Κυπριακής Τραπέζης Αναπτύξεως Λτδ ν. Andri Georgiou (Coiffure) Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 628/07, 14/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A353 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. ΛΙΑΤΣΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 628/07 Μεταξύ: Κυπριακής Τραπέζης Αναπτύξεως Λτδ Εναγόντων - και -
- Andri Georgiou (Coiffure) Ltd
- Άντρης Γεωργίου
- Μάριου Παπαϊωάννου
- Έλενας Καζάνου
- Park Estates Ltd
- Andri Georghiou Oriental Ltd πρώην Andri Georghiou Hair Studio (Nicosia) Ltd Εναγομένων --------------------------- Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερ. 14.5.2007: Μεταξύ: Κυπριακής Τραπέζης Αναπτύξεως Λτδ Εναγόντων - και -
- Andri Georgiou (Coiffure) Ltd
- Άντρης Γεωργίου
- Μάριου Παπαϊωάννου
- Έλενας Καζάνου
- ΡΑΚ Estates Ltd
- Andri Georghiou Oriental Ltd πρώην Andri Georghiou Hair Studio (Nicosia) Ltd
- Γεώργιου Καζάνου Εναγομένων 14 Δεκεμβρίου,
- Για τους ενάγοντες: κα Στ. Πολυβίου Για τους εναγόμενους 4 και 7: κ. Κ. Χατζηιωάννου Α Π Ο Φ Α Σ Η Τρεις συμφωνίες δανείου, όπως αυτές καλύπτονται από τις παραγρ. 2, 8 και 16 της έκθεσης απαίτησης, αποτελούν τη βάση της υπό κρίση αγωγής. Κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 1, 12 και 16 και φέρουν ημερομηνίες σύναψης την 19.9.2001, 19.4.2002 και 10.6.2003 αντίστοιχα. Οι συμφωνίες αυτές έχουν ως συμβαλλόμενα μέρη τους ενάγοντες και την εναγόμενη
- Καλύπτουν ποσά συνολικού ύψους τότε Λ.Κ.933.000 και συνοδεύονται από συμφωνίες εγγύησης των ιδίων ημερομηνιών, τις οποίες υπέγραψαν οι εναγόμενοι 2, 3, 4 και
- Είναι τα Τεκμήρια 2, 13 και
- Ο σκοπός παροχής των δανείων και οι σχέσεις των εμπλεκόμενων μερών θα εκτεθούν σε κατοπινό στάδιο της απόφασης. Η παράθεση σε συντομία του ιστορικού της παρούσας αγωγής θα συντείνει στην απλοποίηση των γεγονότων και στην κατανόηση της εκκρεμότητας που υπάρχει προς ολοκλήρωσή της: Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 30.1.2007 εναντίον των πρώτων έξη εναγομένων. Ακολούθησε τροποποίηση του τίτλου και προσθήκη, στις 14.5.2007, του έβδομου εναγόμενου. Μετά την παρεμβολή διάφορων γεγονότων και δικονομικών διαβημάτων, εκδόθηκαν εκ συμφώνου αποφάσεις εναντίον των εναγομένων 1 και 5, Τεκμήρια 32 και
- Ταυτόχρονα, η αγωγή εναντίον της εναγόμενης 6 απερρίφθη, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων των εναγόντων για καταχώρηση νέας. Υπό αυτές τις συνθήκες, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακροαματική διαδικασία, με διάδικους πλέον τους ενάγοντες και τους εναγόμενους 2, 3, 4 και
- Στην πορεία εκδόθηκαν εκ συμφώνου αποφάσεις αναφορικά με τους εναγόμενους 2 και 3, με αποτέλεσμα να παραμείνουν ως τελικοί διάδικοι οι εναγόμενοι 4 και 7, σύζυγοι. Οι συμφωνίες εγγύησης, Τεκμήρια 2, 13 και 17, συνιστούν τη βάση στήριξης της απαίτησης των εναγόντων εναντίον της εναγόμενης
- Η βάση αγωγής και το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων εναντίον του εναγόμενου 7 είναι έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών, Τεκμ. 11, οι οποίες προσφέρθηκαν ως εξασφάλιση και επιπρόσθετη εγγύηση προς τις άλλες εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις που είχε η ενάγουσα τράπεζα. Ως προς το ύψος των ποσών οι ενάγοντες αξιώνουν τελικά €2.950.000, πλέον τόκο 9% από 7.12.2010 εναντίον της εναγόμενης 4 και €90.000 πλέον τόκο από 29.1.2009 εναντίον του εναγόμενου
- Οι εναγόμενοι 4 και 7, οι οποίοι στη συνέχεια θα αναφέρονται ως οι εναγόμενοι, στη δικογραφημένη υπεράσπισή τους παραδέχονται την υπογραφή των συμφωνιών που αποδίδονται σε αυτούς, ισχυρίζονται όμως ότι έχουν απαλλαγεί από την ευθύνη που πηγάζει από αυτές και/ή ότι είναι άκυρες ή ακυρώσιμες. Επεξηγώντας, θέτουν πως υπέγραψαν τις εν λόγω συμφωνίες, στηριζόμενοι στο ότι οι ενάγοντες, ως σοβαρός τραπεζικός και χρηματοδοτικός οργανισμός, μελέτησαν την ικανότητα των εναγομένων 1 να αποπληρώσουν τα επίδικα δάνεια. Ισχυρίζονται δε περαιτέρω ότι προκειμένου να υπογράψουν στηρίχθηκαν σε αμελείς και ή ψευδείς και ή δόλιες παραστάσεις των εναγόντων, σύμφωνα με τις οποίες οι εξασφαλίσεις και οι εγγυήσεις δίδονταν για τυπικούς και μόνο λόγους και ότι η πιθανότητα να προσφύγουν οι ενάγοντες στις εγγυήσεις για αποπληρωμή των δανείων ήταν απομακρυσμένη. Με περαιτέρω υπεράσπισή τους, η οποία καταχωρήθηκε σύμφωνα με διαταγή του Δικαστηρίου, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι έχουν απαλλαγεί από τις οποιεσδήποτε υποχρεώσεις τους λόγω συμπεριφοράς των εναγόντων που έλαβε χώρα μετά την καταχώρηση της αρχικής υπεράσπισής τους. Συγκεκριμένα της παράλειψής τους να λάβουν μέτρα για διαφύλαξη των εσόδων και κερδών των εναγομένων 1 και διάθεσής τους έναντι του χρέους και ενεργειών τους που οδήγησαν στον ουσιαστικό τερματισμό της επιχείρησης των εναγομένων 1 και στην ανικανότητα πλέον των εναγομένων αυτών να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους έναντι των εγγυητών. Με βάση δε το σύνολο των προβαλλόμενων στην υπεράσπιση θέσεων, οι εναγόμενοι ανταπαιτούν δήλωση του Δικαστηρίου ότι όλες οι εγγυήσεις και ή εξασφαλίσεις που υπέγραψαν είναι άκυρες ή ακυρώσιμες και αξιώνουν ανάλογο δικαστικό διάταγμα. Η πλευρά των εναγόντων παρουσίασε προς απόδειξη της υπόθεσής της τη μαρτυρία δύο υπαλλήλων της. Ήταν, κατά τους ουσιώδεις χρόνους, υπεύθυνες για την παρακολούθηση και λειτουργία των λογαριασμών των εναγομένων. Η μόνη μαρτυρία που προσφέρθηκε προς υπεράσπιση ήταν αυτή των ιδίων των εναγομένων 4 και
- Η ΜΕ1 Ευαγγελία Χατζηγιαννακού παρουσίασε τις τρεις συμφωνίες δανείου, Τεκμήρια 1, 12 και 16, και εγγύησης, Τεκμήρια 2, 13 και 17, τις οποίες υπέγραψε, μεταξύ άλλων, και η εναγόμενη
- Κατέθεσε επίσης και επεξήγησε σειρά άλλων τεκμηρίων - συμπεριλαμβανομένης της κατάστασης του επίδικου λογαριασμού, Τεκμήριο 31 - τα οποία περιστρέφονται γύρω από τις πιο πάνω συμφωνίες, την πορεία και το αποτέλεσμά τους. Οι συμφωνίες δανείου έλαβαν χώρα στις 19.9.2001, 19.4.2002 και 10.6.
- Αφορούσαν, αντίστοιχα, ποσά τότε Λ.Κ.613,000, 200,000 και 120,000, τα οποία παραχωρήθηκαν προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την εκτέλεση σχεδίου, ήτοι την απόκτηση δικαιωμάτων χρήσης των κομμωτών των Dessange Beaute και σκοπό είχαν τη χρηματοδότηση της αγοράς γης και κτιρίων, την ανακαίνιση των κτιρίων αυτών και την αγορά εξοπλισμού. Ολοκληρώνοντας κατέθεσε ότι, εκκρεμούσας της παρούσας αγωγής, οι ενάγοντες, στις 30.3.2010, διόρισαν παραλήπτη και διαχειριστή της περιουσίας των εναγομένων 1, δυνάμει εντύπου διορισμού, το οποίο καταχωρήθηκε στον έφορο εταιρειών στις 9.4.2010, και κατ΄ ακολουθία ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης, ημερ. 10.6.
- Η αντεξέταση της μάρτυρας κινήθηκε γύρω από τη βάση των προβαλλόμενων υπερασπίσεων και προκειμένου να καταδειχθεί: Ότι οι ενάγοντες, προτού προχωρήσουν στην παροχή δανείων δεν προέβησαν σε οποιεσδήποτε ενέργειες προκειμένου να ελέγξουν την ικανότητα αποπληρωμής τους από τους πρωτοφειλέτες. Ότι δεν εξασφάλισαν επαρκείς εγγυήσεις, ούτε και φρόντισαν να τερματίσουν εγκαίρως τις επίδικες συμφωνίες. Ότι οι αρχικές συμφωνίες δανείου τροποποιήθηκαν στην πορεία, με τη διαφοροποίηση του ύψους των δόσεων αποπληρωμής, και ότι οι ενάγοντες δεν προέβησαν σε ενέργειες εκποίησης των εμπράγματων εξασφαλίσεων. Επαναλαμβανόμενη θέση της ΜΕ1 ήταν πως οι ενάγοντες ενήργησαν σε όλες τις περιπτώσεις μέσα στα πλαίσια των δικαιωμάτων τους, όπως αυτά αποτυπώνονται στις επίδικες συμφωνίες. Η μαρτυρία της ΜΕ2, Ελένης Μίτιλλου, προσφέρθηκε προκειμένου να επεξηγηθεί η πορεία κίνησης των τριών δανείων και οι εκταμιεύσεις που έλαβαν χώρα. Πρόσθεσε περαιτέρω ότι κατά τη διάρκεια των εν λόγω εκταμιεύσεων, οι ενάγοντες, μέσω εξουσιοδοτημένων λειτουργών τους, παρακολουθούσαν την πορεία των εργασιών ανακαίνισης του κτιρίου της επιχείρησης της εναγόμενης 1, το οποίο βρισκόταν σε ακίνητο ιδιοκτησίας της εναγόμενης
- Αναφέρθηκε, τέλος, στις καθυστερήσεις που παρουσιάστηκαν ως προς την καταβολή των δόσεων αποπληρωμής των δανείων, παρουσιάζοντας σχετικές καταστάσεις ως Τεκμήρια 46, 47 και 47(α) και επεξήγησε πως η καθυστέρηση καταχώρησης της παρούσας αγωγής οφειλόταν στις προσπάθειες που λάμβαναν χώρα, προκειμένου να εξαντληθεί κάθε περιθώριο διευθέτησης. Αντεξεταζόμενη επέμενε στις θέσεις της περί της ορθότητας των λογαριασμών που παρέθεσε, διευκρινίζοντας ότι η ίδια δεν είχε καμία σχέση με την ετοιμασία των εγγράφων που αφορούν τα επίδικα δάνεια, ούτε έλαβε μέρος στις διαπραγματεύσεις για να γνωρίζει λεπτομέρειες των όσων λέχθηκαν μεταξύ των μερών. Καθήκον της ήταν να παρακολουθεί τους επίδικους λογαριασμούς. Δίδοντας τη δική του εκδοχή ο εναγόμενος 7, αδελφός της εναγομένης 2, παρουσίασε το ιστορικό που οδήγησε στην εμπλοκή του στην υπό κρίση περίπτωση. Ανέφερε ότι η αδελφή του, η οποία ήταν ιδιοκτήτρια κομμωτηρίου, εξασφάλισε την αντιπροσωπεία Dessange, γεγονός που την οδήγησε στην αγορά κτιρίου με σκοπό να το ανακαινίσει και να το χρησιμοποιήσει για την επιχείρησή της, προσδοκώντας σε κερδοφορία. Ζήτησε τη βοήθειά του, προτείνοντάς του ως αντάλλαγμα μετοχές επ΄ ονόματί του ή στο όνομα της συζύγου του, εναγομένης
- Αποφάσισαν να εγγράψουν τις μετοχές επ΄ ονόματι της εναγόμενης 4, δεδομένου ότι μπορούσε, εάν το επιθυμούσε, να εργαστεί και αυτή στην επιχείρηση. Υπό αυτές τις συνθήκες κατέβαλε σημαντικό ποσό στην αδελφή του, συνολικά Λ.Κ.480.000 μέχρι το 2005, και διευθετήθηκε η εγγραφή στη σύζυγό του, του 25% των μετοχών των εναγομένων 1 και 5 εταιρειών, Αμέσως μετά, ζητήθηκε από την εναγόμενη 4 να υπογράψει ως εγγυήτρια στο πρώτο δάνειο, των Λ.Κ.600.000, το οποίο θα εξασφαλιζόταν από υποθήκες επί του πιο πάνω κτιρίου και επί ενός διαμερίσματος της εναγόμενης 2, και περαιτέρω με την εγγύηση του εναγόμενου
- Υπό αυτές τις συνθήκες, ο ΜΕ2 προέτρεψε τη σύζυγό του να υπογράψει ως εγγυήτρια, αφού το δάνειο ήταν πλήρως καλυμμένο από τις υποθήκες και δεν υπήρχε οποιοσδήποτε κίνδυνος. Είναι, πρόσθεσε, ως αποτέλεσμα της εντύπωσης ότι υπήρχε πλήρης κάλυψη, που η σύζυγός του υπέγραψε ως εγγυήτρια και για τα υπόλοιπα δάνεια. Το 2002 δέσμευσε, προς εξασφάλιση του δανείου των Λ.Κ.200.000, 146.000 μετοχές που κατείχε στην εταιρεία Λατομεία Φαρμακάς Λτδ, η αξία των οποίων ήταν τότε περίπου Λ.Κ.80.
- Βασική του θέση ήταν ότι ούτε ο ίδιος ούτε η εναγόμενη 4, σύζυγός του, είχαν ουσιαστική ανάμειξη στα γεγονότα που καλύπτουν τις επίδικες συμφωνίες, παρά μόνο υπέγραφαν, μετά από διαβεβαιώσεις ότι τα δάνεια ήταν πλήρως καλυμμένα από τις υποθήκες και ότι οι εγγυήσεις τους ήταν τυπικής και μόνο μορφής. Όταν αντιλήφθηκε την καθυστέρηση που υπήρχε στην αποπληρωμή των δανείων, επισκέφθηκε επανειλημμένα τους ενάγοντες, ζητώντας τους να ενεργήσουν γρήγορα και αποτελεσματικά, προκειμένου να εξασφαλίσουν την κάλυψη των δανείων και υποδεικνύοντας ότι οι παραλείψεις τους οδηγούσαν στον επηρεασμό των δικαιωμάτων των εγγυητών. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι η σύζυγός του υπέγραψε τις επίδικες εγγυήσεις, επιμένοντας όμως στις βασικές του θέσεις ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτό έγινε. Προέβαλε επίσης ότι η αδελφή του, εναγόμενη 2, τον διαβεβαίωνε ότι «τα πάντα ήταν εξασφαλισμένα». Η εναγόμενη 4 κατέθεσε ότι έγινε μέτοχος στις εναγόμενες 1 και 5, αναμένοντας ότι θα μπορούσε και η ίδια να εργοδοτηθεί στην προαναφερθείσα επιχείρηση της εναγόμενης 2, κουνιάδας της. Επεξηγώντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπέγραψε ως εγγυήτρια, τόνισε ότι αρχικά ήταν απρόθυμη να το πράξει, λόγω του σημαντικού ύψους των ποσών του δανείου, τελικά όμως υπέγραψε, αφού της αναφέρθηκε ότι η υπογραφή της ήταν τυπική και ότι η υποθήκη κάλυπτε το δάνειο, η δε επιχείρηση ήταν εύρωστη και θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της. Η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στην προαναφερθείσα επιχείρηση, ούτε γνώριζε περαιτέρω λεπτομέρειες για τα επίδικα θέματα. Αντεξεταζόμενη παραδέχθηκε ότι υπέγραψε τις τρεις εγγυήσεις, Τεκμήρια 2, 13 και 17, επέμενε όμως ότι ούτε τα διάβασε, ούτε γνώριζε τι αφορούσαν. Στην πορεία της αντεξέτασης παραδέχθηκε ότι γνώριζε τη φύση των εγγράφων αυτών, προσθέτοντας ότι δεν τα μελέτησε στο σύνολό τους, αλλά τα υπέγραψε πιστεύοντας ότι η εγγύησή της ήταν τυπικής και μόνο μορφής. Αρνήθηκε περαιτέρω ότι είχε γνώση του γεγονότος πως η ίδια ήταν μέτοχος της εναγόμενης 5 και, προεκτείνοντας, κατέθεσε πως μέχρι το 2007 δεν γνώριζε πως υπήρχε έτσι εταιρεία. Αρνήθηκε ακόμη ότι παρευρέθηκε οποτεδήποτε σε συνεδρίαση της εναγόμενης 1 ή ότι περιήλθε στην αντίληψή της οποιοδήποτε έγγραφο της εταιρείας αυτής, σχετικό με την παροχή εμπράγματης επιβάρυνσης. Συμφώνησε όμως και δεν αμφισβήτησε τα ποσά τα οποία οφείλει η εναγόμενη 1 εταιρεία. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, αγορεύοντας, κάλυψαν το όλο φάσμα των θέσεων και προσεγγίσεών τους. Παρέλκει η οποιαδήποτε καταγραφή στο στάδιο αυτό, δεδομένου ότι, σε ό,τι κριθεί απαραίτητο, ανάλογα θα αναφερθεί το Δικαστήριο στην πορεία της απόφασης. H αξιολόγηση μαρτυρίας δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά. Αναγκαίο και επιθυμητό είναι η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Η εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο δεν είναι αρκετή από μόνη της να οδηγήσει στην αποδοχή ή απόρριψη των θέσεών του. Είναι η αξιολόγηση, από απόψεως περιεχομένου των όσων κατατίθενται, και ο συσχετισμός τους με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, που επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Η αναφορά δε στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της μαρτυρίας παραπέμπει, κατά κύριο λόγο στον έλεγχο με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής (Αντρέας Στυλιανίδης v. Κωνσταντίνου Χ"Πιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ και Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339, Παναγιώτης Ζερβού κ.ά. και Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 305/2008, ημερ. 21.12.2011) . Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές αξιολόγησης, παρακολούθησα με κάθε προσοχή τους μάρτυρες στην πορεία κατάθεσης των ισχυρισμών τους. Τα όσα παρέθεσαν οι μάρτυρες των εναγόντων, αντικριζόμενα υπό το πρίσμα, τόσο των αδιαμφισβήτητων γεγονότων, όσο και του περιεχομένου των τεκμηρίων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας ότι αποτυπώνουν την αλήθεια και μόνο. Οι συγκεκριμένοι μάρτυρες παρουσιάστηκαν προκειμένου να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις επίδικες συμφωνίες και την όλη πορεία των συμβατικών σχέσεων των δύο μερών. Όπως τελικά παρέμεινε αδιαμφισβήτητο, τόσο οι συμφωνίες δανείου όσο και αυτές της εγγύησης και της ενεχυρίασης μετοχών υπεγράφησαν από τα συμβαλλόμενα μέρη. Οι εκταμιεύσεις δεν αμφισβητήθηκαν, όπως δεν αντικρούστηκαν οι θέσεις των εναγόντων περί καθυστερήσεων πληρωμής των οφειλόμενων δόσεων, τερματισμού των επίδικων συμφωνιών και τα σημερινά οφειλόμενα υπόλοιπα. Αντίθετα, η εναγόμενη 4 δέχθηκε το ύψος του ποσού που εξακολουθεί να οφείλεται από την εναγόμενη
- Τέλος, οι όροι των επίδικων συμφωνιών, στους οποίους αναφέρθηκαν οι μάρτυρες των εναγόντων, συνιστούν και το περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατατέθηκαν και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν. Οι ουσιαστικοί ισχυρισμοί που προώθησαν οι εναγόμενοι 4 και 7 είναι ταυτόσημοι και περιστρέφονται, ως προς τα γεγονότα, στις αναφορές τους περί άγνοιας της φύσης και του περιεχομένου των επίδικων εγγυήσεων και των εξασφαλίσεων που δόθηκαν. Προωθήθηκε επίσης ως βασική θέση, προκειμένου προφανώς να ενισχυθούν οι πιο πάνω προσεγγίσεις, η μη συμμετοχή της εναγόμενης 4 με οποιοδήποτε τρόπο στις αποφάσεις και λειτουργία της εναγόμενης 1 και η, προβληθείσα, αντίληψη περί τυπικών και μόνο υπογραφών της στις συμφωνίες εγγύησης. Αδιαμφισβήτητα όμως δεδομένα ανατρέπουν τις θέσεις που κατατέθηκαν από την υπεράσπιση μέσω της μαρτυρίας των εναγομένων 4 και
- Σειρά τεκμηρίων επιμαρτυρεί τη γνώση της εναγόμενης 4 ως προς τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση περίπτωση και τη συμμετοχή της στις αποφάσεις της εναγόμενης 1 που είχαν άμεση σχέση με τα υπό κρίση γεγονότα. Επεξηγώ σχετικά: Τα Τεκμήρια 61-64 είναι πρακτικά συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης 1 ημερ. 19.9.2001, 19.4.2002 και 10.6.
- Παρούσα στη λήψη αποφάσεων ήταν και η εναγόμενη 4, η οποία, παρά τις θέσεις που προέβαλλε σε αρχικά στάδια, παραδέχθηκε στην πορεία της αντεξέτασης τη συμμετοχή της, με δεδομένη την εκ μέρους της αδιαμφισβήτητη υπογραφή των πρακτικών αυτών. Οι αποφάσεις που λήφθηκαν αφορούσαν την αποδοχή των επίδικων δανείων σύμφωνα με τους όρους της ενάγουσας τράπεζας και την εξασφάλισή τους με παροχή πρώτης εγγύησης κτήματος της εναγόμενης 5 και, περαιτέρω, προσωπικής, αλληλεγγύου και κεχωρισμένης εγγύησης, μεταξύ άλλων, της εναγόμενης
- Προβλεπόταν δε, Τεκμ. 62, περαιτέρω εξασφάλιση με συμφωνία ενεχυρίασης από τον εναγόμενο 7 των επίδικων μετοχών. Με αυτά λοιπόν ως δεδομένα, καταρρέει η μαρτυρία των εναγομένων στα πιο βασικά της στοιχεία. Προβάλλει δε, κατά τρόπο αναντίλεκτο, η γνώση των εναγομένων σε σχέση με την όλη πορεία των συζητήσεων και την παροχή εκ μέρους τους εγγυήσεων προς εξασφάλιση των επίδικων δανείων. Ανατρέπεται, περαιτέρω, η επικαλούμενη άγνοια της εναγόμενης 4 σχετικά με την ύπαρξη της εναγόμενης 5 εταιρείας, αφού όχι μόνο ήταν μέτοχός της αλλά και λάμβανε μέρος στη λήψη αποφάσεων της εναγόμενης 1, οι οποίες αφορούσαν την εναγόμενη 5 και με τις οποίες αποφασιζόταν η εξασφάλιση των δανείων με υποθήκη κτήματος που ανήκε στην εν λόγω εταιρεία. Αλλά και τα ίδια τα έγγραφα που υπέγραψε η εναγόμενη 4 και τα οποία συνιστούν τη βάση της εναντίον της απαίτησης, οι συμφωνίες δηλαδή εγγύησης, αφήνουν έκθετες προς απόρριψη τις βασικές της θέσεις περί άγνοιάς της ως προς τη φύση των εγγράφων που υπέγραφε. Αναφέρεται συγκεκριμένα στις πρώτες γραμμές των Τεκμηρίων 2, 13 και 17: «... δυνάμει Συμφωνίας Δανείου ιδίας ημερομηνίας ως η παρούσα, αντίγραφον της οποίας εξητάσαμεν προσεκτικώς και με τους όρους της οποίας συμφωνούμεν πλήρως ..» Ολοκληρώνοντας την αξιολόγηση της μαρτυρίας των εναγομένων 4 και 7, τονίζω ότι αυτοί ουδέποτε αμφισβήτησαν την εναντίον τους απαίτηση. Αντίθετα, ο εναγόμενος 7 μέσω του Τεκμηρίου 34, στο οποίο θα αναφερθεί το Δικαστήριο σε κατοπινό στάδιο, αναγνωρίζει στην ουσία τις υποχρεώσεις του, όπως αυτές απορρέουν από το έγγραφο ενεχυρίασης, Τεκμήριο
- Ούτε καθ΄ οιονδήποτε χρόνο, μέχρι και της καταχώρησης της υπεράσπισής τους, προέβαλαν ισχυρισμούς στη βάση που σήμερα τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς τις συνθήκες υπογραφής των επίδικων εγγυήσεων. Όπως είναι παραδεκτό, από το 2005 έλαβαν γνώση με επιστολή των εναγόντων για την ύπαρξη καθυστερήσεων στην αποπληρωμή των επίδικων λογαριασμών. Υπό αυτές τις συνθήκες, και με δεδομένη τη σοβαρότητα των όσων ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, αναμενόμενο και ορθό θα ήταν, εάν οι θέσεις τους ήταν βάσιμες, να προέβαιναν σε ό,τι ήταν απαραίτητο προκειμένου να απαλλαγούν από το βάρος των σημαντικών εγγυήσεων που είχαν υπογράψει. Τα πιο πάνω είναι αρκετά, προκειμένου να καταδειχθεί η πλήρης αναξιοπιστία των εναγομένων 4 και 7 και να διαφανεί ότι τα όσα κατέθεταν στο Δικαστήριο δεν συνιστούσαν τίποτε άλλο παρά εκ των υστέρων σκέψεις, προκειμένου να αποφύγουν τις συνέπειες των πράξεων και ενεργειών τους. Με δεδομένη την αποδοχή των θέσεων των εναγόντων, ό,τι απομένει προς εξέταση, προτού καταλήξει το Δικαστήριο, είναι οι θέσεις που προβάλλονται από την υπεράσπιση, όπως αυτές αποτυπώνονται στα καταχωρημένα δικόγραφα. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι το σύνολο σχεδόν της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνήγορου για τους εναγομένους διαπραγματεύεται ζητήματα τα οποία είναι εκτός των δικογραφημένων θέσεων της υπεράσπισης. Συνοπτικά, θέματα παραβίασης των όρων των συμφωνιών εγγύησης ή μη τήρησής τους. Συνεπώς, κατά πάγια νομολογία, οι θέσεις αυτές δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο αφού δεν δικογραφούνται. Είναι αρκετό να αναφερθεί ότι η έκθεση υπεράσπισης αποτελεί δικόγραφο στο οποίο προσδιορίζονται οι θέσεις των εναγομένων έναντι των διεκδικήσεων των εναγόντων και το Δικαστήριο δεν είναι επιτρεπτό να αποφασίζει ζητήματα που δεν αποτελούν μέρος της δικογραφίας. Παρά ταύτα, έστω κι αν υπήρχε ζήτημα εξέτασης, τα προβαλλόμενα σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς και την εγγραφή ακίνητης περιουσίας, η οποία δόθηκε ως εξασφάλιση, επ΄ ονόματι των εναγομένων 5 αντί των εναγομένων 1, είναι αστήρικτα. Καθότι η περιουσία αυτή, όπως ρητά αναφέρεται στα Τεκμήρια 1 και 2, ανήκε στην εναγόμενη 5 η οποία και την υποθήκευσε προς όφελος των εναγόντων. Περαιτέρω, όπως ήδη έχει αναλυθεί, η εναγόμενη 4, ως διευθύντρια και μέτοχος των εναγομένων 1 και 5, θα εμποδιζόταν να ισχυριστεί ότι δεν γνώριζε ότι το εν λόγω κτίριο ήταν ιδιοκτησία της εναγομένης 5, με δεδομένη την υπογραφή της επί των Τεκμηρίων 61-64 και επί των επίδικων εγγυητηρίων εγγράφων. Ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι οι ενάγοντες ανέλαβαν όπως η εναγόμενη 1 εταιρεία εγγράψει επ΄ ονόματί της το εν λόγω ακίνητο, το οποίο ήταν ανέκαθεν περιουσία της εναγόμενης 5 και ουδέποτε ανήκε στην πρωτοφειλέτιδα εταιρεία. Ούτε, κατ΄ ακολουθία, και υπάρχουν περιθώρια έγερσης ζητήματος «έγκυρου τίτλου», όπως εισηγούνται στην τελική τους αγόρευση οι εναγόμενοι. Ακόμη, και στις τρεις συμφωνίες εγγύησης προβλέπεται ότι οι εγγυητές είναι πλήρως υπεύθυνοι, έστω κι αν το δάνειο προς τον πρωτοφειλέτη είναι άκυρο και/ή η συλλογή του από αυτόν είναι αδύνατη λόγω οποιουδήποτε νομικού ή άλλου λόγου. Επομένως, η εναγόμενη 4 θα κωλυόταν να προβάλει ισχυρισμούς στην πιο πάνω βάση, λόγω απεμπόλησης οποιουδήποτε δικαιώματος αμφισβήτησης της εγγύησής της. Η απόρριψη των θέσεων που προέβαλε η εναγόμενη 4 μέσω της μαρτυρίας της, συμπαρασύρει και τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης της πλευράς της ως προς την τυπικότητα της υπογραφής της, τις διαβεβαιώσεις που κατ΄ ισχυρισμό της λάμβανε για την κάλυψη των δανείων και, γενικότερα, την άγνοιά της για τις συνθήκες που περιέβαλλαν τις επίδικες συμφωνίες. Όπως ήδη λέχθηκε, η εναγόμενη 4, ως μέτοχος και διευθύντρια της εναγόμενης 1, είχε πλήρη γνώση και συμμετοχή στις διεργασίες που προηγήθηκαν της λήψης των δανείων, αφού ήταν παρούσα στις σχετικές συνεδρίες του διοικητικού της συμβουλίου, όπου και λήφθηκαν οι ανάλογες αποφάσεις για την παροχή και τη φύση των εγγυήσεων. Περαιτέρω, οι οποιεσδήποτε ενέργειες των εναγόντων, οι οποίες σκοπό είχαν τη διαφοροποίηση του τρόπου εξόφλησης των δανείων ή την παροχή διευκολύνσεων στον πρωτοφειλέτη, δεν συνιστούν βάσιμο λόγο υπεράσπισης για την εναγόμενη
- Αναφέρονται τα ακόλουθα στην παράγραφο (i) και των τριών εγγράφων εγγύησης, Τεκμήρια 2, 13 και 17: «Δύνασθε άνευ επηρεασμού καθ΄ οιονδήποτε τρόπον των δικαιωμάτων σας δυνάμει της παρούσης εγγυήσεως και άνευ της συγκαταθέσεως ή γνώσεων ημών να χορηγήτε πίστωσιν χρόνου, παρατάσεις ή οιανδήποτε άλλη επιείκειαν ή διευκόλυνσιν εις τον ΠΡΩΤΟΦΕΙΛΕΤΗΝ, και/ή συγκατατίθεσθε εις οιανδήποτε τροποποίησιν των δικαιωμάτων σας, και/ή προβαίνητε εις οιανδήποτε ανεξαιρέτως τροποποίησιν της Συμφωνίας και/ή των σχετικών εγγράφων εξασφαλίσεων και/ή ετέρων εγγυήσεων και/ή προβαίνητε εις οιονδήποτε συμβιβασμόν ή διευθέτησιν, και/ή απέχητε εξ οιωνδήποτε διαβημάτων εναντίον του ΠΡΩΤΟΦΕΙΛΕΤΟΥ, και/ή ανανεώνητε, και/ή εγκαταλείπητε, και/ή ανταλλάσσητε, και/ή τροποποιήτε, και/ή απαλλάσσητε, και/ή ακυροίτε εν μέρει ή εξ ολοκλήρου, οιασδήποτε εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις κατέχητε ή ηθέλατε κατέχει». Πέραν της πιο πάνω ρητής αναφοράς, παρέμεινε αναντίλεκτο ότι ακόμη και η πώληση διαμερίσματος, το οποίο δόθηκε ως εξασφάλιση, κανένα επηρεασμό των δικαιωμάτων της εναγόμενης 4 ως εγγυήτριας ενείχε, αφού το τίμημα, το οποίο αναλογούσε στο ποσό της εξασφάλισης, κατατέθηκε στους επίδικους λογαριασμούς. Τα όσα λοιπόν προβλήθηκαν ως στοιχεία υπεράσπισης σε αναφορά με την εναγόμενη 4, είναι έκθετα σε απόρριψη. Με βάση την αξιολόγηση και την αποδοχή της μαρτυρίας που πρόσφεραν οι ενάγοντες, και την αντίστοιχη απόρριψη αυτής των εναγομένων, ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Είναι βασικό εύρημα η σύναψη των επίδικων συμφωνιών δανείου και εγγύησης, υπό τις συνθήκες και για τους λόγους που η πλευρά των εναγόντων παρουσίασε, η παραβίασή τους, ο τερματισμός τους και το ύψος των ποσών που κατέστη πληρωτέο και απαιτητό. Οι ενάγοντες, μέσα από το σύνολο της αποδεκτής από το Δικαστήριο μαρτυρίας, έχουν αποδείξει την απαίτησή τους στο ύψος που τελικά αξιώνουν, σε σχέση με την εναγόμενη
- Την ίδια κατάληξη, με δεδομένη την άρρηκτη σύνδεση των ουσιαστικών παραμέτρων, θα είχε και η υπόθεση των εναγόντων σε σχέση με τις εναντίον του εναγόμενου 7 αξιώσεις, εάν δεν μεσολαβούσαν ουσιαστικά γεγονότα μετά την έγερση της αγωγής. Για να γίνει κατανοητή η προσέγγιση αυτή του Δικαστηρίου, θα πρέπει να καταγραφούν τα όσα εκτυλίχθηκαν, όπως αυτά παραμένουν αδιαμφισβήτητα: Η αξίωση των εναγόντων εναντίον του εναγόμενου 7 στηρίζεται, όπως προαναφέρθηκε, σε έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών, ημερομ. 19.4.2002, το Τεκμήριο
- Με αυτό ο εναγόμενος 7 παρείχε εξασφάλιση και επιπρόσθετη εγγύηση προς οποιεσδήποτε άλλες εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις, σε αναφορά με τα επίδικα δάνεια. Ενεχυρίασε προς τους ενάγοντες 365.000 μετοχές της εταιρείας Λατομεία Φαρμακάς Λτδ, για ποσό τότε Λ.Κ.80.000, πλέον τόκους. Δύο περίπου χρόνια μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, συγκεκριμένα στις 29.1.2009, με συμφωνία των μερών - η ουσία της οποίας αποτυπώνεται στο Τεκμ. 34, το περιεχόμενο του οποίου είναι επίσης αδιαμφισβήτητο - και με αντάλλαγμα δικαίωμα επίσχεσης για ποσό €90.000 συν τόκους σε καταθετικό λογαριασμό, που ο εναγόμενος 7 διατηρούσε σε γραμμάτιο στους ενάγοντες, αποδεσμεύθηκαν οι πιο πάνω μετοχές. Συμφωνήθηκε περαιτέρω ότι το ποσό των €90.000, πλέον οι σχετικοί τόκοι, θα παραμένει δεσμευμένο κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες προς όφελος των εναγόντων «για εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων της Εταιρείας (της εναγόμενης 1) προς εσάς (τους ενάγοντες)... και η σχετική δέσμευση θα ισχύει μέχρι την πλήρη και τελική εξόφληση όλων των εν λόγω υποχρεώσεων». Με δεδομένα τα πιο πάνω, η ευπαίδευτη συνήγορος για τους ενάγοντες, τονίζοντας ότι η βάση αγωγής τους εξακολουθεί να παραμένει η συμφωνία ενεχυρίασης, Τεκμήριο 11, έθεσε ότι στο Τεκμήριο 34 «κατά κάποιο τρόπο μεταφράζεται η αξία των μετοχών σε ποσό», και αυτό δεν ακυρώνει τη συμφωνία του Τεκμηρίου
- Απλώς, πρόσθεσε, «οι ενεχυριασμένες μετοχές, μετά από αίτημα του εναγόμενου 7, έγιναν χρήματα και δεσμεύθηκαν με το Τεκμήριο 34». Προς επίρρωση δε των θέσεών της, αναφέρθηκε στον όρο 9 του Τεκμήριο 11 και σε επιστολές των εναγόντων προς τον εναγόμενο 7, ημερ. 24.10.2005 και 23.1.2007, Τεκμήρια 28 και 29 αντίστοιχα. Στις επιστολές αυτές πληροφορείται ο εναγόμενος 7 για την καθυστέρηση καταβολής των οφειλόμενων δόσεων και του δίδεται ειδοποίηση για λήψη νομικών μέτρων «για την πώληση του συνόλου των ενεχυριασμένων μετοχών». Ολοκληρώνοντας έθεσε ότι, ούτως ή άλλως, οι προβαλλόμενοι από τον αντίδικο δικηγόρο ισχυρισμοί περί ακύρωσης εκ συμφώνου του Τεκμηρίου 11, με βάση τη συμφωνία του Τεκμηρίου 34, και η μη ύπαρξη ανάλογου αγώγιμου δικαιώματος, δεν είναι δικογραφημένοι και δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη. Η τελευταία πιο πάνω προσέγγιση της κας Πολυβίου στερείται στήριξης. Το όλο ζήτημα δεν τίθεται στη βάση καταχώρησης δικογραφημένης θέσης προς υπεράσπιση, αλλά έχει ως μέτρο τη βασική υποχρέωση που φέρει κάθε ενάγοντας να αποδείξει το αγώγιμο δικαίωμα που επικαλείται. Συνεπώς, δεν εναπόκειται στον εναγόμενο να υπερασπιστεί, αλλά στον ενάγοντα να εντάξει την υπόθεσή του στα πλαίσια που καλύπτουν οι βάσεις των αξιώσεών του. Στην υπό κρίση περίπτωση, η όλη απαίτηση εναντίον του εναγόμενου 7 στηρίζεται σε έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών και ως αποτέλεσμα αξιώνεται εναντίον του, με βάση το έγγραφο ενεχυρίασης, το αναφερόμενο, στην παράγραφο 32(δ) του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος, ποσό. Κατ΄ ακολουθία, το σύνολο της αξίωσης εναντίον του εναγόμενου 7, πηγάζει από το εν λόγω έγγραφο ενεχυρίασης και μόνο, το οποίο όμως δεν υφίσταται πλέον. Οι υπό αναφορά μετοχές έχουν ήδη αποδεσμευθεί και, κατ΄ ακολουθία, η συμφωνία του Τεκμηρίου 11 κατέστη άνευ αντικειμένου. Μέσα δε από το περιεχόμενο των νέων διευθετήσεων, όπως αποτυπώνονται στο Τεκμ. 34, διαφαίνονται διαφορετικοί όροι και τρόποι εξασφάλισης, η νομική ανάλυση των οποίων δεν αφορά, ελλείψει ανάλογης δικογράφησης, την παρούσα υπόθεση. Ως αποτέλεσμα, οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την απαίτησή τους εναντίον του εναγόμενου 7, στη βάση της δικογραφημένης αξίωσής τους. Οι παραπομπές δε στον όρο 9 του Τεκμηρίου 11 και στα Τεκμήρια 28 και 29, δεν προσθέτουν ούτε βοηθούν την πλευρά των εναγόντων. Καθότι, τα όσα καλύπτουν αφορούν και αναφέρονται στη συμφωνία ενεχυρίασης και στα δικαιώματα που έλκουν από αυτή. Καταληκτικά, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης 4, αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά με τους εναγόμενους 1, 2, 3 και 5, για το ποσό των €2.950.000, με τόκο 9% από 7.12.2010, με κεφαλαιοποίησή του δύο φορές το χρόνο, ήτοι 30.6 και 31.12, μέχρι εξόφλησης, πλέον έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αγωγή εναντίον του εναγόμενου 7 απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελός του και εναντίον των εναγόντων, όπως επίσης αυτά θα υπολογιστούν και εγκριθούν. Με βάση την κατάληξη του Δικαστηρίου και τους λόγους που οδήγησαν στην απόρριψη της εναντίον του εναγομένου 7 απαίτησης, η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς καμία ξεχωριστή διαταγή όσον αφορά τα έξοδα, αφού αυτή συνεκδικάστηκε με την αγωγή. [Υπ.] Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο