← Κύπρος

Μ. ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. Σώζου Παπαμηνά, Αρ. Αγωγής: 470/09, 11.1.2012

Μ. ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. Σώζου Παπαμηνά, Αρ. Αγωγής: 470/09, 11.1.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 470/09 Μεταξύ: Μ. ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ Εναγόντων και Σώζου Παπαμηνά Εναγόμενου Αίτηση για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 13.5.09 Ημερομηνία: 11.1.

  1. Για Αιτητή - Εναγόμενο: κ. Σ. Αργυρού. Για Καθ' ων η αίτηση - Ενάγοντες: κα Στεφάνου. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ο εναγόμενος εξαιτείται: (Α) Τον παραμερισμό και/ή ακύρωση των διαταγμάτων και αποφάσεων του Δικαστηρίου που εκδόθηκαν εναντίον του στις 13.5.
  2. (Β) Διάταγμα και/ή απόφαση με την οποία να αναστέλλεται η αίτηση έρευνας που καταχωρήθηκε εναντίον του στις 16.6.
  3. Η αίτηση καταχωρήθηκε στις 13.5.11 και βασίζεται στις Δ.17 Κ.10, Δ.26 Κ.14-15, Δ.48 Κ.8-9, Δ.40 Κ.8 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στα άρθρα 6, 36, 46, 61 και 152 του Συντάγματος, στις αρχές του δικαίου της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του εναγόμενου - αιτητή (στο εξής ο αιτητής) ημερ. 13.5.11 στην οποία υποστηρίζει βασικά τα ακόλουθα: Για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής αν και έλαβε γνώση προσωπικά λόγω του ότι δεν είχε ξανά στο παρελθόν οποιαδήποτε επαφή µε Δικαστήρια θεώρησε λανθασμένα ότι ήταν απλά µία επιστολή της οποίας δεν έδωσε καμιά σημασία. Ο λόγος που δεν έδωσε σημασία ήταν ότι ουδέν ποσό όφειλε στους ενάγοντες. Για την παρούσα αγωγή περί το Σεπτέμβριο του 2009 διόρισε δικηγόρο, ο οποίος σε µία προσπάθεια να ξεκαθαρίσει το τι είχε συμβεί, µετά από έρευνα που προέβηκε στον φάκελο της υπόθεσης, τον ενημέρωσε ότι είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Ο δικηγόρος του προέβηκε στην πιο πάνω έρευνα, αφού τον ενημέρωσε για αίτηση, όταν έλαβε γνώση αυτής µετά που ενημερώθηκε από την Αστυνομία ότι εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του περί τα μέσα του
  4. Πιστεύει ότι η απόφαση ηµεροµηνίας 13.5.09 θα πρέπει να παραμερισθεί και ακυρωθεί από το Δικαστήριο γιατί τα ποσά που αναφέρονται σε αυτήν, πλην των δικηγορικών εξόδων, έχουν εξοφληθεί στo ακέραιο. Συγκεκριμένα κατά ή περί την 8.11.07 κατέβαλε προς τους ενάγοντες το ποσό των €17,086.01 (ήτοι το ισόποσο σε Λ.Κ.10,000). Προς απόδειξη αυτού επισυνάπτει απόδειξη είσπραξης όπως αυτή εκδόθηκε από τους ενάγοντες και του στάληκε από αυτούς µέσω τηλεοµοιότυπου (τεκμήριο 1). Παράλληλα καταβλήθηκε περαιτέρω προς τους ενάγοντες το ποσό των €55,614.98 (ήτοι το ισόποσο σε Λ.Κ.32,550) µε τραπεζική επιταγή (bankers draft) εκ µέρους και δια λογαριασμό του. Προς απόδειξη αυτού επισυνάπτει απόδειξη πληρωμής προς τους ενάγοντες από την Τράπεζα Κύπρου Δηµόσια Εταιρεία Λτδ (τεκµήριο 2). Τα πιο πάνω ποσά συµποσούνται στο ποσό των Λ.Κ.42,550 ήτοι €72,700.99, το οποίο ποσό ήταν και το τίµηµα αγοράς του οχήματος μάρκας Volvo τύπου Tipper µε Chasis Νο YV 2J4CMG22A552832, ως αυτό αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων, το οποίο τίμημα και καταβλήθηκε. Περαιτέρω ο αιτητής αναφέρει ότι το ποσό της επιταγής για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση ημερ. 13.5.09 πληρώθηκε. Συγκεκριμένα, αναφέρει, η εξόφληση έγινε µετά από συµφωνία που έκανε με τους ενάγοντες όπως προχωρήσει ο αιτητής να κάνει όλες τις απαραίτητες επιδιορθώσεις που χρειαζόταν το προαναφερόμενο όχηµα για να τηρεί τις προϋποθέσεις που ζητούσε ο Έφορος Μηχανοκινήτων Οχηµάτων ώστε να µπορέσει να εγγραφεί στη Κύπρο αφού αυτό ήταν εισαγόµενο µεταχειρισµένο. Ο αιτητής, µετά από οδηγίες των εναγόντων αφού το εν λόγω όχημα χρειαζόταν αρκετές επιδιορθώσεις/αλλαγές, προέβη σε τέτοιες επιδιορθώσεις, το κόστος των οποίων ήταν κατά πολύ μεγαλύτερο από αυτό της επιταγής. Συγκεκριμένα ανέθεσε στον ηλεκτρολόγο αυτοκινήτων Βάσου Στέλιο την αντικατάσταση των μπαταριών του οχήματος (επισυνάπτει ως τεκµήριο 3 τιµολόγιο ηµερ. 20.3.08 για το ποσό των Λ.Κ.391 ή €668.25). Μετά από αυτό το όχηµα διεφάνη ότι είχε και άλλα ηλεκτρολογικά προβλήματα. Σε επικοινωνία που είχε ο αιτητής με τους ενάγοντες του ανέφεραν να µην αφήσει το όχηµα στον Βάσου Στέλιο, ο οποίος ήταν γνωστός του και να το µεταφέρει στον δικό τους ηλεκτρολόγο, πράγμα το οποίο και έπραξε. Σε σχετική ερώτηση του αιτητή ως προς το ποιος θα πληρώσει το λογαριασμό οι ενάγοντες του ανέφεραν να προχωρήσει στην πληρωµή του Βάσου Στέλιου και θα τα κανόνιζαν αργότερα. Μετέφερε το όχηµα στον ηλεκτρολόγο αυτοκινήτων που τον παρέπεμψαν οι ενάγοντες, ο οποίος όντως διόρθωσε το όχηµα και έκδωσε σχετικό τιµολόγιο ηµερ. 10.12.07 για το ποσό των Λ.Κ.2,162 ή €3,695 (τεκµήριο 4). Όταν όμως ο αιτητής πήγε για να παραλάβει το όχηµα οι ενάγοντες, οι οποίοι αρχικά υποσχέθηκαν να καλύψουν τα πιο πάνω έξοδα, αρνήθηκαν να τα πληρώσουν µε αποτέλεσµα να αναγκαστεί να τα πληρώσει ο αιτητής για να µπορέσει να παραλάβει το όχηµα έτσι ώστε να προχωρήσει να κάνει τις άλλες επιδιορθώσεις που χρειάζονταν για να εγγραφεί. Ο λόγος που προχώρησε και πλήρωσε το πιο πάνω ποσό ήταν ακριβώς επειδή οι ενάγοντες ξεκάθαρα πλέον του ανέφεραν να προχωρήσει να κάνει όλα τα απαραίτητα στο όχηµα και ότι ποσό πληρώσει θα αποκόπτετο από την επίδικη µεταχρονολογηµένη επιταγή, την οποία είχαν στη κατοχή τους οι ενάγοντες και η οποία κατατέθηκε ως τεκµήριο Α στην αγωγή (φωτοαντίγραφο της επισυνάπτεται ως τεκμήριο 5). Μετά από τα όσα του ανέφεραν οι ενάγοντες ο αιτητής προχώρησε και προέβηκε ο ίδιος σε όλες τις απαραίτητες διορθώσεις και ότι ποσό χρειαζόταν το πλήρωνε για να καταστεί δυνατή η εγγραφή του οχήµατος. Αρχικά το πήρε και έκανε τις απαραίτητες επιδιορθώσεις στην κάσα. Προς τούτου επισυνάπτει ως τεκμήριο 6 τιµολόγιο ηµερ. 15.11.07 για το ποσό των Λ.Κ.506 ή €864.
  5. Μετά πήρε το όχηµα σε μηχανικό, ο οποίος άλλαξε λάδι και φίλτρα. Προς τούτου επισυνάπτει ως τεκμήριο 7 τιµολόγιο ηµεροµηνίας 20.12.07 για το ποσό των Λ.Κ.307.76 ή €525.84, το οποίο και εξόφλησε. Μετά και από αυτήν την επιδιόρθωση ο αιτητής µετέβηκε µε το όχηµα στη Βιοτεχνία Μεταλλικών Αµαξωµάτων στη Λεµεσό όπου εκεί έγιναν όλες οι τελικές επιδιορθώσεις καθώς και τοποθετήσεις προστατευτικών για να µπορεί το όχηµα να εγγραφεί. Προς τούτου επισυνάπτει ως τεκμήριο 8 τιµολόγιο ηµερ. 26.2.08 για το ποσό των Λ.Κ.3,923.30 ή €6,703.
  6. Το συνολικό ποσό το οποίο έχει πληρώσει σύμφωνα με τις πιο πάνω αποδείξεις ανέρχεται στις Λ.Κ.7,290.06 ή €12,458.75 ποσό το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό της επιταγής τεκµήριο
  7. Σε σχέση με τα πιο πάνω ο αιτητής δηλώνει ότι επιφυλάσσει τα δικαιώματα του. Περαιτέρω αναφέρει ότι για να µπορεί να γίνει η µεταβίβαση ο αιτητής αγόρασε άδεια οδικού µεταφορέα Α, η οποία του κόστισε Λ.Κ.9,200 ή €15,
  8. Μετά όλα τα πιο πάνω το όχηµα ήταν πλέον έτοιμο να εγγραφεί και για αυτό το λόγο κανόνισαν συνάντηση την 3.3.08 στο Τµήµα Οδικών Μεταφορών για να γίνει η µεταβίβαση του οχήµατος. Ο αιτητής μετέβηκε στο Τµήµα Οδικών Μεταφορών την πιο πάνω ημερομηνία η ώρα 08:30 και ανέμενε µέχρι που έκλεισε αλλά οι ενάγοντες ουδέποτε εμφανίσθηκαν. Τα όσα προαναφέρει υποστηρίζουν, ως ισχυρίζεται, περαιτέρω την εκδοχή του αφού καμιά δικαιολογία δεν δόθηκε από τους ενάγοντες για ποιο λόγο κατέθεσαν στην Τράπεζα µόνο τη µία εκ των δύο επιταγών που τους παρέδωσαν. Περαιτέρω οι ενάγοντες κρατούσαν τη δεύτερη επιταγή (τεκµήριο 5) χωρίς να την καταθέσουν για δύο μήνες µετά την ηµεροµηνία που κατέστη πληρωτέα. Η εν λόγω επιταγή αν και ήταν σε Κυπριακές Λίρες η επιταγή τεκμήριο 5 μπορούσαν να την καταθέσουν µέχρι το πρώτο εξάμηνο του 2008 όμως δεν έπραξαν τούτο. Διερωτάται δε ο αιτητής για ποιο λόγο ουδέποτε κινήθηκαν νομικά εναντίον του παρά µόνο µετά πάροδο σχεδόν ενάμιση χρόνου που καταχώρησε αγωγή. Μετά δε από επανειληµµένα παράπονα που έκανε ο αιτητής στην Τράπεζα Κύπρου τόσο προσωπικά όσο και µε επιστολές που έστειλε µε δικηγόρους οι ενάγοντες απέστειλαν στην εν λόγω τράπεζα, αρκετό διάστηκα µετά που παρέλαβαν τα χρήματα, επιστολή με την οποία αναλαμβάνουν την υποχρέωση εντός δεκαπέντε ημερών όπως µεταβιβάσουν το εν λόγω όχηµα αλλιώς θα επιστρέψουν όλο το ποσό το οποίο εισέπραξαν πλέον τόκους και έξοδα (επισυνάπτεται ως τεκμήριο 9). Στην επιστολή δε αυτή οι ενάγοντες ουδέποτε ανέφεραν ότι ο λόγος µη µεταβίβασης του οχήµατος ήταν ή είναι οποιαδήποτε οφειλή προς αυτούς. Παρά λοιπόν το ότι το εν λόγω όχημα εξοφλήθηκε δεν έχει µεταβιβαστεί στον αιτητή μέχρι σήµερα µε αποτέλεσμα αυτός να µην µπορεί να το χρησιµοποιήσει για το σκοπό για τον οποίο το αγόρασε αφού σαν επαγγελματικό όχηµα για να µπορεί να οδηγηθεί σε οδό πρέπει να είναι µεταβιβασµένο σε αυτόν. Για αυτό έχει βρει όλες τις απαραίτητες αποδείξεις και έχει δώσει οδηγίες στον δικηγόρο του για να προχωρήσει σε καταχώρηση αγωγής εναντίον των εναγόντων. Λόγω της αδυναμίας του να χρησιμοποιήσει το εν λόγω όχημα ενοικίαζε άλλα οχήματα για να µπορεί να εργαστεί. Μερίδιο ευθύνης, συνεχίζει ο αιτητής, έχει και η Τράπεζα Κύπρου, η οποία πλήρωσε στις 22.11.07 το ποσό των €55.614,98 (ήτοι το ισόποσο σε Λ.Κ.32,550) στους ενάγοντες χωρίς να µεριµνήσει πρώτα να µεταβιβασθεί το εν λόγω όχηµα. Λόγω όλων των πιο πάνω ο αιτητής βρέθηκε σε πολύ δύσκολη οικονομική κατάσταση. Ενόψει δε όλων των ανωτέρω καταληκτικά ο αιτητής ζητά όπως παραμερισθεί η απόφαση ηµερ. 13.5.
  9. Η ένσταση των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση (στο εξής οι καθ' ων η αίτηση) καταχωρήθηκε στις 4.7.11 και στηρίζεται στις Δ.17 Κ.10, Δ.48 Κ.1-9 και 12, Δ.33 Κ.3 και Δ.26 Κ.14 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Αγγέλας Κυριάκου Δημοσθένους από την Πάφο, η οποία βρίσκεται στην υπηρεσία των καθ' ων η αίτηση, έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Οι λόγοι ένστασης των καθ' ων η αίτηση είναι οι ακόλουθοι:
  10. Η αίτηση είναι νοµικά και πραγµατικά αβάσιµη και αστήρικτη.
  11. Η ένορκη δήλωση, η οποία συνοδεύει την αίτηση δεν αποκαλύπτει νοµικό υπόβαθρο ή πραγµατικά γεγονότα για παραµερισµό της απόφασης ηµερ. 13.5.
  12. Ο ενόρκως δηλών δεν αναφέρει τα πραγµατικά και αληθή γεγονότα στην ένορκη δήλωση του.
  13. Δεν παρέχονται καθόλου και/ή επαρκή και/ή βάσιµα δικαιολογητικά για την παράλειψη καταχώρησης σηµειώµατος εµφάνισης.
  14. Η επίδοση της αγωγής και της αίτησης έρευνας έγιναν προσωπικά στον εναγόµενο - αιτητή στην πιο πάνω αγωγή.
  15. Η αίτηση γίνεται σε προχωρηµένο στάδιο και ειδικότερα στο στάδιο της εκτέλεσης και αφού ο εναγόµενος - αιτητής αγνόησε αίτηση έρευνας, η οποία του επιδόθηκε χωρίς να ενεργήσει οτιδήποτε στον κατάλληλο χρόνο.
  16. Ο εναγόµενος - αιτητής δεν έχει καµία και/ή καμιά βάσιµη υπεράσπιση στην αγωγή.
  17. Ο αιτητής διαθέτει το δικονομικό δικαίωμα καταχώρησης αγωγής προς ικανοποίηση των προβαλλόμενων απαιτήσεων του και αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας η υποβολή αιτήµατος για παραµερισµό της απόφασης µε κύριο σκοπό και στόχο την απαίτηση µε τη µορφή της ανταπαίτησης. Η κα Δημοσθένους στην ένορκη της δήλωση αρνείται και απορρίπτει πλήρως το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του αιτητή. Δηλώνει δε ότι εξ όσων γνωρίζει και τη συμβουλεύουν οι δικηγόροι των καθ' ων η αίτηση, με βάση τα πραγµατικά γεγονότα της υπόθεσης, ο αιτητής δεν αποκαλύπτει οιαδήποτε υπεράσπιση και ειδικότερα δεν αποκαλύπτει ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης στην αγωγή. Αναφέρει επίσης ότι τα γεγονότα δεν έχουν γίνει ως αναφέρει ο αιτητής. Συγκεκριμένα, αναφέρει, η απόδειξη, η οποία σημειώνεται και επισυνάπτεται ως τεκµήριο 1 αφορά το ποσό της προκαταβολής το οποίο έπρεπε να καταβάλει ο αιτητής προς τους καθ' ων η αίτηση. Οι καθ' ων η αίτηση έκδωσαν την εν λόγω απόδειξη αφού έλαβαν το ποσό των Λ.Κ.10,000 µε δυο επιταγές των Λ.Κ.3,000 και των Λ.Κ.5,000 και µετρητά Λ.Κ.2,
  18. Η επιταγή των Λ.Κ.3,000 εισπράχθηκε κανονικά. Η επιταγή δε για το ποσό των Λ.Κ.5,000 δεν εξοφλήθηκε ποτέ, καθότι επρόκειτο για µεταχρονολογηµένη επιταγή, η οποία εκδόθηκε κατά ή περί τον Νοέµβριο του 2007 στο τότε ισχύον νόµισµα της Κυπριακής Δηµοκρατίας ήτοι την Κυπριακή Λίρα και κατέστη πληρωτέα την 8.4.08 ηµεροµηνία κατά την οποία η Κυπριακή Δηµοκρατία είχε εισέλθει στην Ευρωζώνη και η εξαργύρωση της επιταγής δεν µπορούσε να καταστεί δυνατή. Οι καθ' ων η αίτηση έλαβαν επανειληµµένες διαβεβαιώσεις από τον αιτητή ότι θα εξοφλούσε το ποσό των Λ.Κ.5,000 ή €8,543.01 χωρίς όµως αυτό να καταστεί δυνατό. Περαιτέρω οι καθ' ων η αίτηση ουδέποτε συµφώνησαν είτε προφορικώς είτε γραπτώς µε τον αιτητή ότι θα προέβαιναν σε πληρωµή οιασδήποτε επιδιόρθωσης του οχήµατος και ο ισχυρισµός αυτός θα µπορούσε να προβληθεί ανταπαιτητικώς από τον ­αιτητή και όχι ως λόγος υπεράσπισης. Όλοι οι προβαλλόµενοι ισχυρισµοί και απαιτήσεις του ­αιτητή συνιστούν απαιτήσεις τις οποίες αυτός δύναται να διεκδικήσει δια της καταχωρήσεως νέας αγωγής, δικονοµικό δικαίωµα για το οποίο ο ίδιος στην ένορκη δήλωση του αναφέρει ότι επιφυλάσσει τα δικαιώματα του. Ως εκ τούτου δεν είναι ορθό και δίκαιο και/ή εύλογο υπό τις περιστάσεις και/ή θα συνιστά κατάχρηση διαδικασίας και/ή άλλως θα ήταν παράλογο και ανώφελο να ικανοποιηθεί το αίτηµα του αιτητή, το οποίο στόχο και κύριο σκοπό έχει τον παραµερισµό της απόφασης έτσι ώστε να εγείρει ανταπαίτηση ενώ το αντικείµενο της προβαλλόµενης και προτιθέµενης ανταπαίτησης του σε αυτήν την αγωγή είναι δυνατό να αποτελέσει αξίωση νέας αγωγής. Η αποδοχή της αιτήσεως και ο παραµερισµός της απόφασης µε σκοπό την έγερση ανταπαίτησης θα προκαλέσει µεγαλύτερη ταλαιπωρία και έξοδα εις βάρος των διαδίκων και ενδεχοµένως ανεπανόρθωτη αδικία από το δικονοµικό µέτρο της καταχώρησης νέας αγωγής από µέρους του αιτητή. Ο αιτητής δεν έχει καµία υπεράσπιση και/ή καµία βάσιµη υπεράσπιση στην αγωγή και ο µοναδικός σκοπός για τον οποίο κατεχώρησε την αίτηση είναι για σκοπούς µη συµµόρφωσης µε την απόφαση ηµερ. 13.5.09, η οποία εκδόθηκε νοµότυπα και κανονικά. Η αγωγή 470/09 καταχωρήθηκε την 18.2.09 και επιδόθηκε στον αιτητή - εναγόµενο την 23.3.
  19. Εκδόθηκε στις 13.5.09 απόφαση εναντίον του µη παρευρισκοµένου παρόλο ότι του επιδόθηκε πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλµατος της αγωγής. Την 9.10.09 καταχωρήθηκε ένταλµα εκτέλεσης κινητών, το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο την 29.10.
  20. Κατά την 2.6.10 εγγράφηκε ΜΕΜΟ µε αριθµό 880/10 στο Επαρχιακό Κτηµατολογικό Γραφείο Πάφου σε περιουσία του εναγοµένου - αιτητή. Την 16.6.10 καταχωρήθηκε αίτηση έρευνας, η οποία επιδόθηκε στον αιτητή την 23.6.
  21. Κατά την 8.7.10 ηµεροµηνία κατά την οποία η αίτηση έρευνας ήταν ορισμένη για πρώτη εµφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου ο αιτητής παρέλειψε να εµφανισθεί µε αποτέλεσµα να εκδοθεί ένταλµα σύλληψης εναντίον του. Ο αιτητής εµφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου µετά την εκτέλεση του εντάλµατος σύλληψης. Η αίτηση έρευνας ορίστηκε για οδηγίες την 14.9.10 και µετέπειτα την 13.10.10 ηµεροµηνία µέχρι την οποία έπρεπε να καταχωρηθεί ένσταση. Έπειτα η αίτηση έρευνας ορίστηκε για ακρόαση την 7.12.10, την 9.2.11 και την 8.3.11, ηµεροµηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε η ένσταση από τον δικηγόρο του καθ' ου η αίτηση. Ακολούθησαν άλλες δυο ηµεροµηνίες για ακρόαση της αίτησης έρευνας ήτοι την 5.5.11 και 21.6.
  22. Η αίτηση για παραµερισµό της απόφασης καταχωρήθηκε την 13.5.
  23. Η καταχώρηση της αίτησης ένα χρόνο µετά την καταχώρηση της αίτησης έρευνας και συγκεκριμένα κατά το στάδιο της εκτέλεσης και η άρνηση και/ή αµέλεια του εναγοµένου να εµφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου στο χρόνο που καλείτο να πράξει αυτό χωρίς να υπάρχει κάποιος λόγος, αποτελούν σηµαντικούς λόγους για την µη έκδοση του αιτούµενου διατάγµατος. Η αίτηση καταχωρήθηκε σε προχωρηµένο στάδιο και µετά την παρέλευση µεγάλου χρονικού διαστήµατος από την έκδοση της απόφασης. Ως εκ των άνω η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι είναι ορθό και δίκαιο να απορριφθεί η αίτηση. Τέλος υποστηρίζει ότι, χωρίς επηρεασµό των ανωτέρω, είναι ορθό και δίκαιο σε περίπτωση που το Δικαστήριο εκδώσει διάταγµα παραµερισµού της απόφασης, αυτό να είναι µε όρους κυρίως όσον αφορά τα έξοδα εναντίον του εναγόµενου - αιτητή. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις, με παραπομπή στη σχετική νομολογία, χωρίς να προβούν σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι θέσεις τους έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Πριν προχωρήσω στην εξέταση του υπό (Α) στην παρούσα αιτήματος δηλ. για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 13.5.09, αναφορικά με το υπό (Β) αιτούμενο δηλ. για το αίτημα αναστολή της αίτησης έρευνας που καταχωρήθηκε εναντίον του αιτητή - εναγόμενου στις 16.6.10 θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Το μέρος αυτό της αίτησης δεν προωθήθηκε από τον αιτητή και καμία αναφορά σε αυτό δεν γίνεται από το συνήγορο αυτού στην αγόρευση του. Ως εκ των άνω το αίτημα αυτό θεωρώ ότι έχει εγκαταλειφθεί. Εν πάση όμως περιπτώσει θα πρέπει να λεχθεί ότι ως φαίνεται από το ιστορικό της υπόθεσης από τις 21.6.11 που ήταν για πρώτη φορά, μετά την καταχώρηση της παρούσας, ορισμένη η εν λόγω αίτηση έρευνας αυτή δεν προχώρησε να ακουστεί αλλά ενόψει της παρούσας παρέμεινε για οδηγίες και είναι ορισμένη για οδηγίες στις 30.1.
  24. Όσον αφορά τώρα το θέμα του παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε από πρωτόδικο Δικαστήριο οι αρχές που το διέπουν έχουν καθορισθεί στην υπόθεση Evans v. Bartlam

(1937)2 All E.R. 646 και έχουν υιοθετηθεί και εφαρμόζονται και στην Κυπριακή νομολογία (βλ. Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Constructions and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317 και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204). Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από την αναφερθείσα νομολογία είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί (βλ. Phylactou ανωτέρω) και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για ακύρωση της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης μπορεί να αποτελέσουν λόγους για απόρριψη της αίτησης (βλ. Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36). Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, η οποία παρέχεται από τη Δ.17 Κ.10 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, έχει διακριτικό χαρακτήρα. Μέσα στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής εξουσίας του το Δικαστήριο θα πρέπει να ισοζυγίσει δύο παράγοντες θεμελιακούς για την απονομή της δικαιοσύνης ήτοι από τη μια την ανάγκη αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ανάγκη της ταχείας διεκπεραίωσης των διαδικαστικών διαδικασιών. Στην υπόθεση Phylactou ανωτέρω, πέραν των πιο πάνω, προστίθεται ότι «η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας». Το βάρος απόδειξης φέρει σε τέτοιους είδους αιτήσεις ο εναγόμενος - αιτητής. Όσον αφορά το θέμα της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση αυτή πρέπει να προκύπτει χωρίς το Δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιαδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού και χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Φραντζής ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις Λτδ)
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094). Στην υπόθεση Phylactou (ανωτέρω) επεξηγήθηκε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ο αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία που θα συνιστούσαν την υπεράσπιση του. Το αποδεικτικό δε αυτό βάρος εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών στοιχείων για την εκ πρώτης όψεως υπόθεση έστω και αν αυτή αμφισβητείται με την ένσταση. Η μαρτυρία που πρέπει να προσκομιστεί για το σκοπό αυτό από τον αιτητή πρέπει να είναι λοιπόν υπό μορφή ένορκης δήλωσης ή άλλης έγγραφης μαρτυρία που να επισυνάπτεται σε αυτήν, χωρίς προφορική μαρτυρία αλλά βεβαίως με δικαίωμα αντεξέτασης με βάση τη Δ.39 Κ.1 (βλ. Evans ανωτέρω και Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 736). Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν υποδηλούν την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Χρειάζεται δηλ. κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση μιας εκδοχής από τον αιτητή διαφορετικής από αυτή του καθ' ου η αίτηση. Πρέπει να προσκομιστούν κάποια αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία εξυπακούεται ότι θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα αποδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σε αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών (βλ. Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793). Στην υπόθεση Λυσιώτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1Α Α.Α.Δ. 364 με αναφορά στη σχετική νομολογία έχει αναφερθεί ότι το «απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση» (βλ. και Phylactou ανωτέρω). Συνεπώς προκύπτει από τη νομολογία ότι με μόνη την αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένος ο παραμερισμός της απόφασης. Η αίτηση μπορεί να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης. Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του. Το γεγονός πως ένας αιτητής δίνει απλώς κάποια εξήγηση δεν συνιστά ικανοποιητική δικαιολογία. Ο αιτητής έχει το βάρος να αποδείξει ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί (βλ. Miluca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941, Κουμουλή ν. Yasmingh κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφόρου κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας
(2000)1 Α.Α.Δ. 86 και Φραντζής ανωτέρω). Στην Μουγής ν. Σπανούδη
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 997 το σχετικό αίτημα είχε εξεταστεί και από τη σκοπιά του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Στην εν λόγω απόφαση με αναφορά και στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η οποία έχει διαμορφωθεί κατά την ερμηνεία του άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το οποίο αντιστοιχεί με το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, με την οποία ταυτίζεται και η δική μας νομολογία, αναφέρεται ότι το δικαίωμα, του αιτούμενου τον παραμερισμό μιας απόφασης, να ακουσθεί διασφαλίζεται από το άρθρο 30.3 (β) και (γ) του Συντάγματος. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο, το οποίο διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το οποίο συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας. Ο σκοπός της σχετικής διασφάλισης είναι να προστατεύσει τους διαδίκους από υπερβολικές διαδικαστικές καθυστερήσεις και η εν λόγω διασφάλιση υπογραμμίζει την σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις, οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της. Αναφέρεται τέλος στην εν λόγω απόφαση ότι τα Δικαστήρια δεν απαλλάσσονται από την ευθύνη να διασφαλίσουν τα πιο πάνω παρά το ότι υπεύθυνοι για την πρόοδο της πολιτικής διαδικασίας είναι οι διάδικοι. Το πρώτο θέμα το οποίο πρέπει να εξεταστεί στην παρούσα είναι λοιπόν το κατά πόσο ο αιτητής έχει αποκαλύψει στο δέοντα βαθμό ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Οι σχετικοί ισχυρισμοί του αιτητή έχουν ήδη αναφερθεί ανωτέρω. Οι καθ' ων η αίτηση με την ένορκη δήλωση της κας Κυριάκου Δημοσθένους αρνούνται ουσιαστικά τους ισχυρισμούς του αιτητή ότι εξόφλησε το τίμημα του οχήματος το οποίο του πώλησαν και ότι η επιταγή για το ποσό της οποίας εκδόθηκε η απόφαση ημερ. 13.5.09 πληρώθηκε µετά από συµφωνία που έκανε ο αιτητής μαζί τους όπως προχωρήσει να κάνει όλες τις απαραίτητες επιδιορθώσεις που χρειαζόταν το εν λόγω όχηµα για να µπορέσει να εγγραφεί στη Κύπρο αφού αυτό ήταν εισαγόµενο µεταχειρισµένο. Είναι σαφές ότι δεν τίθεται θέμα απόδειξης των ισχυρισμών του αιτητή ούτε και αξιολόγηση της μαρτυρίας με σκοπό την κατάρριψη αντιφατικών ισχυρισμών ή διαπίστωση γεγονότων στο στάδιο αυτό (βλ. Σ.Π.Ε. Παλλουριώτισσας ν. Δέσποινας Αρτέμη
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1762). Παρόλα αυτά ως έχει αναφερθεί ανωτέρω για να αποδείξει ο αιτητής την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης στην παρούσα χρειάζεται κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση μιας εκδοχής. Από την άλλη όμως δεν λαμβάνονται υπόψη οποιοιδήποτε ισχυρισμοί των καθ' ων η αίτηση σε σχέση με γεγονότα τα οποία τίθενται περαιτέρω προς υποστήριξη της θέσης τους και προς αντίκρουση της θέσης του αιτητή όπως για παράδειγμα:
(1)ότι δεν υπήρξε συμφωνία με τον αιτητή όπως εκείνος προχωρήσει να κάνει όλες τις απαραίτητες επιδιορθώσεις που χρειαζόταν το όχηµα για να µπορέσει να εγγραφεί,
(2)ότι η απόδειξη την οποία επισυνάπτει ο αιτητής ως τεκμήριο 1 αφορά το ποσό της προκαταβολής, το οποίο έπρεπε να καταβάλει ο αιτητής προς τους ενάγοντες και ότι η εν λόγω απόδειξη εκδόθηκε αφού οι ενάγοντες έλαβαν το ποσό των Λ.Κ.10,000 με δύο επιταγές των Λ.Κ.3,000 και Λ.Κ.5,000 και μετρητά Λ.Κ.2,000 και η επιταγή των Λ.Κ.5,000 δεν εξοφλήθηκε ποτέ γιατί εκδόθηκε κατά ή περί τον Νοέµβριο του 2007 στο τότε ισχύον νόµισµα της Κυπριακής Δηµοκρατίας ήτοι την Κυπριακή Λίρα και κατέστη πληρωτέα την 8.4.08 (ήταν δηλ. μεταχρονολογημένη) οπόταν η εξαργύρωση της δεν µπορούσε να καταστεί δυνατή λόγω της εισόδου της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωζώνη. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν λαμβάνονται υπόψην γιατί κάτι τέτοιο θα αποτελούσε στην ουσία διαπίστωση γεγονότων ως αποτέλεσμα αξιολόγησης μαρτυρίας. Έχοντας λοιπόν υπόψη τα ανωτέρω, από τα στοιχεία που προσκόμισε σχετικά ο αιτητής παρατηρούνται τα ακόλουθα: Ως συνάγεται από την ένορκη δήλωση του αιτητή ο ισχυρισμός του, ως προς το θέμα της ύπαρξης υπεράσπισης, ουσιαστικά είναι ότι το τίμημα του οχήματος που αγόρασε από τους ενάγοντες έχει εξοφληθεί και ότι η επιταγή για το ποσό της οποίας εκδόθηκε η απόφαση ημερ. 13.5.09 δόθηκε πρόσθετα στους ενάγοντες μετά από συμφωνία μεταξύ τους όπως ο αιτητής προχωρήσει να κάνει όλες τις απαραίτητες επιδιορθώσεις που χρειαζόταν το όχηµα για να µπορέσει να εγγραφεί. Οι ενάγοντες στην Έκθεση Απαίτησης τους αναφέρουν, όπως και ο αιτητής, ότι το συνολικό τίμημα πώλησης του εν λόγω οχήματος ήταν Λ.Κ.42,
  1. Περαιτέρω σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης το αιτούμενο εκεί ποσό, που ήταν και το ποσό που αφορούσε η επίδικη επιταγή, ήταν οφειλόμενο μέρος της προκαταβολής του συμφωνηθέντος, για την αγορά του οχήματος, τιμήματος. Ο δε αιτητής προς υποστήριξη της θέσης του ότι πλήρωσε ολόκληρο το εν λόγω τίμημα επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση τα τεκμήρια 1 και
  2. Το τεκμήριο 1 αποτελεί αντίγραφο απόδειξης είσπραξης των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση, από τον εναγόμενο - αιτητή, του ποσού των Λ.Κ.10,000 ως προκαταβολή για το τιμολόγιο 5503, ημερ. 8.11.07, όπου στη θέση «Μετρητά/Επιταγή» δεν υπάρχει συμπλήρωση. Η εν λόγω απόδειξη σύμφωνα με τον αιτητή του στάληκε από τους καθ' ων η αίτηση μέσω τηλεμοιοτύπου. Πράγματι στο τεκμήριο 1 πάνω φαίνονται τυπωμένα ένας αριθμός «26939907», ώρα και το όνομα των καθ' ων η αίτηση. Το τιμολόγιο δε με αρ. 5503, ως φαίνεται στην Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων, εκδόθηκε στις 8.11.07 για την αγορά του προαναφερόμενου οχήματος για το προαναφερθέν συνολικό τίμημα. Το δε τεκμήριο 2 αποτελεί αντίγραφο τραπεζικής επιταγής της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ με δικαιούχους τους ενάγοντες για το ποσό των Λ.Κ.32,550 και στο ίδιο τεκμήριο φαίνεται ότι το εν λόγω ποσό χρεώθηκε στο λογαριασμό του αιτητή. Το συνολικό λοιπόν ποσό που αναφέρεται στα τεκμήρια 1 και 2 ότι πληρώθηκε στους ενάγοντες είναι αυτό των Λ.Κ.42,550, όσο δηλ. και το συνολικό τίμημα πώλησης του οχήματος. Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω κρίνω ότι ο αιτητής έχει επιτύχει να αποκαλύψει στο δέοντα βαθμό ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή. Το θέμα όμως ως προαναφέρθηκε δεν τελειώνει εδώ. Θα πρέπει να εξετασθεί και το θέμα της παράλειψης ή μη του αιτητή να εμφανισθεί καθώς επίσης και της καθυστέρησης του ή μη να προωθήσει την παρούσα αίτηση. Για το σκοπό δε αυτό κρίνω ότι είναι αναγκαίο όπως προβώ σε μια αναδρομική μελέτη του φακέλου της υπόθεσης. Από την εξέταση του φακέλου της υπόθεσης προκύπτουν λοιπόν τα ακόλουθα: Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 18.2.
  3. Επιδόθηκε δε προσωπικά στον εναγόμενο στις 23.3.
  4. Στις 30.4.09 οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση για απόφαση εναντίον του εναγόμενου λόγω μη καταχώρησης από αυτόν σημειώματος εμφάνισης. Στη βάση της πιο πάνω αίτησης εκδόθηκε εναντίον του εναγόμενου στις 13.5.09, η απόφαση, της οποίας αυτός ζητά με την παρούσα αίτηση τον παραμερισμό, για το ποσό των €8,543 πλέον τόκο 5,5% από τις 18.2.09 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον τα έξοδα. Στις 9.10.09 εκδόθηκε εναντίον του εναγόμενου ένταλμα κατάσχεσης της κινητής του περιουσίας το οποίο στις 29.10.09 επιστράφηκε ανεκτέλεστο για το λόγο, σύμφωνα με το δικαστικό επιδότη, ότι ο εναγόμενος στερείτο κινητής περιουσίας υποκείμενης σε κατάσχεση στη διεύθυνση του δηλαδή στην Αναρίτα. Σε σχέση με το υπό αναφορά ένταλμα ο δικαστικός επιδότης αναφέρει ότι στις 27.10.09 επισκέφθηκε τα υποστατικά του εναγόμενου και εκεί δεν υπήρχε οποιαδήποτε κινητή περιουσία καθώς και ότι ο εναγόμενος διαμένει στο πατρικό του σπίτι. Στις 16.6.10 οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση έρευνας της οικονομικής κατάστασης του εναγόμενου με σκοπό την έκδοση διαταγμάτων προς πληρωμής του προαναφερόμενου εξ αποφάσεως χρέους του. Η εν λόγω αίτηση μαζί με κλήση μάρτυρα επιδόθηκε προσωπικά στον εναγόμενο στις 23.6.
  5. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την εν λόγω αίτηση επισυνάφθηκε και αντίγραφο της απόφασης ημερομηνίας 13.5.
  6. Με βάση δε την αίτηση αυτή ο εναγόμενος καλείτο να εμφανιστεί ενώπιον του δικαστηρίου στις 8.7.
  7. Στις 8.7.10 ο εναγόμενος δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Το εν λόγω ένταλμα σύλληψης εκτελέστηκε στις 18.8.10, οπόταν το Δικαστήριο όρισε την αίτηση για οδηγίες στις 14.9.10, ημερομηνία κατά την οποία ο εναγόμενος και πάλι δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο με αποτέλεσμα να εκδοθεί εναντίον του νέο ένταλμα σύλληψης. Στις 15.9.10 ο εναγόμενος παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με το δικηγόρο του, ο οποίος ανέφερε ότι την προηγούμενη μέρα ήταν απασχολημένος σε άλλο Δικαστήριο και ότι ο εναγόμενος τον ανέμενε και στο μεταξύ εκδόθηκε το ένταλμα σύλληψης. Η αίτηση ορίσθηκε για οδηγίες στις 13.10.10 με οδηγίες όπως τυχούσα ένσταση καταχωρηθεί μέχρι τότε. Στις 13.10.10 η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 7.12.10 με οδηγίες όπως ένσταση καταχωρηθεί 10 καθαρές μέρες προηγουμένως. Στις 7.12.10 η αίτηση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 9.2.11 με οδηγίες όπως ένσταση καταχωρηθεί 15 καθαρές μέρες προηγουμένως. Στις 9.2.11 η αίτηση ορίστηκε για οδηγίες στις 8.3.11 με οδηγίες όπως τυχούσα ένσταση καταχωρηθεί μέχρι τότε. Στις 8.3.11 καταχωρήθηκε ένσταση στην αίτηση και αυτή ορίστηκε για ακρόαση στις 5.5.
  8. Στις 5.5.11 ο συνήγορος του εναγόμενου ζήτησε αναβολή για να εξετάσει κατά πόσο θα έπρεπε να προωθήσει άλλο διάβημα και/ή αίτηση στη διαδικασία. Το αίτημα εγκρίθηκε και η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 21.6.
  9. Στις 13.5.11 καταχωρήθηκε η υπό εξέταση αίτηση. Σε σχέση λοιπόν με την παράλειψη του αιτητή να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αγωγή επιδόθηκε στον αιτητή προσωπικά στις 23.3.
  10. Ο ίδιος ο αιτητής άλλωστε αυτό το παραδέχεται. Η δικαιολογία δε που δίδει για την παράλειψη του να εμφανισθεί αν και έλαβε γνώση της αγωγής είναι ότι δεν είχε ξανά στο παρελθόν οποιαδήποτε επαφή µε Δικαστήρια και θεώρησε λανθασμένα ότι ήταν απλά µία επιστολή της οποίας δεν έδωσε καμιά σημασία γιατί ουδέν ποσό όφειλε στους ενάγοντες. Ως έχει όμως νομολογηθεί ο ισχυρισμός περί άγνοιας των δικαστικών διαδικασιών δεν αποτελεί επαρκή δικαιολογία για την παράλειψη διαδίκου να εμφανισθεί αφού ισχυρισμοί για άγνοια του νόμου ή των διαδικαστικών κανονισμών δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί (βλ. Γερολέμου ν. Σ.Π.Ε. Κοντέας
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 818). Πέραν τούτου δεν είναι λογική αλλά ούτε και πειστική η θέση του αιτητή ότι θεώρησε ότι το δικόγραφο που του επιδόθηκε αποτελεί απλά μια επιστολή εφόσον, ως φαίνεται από το αντίγραφο αυτού που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση επίδοσης, στον τίτλο αναφέρεται «Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου» και το όνομα των εναγόντων αλλά και του αιτητή κάτω από το οποίο υπάρχει η λέξη «Εναγόμενου». Επίσης πέραν των άλλων που αναγράφονται στο εν λόγω δικόγραφο και καθιστούν σαφές σε οποιοδήποτε μπορεί να διαβάσει ότι δεν αποτελεί επιστολή, στην πρώτη σελίδα γίνεται αναφορά στη δυνατότητα καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης αλλά και στο ενδεχόμενο έκδοσης, άνευ ειδοποιήσεως, απόφασης εναντίον του εναγόμενου. Από την ανάγνωση της Δ.17 η οποία αφορά την παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης και την έκδοση απόφασης συνεπεία της παράλειψης αυτής προκύπτει ότι οποιοδήποτε πρόσωπο λάβει γνώση του κλητηρίου εντάλματος θα πρέπει να καταχωρήσει το ενδεδειγμένο σημείωμα εμφάνισης. Από τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω προκύπτει αναμφισβήτητα ότι στην παρούσα η παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί στην αγωγή ήταν αδικαιολόγητη. Η συμπεριφορά του στην ουσία καταδεικνύει ότι επέλεξε να αγνοήσει τη δικαστική διαδικασία στηριζόμενος στην πεποίθηση του ότι εξόφλησε τους ενάγοντες και τούτο παρά την έγερση της εναντίον του αγωγής. Όμως ούτε και για το χρόνο που παρήλθε από τη στιγμή που ουσιαστικά έμαθε ή μπορούσε πλέον να μάθει για την ύπαρξη της απόφασης ημερ. 13.5.09 μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας αίτησης έχει δοθεί κάποια δικαιολογία. Σε σχέση με αυτό, ως προαναφέρθηκε, η αίτηση έρευνας ημερ. 16.6.10 δεν ήταν το πρώτο μέτρο εκτέλεσης που λήφθηκε εναντίον του. Προηγήθηκε στις 9.10.09 η εναντίον του έκδοση εντάλματος κατάσχεσης της κινητής του περιουσίας. Σύμφωνα δε με το δικαστικό επιδότη στον οποίο ανατέθηκε η εκτέλεση του εντάλματος, στις 27.10.09 επισκέφθηκε τα υποστατικά του εναγόμενου και λόγω του ότι εναγόμενος στερείτο κινητής περιουσίας υποκείμενης σε κατάσχεση στη διεύθυνση του δηλαδή στην Αναρίτα, το ένταλμα επιστράφηκε ανεκτέλεστο. Ακόμη όμως και να μην έλαβε γνώση της απόφασης ο εναγόμενος τότε, σίγουρα με την επίδοση σε αυτόν στις 23.6.10, της αίτησης έρευνας ημερ. 16.6.10, στην οποία μάλιστα επισυναπτόταν αντίγραφο της εν λόγω απόφασης, είναι εμφανές ότι έλαβε πλέον γνώση. Παρόλα αυτά δεν εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο ούτε στις 8.7.10 που ήταν ορισμένη η αίτηση έρευνας και καλείτο να εμφανισθεί, με αποτέλεσμα να εκδοθεί εναντίον του ένταλμα σύλληψης. Δεν είναι δε πειστικός αλλά αντιφατικός ο ισχυρισμός του ότι για την παρούσα αγωγή περί το Σεπτέμβριο του 2009 διόρισε δικηγόρο εφόσον στη συνέχεια ουσιαστικά λέει ότι ο δικηγόρος προέβηκε σε έρευνα στον φάκελο της υπόθεσης και τον ενημέρωσε ότι είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον του όταν ο αιτητής τον ενημέρωσε για την αίτηση έρευνας µετά που ενημερώθηκε από την Αστυνομία ότι εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του περί τα μέσα του 2010. Εν πάση δε περιπτώσει με δεδομένο ότι η εν λόγω αίτηση του επιδόθηκε προσωπικά ο ισχυρισμός του ότι έλαβε γνώση αυτής μετά που ενημερώθηκε από την Αστυνομία ότι εκκρεμούσε εναντίον του ένταλμα σύλληψης επίσης δεν είναι πειστικός. Αλλά και μετά που αυτός έλαβε, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, γνώση για την ύπαρξη της απόφασης μετά που ενημερώθηκε από την Αστυνομία για το ένταλμα, κάτι που λογικά πρέπει να έγινε κατά ή πριν την ημερομηνία εκτέλεσης του εντάλματος ήτοι κατά ή πριν τις 18.8.10 και ενώ ανέθεσε την υπόθεση σε δικηγόρο δεν προχώρησε στην καταχώρηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης. Αντίθετα δεν εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο ούτε στην επόμενη, της εκτέλεσης του εντάλματος, ορισθείσα ημερομηνία δηλ. στις 14.9.10 αλλά και μετά από αυτό εμφανίσθηκε με το δικηγόρο του άλλες έξι φορές στα πλαίσια της αίτησης έρευνας μέχρι τις 5.5.11, οπόταν ο δικηγόρος του ζήτησε αναβολή της ακρόασης της για να εξετάσει το ενδεχόμενο λήψης άλλων μέτρων και να καταχωρηθεί τελικά η παρούσα αίτηση στις 13.5.09 δηλ. 11 περίπου μήνες μετά την επίδοση της αίτησης έρευνας στον αιτητή, 9 μήνες μετά που κατά τον δικό του ισχυρισμό έλαβε γνώση για την απόφαση και 2 ολόκληρα χρόνια μετά την έκδοση απόφασης. Συνεπώς από τα πιο πάνω φαίνεται ότι υπήρξε εκ μέρους του εναγόμενου - αιτητή μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Ενόψει λοιπόν όλων των ανωτέρω κρίνω ότι ο αιτητής επέδειξε αδικαιολόγητη αδιαφορία για την υπόθεση του και η όλη συμπεριφορά του ήταν υπό τις περιστάσεις ασυγχώρητη και περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των αντιδίκων του. Ως εκ των άνω επανάνοιγμα της υπόθεσης θα αποτελούσε κατά την κρίση μου μέτρο υπονόμευσης της απονομής της δικαιοσύνης και της ανάγκης για ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Περαιτέρω, θα παραβίαζε το συνταγματικό δικαίωμα του αντιδίκου του για εκδίκαση της υπόθεσης του μέσα σε εύλογο χρόνο και θα έθετε σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία των θεσμών της απονομής της δικαιοσύνης. Παρά λοιπόν το ότι έχει αποδειχθεί από τον εναγόμενο - αιτητή η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, κρίνω ότι η διακριτική μου ευχέρεια στην παρούσα πρέπει να ασκηθεί και ασκείται υπέρ της απόρριψης της αίτησης με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση - εναγόντων και εναντίον του αιτητή - εναγόμενου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Φ. Τιμοθέου Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Αίτηση παραμερισμού απόφασης - Δ.17 Κ.10) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.