← Κύπρος

Αναφορικά με την εταιρεία Crazieno Holdings Ltd, Αρ. Αίτησης: 909/11, 22/11/2012

Αναφορικά με την εταιρεία Crazieno Holdings Ltd, Αρ. Αίτησης: 909/11, 22/11/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A335 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον : Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 909/11 Αναφορικά με την εταιρεία Crazieno Holdings Ltd και Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφάλαιο 113 ---------------- Αίτηση ημερ. 25.5.12 για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Ημερομηνία: 22 Νοεμβρίου 2012 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κα Στυλιανού. Για Καθ΄ ων η αίτηση: κα Καραβιώτου. --------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η εταιρεία Bank of Moscow (Open Joint Stock Company) από τη Ρωσσία, στις 17.10.11 καταχώρησε αίτηση με την οποία αιτείται διάταγμα του δικαστηρίου «που να διατάσσει την διάλυση της εταιρείας Grazieno Holdings Limited σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 209, 211, 212 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113 (στο εξής η κυρίως αίτηση).». Την εν λόγω αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του Gurin Pavel ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και ότι είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αφού αναφέρει διάφορα γεγονότα τα οποία σχετίζονται, κατά τον ίδιο, με την κυρίως αίτηση, παραπέμποντας και στο περιεχόμενο διαφόρων εγγράφων που επισυνάπτονται ως τεκμήρια στην ένορκη του δήλωση, ζητά την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στις 18.4.12 καταχωρήθηκε από την εταιρεία Crazieno Holdings Ltd ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην εν λόγω αίτηση. Την εν λόγω ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του Σάββα Σιάτη ο οποίος δηλώνει ότι έχει «απευθείας» γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και ισχυρίζεται ακόμα ότι αναφορικά με θέματα που δεν έχει προσωπική γνώση, αντλεί γνώση από διάφορες άλλες πηγές τις οποίες ως ισχυρίζεται αναφέρει. Αρνείται την βασιμότητα της αίτησης και αναφέρει τους λόγους που κατά την γνώμη του, η αίτηση των αιτητών πρέπει να απορριφθεί. Στις 25.5.12 η εταιρεία Crazieno Holdings Limited (η εταιρεία εναντίον της οποίας στρέφεται η κυρίως αίτηση - στο εξής «η αιτήτρια») κατεχώρησε την υπό εξέταση αίτηση (στο εξής η υπό εξέταση αίτηση), με την οποία αιτείται διάταγμα του δικαστηρίου που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην ένσταση της που καταχωρήθηκε στις 18.4.12. Είναι η θέση της αιτήτριας ότι το αίτημα θα πρέπει να εγκριθεί ώστε να δοθεί η ευκαιρία στην αιτήτρια να παρουσιάσει μαρτυρία με την οποία να αποδεικνύει ότι το δάνειο, επί τη βάση του οποίου στηρίζεται η κυρίως αίτηση εδόθη και/ή συνομολογήθηκε κατόπιν δόλου και/ή παράνομων ενεργειών πρώην στελεχών της εταιρείας Bank of Moscow (Open Joint Stock Company) (αιτήτρια στην κυρίως διαδικασία και καθ΄ ης η αίτηση στην υπό εξέταση αίτηση, στο εξής «η καθ΄ ης η αίτηση»), καθώς επίσης και μαρτυρία αναφορικά με ισχυριζόμενη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων στο όνομα της καθ΄ ης η αίτηση, η οποία μεταβίβαση, κατά την αιτήτρια, ισοδυναμεί με εξόφληση της οποιασδήποτε οφειλής της προς την καθ΄ ης η αίτηση. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, επισυνάπτεται ως τεκμήριο, μεταξύ άλλων, και η συμπληρωματική ένορκη δήλωση της οποίας επιχειρείται η καταχώριση. Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 θ.1,2,3,4

(2), Δ.39, στον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113, άρθρα 2, 37, 203, 209, 211, 212 (α-γ), 213, 214 και στον Κανονισμό 92 των Περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμών, στους Περί Εταιρειών Διαδικαστικούς Κανονισμούς Καν.3 και
  1. Η καθ΄ ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση στις 27.6.
  2. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Χάρις Καραολίδου η οποία αναφέρει ότι είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την καθ΄ ης η αίτηση και ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από μελέτη του σχετικού φακέλλου αλλά και από πληροφορίες που έλαβε από διάφορα πρόσωπα τα οποία, ως ισχυρίζεται, κατονομάζει. Αναφέρει ακόμη διάφορα γεγονότα καθώς επίσης και επιχειρήματα, υιοθετώντας τους 8 λόγους ένστασης που παρουσιάζονται στο κυρίως σώμα της ένστασης. Τέλος, ισχυρίζεται ότι για όλα όσα αναφέρει στην ένορκη της δήλωση, η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Οι λόγοι ένστασης ως αυτοί παρουσιάζονται στο κυρίως σώμα τούτης είναι οι ακόλουθοι: «
  3. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  4. Η Αιτήτρια δεν έχει δείξει ότι υπάρχει καλός λόγος για να δοθεί από το Δικαστήριο άδεια για καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης.
  5. Η παρούσα Αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και δεν συνάδει με τις πρόνοιες του Νόμου, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και της σχετικής επί του θέματος νομολογίας.
  6. Οι θεσμοί και/ή νομοθετικές πρόνοιες στις οποίες στηρίζεται η αίτηση δεν προσδίδουν στο Δικαστήριο εξουσία να ασχοληθεί με την ουσία της αίτησης και/ή να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα.
  7. Το Δικαστήριο στερείται εξουσίας να εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα και/ή η Αιτήτρια δεν έχει δικαίωμα καταχώρησης συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης μετά την καταχώρηση Ειδοποίησης Ένστασης καιή το αίτημα της βρίσκεται σε αντίθεση και/ή δεν συνάδει με την διαδικασία που ακολουθείται και/ή το αποδεικτικό δίκαιο που ισχύει και/ή εφαρμόζεται σε αιτήσεις για εκκαθάριση εταιρείας.
  8. Το πραγματικό υπόβαθρο που υποστηρίζει την Αίτηση είναι ανεπαρκές και δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και τα όσα επιχειρούνται να κατατεθούν δεν εξυπηρετούν κανένα σκοπό και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη.
  9. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία επί του θέματος για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενο διατάγματος.
  10. Η μαρτυρία και/ή οι ισχυρισμοί και/ή τα τεκμήρια που θέλει να εισαγάγει η Αιτήτρια με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι άσχετα και/ή ασύνδετα με τα επίδικα θέματα με την κυρίως αίτηση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή η προσαγωγή της μαρτυρίας που θέλει να εισαγάγει η Αιτήτρια και/ή καταχώρηση της είναι ανεπίτρεπτη.» Η ένσταση βασίζεται στις Δ.39, Δ.48 θ.1-13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 2, 37, 203, 209, 211, 212 (α-γ), 213, 214 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113, στον Κανονισμό 92 των περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμούς, στους Κανονισμούς 3 και 4 των Περί Εταιρειών Διαδικαστικούς Κανονισμούς, στο άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο φάκελο δικογραφίας, στη νομολογία, στη συμφυή εξουσία και πρακτική του σεβαστού δικαστηρίου. Αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν στον δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις στις 10.10.12 στις οποίες αναπτύσσουν τους λόγους επί τους οποίους έκαστη πλευρά βασίζει τη θέση της. Καμία πλευρά δεν ζήτησε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Διεξήλθα τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση όπως και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν, έχοντας συνέχεια κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων όπως αυτά προβάλλουν μέσα από τις αγορεύσεις τους. Κρίνω ορθότερο από την αρχή να σημειώσω ότι η κυρίως αίτηση, είναι εναρκτήρια αίτηση και όχι ενδιάμεση και ως τέτοια εκδικάζεται ως εναρκτήρια κλήση (ως προς το τι συνιστά εναρκτήρια κλήση βλέπε Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investments Inc.
(1999)1 AAΔ 124, σελ.131-133). Επομένως, ως εναρκτήρια κλήση δεν μπορεί να εκδικάζεται μόνο στην βάση των γεγονότων που αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τα δικόγραφα αλλά είναι επιτρεπτό και σε ορισμένες περιπτώσεις και επιβεβλημένο να προσκομιστεί και προφορική μαρτυρία. Ούτε στους Περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμούς, αλλά ούτε και στους Περί Εταιρειών Κανονισμούς (Companies Rules) βρίσκει κανείς οποιανδήποτε πρόνοια η οποία να αφορά είτε στον τύπο της ειδοποίησης ένστασης, είτε στην διαδικασία που ακολουθείται για σκοπούς ακρόασης μιας τέτοιας αίτησης. Αμφότεροι οι πιο πάνω διαδικαστικοί κανονισμοί, στην περίπτωση που οι πρόνοιες τους δεν προνοούν για συγκεκριμένη διαδικασία ή ζήτημα, παραπέμπουν σχετικά στους κανονισμούς που διέπουν την Πολιτική Δικονομία (Καν.3 των Περί Εταιρειών Κανονισμών και Καν.92 των Περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις)). Ως προς τον τύπο της κυρίως αίτησης μπορεί κάποιος να αντλήσει καθοδήγηση από τον Κανονισμό 4
(1)των Περί Εταιρειών Κανονισμών (Companies Rules). Αναφορικά με τον τύπο των λοιπών δικογράφων, κατά την γνώμη μου, κατά αναλογία εφαρμόζονται τα όσα αναφέρθησαν στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd
(1998)1Δ ΑΑΔ 1978. Στην εν λόγω υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι οι πρόνοιες της Δ.48 τυγχάνουν εφαρμογής αναφορικά με τον τύπο της αίτησης αλλά και τον τύπο της ειδοποίησης ένστασης σε εναρκτήρια διαδικασία (σε εκείνη την υπόθεση η εναρκτήρια αίτηση ήταν αίτηση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης και το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι σχετικές με τους τύπους της αίτησης και της ένστασης πρόνοιες της Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, εφαρμόζονται έστω και αν η αίτηση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης είναι εναρκτήρια αίτηση). Πουθενά όμως, στην εν λόγω απόφαση αναφέρεται και/ή έστω αφήνεται να νοηθεί ότι ο τρόπος διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας μιας εναρκτήριας αίτησης διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.48 θ.4
(2)και δη ότι αυτή διεξάγεται μόνο στην βάση ενόρκων δηλώσεων. Εκείνο που προκύπτει από την πιο πάνω απόφαση είναι ότι στο βαθμό που αφορά στον τύπο της αίτησης αλλά και της ένστασης που θα καταχωρηθούν από τα μέρη της διαδικασίας, οι πρόνοιες της Δ.48 είναι σχετικές. Στην προκειμένη περίπτωση, συνεπεία των προνοιών του κανονισμού 4
(1)των Περί Εταιρειών Κανονισμών (Companies Rules) αναφορικά με τον τύπο της αίτησης, οι πρόνοιες της Δ.48 εφαρμόζεται, κατά τη γνώμη μου, μόνο αναφορικά με τον τύπο της ένστασης, η οποία εν πάση περιπτώσει θα τιτλοφορείται με τον τίτλο της αίτησης. Η Δ.48 θ.4, που αφορά και την ουσιαστική βάση της υπό εξέταση αίτησης, εφαρμόζεται μόνο για ενδιάμεσες αιτήσεις και δη για την συμπλήρωση ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν ενδιάμεσες αιτήσεις και επομένως, δεν είναι δυνατόν να αποτελέσει την νομική βάση για την κατάθεση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε εναρκτήρια αίτηση. Ως προς το ότι οι πρόνοιες της Δ.48 εφαρμόζονται μόνο σε ενδιάμεσες αιτήσεις, τούτο προκύπτει και από τα όσα αναφέρονται στο θ.7 της εν λόγω διάταξης. Σύμφωνα με το θ.7 «The Court or Judge, in disposing of any application, may direct by whom the costs of the application are to be paid, and in default of any such direction, such costs shall be costs in the action, and, unless otherwise disposed of at the hearing of the action, shall be paid in the same manner, and by the same person, as the costs of the action». Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω ότι οι αιτήσεις στις οποίες αναφέρονται οι πρόνοιες της Δ.48 είναι αιτήσεις που καταχωρούνται και προωθούνται στα πλαίσια άλλης κυρίως διαδικασίας (action) και όχι εναρκτήριες αιτήσεις (βλέπε επίσης σχετική αναφορά του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd ανωτέρω). Ως έχει αναφερθεί και προηγουμένως και πάντα αναφορικά με την κυρίως αίτηση της παρούσας υπόθεσης, στον βαθμό που διάδικος επιθυμεί να παρουσιάσει προφορική μαρτυρία, θα μπορούσε, τηρουμένων των κανόνων περί αποδεκτότητας μαρτυρίας, να πράξει τούτο. Το γεγονός ότι τόσο η κυρίως αίτηση όσο και η ένσταση που καταχωρήθηκε σε αυτή, συνοδεύονται από ένορκες δηλώσεις, ουδόλως διαφοροποιεί το πιο πάνω δεδομένο και δη το δικαίωμα παρουσίασης προφορικής μαρτυρίας, καθότι η διαδικασία ενώπιον ενός δικαστηρίου δεν μπορεί να αφήνεται στην επιλογή των διαδίκων αλλά αποφασίζεται μόνο από το δικαστήριο. Ως προς την δυνατότητα προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας, στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας μιας αίτησης εκκαθάρισης, φαίνεται ότι και στην Αγγλία, πριν την τελευταία τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας της εν λόγω χώρας (βλέπε Insolvency Act 1985 και Insolvency Rules 1986), ίσχυε περίπου η ίδια προσέγγιση. Αρχικά η γενική αρχή ήταν ότι οι αιτήσεις εκκαθάρισης εκδικάζονται επί την βάση μόνο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και ότι μόνο με άδεια του δικαστηρίου και υπό συγκεκριμένες περιστάσεις επιτρεπόταν η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας (βλέπε Re Gold Hill Mines
(1883)23 Ch. D. 210, 214, Re S.A. Hawken Ltd [1950] 2 ALL E.R. 408, Re A.B.C. Coupler and Engineering Co, Ltd (No.2) [1962] 3 ALL E.R. 68, 73, Palmer's Company Law 21st edition 747, και Pennigton's Company Law 4th edition 698). Εντούτοις στην Re A.B.C. Coupler (ανωτέρω), ο Backley J. έχοντας κατά νου τα όσα αναφέρθησαν μεταξύ άλλων και στην Re S.A. Hawken Ltd (ανωτέρω), αρχικά στην απόφαση του υιοθέτησε τα όσα ο Wynn-Parry, J. είπε στις υποθέσεις Re St. David's Gold Mining Co. Ltd
(1866)14 L.T. 539 και Re South Staffordshire Tramways Co
(1894)1 Μans 292, και δη «...I think that anyone who is accustomed to practice in this court knows that it has for very many years been the practice of the court, wherever charges of fraud or grave charges of misconduct are made in a winding-up petition, to require evidence over and above the statutory affidavit». Σε κατοπινό στάδιο της απόφασης του, ο Backley J. ανάφερε τα ακόλουθα «But where grave charges are involved the court should, if practicable, have the advantage of hearing evidence on which there can be effective cross-examination; the evidence of witnesses who have first-hand knowledge of the matters on which they are giving evidence. And the evidence called before the court should, in my judgement, so far as the circumstances permit, within reason conform to the ordinary rules of admissibility. After all, the winding-up of a company is a drastic remedy which may have far-reaching consequences financial and commercial and also consequences affecting not only the company but persons who have been concerned with the conduct of its affairs, and the court should act with caution in exercising its discretionary jurisdiction.». Όπως προκύπτει από τα όσα κατά καιρούς αναφέρθηκαν είτε στις αγγλικές αποφάσεις είτε στα πιο πάνω αναφερόμενα συγγράμματα, αν με την κυρίως αίτηση επιδιώκεται η έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης μιας εταιρείας και η εν λόγω αίτηση βασίζεται στο ότι η εν λόγω εταιρεία οφείλει συγκεκριμένο ποσό προς τους αιτητές, το οποίο ποσό αδυνατεί και/ή δεν είναι ικανή να το πληρώσει, και στα πλαίσια της όλης διαδικασίας της κυρίως αίτησης δεν εγείρονται θέματα τα οποία να καθιστούν αναγκαία την προσκόμιση περαιτέρω μαρτυρίας για να δυνηθεί το δικαστήριο να αποφανθεί ως προς την αίτηση, τότε είναι δυνατή η εκδίκαση και κατ΄ ακολουθία και η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος μόνο επί του περιεχομένου της/των ένορκης/ων δήλωσης/ων που συνοδεύει/ουν την αίτηση. Σε διαφορετική περίπτωση επιτρέπεται η προσκόμιση περαιτέρω μαρτυρίας και τούτο, μετά την συμπλήρωση των δικογράφων, γίνεται δια προφορικής μαρτυρίας (με βάση τα όσα ίσχυαν στην Αγγλία, μετά την καταχώριση της αίτησης (petition) εκκαθάρισης, τα ενδιαφερόμενα μέρη είχαν δικαίωμα εντός 7 ημερών από την επίδοσης τους, να καταχωρήσουν ένσταση, και οι αιτητές, είχαν δικαίωμα εντός 3 ημερών από την παραλαβή της ένστασης, να καταχωρήσουν απάντηση). Στην προκειμένη περίπτωση, τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην κυρίως αίτηση αλλά και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, καθιστούν την διαδικασία της κυρίως αίτησης τέτοια, που είναι και δυνατή και επιθυμητή η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας. Εν κατακλείδι, και πάντα σε σχέση με τα αμέσως πιο πάνω, κρίνω, ότι από την στιγμή που είναι δυνατή, η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας, για σκοπούς προώθησης και αντίκρουσης της κυρίως αίτησης και εν απουσία νομικής πρόνοιας που να επιτρέπει καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε εναρκτήριες αιτήσεις, η υπό εξέταση αίτηση απορρίπτεται. Ενδεχομένως, να ήταν ορθότερο, στα πλαίσια της παρούσας, να εκφράσω την κρίση μου, ως προς την τύχη της υπό εξέταση αίτησης, στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι οι πρόνοιες τις Δ.48 θ.2
(4)τυγχάνουν εφαρμογής. Έχοντας όμως υπόψη, ότι στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της κυρίως αίτησης δυνατόν να επιχειρηθεί η εισαγωγή μαρτυρίας σχετική με τα όσα επιχειρήθηκε να εισαχθούν δια της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, κρίνω ότι δεν θα ήταν πρέπον να προαποφασίσω στα πλαίσια της παρούσας απόφασης την σχετικότητα και/ή αποδεκτικότητα της σκοπούμενης προς εισαγωγή μαρτυρίας της αιτήτριας. Συνεπεία της πιο πάνω κατάληξης μου, τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται προς όφελος της καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας στην υπό εξέταση αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το δικαστήριο και θα καταβληθούν στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.