Στέλιου Χ"Λοίζου ν. Μαρίνου Χρ. Λοιζίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 1524/05, 15.2.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A2 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1524/05 Μεταξύ: Στέλιου Χ"Λοίζου από τη Λεμεσό Ενάγοντα Και
- Μαρίνου Χρ. Λοιζίδη από τη Λεμεσό
- Γιάννου Χρ. Πηλαβάκη από τη Λεμεσό
- Δώρας Χρ. Πηλαβάκη από τη Λεμεσό
- Χρύσανθου Χρ. Πηλαβάκη από τη Λεμεσό
- Αντιγόνης (Άντια) Χρ. Μανιώρη από τη Λεμεσό
- Αδελφοί Λοιζίδη Λτδ, Φ/δι Γιάννου Πηλαβάκη από τη Λεμεσό Εναγομένων ------------------------- Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 14.5.2007 Μεταξύ: Γιαννούλας Χατζηλοίζου, διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα Στέλιου Χ"Λοίζου τέως από τη Λεμεσό Ενάγουσας και
- Μαρίνου Χρ. Λοιζίδη από τη Λεμεσό
- Γιάννου Χρ. Πηλαβάκη από τη Λεμεσό
- Δώρας Χρ. Πηλαβάκη από τη Λεμεσό
- Χρύσανθου Χρ. Πηλαβάκη από τη Λεμεσό
- Αντιγόνης (Άντια) Χρ. Μανιώρη από τη Λεμεσό
- Αδελφοί Λοιζίδη Λτδ, Φ/δι Γιάννου Πηλαβάκη από τη Λεμεσό Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 25.2.2009 Μεταξύ: Γιαννούλας Χατζηλοίζου, διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα Στέλιου Χ"Λοίζου τέως από τη Λεμεσό Ενάγουσας και
- Μαρίνου Χρ. Λοιζίδη από τη Λεμεσό
- Γιάννου Χρ. Πηλαβάκη από τη Λεμεσό
- Δώρας Χρ. Πηλαβάκη από τη Λεμεσό
- Χρύσανθου Χρ. Πηλαβάκη από τη Λεμεσό
- Αντιγόνης (Άντια) Χρ. Μανιώρη από τη Λεμεσό
- Επίσημου Παραλήπτη και Εκκαθαριστή της Εταιρείας Αδελφοί Λοιζίδη Λτδ από τη Λευκωσία Εναγομένων ------------------------- Ημερομηνία: 15.2.2012 Για Ενάγουσα: κ. Δημόκριτος Αριστείδου Για Εναγόμενους 1-5: κ. Παύλος Μπενάκης Για Εναγόμενη 6 καμία εμφάνιση ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Στέλιου Χ"Λοίζου (πιο κάτω θα αναφέρεται σαν ο αποβιώσας) εγείρει την παρούσα αγωγή ως παράγωγη αγωγή (derivative action) εκ μέρους των Εναγομένων 6 (πιο κάτω θα αναφέρονται σαν η εταιρεία) και απαιτεί απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3, 4 και 5 και προς όφελος της εταιρείας για: Α. Λ.Κ.50.000.- που αντιπροσωπεύουν ενοίκια, τα οποία παρακρατούν και/ή οικειοποιήθηκαν και όλα τα επόμενα ενοίκια που θα παρακρατούν και/ή οικειοποιηθούν μέχρι της τελείας εκδίκασης της παρούσας ως και Λ.Κ.5.000.- που αντιπροσωπεύουν εισπράξεις από πωλήσεις εμπορευμάτων όλα μαζί με τόκους και/ή αποζημιώσεις 9% το χρόνο από της οικειοποίησης και μέχρι της επιστροφής τους και/ή δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού. Β. Λ.Κ.10.000.- το χρόνο ως αποζημιώσεις για απώλεια κερδών. Γ. Λ.Κ.25.000.- ως αποζημιώσεις για την πώληση των εμπορευμάτων των ΑΔΕΛΦΟΙ ΛΟΙΖΙΔΗ ΛΤΔ του κουτουρού και/ή σε εξευτελιστικές τιμές. Δ. Λ.Κ.20.000.- ως αποζημιώσεις για απώλεια χρεωστών. Ε. Λ.Κ.15.000.- για πρόσθετες φορολογικές επιβαρύνσεις. ΣΤ. Λ.Κ.12.000.- για απώλεια φήμης και πελατείας. Ζ. Γενικές και/ή τιμωρητικές και/ή αυξημένες αποζημιώσεις για παράβαση των καθηκόντων τους έναντι των ΑΔΕΛΦΟΙ ΛΟΙΖΙΔΗ ΛΤΔ και/ή για συνομωσία για εξαπάτηση και/ή οικειοποίηση των περιουσιακών στοιχείων των ΑΔΕΛΦΟΙ ΛΟΙΖΙΔΗ ΛΤΔ. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης ο αποβιώσας και οι Εναγόμενοι 1, 2, 3, 4 και 5 ήταν μέτοχοι της εταιρείας. Αρχικά μέτοχοι και σύμβουλοι της ήταν ο αποβιώσας, ο Χριστάκης Πηλαβάκης και ο Χρύσανθος Λοιζίδης. Μετά το θάνατο του Χριστάκη Πηλαβάκη στη θέση του ως σύμβουλος υπεισήλθε ο Εναγόμενος 2 στις 13.1.91 και ως μέτοχοι οι κληρονόμοι του Εναγόμενοι 2, 3, 4 και
- Ο Εναγόμενος 1 ενεργούσε σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης ως αντιπρόσωπος και/ή υποκατάστατος σύμβουλος του Χρύσανθου Λοιζίδη. Η εταιρεία από της ιδρύσεως της και μέχρι το τέλος του 1993 και/ή αρχές του 1994 εμπορευόταν ξυλεία και άλλα παρόμοια ή συναφή οικοδομικά και ξυλουργικά υλικά. Ήταν ταυτόχρονα ιδιοκτήτρια ενός καταστήματος στην Πάφο και κάτοχος 3 οικοπέδων στη Λεμεσό. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ως διευθυντές της εταιρείας αλλά και με την εξουσιοδότηση των Εναγομένων 3, 4 και 5 παράνομα, αυθαίρετα και αδικαιολόγητα από το 1991 έβαλαν περιορισμούς στην εταιρεία για εισαγωγή ξυλείας από το εξωτερικό και περιόρισαν τις αγορές από τις δασικές βιομηχανίες Κύπρου. Με τις παράνομες και αυθαίρετες παρεμβάσεις τους στην εταιρεία ασκούσαν πιέσεις στον αποβιώσαντα και την οικογένεια του. Η συμπεριφορά αυτή των Εναγομένων είχε ως αποτέλεσμα οι εργασίες της εταιρείας να μην αποδίδουν ικανοποιητικά κέρδη και στην πορεία να προκαλεί ζημιές και απώλειες. Οι Εναγόμενοι 1-5 σύμφωνα πάντα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης παράνομα, αυθαίρετα, αδικαιολόγητα και/ή δόλια άρχισαν να εισπράττουν και να οικειοποιούνται το ενοίκιο του καταστήματος στην Πάφο που ξεπερνά τις Λ.Κ.5.000 το χρόνο. Περαιτέρω οι εναγόμενοι 1-5 οικειοποιήθηκαν και/ή κατακράτησαν τις εισπράξεις από τις πωλήσεις εμπορευμάτων της εταιρείας που έκαμαν του κουτουρού (όπως ακριβώς αναγράφεται στην έκθεση απαίτησης) και από τις οποίες εισέπραξαν το ποσό των Λ.Κ.5.
- Είναι ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα ποσά ανήκουν στην εταιρεία και οι εναγόμενοι 1, 2, 3, 4 και 5 από κοινού και/ή ξεχωριστά οφείλουν να τα επιστρέψουν στα ταμεία της εταιρείας. Κατά ή περί τις 20.10.1993 οι Εναγόμενοι 1 και 2 συνήλθαν απροειδοποίητα σε συνεδρία και αυθαίρετα και παράνομα αποφάσισαν να τερματίσουν τις υπηρεσίες του αποβιώσαντα από την ίδια ημέρα και ανέστειλαν και/ή διέκοψαν τις εργασίες της εταιρείας με αποτέλεσμα να προκαλέσουν σ΄ αυτή ζημιές και/ή απώλειες που ισούνται με τα κέρδη που θα πραγματοποιούσαν και υπολογίζονταν σε Λ.Κ.10.000 το χρόνο. Περαιτέρω η εταιρεία απώλεσε το καλό όνομα, τη φήμη και πελατεία της και υπέστη ζημιά και απώλεια Λ.Κ.12.
- Οι Eναγόμενοι 1 και 2 μέσα στα πλαίσια της διαχείρισης που έκαναν πέταξαν και κατέστρεψαν όλα τα λογιστικά βιβλία, αποδείξεις και τιμολόγια της εταιρείας και οδήγησαν έτσι την εταιρεία σε αδυναμία είσπραξης Λ.Κ.15.000-Λ.Κ.20.000 από δικούς της χρεώστες. Περαιτέρω πώλησαν τα εμπορεύματα «του κουτουρού» και/ή σε εξευτελιστικές τιμές, γεγονός που προκάλεσε τεράστιες ζημιές στην εταιρεία οι οποίες υπολογίζονται στις Λ.Κ.25.
- Παρέλειψαν επίσης να διευθετήσουν έγκαιρα τις αναγκαίες φορολογικές υποχρεώσεις της εταιρείας και προκάλεσαν σ΄ αυτή πρόσθετες επιβαρύνσεις και ανάλογες ζημιές που ξεπερνούν τις Λ.Κ.15.
- Οι ενέργειες αυτές των Εναγομένων 1 και 2 εγκρίθηκαν σύμφωνα με την Ενάγουσα και/ή ήταν το αποτέλεσμα της εξουσιοδότησης και συνεργασίας και των Εναγομένων 3, 4 και 5 και παραθέτει στην έκθεση απαίτησης λεπτομέρειες αμέλειας των Εναγομένων 1, 2, 3, 4 και
- Στην έκθεση υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι εγείρουν προδικαστικά ότι:
- Η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει παράγωγη αγωγή (derivative action) εκ μέρους της εταιρείας και την ίδια στιγμή να προωθεί η ίδια την αγωγή 1260/2005 εναντίον της.
- Οι Εναγόμενοι 3, 4 και 5 δεν μπορεί να είναι διάδικοι σε μια παράγωγη αγωγή με την οποία ζητούν αποζημιώσεις από την εταιρεία εφόσον αυτοί σαν μέτοχοι μόνο της εταιρείας δεν είχαν κανένα έλεγχο στην εταιρεία. Οι Εναγόμενοι ζητούν επίσης από το Δικαστήριο όπως το ερώτημα αν ο αποβιώσας μειοψηφών μέτοχος (minority shareholder) δικαιούται να καταχωρήσει παράγωγη αγωγή να αποφασιστεί σαν προκαταρκτικό θέμα (preliminary issue) για να καταστεί καθαρό αν η αγωγή εμπίπτει στα όρια των εξαιρέσεων του κανόνα στην υπόθεση Foss v. Harbottle
(1943)2 Hare
- Περαιτέρω οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο αποβιώσας δεν δικαιούται να εγείρει παράγωγη αγωγή εκ μέρους της εταιρείας γιατί δεν υφίστανται οι απαραίτητες προϋποθέσεις, πρώτον γιατί η αγωγή είναι καθυστερημένη για 12 χρόνια αφού ο ίδιος έκλεισε τις εργασίες της τον Ιούνιο του 1995 και δεύτερον είναι ο αποβιώσας που ασκούσε και έλεγχε πλήρως τις εργασίες της εταιρείας. Είναι περαιτέρω ισχυρισμοί των Εναγομένων ότι ο αποβιώσας είχε τον απόλυτο έλεγχο των καταστημάτων και αποθηκών της εταιρείας μέχρι το 1995 και δεν έδιδε λογαριασμό σε κανένα. Όλα τα αποθέματα της εταιρείας πωλήθηκαν από τον αποβιώσαντα και κατακράτησε όλες τις εισπράξεις. Η αξία των αποθεμάτων της εταιρείας κατά την 31.12.1990 ήταν ύψους Λ.Κ.95.
- Ισχυρίζονται επίσης ότι είναι η συμπεριφορά του αποβιώσαντα που δημιούργησε όλα τα προβλήματα, μη επιτρέποντας στους διευθυντές και/ή τους μετόχους να εισέλθουν στα υποστατικά της εταιρείας με αποτέλεσμα να συγκαλέσουν την συνεδρίαση ημερομηνίας 20.10.
- Είναι ισχυρισμός των Εναγομένων όπως προβάλλεται στην πρώτη προδικαστική τους ένσταση ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει παράγωγη αγωγή εκ μέρους της εταιρείας και την ίδια στιγμή να προωθεί την αγωγή 1260/05 εναντίον της. Με την αγωγή 1260/05 (Τεκμήριο 20) η Ενάγουσα απαιτεί εναντίον της εταιρείας το ποσό των Λ.Κ.25.005 σαν υπόλοιπο συμφωνημένου και παραδεκτού λογαριασμού πλέον τόκους που αποτελεί διαφορετική βάση αγωγής και δεν συνδέεται με τις απαιτήσεις εναντίον των Εναγομένων 1-5 τις οποίες εγείρει στη βάση παράγωγης αγωγής. Κατά συνέπεια δεν εμποδίζεται κατά την κρίση μου να προωθήσει την παρούσα αγωγή. Πριν προχωρήσω στην εξέταση των υπόλοιπων προδικαστικών ενστάσεων θα εξετάσω την μαρτυρία που προσκόμισε η Ενάγουσα αφού οι προδικαστικές ενστάσεις που προβάλλει η υπεράσπιση σχετίζονται με τη μαρτυρία. Πρώτη μάρτυρας (Μ.Ε.1) ήταν η διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα και σύζυγος του Γιαννούλα Χ"Λοίζου, Ενάγουσα στην αγωγή μετά τη σχετική τροποποίηση. Δεν θα παραθέσω τη μαρτυρία της αφού η μαρτυρία της ζητήθηκε από το συνήγορο της να μη ληφθεί υπόψη και είχε υποβληθεί αίτημα όπως η μάρτυρας κριθεί ανίκανη μάρτυρας. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση απέρριψε την εισήγηση, όμως η μαρτυρία της παραμένει στην ουσία αόριστη και ατεκμηρίωτη. Χαρακτηριστική είναι η θέση της στη κύρια εξέταση σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της εταιρείας ότι "είχαν καλή φήμη στο παζάρι απ΄ ότι άκουσα έκαμναν κέρδη". Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι η ίδια δεν γνωρίζει να διαβάζει. Τους λογαριασμούς που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 4 της τους διάβασε ο δικηγόρος της, δεν θυμόταν τι έλεγαν, δεν θυμόταν το stock της εταιρείας και δεν θυμόταν την αξία του, ήταν κάπου €60.
- Δεν γνώριζε τις ζημιές της εταιρείας αλλά ούτε και γνώριζε τους χρεώστες της εταιρείας. Δεν γνώριζε επίσης πότε εργάστηκε ο γιος της (Μ.Ε.2) στην εταιρεία. Όλα τα πιο πάνω καθιστούν κατά την κρίση μου αναξιόπιστη τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 και δεν την αποδέχομαι. Δεύτερος μάρτυρας για την Ενάγουσα (Μ.Ε.2) ήταν ο Χριστάκης Χ"Λοίζου o οποίος ανέφερε ότι ο πατέρας του ήταν ένας από τους τρεις μετόχους της εταιρείας και ο κάθε μέτοχος κατείχε 700 μετοχές. Οι σχέσεις των τριών μετόχων ήταν άριστες. Ο ίδιος ήταν υπάλληλος της εταιρείας από το 1984 μέχρι το
- Ο ίδιος εκτιμά, ότι το stock της εταιρείας ήταν γύρω στις £30.000 - £25.000 γιατί στα μέσα του έτους 1992 αρχές του 1993 είχαν σταματήσει να κάνουν εισαγωγές και γι΄ αυτό εγκατέλειψαν τις αποθήκες. Ο πατέρας του έφυγε από την εταιρεία το
- Μέχρι την ημέρα που εργαζόταν ο πατέρας του αυτός ετοίμαζε και έστελνε τα έντυπα στο Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 3). Ανέφερε επίσης ότι όταν έρχονταν αργότερα τα έντυπα του Φ.Π.Α. ο πατέρας του τα έστελνε με τη δήλωση ότι η εταιρεία δεν εργαζόταν. Αρνήθηκε ότι πήραν οποιαδήποτε εμπορεύματα και τα πώλησαν. Ορισμένα εμπορεύματα δόθηκαν, όπως είπε, σε ένα πελεκάνο και τα υπόλοιπα πωλήθηκαν Λ.Κ.5.
- Στην αντεξέταση του ο μάρτυρας ανέφερε ότι τον Ιούλιο-Αύγουστο του 1993 σταμάτησε να εργάζεται στην εταιρεία γιατί η εταιρεία δεν μπορούσε να πληρώνει τρεις υπαλλήλους. Οι άλλοι δύο υπάλληλοι ήταν ο πατέρας και ο αδελφός του. Σε ερώτηση του κ. Μπενάκη αν γνωρίζει τι stock υπήρχε ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν μπορεί να πει. Το κέρδος της εταιρείας μπορεί να ήταν όπως είπε 5%, μπορεί και πιο κάτω, μπορεί και κόστος γιατί το stock ήταν παλιό. Το stock το έδωσαν καταγραμμένο ο ίδιος και ο πατέρας του στις 31.12.1990 στην παρουσία και των άλλων μετόχων. Σε ερώτηση του κ. Μπενάκη τι θέση είχαν στην εταιρεία στις 31.12.1990 οι Εναγόμενοι 1 και 2 ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 2 δεν ήταν ούτε Διευθυντής ούτε μέτοχος, αντικαθιστούσε τον πατέρα του που ήταν άρρωστος και ο Εναγόμενος 1 αντιπροσώπευε τον πατέρα του. Ανέφερε επίσης ότι δεν γνώριζε την αξία του stock το 1991 και σε ερώτηση του κ. Μπενάκη τι κέρδος είχε η εταιρεία το 1989, 1991, 1992 και 1993 ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνώριζε. Σε ερώτηση επίσης αν το 1993 έλεγξε το stock της εταιρείας και κατά πόσο ήταν καλό ο μάρτυρας ανέφερε ότι το καθόρισε στο ποσό των £25.000- £30.000 με δική του εκτίμηση, από «μια ματιά» που είχε μέσα στην αποθήκη. Τις παραγγελίες τις έκαμνε τόσο ο ίδιος όσο και ο πατέρας του με την συγκατάθεση των άλλων. Ανέφερε περαιτέρω ότι ένα χρόνο πριν φύγει από την εταιρεία ίδρυσε νέα εταιρεία η οποία ασχολείτο με το εμπόριο ξυλείας. Ανέφερε επίσης ότι ο μόνος που δεν είχε συμμετοχή στην εταιρεία ήταν ο Χρύσανθος, όλοι οι άλλοι είχαν συμμετοχή. Η Νίκη Δημητρίου (Μ.Ε.3) υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής της δήλωσης και ανέφερε στην αντεξέταση της ότι δεν γνώριζε τη σχέση του Εναγόμενου 2 το 1992 με την εταιρεία, δεν γνώριζε ποιος συνέταξε τα Τεκμήρια 5 και 6 και δεν γνώριζε αν συμφώνησαν οι πελάτες της για την ετοιμασία τους. Στη μαρτυρία της κ. Δημητρίου θα επανέλθω όπου κριθεί σκόπιμο. Ο Γιώργος Δημητρίου (Μ.Ε.4) ανέφερε ότι είναι εγκεκριμένος λογιστής και του ζητήθηκε από την Ενάγουσα να μελετήσει τα στοιχεία και τους λογαριασμούς της εταιρείας για την περίοδο 1991-2003 και 1991-
- Είχε υπόψη του κατά την ετοιμασία της δικής του έκθεσης (Τεκμήρια 8 και 9), τα Τεκμήρια 2, 4, 5, 6 όπως και τις καταστάσεις λογαριασμού της εταιρείας Τεκμήριο
- Ετοίμασε έκθεση η οποία κάνει υπολογισμούς των υπολοίπων με βάση τους λογαριασμούς του 1990 και τα ενοίκια. Δεν είχε στοιχεία που αφορούν το Φ.Π.Α. και δεν έκαμε έρευνα για τα ποσά που φαίνονται στο Τεκμήριο
- Ο ίδιος δεν γνωρίζει πού πήγαν αυτά τα χρήματα. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν ρώτησε για τις πληρωμές που φαίνονται στις καταστάσεις λογαριασμού και η Ενάγουσα δεν μπορούσε να του πει. Συμφώνησε με την θέση του κ. Μπενάκη ότι αν υπήρχαν εισπράξεις που δεν κατατέθηκαν τότε το αποτέλεσμα των λογαριασμών είναι λανθασμένο. Οι πελάτες του αποδέχονταν όπως είπε τους λογαριασμούς του 1990 και ανέφερε περαιτέρω ότι μια εταιρεία που οδηγείται σε παύση των εργασιών της μειώνει και το stock της. Η κ. Γιαννούλα του ανέφερε ότι όταν ο σύζυγος της έφυγε άφησε μικρά αποθέματα, όμως δεν γνώριζε στοιχεία. Στην επανεξέταση του ανέφερε ότι οι ελεγκτές της εταιρείας θεώρησαν ότι μέσα στις καταθέσεις της τράπεζας είχαν περιληφθεί και τα ενοίκια από το κατάστημα στην Πάφο. Ο Παύλος Σιεπής (Μ.Ε.5) ανέφερε ότι ήταν πελάτης της εταιρείας και ψώνιζε από κοντά της μέχρι και τα έτη 1990-
- Το δικό του μαγαζί το έκλεισε το 2004 και όταν έκλεισε η εταιρεία ψώνιζε από τον γιο του αποβιώσαντα. Του φώναξε όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, η Δώρα να αγοράσει κάτι παλιά πράγματα. Στην αρχή δεν τα ήθελε όμως μετά συμφώνησαν στις £2.
- Δεν έγινε καταγραφή, τα έπιασε "του κουτουρού". Ήταν κάτι παλιοπράγματα. Ανέφερε επίσης ότι μέσα στο μικρό μαγαζί της Δώρας, το οποίο ενοικίασε «σε ένα παιδί» υπήρχαν βιβλία και διπλότυπα της εταιρείας. Αυτά πετάχτηκαν μαζί με ότι υπήρχε μέσα. Δύο-τρεις φορές είδε ένα πελεκάνο που έπαιρνε ξύλα και επέβλεπε η Δώρα. Αυτό έγινε πριν ο ίδιος πάρει τα ξύλα. Δεν τον ενδιέφερε όμως και δεν έδωσε σημασία. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν μετροφύλλησε τα βιβλία, ήξερε όμως ότι ήταν τα βιβλία της εταιρείας. Ούτε τις αποδείξεις είδε ούτε ήξερε ποιού ήταν. Σε ερώτηση του κ. Μπενάκη αν γνώριζε ποιού ήταν ιδιοκτησία τα ξύλα ο μάρτυρας ανέφερε ότι «εγώ ήξερα ποιού ήταν το μαγαζί και εκεί ήταν και η Δώρα». Η μαρτυρία των Μ.Ε.6 και Μ.Ε.7 ήταν τυπική αφού η παρουσία τους στο Δικαστήριο περιορίστηκε στην κατάθεση των Τεκμηρίων 11, 12, 13, 20, 21 και
- Ο Μ.Ε.8 Χαράλαμπος Στεφάνου υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης και κατέθεσε τα Τεκμήρια 14-
- Ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε. Στην γραπτή του δήλωση αναφέρει ότι ήταν ενοικιαστής του καταστήματος στην Πάφο. Έχει πληρώσει στο Μαρίνο Λοϊζίδη €26.654 σαν ενοίκια του καταστήματος. Στο Τεκμήριο 16 φαίνεται ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 υπογράφουν "διά την εταιρεία Αδελφοί Λοϊζίδη Λτδ". Η πλευρά των Εναγόμενων 1-5 δεν πρόσφερε μαρτυρία και η Εναγόμενη 6 απέσυρε την ανταπαίτηση της εναντίον του αποβιώσαντα. Οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από γραπτές αγορεύσεις στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Όπως ανέφερα πιο πάνω η μαρτυρία των Μ.Ε.6, Μ.Ε.7, Μ.Ε.8 και Μ.Ε.9 είναι τυπική και πέραν από την κατάθεση των τεκμηρίων δεν πρόσθεσαν οτιδήποτε στην ουσία της υπόθεσης. Να σημειωθεί ότι οι Μ.Ε.7 και Μ.Ε.9, είναι η ίδια Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού η οποία κλητεύθηκε δύο φορές για να καταθέσει Τεκμήρια. Η Μ.Ε.3 ανέφερε στη μαρτυρία της ότι περιήλθε σε γνώση της μέσα στα πλαίσια της ιδιότητας της σαν μια από τους δικηγόρους της Ενάγουσας και από πληροφορίες που της έδωσε ο αποβιώσας στο παρελθόν. Σε ότι αφορά γεγονότα που γνωρίζει προσωπικά δέχομαι ότι η μάρτυρας είπε την αλήθεια δεν δέχομαι όμως τα συμπεράσματα της κ. Δημητρίου αφού αυτά είναι επίδικα θέματα για τα οποία θα αποφασίσει το Δικαστήριο. Έχω εξετάσει με πολύ μεγάλη προσοχή τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 ο οποίος σαν υπάλληλος της εταιρείας και γιος του αποβιώσαντα είχε άμεση σχέση με τα γεγονότα και γνώριζε την λειτουργία της εταιρείας. Ο μάρτυρας ενώ παρουσιάστηκε σαν γνώστης της κατάστασης της εταιρείας στα ουσιαστικά σημεία των γεγονότων όπως το stock της εταιρείας και την αξία του δεν μπορούσε να απαντήσει με σαφήνεια. Ήταν όπως είπε «από μια ματιά» που είχε μέσα στην αποθήκη που κατέληξε στα όσα ανέφερε. Σε σχέση με τα κέρδη της εταιρείας η απάντηση του ήταν αόριστη, όπως είπε "το κέρδος μπορεί να ήταν 5%, μπορεί και πιο κάτω, μπορεί και κόστος γιατί το stock ήταν παλιό" αλλά δεν γνώριζε τα κέρδη της εταιρείας για τα έτη 1991-
- Δεν θυμόταν τους χρεώστες της εταιρείας αλλά ούτε και τα οφειλόμενα ποσά και ενώ η Ενάγουσα απαιτεί απώλεια χρεωστών ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει αυτή την αξίωση. Η μαρτυρία του αποτελεί ουσιαστικά την δική του κατά προσέγγιση εκτίμηση για το stock της εταιρείας, την αξία του και τα κέρδη της χωρίς τεκμηρίωση και σαφήνεια. Ως εκ τούτου η μαρτυρία του δεν μπορεί να είναι ασφαλές υπόβαθρο για το Δικαστήριο και δεν την αποδέχομαι. Ο Μ.Ε.5 ήταν κατά την κρίση μου ένας αναξιόπιστος μάρτυρας που μοναδικό σκοπό είχε να βοηθήσει την υπόθεση της Ενάγουσας. Ενώ δεν είδε το περιεχόμενο των βιβλίων και των αποδείξεων που καταστράφηκαν και πετάκτηκαν από το κατάστημα ήταν βέβαιος ότι ήταν τα βιβλία της εταιρείας και ενώ δεν γνώριζε τον ιδιοκτήτη της ξυλείας συμπέρανε ότι ήταν της Δώρας γιατί γνώριζε «ποιού ήταν το μαγαζί και εκεί ήταν και η Δώρα". Ο Μ.Ε.4 ετοίμασε τα Τεκμήρια 8 και 9 αναλύοντας τις μη ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις των ετών 1990-2006 της εταιρείας όπως φαίνεται στο Τεκμήριο
- Ανέφερε τα στοιχεία που έλαβε υπόψη του όπως επίσης και τα όσα δεν περιέλαβε στην έκθεση του και δέκτηκε ότι αν υπήρχαν εισπράξεις που δεν κατατέθηκαν τότε το αποτέλεσμα των λογαριασμών στο Τεκμήριο 7 είναι λανθασμένο. Έχω εξετάσει με πολύ μεγάλη προσοχή την μαρτυρία του και κρίνω ότι ο μάρτυρας με όσα δεδομένα είχε ενώπιον του ετοίμασε την έκθεση του. Το ερώτημα που παραμένει όμως είναι αν τα δεδομένα είναι τέτοια που να οδηγούν σε σωστά αποτελέσματα και κατά συνέπεια ασφαλές υπόβαθρο για το Δικαστήριο. Στη δική του έκθεση ο μάρτυρας έλαβε υπόψη τους λογαριασμούς του
- Οι λογαριασμοί όμως αυτοί αμφισβητούνται από τους εναγόμενους και υπογράφτηκαν μόνο από τον αποβιώσαντα. Ο αποβιώσας συνέχισε να βρίσκεται στην εταιρεία μέχρι το 1993 αλλά δεν δόθηκαν στοιχεία για την περίοδο αυτή. Ο μάρτυρας στην έκθεση του αναφέρει ότι οι οικονομικές καταστάσεις που ετοιμάστηκαν από τον οίκο PKF Savvides & Co (Τεκμήρια 5 και 6) τους οποίους κατέθεσε η πλευρά της Ενάγουσας δεν είναι ελεγμένοι και δεν εκφράζεται οποιαδήποτε γνώμη επ΄ αυτών. Τους λογαριασμούς αυτούς τους αμφισβητεί η Ενάγουσα. Περαιτέρω, όπως αναφέρει, έλαβε υπόψη τις καταστάσεις κίνησης του τραπεζικού λογαριασμού της εταιρείας για τις οποίες όμως δέκτηκε ότι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική οικονομική κατάσταση της εταιρείας αν υπάρχουν και ποσά της εταιρείας τα οποία δεν κατατέθηκαν. Στην έκθεση του ο μάρτυρας χρησιμοποιεί στην παράγραφο 4 τη λέξη "θεωρείται" γιατί καταλήγει ότι η μεθοδολογία και οι υποθέσεις που ακολουθήθηκαν στις οικονομικές καταστάσεις (Τεκμήρια 5 και 6) παρουσιάζουν σοβαρές αδυναμίες και οδηγούν σε λανθασμένα συμπεράσματα. Τις ίδιες αδυναμίες όμως λογικά παρουσιάζει και η δική του έκθεση αφού στηρίζεται σε καταστάσεις λογαριασμών (Τεκμήριο 4) που οι Εναγόμενοι αμφισβητούν. Δέκτηκε επίσης ότι οι απόψεις και τα συμπεράσματα του θα ήταν διαφορετικά αν είχε ενώπιον του τα βιβλία και τους λογαριασμούς της εταιρείας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι οι καταστάσεις λογαριασμών (Τεκμήρια 8 και 9) δεν μπορεί να αποτελούν ασφαλές υπόβαθρο για το Δικαστήριο και δεν τους αποδέχομαι. Σύμφωνα με τον κανόνα στην υπόθεση Foss v. Harbottle στην οποία και οι δύο πλευρές έκαναν αναφορά τα Δικαστήρια αρνούνται να ικανοποιήσουν αιτήματα μελών της μειοψηφίας των μετόχων τα οποία είναι δυσαρεστημένα με τη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας από την πλειοψηφία ή από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας και δεν επεμβαίνουν στην διεύθυνση της. Κατ΄ εξαίρεση επιτρέπεται επέμβαση ύστερα από αίτημα μελών της μειοψηφίας όταν: (α) πράξη της εταιρείας έγινε καθ΄ υπέρβαση εξουσίας ή είναι παράνομη, (β) πράξη συνιστά δόλο εναντίον της μειοψηφίας και οι αδικοπραγούντες διαθέτουν τον έλεγχο της εταιρείας, (γ) έχει παρατηρηθεί παρατυπία κατά την ψήφιση ψηφίσματος το οποίο απαιτούσε ειδική πλειοψηφία, και (δ) υπάρχει πράξη η οποία παραβιάζει τα προσωπικά δικαιώματα συγκεκριμένου μετόχου. Από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι σαφές ότι ο αποβιώσας ήταν μειοψηφών μέτοχος στην εταιρεία αφού κατείχε 700 από τις 2100 μετοχές της εταιρείας. Θα πρέπει περαιτέρω να εξεταστεί κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του κανόνα ώστε να δικαιολογείται η καταχώρηση της παρούσας αγωγής και ή παρέμβαση του Δικαστηρίου. Από την μαρτυρία του Μ.Ε.2 στην οποία ανέφερε ότι "ο μόνος που δεν είχε συμμετοχή στην εταιρεία ήταν ο Χρύσανθος" είναι παραδεκτό ουσιαστικά από την ενάγουσα ότι ο Εναγόμενος 4 δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στη διαχείριση της εταιρείας. Από τη μαρτυρία επίσης που προσκόμισε η Ενάγουσα δεν έχει προκύψει ίχνος μαρτυρίας για τη συμμετοχή της Εναγόμενης 5 στις δραστηριότητες της εταιρείας ή συγκατάθεση της στις πράξεις και ενέργειες των Εναγομένων 1 και 2 και παραμένει μετέωρος ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι οι ενέργειες των Εναγομένων 1 και 2 ήταν με την συγκατάθεση και των Εναγομένων 4 και
- Στην αγόρευση του ο κ. Αριστείδου ανέφερε ότι η Ενάγουσα αποδίδει δόλο της πλειοψηφίας των Εναγομένων εναντίον του αποβιώσαντα μετόχου της μειοψηφίας σε δύο γεγονότα. Πρώτον ότι έχουν επωφεληθεί παράνομα τα ενοίκια που προκύπτουν από ενοικίαση του καταστήματος το οποίο ανήκει στην εταιρεία και δεύτερον ότι επέδειξαν αμέλεια στην πώληση εμπορευμάτων της εταιρείας σε τιμή υπέρμετρα και αδικαιολόγητα χαμηλή και/ή κάτω του κόστους ζημιώνοντας χρηματικά την εταιρεία και επωφελούμενοι τα κέρδη της πώλησης προσωπικά. Σε σχέση με τον πρώτο ισχυρισμό της, στην έκθεση απαίτησης η Ενάγουσα αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 σε συνεργασία με τον Εναγόμενο 1 παράνομα, αυθαίρετα, αδικαιολόγητα και/ή δόλια και συνωμοτικά άρχισαν να εισπράττουν και να οικειοποιούνται το ενοίκιο που ξεπερνά τις Λ.Κ.5.000 το χρόνο. Εξετάζοντας την κατάθεση του Εναγόμενου 2 στο Τεκμήριο 11 αλλά και την αναφορά στο Τεκμήριο 2 φαίνεται ότι μέχρι το 1991 τα ενοίκια καταθέτονταν στο λογαριασμό της εταιρείας. Η διαφορά βρίσκεται στα ενοίκια που καταβάλλοντο από το
- Στο Τεκμήριο 16 με το οποίο οι Εναγόμενοι 1 και 2 δίδουν οδηγίες στον ενοικιαστή σε ποιο λογαριασμό να καταθέτει το ενοίκιο υπογράφουν εκ μέρους της εταιρείας. Στο Τεκμήριο 11 ο Εναγόμενος 2 παραδέχεται ότι τα ενοίκια από το 1992 εισπράττοντο τόσο από τον ίδιο όσο και από τον Εναγόμενο 1 και δηλώνει ότι θα αποστείλει το ποσό των εισπραχθέντων ενοικίων στον εκκαθαριστή της εταιρείας αφού η αναφορά στο Τεκμήριο 11 αφορά την κατάθεση του Εναγόμενου 2 στον Επίσημο Παραλήπτη σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας που βρίσκεται σε εκκαθάριση. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι δεν υπάρχει θέμα δόλου αφού οι Εναγόμενοι αναγνωρίζουν ότι τα ποσά αυτά ανήκουν στην περιουσία της εταιρείας και είναι στην αρμοδιότητα του εκκαθαριστή να τα εισπράξει. Σε σχέση με τον ισχυρισμό της Ενάγουσας για αμέλεια των Εναγομένων παραθέτω αυτούσια την μαρτυρία του Μ.Ε.5 που είναι και η μοναδική που προσκόμισε η Ενάγουσα σε σχέση με την πώληση των εμπορευμάτων και την απαίτηση της για Λ.Κ.25.000 ως αποζημίωση: "Μου φώναξε η Δώρα (Εναγόμενη 3) να αγοράσω κάτι παλιά πράγματα, στην αρχή δεν τα ήθελα, μετά συμφωνήσαμε £2.500, δεν έγινε καταγραφή, τα έπιασα "του κουτουρού", ήταν παλιοπράγματα". Με βάση τη μαρτυρία αυτή δεν μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλές εύρημα ότι οι Εναγόμενοι πώλησαν εμπορεύματα αξίας σε τιμή υπέρμετρα χαμηλή και επέδειξαν αμέλεια αφού ο ίδιος ο μάρτυρας που παρουσίασε η Ενάγουσα τα χαρακτηρίζει «παλιοπράγματα». Περαιτέρω δεν υπάρχει μαρτυρία για το είδος, τις ποσότητες και την πραγματική τους αξία. Αντίθετα κρίνω ότι το γεγονός ότι τα κλειδιά της αποθήκης παραδόθηκαν στους Εναγόμενους το Φεβρουάριο 1994 από τον αποβιώσαντα ενώ η εταιρεία είχε ήδη τερματίσει τις εργασίες της και εγκατέλειψε τις αποθήκες στα μέσα του 1992 αρχές του 1993 καταδεικνύει ότι τα αντικείμενα αυτά τόσο η εταιρεία όσο και ο αποβιώσας τα εγκατέλειψαν στις αποθήκες και τα θεωρούσαν χωρίς ουσιαστική αξία. Στην αγόρευση του ο κ. Αριστείδου αναφέρεται σε παραδοχή εκ μέρους του Εναγόμενου 2 στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 11 για την αξία των εμπορευμάτων στις δύο αποθήκες τα οποία πωλήθηκαν περίπου £4.
- Στο ίδιο Τεκμήριο ο Εναγόμενος 2 αναφέρει ότι με βάση τους ελεγμένους λογαριασμούς του 1990 τα αποθέματα ήταν πολύ περισσότερα και αξίας £65.039 και καταλογίζει ουσιαστικά στον αποβιώσαντα ότι τα κράτησε χωρίς να τους δώσει εξηγήσεις αφού όπως περαιτέρω ισχυρίζεται στο Τεκμήριο 11 από το 1991 μέχρι το 1993 τον έλεγχο των εμπορευμάτων που υπήρχαν στις αποθήκες τον είχε ο αποβιώσας. Ως εκ τούτου δεν μπορεί το Τεκμήριο 11 να ληφθεί υπόψη μόνο σε σχέση με ένα ισχυρισμό του Εναγόμενου 2 και να αγνοηθεί οτιδήποτε περαιτέρω. Η παραδοχή εν πάση περιπτώσει του Εναγόμενου 2 δεν συνιστά δόλο που αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο αυτής της αγωγής αλλά πληροφορία προς τον Επίσημο Παραλήπτη ο οποίος και θα αξιολογήσει ολόκληρο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Για τους λογαριασμούς του έτους 1990 (Τεκμήριο 4) έγινε ιδιαίτερη συζήτηση και αναφορά εκ μέρους της Ενάγουσας και στους οποίους αναφέρθηκαν και άλλοι μάρτυρες που κάλεσε. Στο περιεχόμενο αυτών των λογαριασμών κάμνει επίσης αναφορά ο Εναγόμενος 2 στο Τεκμήριο 11 δηλώνοντας ότι έγιναν ελεγμένοι λογαριασμοί για το 1990 και στηρίχτηκε σ΄ αυτούς για να καταχωρήσει εναντίον της εταιρείας την αγωγή 3752/93 (Τεκμήριο 12) στην οποία εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση υπέρ του στις 25.11.93 (Τεκμήριο 13). Είναι λοιπόν σαφές ότι στους λογαριασμούς Τεκμήριο 4 οι οποίοι υπογράφτηκαν μόνο από τον αποβιώσαντα φαίνονται αποθέματα στην εταιρεία ύψους £65.039, οφειλόμενα ποσά από χρεώστες £22.025 και η φήμη και πελατεία της εκτιμάτο στις £12.
- Από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 φαίνεται ότι ο αποβιώσας έφυγε από την εταιρεία το 1993 και είναι από τη δική του μαρτυρία που προκύπτει επίσης ότι σταμάτησαν να κάμνουν εισαγωγές στα μέσα του 1992 αρχές του 1993 και περιορίστηκαν στις δασικές βιομηχανίες και γι΄ αυτό και εγκατέλειψαν τις αποθήκες. Αυτή η μαρτυρία δεν υποστηρίζει τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι οι Eναγόμενοι 1 και 2 παράνομα, αυθαίρετα και αδικαιολόγητα από το 1991 έβαλαν περιορισμούς στην εταιρεία για την εισαγωγή ξυλείας αφού τίποτε τέτοιο δεν ανέφερε ο μάρτυρας και δεν καταλογίζει στη μαρτυρία του παράνομες ενέργειες των Εναγομένων 1 και 2 ή ενέργειες που να καταδεικνύουν περιορισμούς για την μείωση των εισαγωγών. Αντίθετα όπως ανέφερε τις παραγγελίες τις έκαμνε ο ίδιος και ο πατέρας του με την συγκατάθεση των άλλων. Είναι από τη δική του επίσης μαρτυρία που προκύπτει ότι δεν μπορούσαν να εισπράξουν το ποσό των £22.000 από πιστωτές χωρίς όμως να δώσει λεπτομέρειες. Είναι ο πατέρας του που ενημέρωσε με το Τεκμήριο 3 το Φ.Π.Α. ότι η εταιρεία σταμάτησε τις εργασίες της και δεν αναφέρθηκε σε λεπτομέρειες και γεγονότα που να αιτιολογούν την απαίτηση της Ενάγουσας για απώλειες Λ.Κ.15.000 λόγω πρόσθετων φορολογικών επιβαρύνσεων. Για την περίοδο από το 1990 μέχρι το 1993 δεν έχει τεθεί καμιά μαρτυρία εκ μέρους της Ενάγουσας για το τι έγιναν τα αποθέματα των £65.039 που κατέληξαν σε «παλιοπράγματα» και αν υπήρχαν εισπράξεις από αυτά τα αποθέματα. Τόσο ο Μ.Ε.2 όσο και ο Μ.Ε.5 αναφέρθηκαν σε κάποιο πελεκάνο στον οποίο δόθηκαν ορισμένα εμπορεύματα. Καμιά όμως μαρτυρία δεν υπάρχει για την ποσότητα, την ποιότητα και την αξία αυτών των εμπορευμάτων. Αν δόθηκαν χαριστικά ή αν πωλήθηκαν και από ποιόν και τι έγιναν τα χρήματα. Δεν έχει τεθεί επίσης καμιά μαρτυρία εκ μέρους της Ενάγουσας που να υποστηρίζει ότι στην περίοδο αυτή οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 είχαν αποφασίσει τον περιορισμό των εισαγωγών σε αντίθεση με τις θέσεις του αποβιώσαντα Ενάγοντα που δεν επιθυμούσε κάτι τέτοιο. Αντίθετα φαίνεται από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 ότι ένα χρόνο πριν την αποχώρηση του από την εταιρεία το 1993 είχε ιδρύσει νέα εταιρεία η οποία ασχολείτο με το εμπόριο ξυλείας. Από το Τεκμήριο 1 προκύπτει ότι στάληκαν στον αποβιώσαντα αντίγραφα των αποφάσεων που λήφθηκαν στις 20.10.
- Αναφέρεται επίσης σε φιλική διευθέτηση και υλοποίηση όσων συμφωνήθηκαν κατά καιρούς μεταξύ τους. Καμιά όμως από τις αποφάσεις αυτές δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με αποτέλεσμα το Τεκμήριο 1 να παραμείνει κενό περιεχομένου και άγνωστες οι οποιεσδήποτε αποφάσεις και συμφωνίες που πιθανόν να αφορούσαν και την επίδικη περίοδο. Από τη μαρτυρία που προσκόμισε η Ενάγουσα είναι η κρίση μου ότι δεν στοιχειοθετούνται οι ισχυρισμοί για πράξεις που να συνιστούν δόλο εναντίον της μειοψηφίας αλλά ούτε και μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι οι Εναγόμενοι ως αδικοπραγούντες είχαν τον έλεγχο της εταιρείας. Ως εκ τούτου είναι η κατάληξη μου ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται να καταχωρήσει παράγωγη αγωγή αφού δεν συντρέχουν οι εξαιρέσεις του κανόνα της υπόθεσης Foss. Περαιτέρω όμως η μαρτυρία που προσκόμισε η Ενάγουσα ήταν τόσο αόριστη και αναξιόπιστη που δεν απέδειξε και στην ουσία τις απαιτήσεις της εναντίον των Εναγομένων. Ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1-5 και εναντίον της Eνάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο