Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας ν. Δημήτρη Παιτοστζόγλου κ.α., Αρ. Αίτησης: 1160/11, 2/11/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A332 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον : Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 1160/11 Μεταξύ : Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας Αιτητής και
- Δημήτρη Παιτοστζόγλου
- Ειρήνη Κάμπα
- Φώτη Ενδιάρογλου
- Γρηγόρη Γρηγορίου Καθ΄ ων η αίτηση ---------------- Αίτηση ημερ. 20.6.12 για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Ημερομηνία: 2 Νοεμβρίου, 2012 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα Τζ. Θεοφάνους για κ. Ε. Φλουρέντζου & Σια ΔΕΠΕ. Για τον Εναγόμενο: κ. Γ. Κυριάκου για κ. Ν. Νικηφόρου. --------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Αιτητές στις 17.10.11 καταχώρησαν αίτηση με την οποία αιτούνται όπως η απόφαση του Διαιτητή, ο οποίος διορίστηκε από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών, ημερ.18.4.11, εκδοθείσα υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση, καταχωρηθεί και εγγραφεί στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Την εν λόγω αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του Χρίστου Χρυσάνθου ημερ. 17.10.11 ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και ότι είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αφού αναφέρει διάφορα γεγονότα τα οποία σχετίζονται, κατά τον ίδιο, με την κυρίως αίτηση, ζητά την έγκριση του αιτήματος. Στις 21.5.12 καταχωρήθηκε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην εν λόγω αίτηση. Την εν λόγω ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του Δημήτρη Παϊτοτζόγλου (καθ΄ ου η αίτηση 1) ο οποίος δηλώνει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της αίτησης και εκεί που δεν έχει προσωπική γνώση, αντλεί γνώση από τους καθ΄ ων η αίτηση 2 και 4 και από τον δικηγόρο τους. Αρνείται όλους τους λόγους της αίτησης και αναφέρει τους λόγους που κατά την γνώμη του η αίτηση των αιτητών πρέπει να απορριφθεί. Στις 20.6.12 οι αιτητές καταχώρησαν την υπό εξέταση αίτηση (στο εξής η υπό εξέταση αίτηση), με την οποία αιτούνται διάταγμα του δικαστηρίου που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του ενόρκως δηλούντα Χρίστου Χρυσάνθου στην ένορκη δήλωση του ημερ.17.10.
- Είναι η θέση τους ότι το αίτημα θα πρέπει να εγκριθεί ώστε να δοθεί η ευκαιρία στους αιτητές να διευκρινίσουν διάφορα θέματα και/ή να απαντήσουν σε διάφορους ισχυρισμούς των καθ΄ ων η αίτηση αλλά και για να έχει το δικαστήριο μια πλήρη εικόνα όλων των ουσιωδών και σχετικών με την κυρίως αίτηση γεγονότων. Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, άρθρα 4, 5, 7 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 32, στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 θ.1,2,4
(2),7,9,52,64 στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στους κανόνες της Φυσικής Δικαιοσύνης στην Νομολογία, στην Δικαστική Πρακτική και στις Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι καθ΄ ων η αίτηση 1, 2 και 4 καταχώρησαν ένσταση στο αίτημα των αιτητών στις 14.9.12. Η ένσταση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 θ.1-4, 8 και 9, Δ.49, Δ.64, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, Άρθρο 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, Άρθρα 31 και 32, στους κανόνες της Φυσικής Δικαιοσύνης στην Νομολογία, στην Δικαστική Πρακτική στις Γενικές και Συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν στον δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις στις 5.10.12 στις οποίες αναπτύσσουν τους λόγους επί τους οποίους έκαστη πλευρά βασίζει τη θέση της. Καμία πλευρά δεν ζήτησε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Κρίνω ορθότερο από την αρχή να σημειώσω ότι η κυρίως αίτηση, την ένορκο δήλωση της οποίας επιχειρείται δια της υπό εξέταση αίτησης να συμπληρώσουν οι αιτητές, είναι εναρκτήρια αίτηση και όχι ενδιάμεση. Τούτο προκύπτει, αφενώς από το γεγονός ότι είναι η πρώτη διαδικασία που τίθεται ενώπιον δικαστηρίου αναφορικά με την οποιαδήποτε διαφορά των αιτητών και των καθ΄ ων η αίτηση, αλλά και από την φύση της αίτησης η οποία δεν αφορά σε μια απλώς τυπική διαδικασία εφόσον με το εν λόγω αίτημα επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύς σε διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης της (βλέπε πολιτική έφεση αρ. 357/08 μεταξύ Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς ημερ.11.4.12 και Αναφορικά με την αίτηση του Χριστόδουλου Πιττάκα 2001 1Γ ΑΑΔ 1932). Επομένως, από την στιγμή που η Δ.48 θ.4, που αφορά και την ουσιαστική βάση της υπό εξέταση αίτησης, εφαρμόζεται μόνο για ενδιάμεσες αιτήσεις και δη για την συμπλήρωση ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν ενδιάμεσες αιτήσεις, δεν είναι δυνατόν να αποτελέσει την νομική βάση για την κατάθεση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εναρκτήριας αίτησης. Ως προς το ότι οι πρόνοιες της Δ.48 εφαρμόζονται μόνο σε ενδιάμεσες αιτήσεις, τούτο προκύπτει και από τα όσα αναφέρονται στο θ.7 της εν λόγω διάταξης. Σύμφωνα με το θ.7 «The Court or Judge, in disposing of any application, may direct by whom the costs of the application are to be paid, and in default of any such direction, such costs shall be costs in the action, and, unless otherwise disposed of at the hearing of the action, shall be paid in the same manner, and by the same person, as the costs of the action». Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω ότι οι αιτήσεις στις οποίες αναφέρονται οι πρόνοιες της Δ.48 είναι αιτήσεις που καταχωρούνται και προωθούνται στα πλαίσια άλλης κυρίως διαδικασίας (action) και όχι εναρκτήριες αιτήσεις (βλέπε επίσης Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd
(1998)1Δ ΑΑΔ 1978). Εν απουσία νομικής πρόνοιας που να καθιστά επιβεβλημένη την εκδίκαση της κυρίως αίτησης μόνο στην βάση ενόρκων δηλώσεων, καθίσταται έκδηλο ότι είναι δυνατή η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας προς απόδειξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Επομένως, στον βαθμό που διάδικος επιθυμεί να παρουσιάσει μαρτυρία, πέραν των όσων παρατίθενται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει το δικόγραφο του, θα μπορούσε, με την άδεια του δικαστηρίου, να πράξει τούτο. Το γεγονός ότι ο αιτητής επέλεξε να καταχωρήσει αίτηση συνοδευόμενη από ένορκο δήλωση για σκοπούς έναρξης της διαδικασίας ουδόλως διαφοροποιεί το πιο πάνω δεδομένο καθότι η διαδικασία ενώπιον ενός δικαστηρίου δεν μπορεί να αφήνεται στην επιλογή των διαδίκων αλλά αποφασίζεται μόνο από το δικαστήριο. Σημειώνεται στο στάδιο τούτο, ότι στους διάφορους τύπους (Forms) αιτήσεων εναρκτήριων διαδικασιών που παρατίθενται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, βρίσκει κανείς εναρκτήριες αιτήσεις που συνοδεύονται με ένορκες δηλώσεις και εναρκτήριες αιτήσεις που περιορίζονται στο κυρίως σώμα της αίτησης και τα γεγονότα τους αναφέρονται σε αυτό. Από την στιγμή που στους εν λόγω τύπους (Forms) αλλά και σε οποιονδήποτε άλλο σχετικό με την παρούσα διαδικασία νομοθέτημα, δεν προνοείται συγκεκριμένος τύπος αίτησης που θα πρέπει να ακολουθείται από αιτητή που επιδιώκει την εγγραφή διαιτητικής απόφασης, κρίνω ότι η επιλογή των αιτητών να προωθήσουν το αίτημα τους, στην κυρίως αίτηση, με αίτηση δια κλήσεως συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση, δεν είναι λανθασμένη. Εν πάση περιπτώσει, το μη λανθασμένο του διαβήματος προκύπτει και από τα όσα αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd (ανωτέρω). Δεν παραγνωρίζω ότι στην μόλις πιο πάνω αναφερθείσα υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι οι πρόνοιες της Δ.48 τυγχάνουν εφαρμογής αναφορικά με τον τύπο της αίτησης αλλά και τον τρόπο με τον οποίο, το πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται η αίτηση, μπορεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Πουθενά όμως, στην εν λόγω απόφαση αναφέρεται και/ή έστω αφήνεται να νοηθεί ότι ο τρόπος διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας μια αίτησης για εγγραφή διαιτητικής απόφασης διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.48 και δη ότι αυτή διεξάγεται μόνο στην βάση ενόρκων δηλώσεων. Εκείνο που προκύπτει από την πιο πάνω απόφαση είναι ότι στο βαθμό που αφορά στον τύπο της αίτησης αλλά και της ένστασης που θα καταχωρηθούν από τα μέρη της διαδικασίας, οι πρόνοιες της Δ.48 είναι σχετικές. Εν κατακλείδι, και πάντα σε σχέση με τα αμέσως πιο πάνω, κρίνω, ότι από την στιγμή που είναι δυνατή, κατόπιν άδειας του δικαστηρίου, η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας, και εν απουσία νομικής πρόνοιας που να επιτρέπει καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε εναρκτήριες αιτήσεις, η υπό εξέταση αίτηση απορρίπτεται. Σε περίπτωση που οι πιο πάνω θέσεις του δικαστηρίου κριθούν από το εφετείο λανθασμένες και επίσης κριθεί ότι η Δ.48 θ.4 τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εξέταση αίτηση, τότε σημειώνω τα ακόλουθα: οι αιτητές επιδιώκουν να λάβουν άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ώστε να παραθέσουν μαρτυρία με την οποία να αποδεικνύουν ότι ο καθ΄ ου η αίτηση 1 υπέγραψε συγκεκριμένη συμφωνία δανείου και ότι οι καθ΄ ων η αίτηση 2, 3 και 4 υπέγραψαν συγκεκριμένη συμφωνία εγγύησης. Επιπρόσθετα επιδιώκουν να αποδείξουν ότι στον καθ΄ ου η αίτηση 4 γνωστοποιήθηκε η διαιτητική απόφαση δια διπλοσυστημένης επιστολής που στάληκε στις 9.5.11. Ως προς τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου για το αν θα δώσει άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σημειώνω τα ακόλουθα: για να δοθεί άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, θα πρέπει ο αιτητής να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι υφίσταται καλός λόγος που δικαιολογεί την εν λόγω καταχώρηση. Πρόθεση να απαντήσει ο αιτητής, δια της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, σε ισχυρισμούς του άλλου μέρους ή για να προβεί σε κάποιες αναγκαίες διευκρινίσεις αναφορικά με αρχικούς του ισχυρισμούς ή για να θέσει ισχυρισμούς οι οποίοι είναι επιθυμητό από το δικαστήριο να τεθούν ενώπιον του, έτσι που να έχει μια ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων, δυνατόν να αποτελούν καλό λόγο για να δοθεί η αιτούμενη άδεια. Αν από την άλλη ο αιτητής επιδιώκει, δια της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του, να επαναλάβει αρχικούς του ισχυρισμούς ή για να θέσει ανεπίτρεπτη μαρτυρία, τότε άνευ άλλου, δεν θα παραχωρηθεί η εν λόγω άδεια. Είναι για αυτό το λόγο που είναι επιθυμητό όπως ο αιτητής που ζητά άδεια για να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση, να θέτει με ξεκάθαρο τρόπο και με κάθε σαφήνεια τους λόγους για τους οποίου ζητά την εν λόγω άδεια και να αναφέρει και η τουλάχιστον να περιγράψει την προτεινόμενη να εισαχθεί μαρτυρία (το βέλτιστο θα ήταν να επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτησή του, την σκοπούμενη να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση), έτσι που να δυνηθεί το δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, για την οποία ζητείται η άδεια, είναι επιθυμητό να βρίσκεται ενώπιον του δικαστηρίου πριν εξετάσει την αρχική αίτηση. Σε διαφορετική περίπτωση, το δικαστήριο κινδυνεύει να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, της οποίας το περιεχόμενο είναι άγνωστο και η οποία δυνατόν να εμπεριέχει ισχυρισμούς και γεγονότα τα οποία δεν είναι επιθυμητό να βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. A. MESSIOS & SONS LTD κ.α. ν ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΕΩΝΙΔΑ Πολιτική Έφεση 277/2007, ημερ. 18/2/2010 και Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α. για έκδοση διατάγματος της φύσεως Certiorari, Prohibition και Mandamus
(2008)1 Α.Α.Δ. 510). Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, κρίνω ότι στην περίπτωση που οι πρόνοιες της Δ.48 θ.4 θα τύγχαναν εφαρμογής, το αίτημα θα εγκρίνετο μόνο για να διευκρινιστεί η ημερομηνία γνωστοποίησης της διαιτητικής απόφασης στον καθ΄ ου η αίτηση 4 και αυτό γιατί η γνωστοποίηση μιας διαιτητικής απόφασης στον καθ΄ ου η αίτηση, αποτελεί προϋπόθεση για να είναι δυνατή η εγγραφή της (βλέπε Αντρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου ανωτέρω) και γιατί ως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της κυρίως αίτησης, η σχετική αναφορά χρήζει διευκρίνησης καθότι, ο ειδικός αναφερόμενος στην ένορκη δήλωση ισχυρισμός, είναι ότι στον καθ΄ ου η αίτηση 4 γνωστοποιήθηκε η διαιτητική απόφαση μέσω διπλοσυστημένης επιστολής με ημερομηνία παραλαβής 9.5.11 (και δη ημερομηνία μεταγενέστερη της έκδοσης της διαιτητικής απόφασης), ενώ για υποστήριξη του εν λόγω ισχυρισμού, επισυνάπτεται στην εν λόγω ένορκη δήλωση, αντίγραφο απόδειξης παραλαβής ταχυδρομικής επιστολής με αναφερόμενες σε αυτή ημερομηνίες που αφορούν στο μήνα Απρίλιο του 2011 και συγκεκριμένα, ημερομηνίες προγενέστερης της ημερομηνίας έκδοσης της διαιτητικής απόφασης. Για τους λοιπούς λόγους που ζητείται η άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, η κρίση του δικαστηρίου είναι ότι τούτοι δεν αποτελούν καλό λόγο για να ήταν δυνατό να δοθεί η άδεια, μιας και αφορούν σε θέματα που δεν είναι δυνατό να εξεταστούν από το δικαστήριο στα πλαίσια μιας αίτησης για εγγραφή διαιτητικής απόφασης (βλέπε Αντρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου ανωτέρω). Συνεπεία της πιο πάνω κατάληξης μου, τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται προς όφελος των καθ΄ ων η αίτηση 1, 2 και 4 και εναντίον των αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το δικαστήριο και θα καταβληθούν στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο