← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Αντώνη Χρυσοστόμου Αντωνίου κ.α., Αγ. Αρ:. 834/2011, 15/11/2012

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Αντώνη Χρυσοστόμου Αντωνίου κ.α., Αγ. Αρ:. 834/2011, 15/11/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A334 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου Ε.Δ. Αγ. Αρ:. 834/2011 ΜΕΤΑΞΥ:- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσα - και -

  1. Αντώνη Χρυσοστόμου Αντωνίου
  2. Κώστα Κώστα Εναγομένων ---------------------------- Αίτηση ημερ. 30.12.2011 για έκδοση διατάγματος παραμερισμού απόφασης Ημερομηνία: 15 Νοεμβρίου, 2012 Για τον Εναγόμενο 1 - Αιτητή: κα Χριστοδούλου για κ. Σ. Αργυρού Για την Ενάγουσα - Καθ΄ης η Αίτηση: κα Πελεκάνου για Χρ. Βασιλειάδη & Σια ΔΕΠΕ ------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 7.2.2011 η Ενάγουσα (στο εξής η "Καθ΄ης η Αίτηση") καταχώρησε την πιο πάνω αγωγή εναντίον των Εναγομένων και απαιτούσε διάφορα ποσά και έκδοση διαταγμάτων για παράβαση συμφωνίας παροχής δανείου. Ο Εναγόμενος 1 - (στο εξής ο Αιτητής), ενάχθηκε ως πρωτοφειλέτης, ενώ ο Εναγόμενος 2 ως εγγυητής του πρώτου. Στις 7.7.2011 η Καθ΄ης η Αίτηση εξασφάλισε απόφαση εναντίον του Αιτητή, λόγω μη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης από τον τελευταίο. Στις 30.12.2011 ο Αιτητής καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία επιδιώκει την έκδοση διατάγματος που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την απόφαση του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στις 7.7.2011 εναντίον του. Σύμφωνα με το κυρίως σώμα της αίτησης, ο αιτητής ζητά και την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται και/ή να επιτρέπεται η επαναφορά της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Τόσο με την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, όσο και από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου με την αγόρευση του αιτητή, προκύπτει ότι το δεύτερο αιτούμενο διάταγμα έχει εγκαταλειφθεί και δεν προωθείται από αυτόν. Επομένως, η αίτηση θα εξεταστεί μόνο αναφορικά με το υπό στοιχείο Α αιτούμενο διάταγμα και δη το διάταγμα με το οποίο ζητείται ο παραμερισμός της απόφασης του δικαστηρίου ημερ.7.7.
  3. Η αίτηση, εδράζεται επί των προνοιών των Δ.17 θ.10 Δ.26 θ.14, Δ.48 θ.θ.1-4, 9(h), Δ.57, Δ.64, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας Άρθρο 30, στη Νομολογία του Ανωτάτου και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Σεβαστού Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Αιτητή ημερομηνίας 30.12.
  4. Συνοψίζω το περιεχόμενο της. Ο Αιτητής αναφέρει ότι ότι στις 15.6.2011 του επιδόθηκε το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο και αμέσως διόρισε ως δικηγόρο του το Φαίδωνα Βαλιαντή για να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και την έκθεση υπεράσπισης του. Επειδή είχαν καταχωρηθεί και άλλες αγωγές εναντίον του, οι οποίες του επιδόθηκαν στις 27.6.2011, εκείνη την ημέρα επισκέφθηκε τον κ. Βαλιαντή στο γραφείο του και πλήρωσε το ποσό των €500 μεταξύ άλλων και για την παρούσα αγωγή (σχετική απόδειξη πληρωμής επισυνάπτεται στην ένορκη του δήλωση ως τεκμήριο 3). Περί το τέλος Νοεμβρίου με αρχές Δεκεμβρίου 2011 ενημερώθηκε ότι είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον του στην πιο πάνω αγωγή λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης. Προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί με τον κ. Βαλιαντή, δυστυχώς χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Αργότερα έμαθε ότι τούτος ήταν κρατούμενος στην φυλακή χωρίς όμως να γνωρίζει τους λόγους. Τότε αποτάθηκε στον δικηγόρο κ. Σωτήρη Αργυρού για να το συμβουλεύσει αναφορικά με το πώς θα έπραττε, με αποτέλεσμα να καταχωρίσει την παρούσα αίτηση. Ο αιτητής, αναφορικά με την υπεράσπιση του ισχυρίζεται ότι πριν την έγερση της παρούσας αγωγής κατέθετε χρήματα στον τρεχούμενο λογαριασμό του, στα πλαίσια του οποίου είχε δώσει στην καθ΄ ης η αίτηση οδηγίες ώστε να αποκόπτονται οι δόσεις του σε όλους τους λογαριασμούς και/ή δάνεια του, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου δανείου, αλλά η καθ΄ ης η αίτηση, αναίτια, αδικαιολόγητα και χωρίς εξουσιοδότηση δεν απέκοπτε τις δόσεις του από τον τρεχούμενο λογαριασμό του, με σκοπό να εξοφληθεί το παρατράβηγμα που είχε δημιουργήσει στον εν λόγω τρεχούμενο του λογαριασμό. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, τα χρήματα που κατέθετε να παραμένουν στον τρεχούμενο του λογαριασμό σε αντίθεση με τις ρητές οδηγίες που έδωσε στην καθ΄ ης η αίτηση. Αναφέρει ακόμη ότι συνεπεία τούτου εξοφλήθηκε ταχύτατα το παρατράβηγμα. Ισχυρίζεται επίσης ότι αν δεν μεσολαβούσε αυτή η αυθαίρετη και αντισυμβατική συμπεριφορά της καθ΄ ης η αίτηση, δεν θα είχε καμία εκκρεμή υποχρέωση απέναντι της και δεν θα εγειρόταν καν η παρούσα αγωγή και κατ΄ ακολουθία δεν θα εκδιδόταν η απόφαση της οποίας αιτείται τον παραμερισμό. Η Καθ΄ης η Αίτηση καταχώρησε ένσταση στις 23.5.2012, στο κυρίως σώμα της οποίας αναφέρονται ως λόγοι ένστασης οι ακόλουθοι: (α) Ο αιτητής δεν προέβαλε και/ή παρουσίασε ικανοποιητικό και/ή κανένα λόγο και/ή δικαιολογία και/ή εξήγηση για την μη καταχώρηση εμφάνισης στο δικαστήριο. (β) Ο αιτητής επέδειξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση και πλήρη καταφρόνηση των διαδικασιών του δικαστηρίου και των χρονοδιαγραμμάτων που καθορίζονται από του Διαδικαστικούς Κανονισμοούς και τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, όσον αφορά την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης. (γ) Ο αιτητής αδικαιολόγητα καθυστέρησε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στις 15/06/
  5. (δ) Ο αιτητής αδικαιολόγητα καθυστέρησε να καταχωρήσει την υπό εκδίκαση αίτηση ακόμα και μετά την ημερομηνία που όπως ισχυρίζεται έμαθε για την έκδοση απόφασης εναντίον του. (ε) Ο αιτητής αδικαιολόγητα καθυστέρησε στην προώθηση της υπό εκδίκαση αίτησης και συγκεκριμένα αδικαιολόγητα δεν προχώρησε στην επίδοση της στους καθ΄ ων η αίτηση. (στ) Ο αιτητής δεν έχει δείξει καλή και/ή καλόπιστη υπεράσπιση και/ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και/ή πιθανότητα επιτυχίας της οποιασδήποτε υπεράσπισης και/ή ανταπαίτησής τους στην αγωγή. (ζ) Ο αιτητής δεν αμφισβητεί την αξίωση και τη βάση της αγωγής και απαίτησης των καθ΄ ων η αίτηση διότι τα όσα αναφέρει δεν αποτελούν υπεράσπιση. (η) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τον παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 07/07/
  6. (θ) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού ημερ.30/12/11 πάσχει και/ή είναι παράτυπη και/ή αντίθετη με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Είναι αόριστη και γενική και δεν αναφέρει όλα τα γεγονότα και/ή τις πληροφορίες που αφορούν την παρούσα υπόθεση και δεν αναφέρει την περιγραφή και το αληθές της διαμονής του ενόρκως δηλούντα όπως επίσης δεν αναφέρεται ο τόπος διαμονής του. (ι) Ο αιτητής με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού ημερ.30/12/11 αποκρύπτει ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση με σκοπό να παραπλανήσουν το δικαστήριο και να το οδηγήσουν σε λανθασμένα συμπεράσματα. (κ) Τυχόν ακύρωση της απόφασης ημερ.07/07/2011 δεν θα συμβάλει στην ορθή, δίκαιη, αποτελεσματική, απονομή της δικαιοσύνης καθώς θα έπληττε την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης και την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση της δικηγόρου Αγγελίνας Κούρα η οποία εργάζεται στην δικηγορική εταιρεία Χριστόδουλος Γ. Βασιλειάδης & Σία ΔΕΠΕ - δικηγόροι της καθ΄ ης η αίτηση, στην οποία αναφέρει διάφορα ισχυριζόμενα γεγονότα και προβάλλει και νομικά επιχειρήματα, που σύμφωνα με την ίδια αποτελούν ικανούς λόγους για απόρριψη της αίτησης. Όπου κρίνεται αναγκαίο, θα κάνω αναφορά στο περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης δήλωσης στην συνέχεια. Ούτε ο Αιτητής, ούτε η ενόρκως δηλούσα για λογαριασμό της Καθ' ης η Αίτηση αντεξετάστηκαν. Στις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τις θέσεις των πελατών τους όπως αυτές περιέχονται στην αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Διεξήλθα τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση όπως και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν, έχοντας συνέχεια κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων όπως αυτά προβάλλουν μέσα από τις αγορεύσεις τους. Οι αρχές που διέπουν την υπό εξέταση αίτηση, έχουν απασχολήσει πλειστάκις τα κυπριακά Δικαστήρια και έχουν διατυπωθεί σε σειρά υποθέσεων από το Ανώτατο Δικαστήριο. Αυτό που προκύπτει από την πλούσια ομολογουμένως νομολογία, είναι ότι κατά την εξέταση τέτοιας αίτησης, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιδιώξει την εξισορρόπηση δύο θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης παραγόντων. Από τη μια της ανάγκης να κατοχυρώνεται αποτελεσματικά το δικαίωμα ενός διαδίκου να προβάλλει τη θέση του και από την άλλη της ανάγκης να εξασφαλίζεται η ταχεία διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας. Το πρωταρχικό κριτήριο είναι η αποκάλυψη από μέρους του Αιτητή καλής υπεράσπισης η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ταυτόχρονα όμως, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη συμπεριφορά του Αιτητή και μπορεί, αν η συμπεριφορά του είναι τέτοια ώστε να υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. Όπου η συμπεριφορά του Αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση για τη δικαστική διαδικασία και για τα δικαιώματα του αντιδίκου του, το Δικαστήριο, έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης (για μια ενδιαφέρουσα πάνω στο θέμα συζήτηση, παραπέμπω στις υποθέσεις Φυλακτού ν. Μιχαήλ

(1987)1 CLR σελ. 204, Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Construction
(1961)1 CLR 317, Πανίκος Νεάρχου ν. Γεώργιος Συμεού Χαραλάμπους
(1991)1 ΑΑΔ 954, Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1963)1 ΑΑΔ 26, Milouca Motor Trading Ltd ν. Xρυσάνθου Κουρτή
(1997)1(Β) ΑΑΔ 941, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάππυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1(Α) ΑΑΔ 28, Πατούρης ν. Ηellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2118, Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1774, Salamis Shipping Services Ltd v. Bata (Cyprus) Ltd
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1767, Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ν. Τάσου Γ. Μαλιτζή
(2004)1 ΑΑΔ 1616, Εvans v. Bartlam [1937] 2 All E.R. 646, Τάσος Πεγιώτης ν. Χριστάκη Κωμοδρόμου
(2003)1 ΑΑΔ 1601). Παρά το γεγονός ότι στην ένσταση αναφέρονται 11 λόγοι ένστασης, εντούτοις προκύπτει και από την αγόρευση της, ότι στην ουσία η καθ΄ ης η αίτηση επιθυμεί την απόρριψη της αίτησης για τρεις λόγους. 1) Γιατί η συμπεριφορά που επέδειξε ο αιτητής από την ημέρα της επίδοσης σε αυτόν της αγωγής μέχρι και την ημέρα της εκδίκασης της αίτησης ήταν αδικαιολόγητη και/ή τέτοια που να αποτελεί λόγω απόρριψης της αίτησης, 2) ότι στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση δεν αποκαλύπτεται καλή και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση και 3) ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του αιτητή είναι παράτυπη και/ή όχι σύμφωνη με τα όσα προνοούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Όσον αφορά στο λόγο ένστασης (κ), τούτος θα εξεταστεί καθηκόντως στα πλαίσια της εξέτασης της αίτησης από το δικαστήριο. Προχωρώ τώρα να εξετάσω την ουσία της αίτησης. Αποκαλύπτει ή όχι στην ένορκη δήλωση του ο Αιτητής καλή υπεράσπιση; Ο Αιτητής στην ένορκη δήλωση του ουσιαστικά ισχυρίζεται ότι συνεπεία αυθαίρετης και παράνομης πράξης και/ή πράξεων της καθ΄ ης η αίτηση δεν καταβλήθηκαν οι μηνιαίες δόσεις που θα έπρεπε να καταβάλει ο ίδιος με αποτέλεσμα να προκύψουν οφειλόμενα από αυτόν ποσά, επί των οποίων η καθ΄ ης η αίτηση βάσισε την απαίτηση της, μετέπειτα τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου, την καταχώριση της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής και εν τέλει την έκδοση απόφασης εναντίον του αιτητή. Ο βασικός ισχυρισμός του είναι ότι κατέθεσε όλα τα αναγκαία ποσά για καταβολή των δόσεων του, πλην όμως η καθ΄ ης η αίτηση αντί να τα καταθέσει για αποπληρωμή του δανείου του, ως ήταν και η σχετική εντολή του, τα χρησιμοποίησε για εξόφληση άλλης οφειλής του, άσχετης με το δάνειο-βάση της παρούσας αγωγής. Αποτελεί ρητή θέση του αιτητή ότι αν η καθ΄ ης η αίτηση δεν έπραττε με τον τρόπο που έπραξε, αυτός θα κατέβαλλε κανονικά και χωρίς καμία καθυστέρηση τις δόσεις του και δεν θα προέκυπτε οποιαδήποτε οφειλή προς την καθ΄ ης η αίτηση. Δεν παραγνωρίζω ότι ο αιτητής ουδέν έγγραφο και/ή άλλου είδους μαρτυρίας προσκόμισε υπό τύπο τεκμηρίου/ων για να υποστηρίξει τις πιο πάνω θέσεις του. Παρατηρώ, όμως, ότι πρώτον, οι ισχυρισμοί του αναφορικά με την υπεράσπιση του είναι ξεκάθαροι και δεν χρήζουν οποιασδήποτε διευκρίνισης και ούτε τίθενται με γενικό τρόπο που το δικαστήριο να έχει ανάγκη να αναζητήσει ενίσχυση τους από επιπρόσθετο μαρτυρικό υλικό. Δεύτερον, ούτε η καθ΄ ης η αίτηση αμφισβητεί στην ουσία τους εν λόγω ισχυρισμούς. Περιορίζεται σε μια απλή γενική άρνηση τους. Θα ήταν όμως αναμενόμενο αν διαφωνούσε με τα όσα της καταμαρτυρεί ο αιτητής, απλά να παρουσιάσει κατάσταση λογαριασμού του τρεχούμενου λογαριασμού του αιτητή και να υποδείξει το αναληθές των ισχυρισμών του. Στο κάτω κάτω σύμφωνα με τα όσα εξάγονται από τα λεγόμενα του αιτητή, όλα τα έγγραφα που θα μπορούσαν να αποδείξουν ή να διαψεύσουν τους ισχυρισμούς του, είναι έγγραφα που κατέχονται από την καθ΄ ης η αίτηση η οποία θα μπορούσε και ήταν και αναμενόμενο να τα παρουσιάσει στα πλαίσια της ένστασης της για να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του αιτητή. Στην ουσία αυτό που ισχυρίζεται η καθ΄ ης η αίτηση και τούτο προκύπτει αβίαστα από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, είναι ότι τα όσα ισχυρίζεται ο αιτητής δεν μπορούν να αποτελέσουν εύλογη ή έστω εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση με αποτέλεσμα ο αιτητής, κατά την καθ΄ ης η αίτηση, να μην νομιμοποιείται να προωθεί την αίτησή του. Είμαι της γνώμης και ως εκ τούτου κρίνω, ότι τα όσα ο αιτητής ισχυρίζεται ως λόγους για τους οποίους προέκυψε η οποιαδήποτε οφειλή του προς την καθ΄ ης η αίτηση, αποτελούν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και ότι τούτος έχει, στον βαθμό που είναι αναγκαίο, αποκαλύψει συζητήσιμη υπεράσπιση. Το θέμα της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης για παραμερισμό απόφασης και η συμπεριφορά ενός αιτητή τέτοιας αίτησης, απασχόλησε πολλές φορές το Ανώτατο Δικαστήριο. Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ότι η αιτιολόγηση οποιασδήποτε καθυστέρησης εκ μέρους του Εναγόμενου να αποταθεί στο Δικαστήριο για παραμερισμό απόφασης που εκδίδεται στην απουσία του, είναι επιβεβλημένη. Όμως, τέτοια παράλειψη δεν συνιστά αυτοτελή ή ανεξάρτητο λόγο για την απόρριψη της αίτησης για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, όπου ο εξαιτούμενος τον παραμερισμό της αποκαλύπτει συζητήσιμη υπεράσπιση. Η καθυστέρηση μπορεί να αποτελέσει αφ' εαυτής λόγο για απόρριψη αίτησης για παραμερισμό της απόφασης όταν προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας (βλέπε Τάσος Πεγιώτης (ανωτέρω)). Εκείνο που προκύπτει από το ενώπιον μου υλικό περιλαμβανομένου και του περιεχομένου του φακέλου της υπόθεσης, είναι ότι, ο Αιτητής για πρώτη φορά έλαβε γνώση για την εκδοθείσα εναντίον του απόφαση περί τα τέλη Νοεμβρίου με αρχές Δεκεμβρίου 2011. Για τα γεγονότα αυτά αντλώ πληροφόρηση από την ένορκη δήλωση του Αιτητή που συνοδεύει την παρούσα αίτηση. Αν και η καθ΄ης η αίτηση, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της, ισχυρίζεται ότι ο αιτητής γνώριζε από τον Οκτώβριο 2011 ότι είχε εκδοθεί η απόφαση εναντίον του στην παρούσα υπόθεση, εντούτοις δεν παρουσίασε καμία μαρτυρία προς υποστήριξη του εν λόγω ισχυρισμού της. Το περιεχόμενο της επιστολής του αιτητή ημερ. 25.10.11 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, όχι μόνο δεν αποτελεί ικανή βάση για προώθηση του εν λόγω ισχυρισμού της αλλά τουναντίον, καθιστά τον σχετικό αναντίλεκτο και συγκρουόμενο με τον ισχυρισμός της καθ΄ης η αίτηση, ισχυρισμό του αιτητή, αληθοφανή. Πουθενά στην εν λόγω επιστολή του ο αιτητής αναφέρει ότι γνωρίζει περί έκδοσης απόφασης εναντίον του στην υπό των ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή. Τουναντίον, αυτό που αναφέρει είναι ότι στις 24.10.11 εξουσιοδότησε συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο να ερευνήσει κατά πόσο εκδόθηκε μια τέτοια απόφαση εναντίον του. Είναι η εισήγηση της καθ΄ ης η αίτηση ότι εν πάση περιπτώσει, το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την ημέρα που ο Αιτητής για πρώτη φορά πληροφορήθηκε το γεγονός της έκδοσης απόφασης εναντίον του στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή μέχρι τις 30.12.11 ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αίτησης, είναι τέτοιο που δικαιολογεί την διαπίστωση ότι ο Αιτητής επέδειξε καθυστέρηση η οποία θα πρέπει υπό τις περιστάσεις να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης. Με κάθε σεβασμό προς την εισήγηση της καθ΄ ης η αίτηση, η ύπαρξη ή μη καθυστέρησης δεν αποτελεί από μόνη της λόγο για απόρριψη της αίτησης του Αιτητή. Θα πρέπει η εν λόγω καθυστέρηση να προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας. Από την ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτει ότι ο αιτητής προέβη σε αριθμό διαβημάτων αμέσως μετά που αντιλήφτηκε ότι δυνατόν να έχει εκδοθεί εναντίον του απόφαση, και προέβη και σε άλλες ενέργειες αμέσως μετά που πληροφορήθηκε ότι όντως εκδόθηκε εναντίον του τέτοια απόφαση. Αποτάθηκε στο Γενικό Εισαγγελέα για να καταγγείλει τον πρώτο δικηγόρο του, διόρισε άλλο δικηγόρο για να ερευνήσει το φάκελλο της υπόθεσης, πληροφορήθηκε, συνεπεία της πιο πάνω έρευνας το γεγονός της έκδοσης εναντίον της απόφασης, και σε διάστημα ενός μηνός περίπου, καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, γνώμονας για τη άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου πρέπει να είναι η ανάγκη εξισορρόπησης του δικαιώματος του κάθε διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του και αφετέρου της ανάγκης για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης και για τελεσιδικία. Η επιθυμία, όμως, για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν πρέπει να καταλήγει στη μη απονομή της. Είναι η διαπίστωση μου ότι ο Αιτητής έδωσε επαρκείς και ικανοποιητικές εξηγήσεις που αφενός δικαιολογούν την ενέργεα του να θεωρήσει ότι ο πρώην δικηγόρος του θα καταχωρήσει εμφάνιση εκ μέρους του (βλέπε Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.α. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο
(1997)1 ΑΑΔ 28) και που δικαιολογούν και την οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησής του. Δεν μπορεί να λεχθεί κατά την γνώμη μου ότι το διάστημα ενός περίπου μηνός αποτελεί καθυστέρηση που να δικαιολογεί την στέρηση του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί. Πόσο μάλλον όταν η εν λόγω καθυστέρηση δεν συνοδεύεται και από οποιαδήποτε περιφρονητική και/ή αδικαιολόγητη συμπεριφορά του αιτητή με την οποία ο ίδιος να δείχνει παραγνώριση και/ή καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Ούτε θεωρώ ότι η συμπεριφορά του αιτητή, σε οποιοδήποτε στάδιο μέχρι και σήμερα ήταν καταφρονητική προς την δικαστική διαδικασία. Ως προς τον λόγο ένστασης (θ), μέρος τούτου έχει ήδη απαντηθεί με τις πιο πάνω παρατηρήσεις μου. Ως προς το εναπομείναν μέρος του και δη τον ισχυρισμό της καθ΄ ης η αίτηση ότι ο ομνύοντας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση δεν αναφέρει την περιγραφή του και το αληθινό τόπο διαμονής του (Δ.39 θ.5 «shall state the description and true place of abode of the deponent»), παρατηρώ τα ακόλουθα. Ο ομνύοντας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση αναφέρει ρητά στην πρώτη παράγραφο τούτης ότι είναι «ο εναγόμενος 1 στην παρούσα αγωγή». Αναφέρει ακόμη στο εισαγωγικό μέρος της ένορκης δήλωσης του, ότι διαμένει στη Λευκωσία «εκ Λευκωσίας». Δεν νομίζω ότι χρειάζονται περαιτέρω αναφορές από τον αιτητή για να είναι η ένορκη του δήλωση σε συμφωνία με τις πρόνοιες της Δ.39 θ.
  1. Εν πάση περιπτώσει η καθ΄ ης η αίτηση επέδωσε στον αιτητή για σκοπούς έναρξης της διαδικασίας της αγωγής, ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στο σώμα του οποίου αναφέρεται ρητά η διεύθυνση διαμονής του αιτητή. Πουθενά ο αιτητής αμφισβητεί το αληθές της εν λόγω διεύθυνσης διαμονής του. Με την δε αναφορά του στην ένορκη δήλωση του, ότι είναι ο εναγόμενος 1 της εν λόγω αγωγής, μάλλον αποδέχεται και το γεγονός ότι η διεύθυνση διαμονής του είναι αυτή που αναφέρεται στο κλητήριο ένταλμα της καθ΄ης η αίτηση. Σαν αποτέλεσμα των πιο πάνω κρίνω ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του Αιτητή αλλά υπό τους πιο κάτω όρους:
  2. Ο Αιτητής να καταχωρήσει υπεράσπιση μέχρι και τις 30.11.12 εκτός εάν η εν λόγω προθεσμία παραταθεί από το Δικαστήριο και
  3. Ο αιτητής μέχρι τις 30.11.12 να καταβάλει στην καθ' ης η Αίτηση ή τον δικηγόρο της τα επιδικασθέντα με την επίδικη απόφαση υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση έξοδα, εκτός εάν η εν λόγω προθεσμία παραταθεί από το Δικαστήριο. Νοείται ότι σε περίπτωση που το συνολικό ποσό των επιδικασθέντων με την επίδικη απόφαση υπέρ της Καθ΄ης η Αίτηση εξόδων, εξοφλήθηκαν και ή θα εξοφληθούν από τρίτους πριν τις 30.11.12 και ή πριν την ημερομηνία που τυχόν το Δικαστήριο ορίσει σε περίπτωση που εγκρίνει αίτηση για παράταση της πιο πάνω προκαθορισμένης ημερομηνίας, τότε ο παρών όρος θα θεωρείται πλήρως ικανοποιηθείς και,
  4. Ο Αιτητής, μέχρι τις 30.11.12, να καταβάλει στην Καθ' ης η Αίτηση τα έξοδα της παρούσας αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, εκτός εάν η εν λόγω προθεσμία παραταθεί από το Δικαστήριο. Ενόψει όλων των πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα με το όποιο η επίδικη απόφαση ημερ.7.7.11 εναντίον του Εναγομένου 1 - Αιτητή παραμερίζεται υπό τους πιο πάνω όρους. Σε περίπτωση που οι πιο πάνω όροι δεν ικανοποιηθούν τότε η επίδικη απόφαση εναντίον του Εναγομένου 1 - Αιτητή παραμένει σε ισχύ. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.