight business) σ΄ όλη τη Ρωσία και άλλες Δημοκρατίες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης (CIS)[3]. ü Ο κ. Nikolaev πληροφόρησε τον κ. Khan ότι αρχές του 2010 ο κ. Lazurenko πλησίασε τα πρόσωπα με τα οποία συναλλάσσετο και διαπραγματεύετο στις εταιρείες του κ. Nikolaev και ισχυριζόμενος ότι ενεργούσε εκ μέρους και εν γνώσει του κ. Khan ζήτησε πληρωμή χρηματικών ποσών για να μπορούν οι εταιρείες του κ. Nikolaev να κάνουν επικερδείς συναλλαγές με τον Όμιλο ΤΝΚ-ΒΡ[4]. ü Ο κ. Nikolaev επιβεβαίωσε στον κ. Khan ότι πληρωμές ποσού περίπου US$8.000.000 έγιναν από εταιρείες του κ. Nikolaev στον κ. Lazurenko. Περίπου US$4.000.000 πληρώθηκε σε μετρητά και περίπου US$ 4.000.000 πληρώθηκε με εμβάσματα. Ο κ. Nikolaev παρέδωσε στον κ. Khan έγγραφα που αποδεικνύουν τα εμβάσματα σε διάφορες εταιρείες χωρίς να διευκρινίσει ποιες συγκεκριμένες εταιρείες και συμφωνίες είχαν επηρεασθεί από τις απαιτήσεις του κ. Lazurenko[5]. ü Κατόπιν των πιο πάνω έγινε συνάντηση μεταξύ του κ. Khan και του κ. Lazurenko. Ενώ στην αρχή ο κ. Lazurenko αρνήθηκε τη διάπραξη οποιασδήποτε αδικοπραξίας αργότερα στη διάρκεια περαιτέρω συναντήσεων που έγιναν Μάρτιο-Απρίλιο του 2012 παραδέχθηκε ότι χρωστούσε στον Όμιλο ΤΝΚ-ΒΡ US$8 εκατομμύρια και πρόσφερε ακίνητα στη Μόσχα που ήταν επ΄ ονόματι του και επ΄ ονόματι μελών της οικογένειας του ως αποζημίωση. Ετοιμάσθηκαν έγγραφα προς υλοποίηση της πρότασης του κ. Lazurenko αλλά η ΤΝΚ-ΒΡ αρνήθηκε να δεχθεί την αποζημίωση που προσέφερε προς πλήρη και τελική διευθέτηση όλων των απαντήσεων εναντίον του κ. Lazurenko και, τελικώς, δεν υπεγράφησαν οποιαδήποτε έγγραφα[6]. ü Στις 11.4.12 ο κ. Khan απάντησε του κ. Zoran Becirovic που είναι επιχειρηματίας στο Μαυροβούνιο ο οποίος του ανέφερε ότι είχε συνάντηση με τον κ. Lazurenko το 2002 όταν ο τελευταίος έψαχνε για επενδυτικές ευκαιρίες στο Μαυροβούνιο. Ο κ. Lazurenko παρουσίασε τον εαυτό του ότι εκπροσωπούσε τον κ. Khan και ότι ο κ. Khan ήθελε να κάνει κοινοπραξία με τον κ. Becirovic για την αγορά του ξενοδοχείου Avala στις ακτές του Μαυροβουνίου. Η βάση της κοινοπραξίας θα ήταν ότι ο κ. Khan θα χρηματοδοτούσε το έργο και ο κ. Becirovic θα παρείχε τη γνώση της αγοράς και τη διαχείριση. Τελικώς ο κ. Becirovic νομιζόμενος ότι συναλλάττετο με τον κ. Khan συμφώνησε με τον κ. Lazurenko να συνάψουν συνεταιρισμό χρησιμοποιώντας την αγγλική εταιρεία Beppler & Jacobson Ltd (BJUK) ως όχημα για να αποκτήσουν το ξενοδοχείο AVALA[7]. ü Ο ανωτέρω συνεταιρισμός απέκτησε μεταγενέστερα και το ξενοδοχείο Bianca όπως και άλλα ακίνητα στο Μαυροβούνιο. ü Ο κ. Khan δεν γνώριζε για τις ανωτέρω επενδύσεις και επιχειρήσεις στο Μαυροβούνιο. Ουδέποτε δε είχε διορίσει τον κ. Lazurenko ως τον αντιπρόσωπο του αναφορικά με τα ιδιωτικά οικονομικά συμφέροντα του[8]. ü Όταν ο κ. Lazurenko ρωτήθηκε από τον κ. Khan για τα πιο πάνω (τους ισχυρισμούς του κ. Becirovic) αρνήθηκε ότι είχε αναφέρει ποτέ στον κ. Becirovic ότι εκπροσωπούσε τον κ. Khan[9]. ü Συνολικά ο κ. Lazurenko έμβασε ποσό US$78.500.000 για να χρηματοδοτηθούν οι πιο πάνω επενδύσεις[10]. ü Στις 26.3.12 ο κ. Lazurenko ζήτησε και έλαβε άδεια χωρίς αποδοχές από τη Management και στις 26.4.12 κατάθεσε τη γραπτή παραίτηση του, αμέσως δε εγκατάλειψε τη Ρωσία[11]. ü Στην Αγγλία εκκρεμούν οι ακόλουθες δικαστικές διαδικασίες: (
  2. i)Η αγωγή "Caldero claim" που ηγέρθη από την Caldero Trading Limited (κυπριακή εταιρεία του κ. Becirovic) που είναι μέτοχος 25% στην Αγγλική εταιρεία BJUK για να διαλύσει την εταιρεία BJUK και να διορίσει προσωρινό παραλήπτη[12]. (
  3. ii)Η αγωγή «Fraud Claim" που ηγέρθη από την Ενάγουσα αρ. 1 εναντίον του Lazurenko και άλλων για ανάκτηση των ποσών που οικειοποιήθηκε ο Lazurenko και οι εταιρείες του[13]. (iii) Η αγωγή «Documents Claim" που ηγέρθη από την Ενάγουσα 1 και τη Management εναντίον του Lazurenko για να εμποδίσουν τον Lazurenko να κοινοποιήσει διάφορα εμπιστευτικά έγγραφα που αφορούν τις εργασίες της TNK-BP στα ΜΜΕ και για να τα παραδώσει σ΄ αυτούς. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4)[14] ü Ο Lazurenkο ισχυρίζεται ότι ο Όμιλος ΤΝΚ-ΒΡ τον καταδιώκει διότι κατέχει έγγραφα που αποδείκνυουν αδικοπραξία του κ. Khan και άλλων υψηλόβαθμων στελεχών του Ομίλου και ότι οι απαιτήσεις του ΤΝΚ-ΒΡ και του κ. Khan είναι πλαστές με στόχο να τον κάνουν να σιωπήσει και να τον παρουσιάζουν ως αναξιόπιστο[15]. ü Ο κ. Lazurenko ισχυρίζεται ότι ο κ. Khan και άλλοι αξιωματούχοι της ΤΝΚ-ΒΡ έκαναν πλαστές συμφωνίες με εταιρείες που ελέγχονται από αξιωματούχους του Ρωσικού Κράτους για να διενεργούν παράνομες πληρωμές σ΄ αυτούς[16]. ü Ο κ. Lazurenko στα πλαίσια της μαρτυρικής του κατάθεσης παρουσίασε μία εταιρεία την Eastonberry Business LLC ως μία από τις εταιρείες που χρησιμοποιήθηκε από τους Ενάγοντες αρ. 2 για να διενεργούν τις κρυφές παράνομες πληρωμές ("disguised payments"). Αναφέρει, επίσης, ότι για τα έτη 2004 και 2005 η Ενάγουσα 2 πλήρωσε την Eastonberry συνολικό ποσό US$16.578.387[17]. ü Την Eastonberry την συνέστησε ο κ. Lazurenko στην ΤΝΚ-ΒΡ ο οποίος και χειρίσθηκε και τις διαπραγματεύσεις της συμφωνίας που έγινε με την Eastonberry[18]. ü Από το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 10 φαίνεται ότι έγιναν οι ακόλουθες πληρωμές στην Eastonberry από την Ενάγουσα 2[19]: (α) ποσό US$10,981.450 κατά την περίοδο 27.2.04 - 24.2.05 στον τραπεζικό λογαριασμό της Eastonberry Parex Bank της Λετονίας. (β) ποσό US$13.307.761 κατά την περίοδο 8.4.05 - 29.1.07 στο τραπεζικό λογαριασμό της Eastonberry 0155-41-270474-06 που διατηρούσε στην Εναγομένη Τράπεζα. (γ) Από έγγραφα που παρέδωσε ο κ. Becirovic στους Ενάγοντες αναφορικά με τις συναλλαγές που είχε ο κ. Lazurenko σε σχέση με τα ξενοδοχεία του Μαυροβουνίου φαίνεται ότι ο κ. Lazurenko χρησιμοποιούσε την Eastonberry για να στείλει εμβάσματα σε σχέση με το project στο Μαυροβούνιο[20]. ü Αφού γίνεται αναφορά στα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17 της ένορκης Δήλωσης, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι προκύπτει ότι ο κ. Lazurenko έκανε πληρωμές σε σχέση με τις επενδύσεις στο Μαυροβούνιο εκ μέρους της εταιρείας Eastonberry από τους ίδιους τραπεζικούς λογαριασμούς στη Parex Bank στη Λετονία και στην Τράπεζα Κύπρου στην Κύπρο στους οποίους λογαριασμούς οι Ενάγοντες αρ. 2 είχαν πληρώσει στην Eastonberry το συνολικό ποσό των US$24.289.211[21]. Με τα αιτούμενα Διατάγματα αποκάλυψης οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι επιδιώκουν να ιχνηλατήσουν τα περιουσιακά στοιχεία που ο κ. Lazurenko μαζί με τις εταιρείες τους και άλλα πρόσωπα που δεν είναι στο παρόν στάδιο γνωστά στους Ενάγοντες έχουν οικειοποιηθεί από αυτούς. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση η οποία βασίζεται στη Δ.28, θθ1-4,15, Δ.48, θθ1-4, 9 και 12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, Άρθρο 29

(2)του Ν. 66(Ι)/97, στα Άρθρα 29, 31 και 32 του Ν.14/60, στο Κοινοδίκαιο, στις αρχές της Επιείκειας, στις αρχές και νομολογία σχετικά με τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται, βασικά, οι εξής: Ø Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει τα διατάγματα καθότι αυτά αφορούν τους λογαριασμούς τρίτων προσώπων η συγκατάθεση των οποίων δεν έχει ληφθεί. Ø Οι Εναγόμενοι δεσμεύονται από συμβατική σχέση εμπιστοσύνης και/ή τραπεζικό απόρρητο. Ø Δεν υπάρχουν όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου καθότι οι Ενάγοντες δεν έφεραν την εταιρεία Eastonberry Business LLC ως διάδικο στην παρούσα διαδικασία για να μπορέσουν κι αυτοί να τοποθετηθούν επί της Αίτησης. Ø Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας για έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων καθότι αυτά αφορούν τρίτα πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι. Ø Το αιτούμενο διάταγμα αποτελεί ουσιαστική προσπάθεια «ψαρέματος μαρτυρίας ». Ø Η αίτηση είναι πρόωρη και πιεστική. Ø Δεν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας για να δικαιολογείται η Αίτηση . Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Μάριου Ιερείδη Αργυρού στην Υπηρεσία των Εναγομένων ο οποίος κατέχει τη θέση του Λειτουργού Τμήματος Διερεύνησης Συναλλαγών. Στην Ένορκη Δήλωση βασικά υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται οι λόγοι Ένστασης στο σύνολό τους. Επιπλέον αναφέρεται ότι σε περίπτωση που εγκριθεί η παρούσα Αίτηση θα πρέπει να δοθεί στους Εναγομένους χρόνος τουλάχιστον δύο μηνών για να ανευρεθούν τα εν λόγω εμβάσματα και ότι οι Ενάγοντες θα πρέπει να καλύψουν προκαταβολικά τα έξοδα των Εναγομένων για να συμμορφωθούν με το διάταγμα αποκάλυψης τα οποία ανέρχονται περίπου σε €
  1. ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ. Κατά το στάδιο της ακρόασης στην παρούσα Αίτηση αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Ο κ. Πίττας εκ μέρους των Εναγόντων/Αιτητών υποστήριξε ότι με βάση το υλικό που ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεικνύεται ότι έχει διαπραχθεί μία αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγήσαντα, τον κ. Lazurenko, ο οποίος, κατά παράβαση εμπιστευτικών καθηκόντων και/ή δόλια και παράνομα, απέσπασε από τους Ενάγοντες, ενώ ήταν υπάλληλος των Εναγόντων, δεκάδες εκατομμύρια δολάρια τα οποία διοχέτευσε μέσω διαφόρων υπεράκτιων λογαριασμών που κατέχονταν από υπεράκτιες εταιρείες συμπεριλαμβανομένης και της εταιρείας Eastonberry. Eπεσήμανε δε ότι από το ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό φαίνεται ότι δεκάδες εκατομμύρια δολάρια εμβάσθηκαν από τους Ενάγοντες 2 στους τραπεζικούς λογαριασμούς της Εastonberry στην Τράπεζα Parex Bank της Λετονίας ως και στους τραπεζικούς λογαριασμούς αυτής στην Eναγομένη Τράπεζα Κύπρου. Όπως υπογράμμισε, την Eastonberry σύστησε στους Ενάγοντες ο κ. Lazurenko και ότι αυτός ήταν ένα από τα πρόσωπα που ενέκρινε τις πληρωμές από την Ενάγουσα αρ.2 προς την Eastonberry. Περαιτέρω αποδεικνύεται, εισηγήθηκε, ότι ο κ. Lazurenko χρησιμοποίησε τους τραπεζικούς λογαριασμούς της Eastonberry στην Λετονία κaι Κύπρο, δηλαδή τους ίδιους λογαριασμούς στους οποίους οι Ενάγοντες είχαν εμβάσει και πληρώσει το συνολικό ποσόν US$24.289.211 για να χρηματοδοτήσει τις επενδύσεις που είχε στο Μαυροβούνιο με τον κ. Becirocic, στον οποίο παρουσίαζε ότι η επένδυση εγένετο εκ μέρους του κ. Khan, ήτοι του Εκτελεστικού Διευθυντή των Eναγόντων
  2. Ο κ. Πίττας τόνισε ότι από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει η ανάγκη έκδοσης των αιτουμένων Διαταγμάτων ώστε οι Ενάγοντες να μπορέσουν: Þ Να εντοπίσουν άλλους αδικοπραγούντες που αναμείχθηκαν στην αδικοπραξία ώστε να συνενώσουν στις αγγλικές διαδικασίες που εκκρεμούν εναντίον του Lazurenko ή να εγείρουν νέες αγωγές στην Αγγλία, Ρωσία, ή Μαυροβουνίου ή άλλου. Þ Να εντοπίσουν τα οικοιοποιηθέντα χρηματικά ποσά που αναφέρονται ανωτέρω. Þ Να δικογραφήσουν και να αποδείξουν την υπόθεσή τους. Ήταν η κατάληξη του ότι το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση Διατάγματος αποκάλυψης, ήτοι η Τράπεζα Κύπρου, φαίνεται να έχει αναμιχθεί κατά τρόπο που διευκόλυνε την αδικοπραξία, ήτοι χρησιμοποιήθηκε από τον Lazurenko τραπεζικός λογαριασμός της Eastonberry στην Τράπεζα Κύπρου για να επιτευχθεί και υλοποιηθεί η εξαπάτηση των Εναγόντων και η Εναγομένη Τράπεζα είναι σε θέση να παράσχει τις αιτούμενες πληροφορίες και έγγραφα που θα βοηθήσουν τους Ενάγοντες να εντοπίσουν τα οικοιοποιηθέντα περιουσιακά στοιχεία τους, να εντοπίσουν άλλους αδικοπραγήσαντες και να δικογραφήσουν και αποδείξουν την υπόθεσή τους. Η κα Ναθαναήλ εκ μέρους της Εναγομένης Τράπεζας στη δική της αγόρευση, αφού υιοθέτησε και επανέλαβε τους λόγους Ένστασης, εισηγήθηκε ότι το κρίσιμο ερώτημα στην παρούσα υπόθεση είναι αν η έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων είναι αναγκαία για να καταστεί δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον των βασικών αδικοπραγήσαντων. Ήταν η θέση της δε ότι αυτό δεν φαίνεται να ισχύει στην προκείμενη περίπτωση καθότι αν ήθελαν οι Ενάγοντες να εξετάσουν το ενδεχόμενο προώθησης απαίτησης εναντίον της εταιρείας Eastonberry θα την είχαν ήδη συμπεριλάβει ως Εναγομένη επισημαίνοντας ότι η Τράπεζα δεν είναι ο βασικός αδικοπραγήσας και ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν καταδείξει ποιοι άλλοι είναι οι βασικοί αδικοπραγήσαντες. Υποστήριξε, ακόμη, ότι η τυχόν έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων θα προκαλέσει κατάφορη αδικία στους Εναγόμενους τόσο λόγω του περιεχομένου τους συμπεριλαμβανομένης της γενικότητάς τους, όσο και λόγω του περιορισμένου χρόνου που αναφέρεται σε αυτό, ήτοι 10 μέρες καθότι επεκτείνεται σε όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς της Eastonberry που αυτή διατηρεί και/ή διατηρούσε μετά των Εναγομένων για όλη την περίοδο από το άνοιγμα τους. Τόνισε ότι πουθενά δεν φαίνεται πως οι Εναγόμενοι ή οι πελάτες τους Eastonberry αναμείχθηκαν σε οποιαδήποτε αδικοπραξία ή δόλο που να δικαιολογεί την έκδοση τέτοιων Διαταγμάτων εναντίον τους, αλλά ότι αντίθετα αιωρείται η σκιά ότι οι Αιτητές αποβλέπουν σε λήψη μαρτυρίας παρά πληροφόρησης κάτι που ενισχύεται περαιτέρω από το πολυδιάστατο των αιτουμένων Διαταγμάτων. Η κα Ναθαναήλ επεσήμανε, ακόμη, το πανομοιότυπο των αιτουμένων Διαταγμάτων με τις αξιώσεις των Εναγόντων για να εισηγηθεί ότι τυχόν έκδοση των Διαταγμάτων θα καθιστούσε την αγωγή άνευ αντικειμένου. Αναφέρθηκε, επίσης, στην ύπαρξη τραπεζικού απορρήτου με βάση τον Ν. 66
(1)/97 και παραβίαση του από την τυχόν έγκριση της Αίτησης. ΕΞΕΤΑΣΗ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Η υπό κρίση Αίτηση αφορά σε διατάγματα αποκάλυψης πληροφοριών και εγγράφων θεραπεία η οποία εμπίπτει στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας και στρέφεται κατά προσώπου που στην προκειμένη περίπτωση είναι η εναγομένη Τράπεζα η οποία, όπως είναι η θέση των Αιτητών, αναμείχθηκε σε αδικοπραξίες ή παράνομες δραστηριότητες ή υποβοήθησε στις επιλήψιμες δραστηριότητες άλλων προσώπων και για την οποία οι Ενάγοντες δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα,. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι με βάση το Άρθρο 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 τα Κυπριακά Δικαστήρια εφαρμόζουν τις αρχές της Επιείκειας και στο πλαίσιο αυτό έχουν την εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα σύμφωνα με το Άρθρο 32 του Ν.14/60 που αποτελεί και το ουσιαστικό δίκαιο έκδοσης τέτοιας φύσεως διαταγμάτων. Επομένως, θεωρώ ότι διατάγματα τα οποία εμπίπτουν στο Δίκαιο της Επιείκειας όπως είναι τα διατάγματα αποκάλυψης που καθιερώθηκαν νομολογιακά στην Αγγλία με τις αποφάσεις Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners of Customs & Excise
(1973)2 All E.R 943 και Banker's Trust v. Shabira
(1980)1 W.L.R 1274 εμπίπτουν σ' αυτό το Δίκαιο και μπορούν να εφαρμόζονται, κατ΄ επέκταση, και από τα δικά μας Δικαστήρια. Η νομική αρχή της υπόθεσης Norwich αποτελεί ξεχωριστή αιτία αγωγής και δίδει τη δυνατότητα έγερσης αγωγής εναντίον προσώπων που αναμείχθηκαν ή συνδέθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο στην παράνομη πράξη. Θεωρώ σκόπιμο στο σημείο αυτό να πω δύο λόγια σε σχέση με την υπόθεση Norwich Pharmacal Co & others v. Commissioners of Customs & Excise
(1973)2 All E.R 943. Τα γεγονότα της υπόθεσης Νorwich ήταν, κατ΄ ουσία, απλά. Οι εφεσείοντες ήταν ιδιοκτήτες και δικαιούχοι της πατέντας «furazolidone»,την οποία χρησιμοποιούσαν σε χημικά παρασκευάσματα. Σε κάποιο στάδιο διαπίστωσαν ότι άγνωστα πρόσωπα είχαν επέμβει στην πατέντα τους, εισάγοντας παράνομα στην Αγγλία αντίστοιχα παρασκευάσματα. Τα ονόματα των εισαγωγέων ήταν γνωστά στις τελωνειακές αρχές στη βάση σχετικών εγγράφων, γι΄ αυτό ζήτησαν την αποκάλυψη τους προκειμένου να κινηθούν δικαστικά εναντίον τους. Οι τελωνειακές αρχές αρνήθηκαν, προβάλλοντας ότι δεν είχαν εξουσία να το πράξουν. Κατ΄ ακολουθία τούτου οι εφεσείοντες ήγειραν αγωγή εναντίον τους αξιώνοντας, μεταξύ άλλων, διάταγμα αποκάλυψης των ονομάτων των (παράνομων) εισαγωγέων. Το Δικαστήριο ικανοποίησε το αίτημα τους αλλά η πρωτόδικη απόφαση ανατράπηκε κατ΄ έφεση. Αποφασίσθηκε ότι η Norwich Pharmacal δεν είχε αιτία αγωγής εναντίον των τελωνείων και, επομένως, δεν νομιμοποιείτο σε διάταγμα αποκάλυψης και, δεύτερο, τα ονόματα των εισαγωγέων δόθηκαν στις τελωνειακές αρχές εμπιστευτικά και, επομένως, δεσμεύονταν από καθήκον δημοσίου συμφέροντος να μην τα αποκαλύψουν. Η απορριπτική απόφαση του Εφετείου εφεσιβλήθηκε με επιτυχία στη Βουλή των Λόρδων. Στην υπόθεση αυτή αναφέρθηκαν τα εξής σημαντικά σε σχέση με τη φύση των διαταγμάτων αποκάλυψης: «Discovery as a remedy in equity has a very long history. The chief occasion for its being ordered was to assist a party in an existing litigation. But this was extended at an early date to assist a person who contemplated litigation against the person from whom discovery was sought, if for various reasons it was just and necessary that he should have discovery at that stage. Such discovery might disclose the identity of others who might be joined as defendants with the person from whom discovery was sought. Indeed in some cases it would seem that the main object in seeking discovery was to find the identity of possible other defendants. It is not clear to me whether in all these cases the plaintiff had to undertake in some way to proceed against the person from whom he sought discovery if he found on discovery being ordered that it would suit him better to drop his complaint against that person and concentrate on his cause of action against those whose identity was disclosed by the discovery. But I would think that he was entitled to do this if he chose.» Για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης ιδιαίτερα σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα:- «Although as a general rule no independent action for discovery would lie against a person against whom no reasonable cause of action could be alleged, or who was in the position of a mere witness in the strict sense, the rule did not apply where (a) without discovery of the information in the possession of the person against whom discovery was sought no action could be begun against the wrongdoer, and (b) the person against whom discovery was sought had himself, albeit through no fault of his own, been involved in the wrongful acts of another so as to facilitate the wrongdoing. In such circumstances although he might have incurred no personal liability, he was under a duty to assist the person who had been wronged by giving him full information and disclosing the identity of the wrongdoer». Η καθιερωθείσα από την υπόθεση Νorwich νομική αρχή ακολουθήθηκε έκτοτε από τα Αγγλικά Δικαστήρια. Η υπό αναφορά νομική αρχή αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής και μπορεί να προωθηθεί με αγωγή - όπως έγινε και στην παρούσα - εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω κι αν οι ίδιοι μπορεί να μην έχουν προσωπική ευθύνη. Το καθήκον των προσώπων αυτών, επισημάνθηκε, έγκειται στην παροχή βοήθειας στο πρόσωπο που αδικήθηκε, κι αυτό εκπληρώνεται με το να αποκαλύψει τις πληροφορίες που κατέχει και που σχετίζονται με την αδικοπραξία. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται για έκδοση θεραπείας Νorwich Pharmacal κωδικοποιήθηκαν, τρόπο τινά, στην υπόθεση Mitsui & Co v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)3 All E.R.511, σελ. 518. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα:- «[21] The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are:
(1)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
  1. ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
  2. a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
  3. b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε κάθε περίπτωση όπως τονίστηκε τόσο στη Norwich (ανωτέρω) όσο και σε άλλες αποφάσεις που ακολούθησαν, η θεραπεία της αποκάλυψης παρέχεται από το Δίκαιο της Επιείκειας ως ένα όπλο υποβοήθησης ενός διαδίκου σε εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες λόγω της ανάμειξης ή διευκόλυνσης στην τέλεση της παράνομης πράξης έστω και αν τα ίδια δεν έχουν προσωπική ευθύνη. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ashworth Hospital Authority v. M.G.N Ltd
(2002)4 All E.R 193 ένα διάταγμα για αποκάλυψη μπορεί να εκδοθεί ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται η αποκάλυψη είχε αθώα ή χωρίς πρόθεση ανάμειξη στην αδικοπραξία[22]. Η φύση των αιτουμένων Διαταγμάτων έχει ήδη προσδιοριστεί ανωτέρω. Πρόκειται για διατάγματα αποκάλυψης πληροφοριών και εγγράφων προς το σκοπό εντοπισμού αυτών που αναμείχθηκαν στην αδικοπραξία και/ή παράνομη πράξη και τον εντοπισμό (trace) των χρηματικών ποσών που έχουν οικειοποιηθεί. Όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, το ότι το Δίκαιο της Επιείκειας παρέχει τέτοια θεραπεία στο ζημιωθέν μέρος προκύπτει έκδηλα από τις υποθέσεις Norwich Pharmacal Co (ανωτέρω) και Banker's Trust (ανωτέρω). Όπως επισημάνθηκε στην Καναδική απόφαση Alberta Treasury Branches v. Leahy
(2000)ABQB 575 (Can LII) στην παράγρ. 70: «
(70)The jurisdiction of the court to grant such relief is based on the ancient equitable bill of discovery which was the subject of renewed interest in a series of cases starting with Norwich. A concise summary of the remedy is contained in Stone J.A. ´s judgement in Glaxo Wellcome PLC v. M.N.R., 1998 CanLII 9071 (F.C.A.),
(1988)4 F.C. 439 (C.A.) at 458 (footnote references omitted). The equitable bill of discovery is in essence a form of pre-action discovery. It is of ancient origin. It developed alongside the procedures for discovery which are ordinarily available in the course of litigation and which, it is worth noting, also originated in the courts of equity. This remedy permits a court, acting through its equitable jurisdiction, to order discovery of a person against whom the applicant for the bill of discovery has no cause of action and who is not a party to contemplated litigation. While it appears that an independent action for discovery cannot be brought against a person who is in the position of a ´mere witness´ or bystander to the cause of action, the case law suggests that a bill of discovery may be issued against an individual who is in some way connected to or involved in the misconduct». (δικές μου υπογραμμίσεις) Είναι νομολογημένο, έχοντας υπόψη ιδιαίτερα τις αγγλικές αποφάσεις, ότι το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδίδει διατάγματα με σκοπό τον εντοπισμό περιουσιακών στοιχείων και για το σκοπό αυτό υπάρχει πληθώρα αγγλικών αποφάσεων, μεταξύ των οποίων και η υπόθεση που προανέφερα, Bankers Trust Co. ν. Shapira & Others
(1980)3 All E.R. 353. Επίσης η απόφαση A. v. C.
(1981)1 Q.B. 629 και παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την απόφαση A. v. C. (ανωτέρω): «Now these cases provide ample authority that, in an action in which the plaintiff seeks to trace property which in equity belongs to him, the court not only has jurisdiction to grant an injunction restraining the disposal of that property; it may in addition, at the interlocutory stages of the action, make orders designed to ascertain the whereabouts of that property. In particular, it may order a bank (whether or not party to the proceedings) to give discovery of documents in relation to the bank account of a defendant who is alleged to have defrauded the plaintiff of his assets; and it may make orders for interrogatories to be answered by the defendants or their employees or director.» (δική μου υπογράμμιση) Επίσης στην υπόθεση Bankers Trust (ανωτέρω) παραπέμπω σε απόσπασμα από την απόφαση του Lord Denning στη σελίδα 358: «The plaintiff, who has been defrauded, has a right in equity to follow the money. He is entitled, in Atkin LJ's words, to lift the latch of the banker's door» see Banque Belge Pour L' Etranger v. Hambrouck [1921] 1 KB 321 at 335. .» Στην Bankers Trust Co. (ανωτέρω) επιπρόσθετα αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον Lord Denning: «This new jurisdiction must, of course, be carefully exercised. It is a strong thing to order a bank to disclose the state of its customer's account and the documents and the correspondence relating to it. It should only be dome when there is a good ground for thinking the money in the bank is the plaintiff's money - as, for instance, when the customer has got the money by fraud - or other wrongdoing - and paid it into his account at the bank.» Επισημαίνεται ότι στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει τα αιτούμενα Διατάγματα τόσο με βάση τις αρχές της Norwich όσο και με βάση τις αρχές της Bankers Trust και επί τούτου θα ήθελα, απλώς, να παραπέμψω σ΄ ό,τι αφορά τη διαφοροποίηση της μιας αρχής από την άλλη παραπέμποντας στην υπόθεση Murphy v. Murphy
(1999)1 W.L.R. 282 και συγκεκριμένα στις σελίδες 289 και 290 όπου περιγράφονται δύο διαφορετικές περιστάσεις όπου μπορεί να εκδοθεί διάταγμα αποκάλυψης, το ένα περιγράφεται ως «The Discovery Jurisdiction» και το άλλο «The Equitable Jurisdiction» που αφορά περίπτωση ανίχνευσης. Παραθέτω πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα: «In agreement with both counsel who appeared on this appeal, it seems to me that these cases demonstrate two different types of circumstance in which the court can order a defendant, who is not otherwise an appropriate party to proceedings, to identify the name and address of a third party. The first type of case is where the defendant has, albeit quite possibly wholly innocently, become "mixed up in" the wrong-doing, of the proposed defendant and the plaintiff has a claim in respect of that wrong-doing. In such a case, the House o Lords, in the Norwich Pharmacal decision [1974] A.C. 133, has held that the court can grant the plaintiff the discovery he seeks, if it is appropriate to do so. I shall call this 'the discovery jurisdiction.' Secondly, there is what I shall call 'the equitable jurisdiction', considered and applied in the first and last passages I have quoted from the judgment of Robert Goff J. in A. v. C. (Note) [1981] Q.B. 956, by Templeman L.J. in the Mediterranea decision, 1 December 1978 and also referred to in Bankers Trust Co. v. Shapira [1980] 1 W.L.R. 1274, 1280. Where, as in those three cases, the defendant against whom an order is sought is, albeit wholly innocently, 'mixed up in' the wrong-doing of other defendants, there is a risk of some conflation of the two types of jurisdiction (as could be said to appear from the first passage I have quoted from the judgment of Lord Denning M.R. in the Shapira decision). However, this does not seem to me to alter the fact that there are, in reality, two separate jurisdictions, albeit that in many cases they will overlap.» (δικές μου υπογραμμίσεις) Ένας από τους λόγους 'Ενστασης που προβλήθηκε είναι ότι οι Εναγόμενοι/Καθ΄ ων η Αίτηση δεσμεύονται από συμβατική σχέση εμπιστοσύνης και/ή τραπεζικό απόρρητο και ότι η παρούσα Αίτηση δεν εμπίπτει μέσα σε οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις του Άρθρου 29
(2)του Ν.66
(1)/97. Το Άρθρο 29
(2)του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου έχει ως εξής; "29.-
(1)Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε σύμβουλο, τον πρώτο εκτελεστικό διευθυντή, διευθυντή, λειτουργό, υπάλληλο ή εκπρόσωπο τράπεζας και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο έχει με οποιοδήποτε τρόπο πρόσβαση στα αρχεία τράπεζας, να παρέχει, κοινοποιεί, αποκαλύπτει ή χρησιμοποιεί προς ίδιο όφελος οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό συγκεκριμένου πελάτη της τράπεζας, είτε ενόσω η εργοδότηση ή η επαγγελματική του σχέση με την τράπεζα, ανάλογα με την περίπτωση, συνεχίζεται, είτε μετά τον τερματισμό της.
(2)Το εδάφιο
(1)δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου- (α) O πελάτης ή οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι του παρέχει ή παρέχουν τη γραπτή συγκατάθεση τους για το σκοπό αυτό· ή (β) O πελάτης έχει κηρυχτεί σε πτώχευση ή αν ο πελάτης είναι εταιρεία, η εταιρεία ευρίσκεται υπό διάλυση· ή (γ) έχει εγερθεί δικαστική διαδικασία μεταξύ της τράπεζας και του πελάτη ή του εγγυητή του αναφορικά με το λογαριασμό του πελάτη· ή (δ) οι πληροφορίες παρέχονται στην αστυνομία δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου ή σε δημόσιο λειτουργό που είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από το σχετικό Νόμο να λάβει τις πληροφορίες αυτές ή σε δικαστήριο κατά τη δίωξη ή εκδίκαση ποινικού αδικήματος δυνάμει του σχετικού Νόμου· ή (ε) έχει επιδοθεί στην τράπεζα δικαστικό διάταγμα κατάσχεσης χρημάτων που βρίσκονται σε πίστη λογαριασμού πελάτη· ή (στ) οι πληροφορίες απαιτούνται από συνάδελφο που εργοδοτείται από την ίδια τράπεζα ή τη μητρική της εταιρεία ή θυγατρική εταιρεία της τράπεζας ή της μητρικής της εταιρείας ή εγκεκριμένο ελεγκτή ή νομικό σύμβουλο της τράπεζας, για την εκτέλεση των καθηκόντων τους· ή (ζ) οι πληροφορίες είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση του αξιόχρεου πελατών αναφορικά ή σε σχέση με καλόπιστη (bona fide) εμπορική πράξη ή μέλλουσα εμπορική πράξη εφόσον οι πληροφορίες που απαιτούνται είναι γενικής φύσης και σε καμιά περίπτωση δε σχετίζονται με στοιχεία λογαριασμού συγκεκριμένου πελάτη· ή (ζi) οι πληροφορίες παρέχονται για σκοπούς τήρησης και λειτουργίας του δυνάμει των εδαφίων
(3)και
(4)του άρθρου 41 προνοουμένου Κεντρικού Αρχείου Πληροφοριών· ή (ζii) οι πληροφορίες παρέχονται σύμφωνα με το άρθρο 74 του περί Καλυμμένων Αξιογράφων Νόμου∙ ή (η) η παροχή των πληροφοριών επιβάλλεται για λόγους δημόσιου συμφέροντος ή για λόγους προστασίας των συμφερόντων της τράπεζας: Νοείται ότι, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και σε οποιοδήποτε υποκατάστημα τράπεζας κράτους-μέλους που εγκαταστάθηκε στη Δημοκρατία, ή σε οποιαδήποτε τράπεζα που παρέχει υπηρεσίες διασυνοριακώς, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 10Α." Το Άρθρο αυτό απαγορεύει, πλην συγκεκριμένων περιπτώσεων, σε υπαλλήλους ή εκπροσώπους τραπεζών να παρέχουν ή αποκαλύπτουν οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό συγκεκριμένου πελάτη στην Τράπεζα. Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των αιτουμένων πληροφοριών, στη βάση των όσων οι Αιτήτριες ισχυρίζονται, φαίνεται ότι είναι τέτοια ώστε να εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον που είναι η καταστολή δόλιων ή παράνομων πράξεων και, σε τέτοιες περιπτώσεις, το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης τράπεζας-πελάτη. Η αρχή ότι το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης τράπεζας-πελάτη καθιερώθηκε στην υπόθεση Tournier v. National Provincial and Union Bank of England Ltd
(1923)All E.R Rep. 550 όπου στη σελ. 554 αναφέρονται τα εξής:- "In my opinion it is necessary in a case like the present to direct the jury what are the limits, and what are the qualifications of the contractual duty of secrecy implied in the relation of banker and customer. There appears to be no authority on the point. On principle I think that the qualifications can be classed under four heads: (
  1. a)where disclosure is under compulsion by law; (
  2. b)where there is a duty to the public to disclose; (
  3. c)where the interests of the bank require disclosure; (
  4. d)where the disclosure is made by the express or implied consent of the customer." Στη σελ. 558 της πιο πάνω απόφασης, συμπεριλαμβάνεται ανάμεσα στις περιπτώσεις που μπορεί να γίνει αποκάλυψη η επιδίωξη σκοπού καταστολής δόλιων πράξεων ή εγκλημάτων ως στοιχείο που συνάδει με το δημόσιο συμφέρον για αποκάλυψη. Πιο πρόσφατα στην υπόθεση Ι.Β.L. v. Planet
(1990)JLR 294 τονίσθηκαν τα εξής σχετικά: "The issue of confidentiality was considered in the Norwich Pharmacal case. The court was entitled to order discovery of documents for the purpose of legal proceedings if the public interest in the administration of justice required it. The court found that in the circumstances of the case the public interest in the confidentiality of the information was outweighed by the interests of justice. The court applies the incidental test in the present case. Of course, we have weighed confidentiality in the balance in reaching our decision. But we do not share Mr O'Connell's fears for the future of the finance industry. Confidentiality depends upon legitimate private business affairs being properly conducted. Here, there is a strong prima facie case to the contrary.." (δικές μου υπογραμμίσεις) Στην υπόθεση Norwich (ανωτέρω) τονίστηκε ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης ως έκφανση του δημόσιου συμφέροντος υπερτερεί της προστασίας των εμπιστευτικών δεδομένων των αδικοπραγούντων. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω η θέση της Τράπεζας ότι δεν μπορεί να δώσει τις ζητούμενες πληροφορίες λόγω τραπεζικού απορρήτου ή λόγω της σχέσης εμπιστευτικότητας με τον πελάτη της δεν ευσταθεί. Αντίθετα, στη βάση των ισχυρισμών των Αιτητών προβάλλονται ισχυροί λόγοι ότι οι Αιτητές έχουν δικαίωμα να αναζητήσουν το προϊόν της αδικοπραξίας που έγινε σε βάρος τους χωρίς η Τράπεζα να χρειάζεται τη συγκατάθεση του πελάτη τους για να τους δώσει τις πληροφορίες που ζητούν. Σχετικά παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Bankers Trust Co v. Sharipa & Others
(1980)3 All E.R 358: "The Plaintiff, who has been defrauded, has a right in equity to follow the money. He is entitled, in Atkin LJ's words, to lift the latch of the banker's door: see Banque Belge Pour L' Etranger v. Hambrouck [1921] 1 KB 321 at 325. The Customer, who has prima facie been guilty of fraud, cannot bolt the door against him. Owing to his fraud, he is disentitled from relying on the confidential relationship between him and the bank see Initial Services Ltd v. Putterill [1968] 1 Q.B 396, 405 if the plaintiffs equity is to be of any avail, he must be given access to the bank's books and documents - for that is the only way of tracing the money or knowing what has happened to it." (δική μου υπογράμμιση) Στην υπό εξέταση περίπτωση, με βάση τα όσα έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, η Εναγομένη Τράπεζα κατέχει ή φαίνεται να κατέχει πληροφορίες για τα πρόσωπα που «κρύβονται» πίσω από τον επίδικο λογαριασμό και τα οποία, εκ πρώτης όψεως, απέσπασαν με επιλήψιμο τρόπο μεγάλα ποσά από τους Αιτητές/Ενάγοντες. Το στοιχείο αυτό, όπως προκύπτει από τη νομολογία που παρατέθηκε ανωτέρω, νομιμοποιεί τους Αιτητές στην έγερση αγωγής εναντίον της Τράπεζας σύμφωνα με τη νομική αρχή Norwich Pharmacal και, περαιτέρω, στην καταχώρηση αίτησης για αποκάλυψη πληροφοριών που η Τράπεζα κατέχει ή φαίνεται να κατέχει και οι οποίες είναι απαραίτητες για τους Αιτητές για να προωθήσουν δικαστικά μέτρα εναντίον των αδικοπραγήσαντων. Για σκοπούς εξασφάλισης της ενδιάμεσης θεραπείας που επιζητείται θα πρέπει να πληρούνται τόσον οι προϋποθέσεις που τίθενται από το Άρθρο 32 του Ν.14/60 όσο και των προϋποθέσεων που αναγνωρίσθησαν, κυρίως, στην υποθεση Mitsui & Co Στην προκειμένη περίπτωση έχει καταδειχθεί: (α) η διάπραξη ή, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, διάπραξη αδικοπραξίας σε βάρος των Αιτητών (β) ότι οι Αιτητές χρειάζονται τις αιτούμενες πληροφορίες γιατί χωρίς αυτές δεν θα είναι σε θέση να προωθήσουν αγωγή είτε στην Κύπρο, είτε στο εξωτερικό όπως, επίσης, τις διαδικασίες οι οποίες βρίσκονται σήμερα σε εκκρεμότητα. (γ) η Τράπεζα είναι σε θέση να προμηθεύσει τους Αίτητες με τις πληροφορίες που ζητούν και οι οποίες είναι αναγκαίες για την προώθηση των πιο πάνω δικαστικών διαβημάτων εναντίον των προσώπων που διέπραξαν σε βάρος της τις ισχυριζόμενες αδικοπραξίες. Όσον αφορά τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 είναι αρκετό οι Αιτητές με το υλικό που έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου να έχουν καταδείξει: (
  1. i)συζητήσιμη υπόθεση που δεν είναι άλλη από τις αδικοπραξίες που, όπως ισχυρίζονται, διαπράχθηκαν σε βάρος τους με αποτέλεσμα να τους αποσπασθούν μεγάλα ποσά. (
  2. ii)ότι έχουν ορατή προοπτική να δικαιούνται σε θεραπεία, δηλαδή σε απόφαση για επανάκτηση του προϊόντος της ισχυριζόμενης ή ισχυριζομένων αδικοπραξιών και (iii) ότι η Τράπεζα είναι σε θέση να δώσει τις αιτούμενες πληροφορίες χωρίς τις οποίες δεν μπορούν οι Αιτητές να προωθήσουν τις δικαστικές διαδικασίες που εκκρεμούν και αυτές που θα εγερθούν μελλοντικά και, κατά συνέπεια, θα είναι αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ικανοποιούνται, λοιπόν, σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων η πλευρά της Τράπεζας προβλήθηκε η θέση ότι τα αιτούμενα Διατάγματα, όπως είναι διαμορφωμένα, είναι πανομοιότυπα με τις αξιώσεις των Εναγόντων στο οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με αποτέλεσμα τυχόν διάγνωση τους να καταστήσει την αγωγή άνευ αντικειμένου. Όπως τέθηκε το ζήτημα η έκδοση των Διαταγμάτων θα καθιστούσε την αγωγή άνευ αντικειμένου σε σχέση με ολόκληρο το περιεχόμενο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου και ότι κάτι τέτοιο θα είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση τελεσίδικης απόφασης όχι μετά από κανονική δίκη αλλά στο πλαίσιο μιας ενδιάμεσης διαδικασίας. Είναι πράγματι νομολογιακά καθιερωμένο ότι είναι ανεπιθύμητη η έκδοση διαταγμάτων με τα οποία αποφασίζονται τελεσίδικα τα όσα ζητούνται στην αγωγή. Το ανεπιθύμητο, ωστόσο, δεν ισοδυναμεί με απαγόρευση. Η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος αντίστοιχου με τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή δεν αποκλείεται. Τέτοιο ζήτημα εγέρθηκε πρόσφατα στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.α. ν. Frantisek Stepanek κ.α. Π.Ε. 54/12 ημερ. 27.6.12 όπου ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Στ. Ναθαναήλ έθεσε τα πλαίσια του όλου ζητήματος ως εξής: «Τέθηκε επίσης ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτουμένων διαταγμάτων εφόσον μ' αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos)
(1969)1 C.L.R 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ΄ αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανα πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd - ανωτέρω -). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ 2015).» Λαμβάνοντας υπόψη αφενός μεν το γεγονός ότι οι Αιτητές έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου ικανοποιητικά στοιχεία για διάπραξη εκ πρώτης όψεως αδικοπραξιών και/ή επιλήψιμων και/ή παράνομων πράξεων που είχαν ως συνέπεια την οικειοποίηση μεγάλων ποσών σε βάρος τους και αφετέρου το γεγονός ότι χωρίς την εξασφάλιση των αιτουμένων πληροφοριών δεν θα είναι σε θέση να εντοπίσουν όλους τους αδικοπραξίες που ενέχονται και στη συνέχεια να προωθήσουν δικαστικές διαδικασίες και μέτρα με σκοπό τον εντοπισμό των ποσών που έχουν αποσπασθεί από τον κ. Lazurenko, τις εταιρείες του και άλλους συνεργάτες του, στην προκειμένη περίπτωση η έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων καθίσταται επιθυμητή. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα και δεδομένα και καθοδηγούμενη από τις νομικές αρχές που σκιαγραφήθηκαν ανωτέρω, κρίνεται ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως η παρούσα Αίτηση εγκριθεί. Κατ΄ ακολουθίαν, εκδίδονται Διατάγματα ως το σύνολο της παραγρ. (Α) της Αίτησης με μόνη διαφορά ότι ο χρόνος συμμόρφωσης καθορίζεται σε εικοσιμία
(21)εργάσιμες μέρες από την επίδοση του Διατάγματος. Τα Διατάγματα εκδίδονται υπό τον όρο ότι οι Ενάγοντες θα αναλάβουν όπως καλύψουν την Καθ΄ ης η Αίτηση Τράπεζα για οποιαδήποτε έξοδα αυτή ήθελε υποστεί λόγω συμμόρφωσης της προς τα Διατάγματα. Τα έξοδα αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή στη βάση στοιχείων που η Καθ΄ ης η Αίτηση Τράπεζα θα προσκομίσει και τα οποία έξοδα στη συνέχεια θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, εκδίδεται Διάταγμα ως η παράγρ. (Β) της Αίτησης. Αναφορικά με τα έξοδα της Αίτησης, έχοντας κατά νου την επιτυχία των Εναγόντων αφ΄ ενός, αλλά και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες παρουσιάζεται ως διάδικος η Καθ΄ ης η Αίτηση Τράπεζα αφ' ετέρου, ήτοι ενόψει του ότι η Τράπεζα, κατά την άποψη μου, καταχώρησε Ένσταση για να αποφύγει ενδεχόμενες απαιτήσεις εναντίον της εκ μέρους των πελατών της στην περίπτωση που έδιδε τις πληροφορίες χωρίς δικαστικό διάταγμα, κρίνω ότι η ορθότερη διαταγή είναι όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδα της. (Υπ) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ c:\my documents\LENA/ιnterim decisions [1] Δέστε παράγρ. 4 της Ένορκης Δήλωσης R. Steward. [2] Δέστε παράγρ. 5 της Ένορκης Δήλωσης R. Steward. [3] Δέστε παράγρ. 6 της Ένορκης Δήλωσης R. Steward. [4] Δέστε παράγρ. 7 της Ένορκης Δήλωσης R. Steward. [5] Δέστε παράγρ. 7 της Ένορκης Δήλωσης R. Steward [6] Δέστε παράγρ. 8 της Ένορκης Δήλωσης R. Steward [7] Δέστε παράγρ. 10, 10.1, 10.2, 10.3 της Ένορκης Δήλωσης R. Steward [8] Δέστε παράγρ. 11 της Ένορκης Δήλωσης R. Steward [9] Δέστε παράγρ. 11 της Ένορκης Δήλωσης R. Steward [10] Δέστε παράγρ. 12 της Ένορκης Δήλωσης R. Steward. [11] Δέστε παράγρ. 14 της Ένορκης Δήλωσης R. Steward. [12] Δέστε παράγρ. 15 και 16 της Ένορκης Δήλωσης R. Steward. [13] Δέστε παράγρ. 17 της Ένορκης Δήλωσης R. Steward. [14] Δέστε παράγρ. 20 της Ένορκης Δήλωσης R. Steward. [15] Δέστε παράγρ. 21 της Ένορκης Δήλωσης R. Steward. [16] Δέστε παράγρ. 21 της Ένορκης Δήλωσης R. Steward. [17] Δέστε παράγρ. 22 και 24 της Ένορκης Δήλωσης R. Steward. [18] Δέστε παράγρ. 25 της Ένορκης Δήλωσης R. Steward. [19] Δέστε παράγρ. 26 της Ένορκης Δήλωσης R. Steward. [20] Δέστε παράγρ. 28 της Ένορκης Δήλωσης R. Steward. [21] Δέστε παράγρ. 28, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 37 της Ένορκης Δήλωσης R. Steward. [22] "Held. -
(1)For the purposes of the disclosure jurisdiction, there was no requirement that the person against whom the proceedings had been brought should be an actual wrongdoer who had committed a tort or breached a contract or committed some other civil or criminal wrongful act. Rather, it was sufficient that he had become involved in the wrongdoing. If he had become so involved, it did not matter that he was innocent and in ignorance of the wrongdoing by the person whose identity it was hoped to establish." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.