Τράπεζας Κύπρου Λτδ ν. ΤΟDAY/S WOMAN COSMETICS LTD κ.α., Αγωγή αρ. 3607/04, 12/3/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A4 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Μαυρονικόλα, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 3607/04 Μεταξύ: Τράπεζας Κύπρου Λτδ Εναγόντων και
- ΤΟDAY´S WOMAN COSMETICS LTD
- Χριστάκη Κέστα
- Ειρήνης Χριστάκη Κέστα το γένος Λυσάνδρου Λοϊζου
- Μαρίας Δημήτρη Βότση το γένος Λυσάνδρου Λοϊζου
- Δημήτρη Βότση Εναγομένων Ημερομηνία: 12/3/2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: κα Πολυβίου Για τους Εναγομένους 2-5: κ. Μαθηκολώνης Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες (εφεξής «η τράπεζα»), είναι Τραπεζικός Οργανισμός δεόντως εγγεγραμμένος συμφώνως των Νόμων της Κυπριακής Δημοκρατίας και διεξάγει τραπεζικές εργασίες. Ήγειρε δε την παρούσα αγωγή και αξιώνει εναντίον των Εναγομένων: (α) £106.643,35 πλέον τόκο 9% από 27.4.2004 επί του ποσού των £103.587,52 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων 2 φορές το χρόνο στις 30.6 ως 31.12 ως προνοείται από το Νόμο 160
(1)/
- (β) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος του περιγραφομένου στην παράγραφο 5 της Εκθέσεως Απαιτήσεως προς ικανοποίηση της απαίτησης και των εξόδων. (γ) Τα έξοδα της αγωγής πλέον Φ.Π.Α. και έξοδα επίδοσης. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαιτήσεως, η τράπεζα, βάση εγγράφου συμφωνίας ημερ. 30.3.2000 συμφώνησε με την Εναγομένη 1 να τους εγκρίνει υπό την εγγύηση των Εναγομένων 2,3,4 και 5 όριο τρεχούμενου λογαριασμού εκ £85.
- Οι Εναγόμενοι 2,3,4 και 5 εγγυήθηκαν δυνάμει συμφωνιών ημερ. 30.3.1995 και 30.3.2000 άπασας τις υποχρεώσεις της Εναγομένης
- Προς περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση πάσης προς την τράπεζα υποχρέωσης της Εναγομένης 1, οι Εναγόμενοι 3 και 4 υποθήκευσαν προς όφελος της Τράπεζας κτήμα τους δυνάμει Υποθηκών ΑΥ2119/2000 της ΒΥ2122/
- Το υποθηκευμένο κτήμα δεσμεύεται μέχρι συνολικού ποσού μη υπερβαίνοντος τις £40.000 και £40.000 αντίστοιχα πλέον τόκους και έξοδα. Η τράπεζα παραχώρησε εις την Εναγομένη 1 το ρηθέν δάνειο το οποίο κατά παράβαση της συμφωνίας δεικνύει υπόλοιπον οφειλόμενο εκ £106.643,35 με τόκον προς 9% από 27.4.2004 επί £103.587,52 μέχρι εξοφλήσεως. Η τράπεζα με επιστολές της ημερ. 6.3.2003 τερμάτισε τη λειτουργία του πιο πάνω λογαριασμού και κάλεσε τους Εναγομένους να εξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού. Η Εναγομένη 1 την 1.11.2006 αποδέχθηκε απόφαση για το ποσό των £100.000 πλέον τόκο προς 9% επί του εν λόγω ποσού από 27/4/04 μέχρι εξοφλήσεως και η τράπεζα με δήλωση της περιόρισε την απαίτηση εναντίον των Εναγομένων 2,3,4 και 5 στο πιο πάνω ποσό πλέον τόκους. Οι Εναγόμενοι 2,3,4 και 5 αμφισβητούν την απαίτηση και προβάλουν διάφορους ισχυρισμούς, τους πλείστους των οποίων στο τέλος δεν προώθησαν, όπως, ότι η επίδικη συμφωνία υπογράφηκε με σκοπό την συνέχιση λειτουργίας υφιστάμενου τρεχούμενου λογαριασμού ή τον καθορισμό νέου ορίου σε υφιστάμενο λογαριασμό, ότι ο όρος της παραγράφου 2(γ) είναι καταχρηστικός, άκυρος και ανεφάρμοστος, ότι οι συμφωνίες εγγύησης είναι άκυρες, καθότι καταρτίστηκαν ή και υπογράφησαν χωρίς αντάλλαγμα, ότι οι υποθήκες είναι άκυρες καθότι η κατάρτιση τους δεν συμμορφούται προς τις πρόνοιες της Περί Υποθηκών Νομοθεσίας Ν.9/
- Επίσης αμφισβητούν το υπόλοιπο του λογαριασμού. Στη παράγραφο 11 της υπεράσπισης τους παραδέχονται ότι η τράπεζα παραχώρησε στην Εναγομένη 1 το επίδικο δάνειο πλην όμως αρνούνται το υπόλοιπο και την εγκυρότητα του. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η τράπεζα χρεωπίστωνε τον επίδικο λογαριασμό κατά παράβαση των όρων των επίδικων συμφωνιών και της Περί Τόκων Νομοθεσίας. Κατά την αγόρευση του ο δικηγόρος των Εναγομένων 2-5 περιορίστηκε ουσιαστικά στους πιο κάτω ισχυρισμούς της Υπεράσπισης, τους οποίους παραθέτω αυτούσιους: «14.
- Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω οι Εναγόμενοι λέγουν ότι οι Ενάγοντες αυθαίρετα και παράνομα αλλά και κατά παράβαση γραπτής απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας εχρεωπίστωναν τον επίδικο λογαριασμό αντίθετα με την εν λόγω απόφαση ή και τις οδηγίες του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι αλλά και ιδιαίτερα οι Εναγόμενοι αρ. 2,3,4 & 5 να ζημιωθούν ή και να προκληθεί βλάβη στα συμφέροντα τους. Πιο συγκεκριμένα οι ενάγοντες χρέωναν τον επίδικο λογαριασμό με επιταγές οι οποίες δεν έφεραν τις δέουσες υπογραφές ή και τις γραπτές ή και ρητές οδηγίες του Συμβουλίου. Περιπλέον οι Εναγόμενοι λέγουν ότι οι Ενάγοντες αυθαίρετα και παράνομα καταχωρούσαν εμβάσματα που εμβάζοντο για τον λογαριασμό ή και στον λογαριασμό της Εναγομένης αρ. 1 ή και μετέφεραν τα εν λόγω εμβάσματα σε άλλο λογαριασμό χωρίς την γνώση ή και την συγκατάθεση του Διοικητικού συμβουλίου της Εταιρείας ή και με οδηγίες ενός των Διοικητικών Συμβούλων ή και προς όφελος άλλης εταιρείας στην οποία οι Εναγόμενοι αρ. 2,3,4 & 5 δεν ήσαν Διοικητικοί Σύμβουλοι. Οι Εναγόμενοι τέλος λέγουν ότι με γραπτές επιστολές των ιδίων ή και εκ μέρους των διαμαρτυρήθηκαν στους Ενάγοντες για την εν λόγω συμπεριφορά των Εναγόντων με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι αρ. 2, 3, 4 & 5 με επιστολή τους ημερ. 26/11/2002 να ζητήσουν την απαλλαγή τους από τις εγγυήσεις που παραχώρησαν προς τους ενάγοντες, αξίωση την οποία οι Eνάγοντες απέρριψαν. Οι Eναγόμενοι επιφυλάττονται να καταθέσουν ή και να αναφερθούν σε όλη την αλληλογραφία μεταξύ τους και των Eναγόντων ή και σε όλα τα σχετικά γεγονότα. 14.
- Τέλος οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ήτο ρητός ή και εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας της παρ. 2 της εκθέσεως απαιτήσεως ή και των συμφωνιών εγγυήσεως ημερ. 30/3/2000 των Εναγομένων αρ. 2,3,4 & 5 ότι οι Ενάγοντες θα λειτουργούσαν τον επίδικο λογαριασμό ή και θα χρεωπίστωναν τούτο σύμφωνα με την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας κατά ή περί τις 30/7/2001 με την οποία τον λογαριασμό θα δέσμευαν ή και ότι οι επιταγές που εξέδιδε η Eναγομένη αρ. 1 θα έπρεπε να φέρουν τουλάχιστον και μία από τις υπογραφές των Ειρήνης Κέστα, Μαρίας Βότση και Αλέξανδρου Κέστα και όχι την υπογραφή ή τις οδηγίες μόνο του κου Ρολάνδου Λοϊζου. 14.6 Οι Eναγόμενοι τέλος λέγουν ότι οι εγγυήσεις ημερ. 23/6/1989 & 30/3/1995 είχαν λήξει ή και τερματισθεί ή και κατέστησαν ανενεργές, γεγονός το οποίο οι Eνάγοντες αναγνώρισαν ή και παραδέχθησαν στους Εναγομένους. 14.
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους οι Εναγόμενοι αρ. 2,3,4 & 5 λέγουν ότι απηλλάγησαν των εγγυήσεων που έχουν παράσχει προς τους Ενάγοντες ως επίσης και ότι η εξασφάλιση που παρέσχαν με τις επίδικες υποθήκες επίσης ακυρώθηκε». Τέλος, ανταπαιτητικώς αξιώνουν Δήλωση του Δικαστηρίου ότι δεν οφείλουν στη τράπεζα, ότι δεν ευθύνονται ως Εγγυητές και ότι οι επίδικες υποθήκες είναι άκυρες. Η τράπεζα με την απάντηση της στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση των Eναγομένων αρνείται όλους και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς των Εναγομένων 2,3,4 και 5 πλην του ότι με επιστολή της ημερ. 26.11.02 ζήτησαν τον τερματισμό των εγγυήσεων τους. Ισχυρίζεται δε ότι μετά την επιστολή των εναγομένων 2,3,4 και 5 ημερ. 26.11.02 η τράπεζα παγοποίησε τον λογαριασμό και με επιστολή της τερμάτισε την λειτουργία του και κάλεσε του πρωτοφειλέτες και τους εγγυητές να τον εξοφλήσουν. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 1 ημερ. 15.10.02 η οποία κοινοποιήθηκε στην τράπεζα με επιστολή της Εναγομένης 1 ημερ. 1.11.02 ο εν λόγω λογαριασμός της Εναγομένης 1 μπορούσε να δεσμευτεί με μόνο την υπογραφή του Ρολάνδου Λοϊζου. Τέλος, ισχυρίζεται ότι οι συμφωνίες εγγύησης θα ετερματίζοντο 7 ημέρες μετά την ημέρα που η τράπεζα θα λάμβανε την επιστολή τερματισμού ημερ. 26.11.02 των Εναγομένων 2,3,4 και 5 οι οποίοι και θα ευθύνοντο για όλες τις υποχρεώσεις οι οποίες δημιουργήθηκαν μέχρι και 7 ημέρες μετά την λήψη από την τράπεζα της εν λόγω επιστολής. Για την τράπεζα κατέθεσαν 5 μάρτυρες, οι Χριστόδουλος Παπαλαμπριανού (ΜΕ1), Άντρη Ευαγγέλου (ΜΕ2), Καίτη Ματθαίου (ΜΕ3), Μάριος Γεωργίου (ΜΕ4), Παναγιώτης Μαρτούδης (ΜΕ5). Από τους Εναγομένους κλητεύθηκε με τη διαδικασία Subpoena Duces Tecum (Δ.32, θ.3 και 4) ο Μιχάλης Χ"Καλλής και κατέθεσε η Ειρήνη Κέστα (ΜΥ1). Επίσης δόθηκε άδεια και αντεξετάστηκε ο Ρολάνδος Λοϊζου σε σχέση με την υπογραφή του επί των επιταγών που παρουσίασε ο Μιχάλης Χ"Καλλής. Συνοπτικά η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσιάζεται πιο κάτω, θα γίνει δε ιδιαίτερη αναφορά κατά την αξιολόγηση της κατά την εξέταση των επιδίκων θεμάτων και όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. Ως ΜΕ1 κατέθεσε ο Χριστόδουλος Παπαλαμπριανού. Σύμφωνα με γραπτή δήλωση του (Τεκμ. Ω) είναι υπάλληλος της Τράπεζας στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών (Recovery Department) σαν ένας εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης χρεωστικών λογαριασμών όπου περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός των Εναγομένων. Του είχε ανατεθεί η παρακολούθηση του λογαριασμού των Εναγομένων τα έγγραφα των οποίων είχε στην κατοχή του και υπό τον έλεγχο και φύλαξη του. Ετοίμασε δε τις καταστάσεις προβληματικών λογαριασμών μεταξύ των οποίων και την παρούσα. Δυνάμει απόφασης της τράπεζας ημερ. 21.3.2000 σε γραπτή αίτηση της Εναγομένης 1 (Τεκμ. 2) που έγινε στη Λεμεσό με ημερομηνία 17.2.2000 που έγινε αποδεκτή την 30.3.2000 και εγγράφου συμφωνίας ημερ. 30.3.2000 (Τεκμ. 1) συνεφωνήθη όπως η τράπεζα εγκρίνει την αίτηση της Εναγομένης 1 υπό την εγγύηση των Εναγομένων 2,3,4 και 5 για όριο τρεχούμενου λογαριασμού ΛΚ85,
- Οι Εναγόμενοι 2,3,4 και 5 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 δυνάμει συμφωνιών ημερ. 30.3.1995 και 30.3.2000 (Τεκμ. 3 και 4). Προς περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύησης πάσης προς την Τράπεζα υποχρεώσεως της Εναγομένης 1 οι Εναγόμενοι 3 και 4 υποθήκευσαν προς όφελος της τράπεζας κτήμα τους δυνάμει υποθηκών ΑΥ.2119/2000 και ΒΥ.2122/2000 (Τεκμ. 5 και 6). Περαιτέρω οι Εναγόμενοι 3, 4 και 5 δυνάμει συμφωνιών εκχωρήσεως ημερ. 30.3.2000 (Τεκμ. 7, 8 και 9) εκχώρησαν όλα τα δικαιώματα τους τα οποία απορρέουν από ασφαλιστικά συμβόλαια ζωής της Eurolife Ltd όταν αυτά καταστούν πληρωτέα. Ο μάρτυρας στη συνέχεια εξηγεί πως ο τραπεζικός λογαριασμός της Εναγομένης 1 μεταφέρθηκε στην υπηρεσία του στη Λευκωσία στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών στις 16.4.2003 και ο αριθμός του έγινε 0184-22-
- Ο πιο πάνω τρεχούμενος λογαριασμός αρχικά έφερε τον αριθμό 0331-11010868 ο οποίος στη συνέχεια έγινε 0125-11-016833 και στη συνέχεια έγινε 0199-11003735 (Τεκμ. 10 Α, Β, Γ). Με εντολή του παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και αφού τους σύγκρινε με την αρχική καταχώρηση του ηλεκτρονικού υπολογιστή διαπίστωσε ότι είναι ορθοί. Προέβηκε σε ανακατασκευή των λογαριασμών αυτών (Τεκμ. 11). Η τράπεζα απέστειλε ανελλιπώς προς την Εναγομένη 1 καταστάσεις του λογαριασμού τις οποίες ουδέποτε αμφισβήτησε. Η τράπεζα με επιστολή της ημερ. 6.3.2003 (Τεκμ. 12) τερμάτισε τη λειτουργία του πιο πάνω τρεχούμενου λογαριασμού και κάλεσε την Εναγομένη 1 όπως εξοφλήσει ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο πλέον τόκους. Η Εναγομένη 1 δεν ανταποκρίθηκε. Περαιτέρω η τράπεζα με επιστολή της ημερ. 6.3.2003 (Τεκμ. 13 Α, Β, Γ, Δ) κάλεσε τους εγγυητές όπως προσέλθουν και εξοφλήσουν ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού αλλά αυτοί μέχρι σήμερα αμέλησαν ή παρέλειψαν να πράξουν. Αναφέρει ότι από τη θέση που κατέχει γνωρίζει ότι υπάρχει σύστημα αποστολής επιστολών τερματισμού και επιστολών προς τους εγγυητές και όταν μια επιστολή δεν επιστραφεί ως αζήτητη θεωρείται ότι αυτή έχει παραληφθεί από τον παραλήπτη της. Στη συγκεκριμένη περίπτωση γνωρίζει ότι οι επιστολές προς τους Εναγόμενους έχουν σταλεί στις διευθύνσεις που οι ίδιοι έχουν δώσει. Μετά την έγερση της αγωγής δεν έχει πληρωθεί οποιοδήποτε ποσό και το οφειλόμενο υπόλοιπο υπό των Εναγομένων προς την Τράπεζα ποσό ανέρχεται στις ΛΚ104.224,12 σεντ πλέον τόκο προς 9% από τις 27.4.2004 επί ΛΚ101.238,58 σεντ το οποίο αξιοί η τράπεζα με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές το χρόνο ως προνοείται από το Ν.160
(1)/
- Επίσης η τράπεζα ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον την πώληση των ενυπόθηκων κτημάτων. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας εξήγησε ότι ο ίδιος προσωπικά ανακατασκεύασε την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 11) σύμφωνα με τακτική που ακολουθεί η τράπεζα σε όλες τις υποθέσεις που προχωρούν με δικαστικά μέτρα. Οι Εναγόμενοι δεν διαμαρτυρήθηκαν για οποιεσδήποτε χρεωπιστώσεις στο λογαριασμό μόνο η κα Ειρήνη Κέστα απευθύνθηκε στην τράπεζα με επιστολές της ημερ. 18.10.2002 και 3.1.2003 (Τεκμ. 14) και ζητούσε αντίγραφα διαφόρων επιταγών. Άλλες τρεις επιστολές με ημερ. 18.10.2002, 9.1.2003 κατατέθηκαν προς Αναγνώριση (Τεκμ. Α) αφού ο μάρτυρας δεν τις είχε υπόψη του. Άλλη επιστολή με ημερ. 26.11.2002 κατατέθηκε προς Αναγνώριση (Τεκμ. Β). Ερωτώμενος ο μάρτυρας σχετικά με τη χρέωση επιταγών χωρίς τις δέουσες υπογραφές ανέφερε ότι από μελέτη του φακέλου γνωρίζει ότι με επιστολή τους οι Εναγόμενοι 2,3,4 και 5 ζητούσαν αντίγραφα 8 επιταγών καθότι η τράπεζα τίμησε τις εκδοθείσες από την εταιρεία επιταγές χωρίς τις απαιτούμενες υπογραφές. Οι συγκεκριμένες επιταγές ήταν υπογεγραμμένες από τον Πρόεδρο της εταιρείας Ρολάνδο Λοϊζου. Με βάση απόσπασμα πρακτικού της εταιρείας ημερ. 15.10.2002 (Τεκμ. 15) μπορούσε να υπογράφει μόνο ο Ρολάνδος Λοϊζου. Ρωτήθηκε ο μάρτυρας σχετικά με τα εμβάσματα (Τεκμ. 19) που δεν πιστώθηκαν στον επίδικο λογαριασμό που αφορούσαν το ένα €5.005,75 ημερ. 17.12.2002 και το δεύτερο για €52.155,50 σεντ ημερ. 4.3.2003 και εξήγησε ότι με επιστολή της Εναγομένης 1 ημερ. 28.11.2002 (Τεκμ. 16) αυτή έδωσε ρητές οδηγίες προς την Τράπεζα να ειδοποιείται άμεσα. Με επιστολή της ημερ. 11.12.2002 (Τεκμ. 17) έδωσε οδηγίες στην βάση των οποίων το δεύτερο έμβασμα επίσης δεν πιστώθηκε στον επίδικο λογαριασμό. Σε υποβολή ότι οι λογαριασμοί που κατατέθηκαν είναι εσφαλμένοι και οι χρεωπιστώσεις δεν είναι σύμφωνες με το νόμο ο μάρτυρας διαφώνησε λέγοντας ότι η αμφισβήτηση άρχισε μετά που προέκυψαν διαφορές μεταξύ των συνεναγομένων. Επανεξεταζόμενος ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι με την ανακατασκευή του λογαριασμού το υπόλοιπο μειώθηκε κατά ΛΚ3,
- Κατά την διάρκεια της αντεξέτασης ο δικηγόρος των Εναγομένων δήλωσε πως δεν αμφισβητεί την εγκυρότητα της συμφωνίας ημερ. 30.3.2002 αλλά την νομιμότητα των όρων της. Επίσης δήλωσε ότι οι επιστολές τερματισμού στάληκαν νομότυπα και παραλήφθησαν από όλους τους Εναγομένους. Ως ΜΕ2 κατέθεσε η Άντρη Ευαγγέλου η οποία εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου. Το 2000 ήταν στο υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στην Λεωφόρο Μακαρίου στη Λεμεσό και στα καθήκοντα της ήταν να παίρνει συνεντεύξεις από πελάτες που ζητούσαν την δανειοδότηση τους. Εξήγησε ότι η ίδια τον Μάρτιο του 2000 ασχολήθηκε με την δανειοδότηση των Εναγομένων και αναγνώρισε την υπογραφή της στο Τεκμήριο 1 όπου υπέγραψε σαν μάρτυρας των υπογραφών της Ειρήνης Κέστα και Μαρίας Βότση οι οποίες υπέγραψαν μπροστά της εκ μέρους της Εναγομένης
- Επίσης αναγνώρισε στην συμφωνία εγγύησης ημερ. 30.3.1995 (Τεκμ. 3) την υπογραφή της, στους μάρτυρες των υπογραφών και ανέφερε ότι και εδώ οι εγγυητές υπέγραψαν ενώπιον της. Ανέφερε επίσης ότι τα ίδια ισχύουν με την συμφωνία εγγύησης ημερ. 30.3.2000 (Τεκμ. 4). Αναγνώρισε επίσης τις υπογραφές της στη θέση «μάρτυρες για τις υπογραφές» στο Τεκμήριο 5 και ανέφερε ότι η Ειρήνη Κέστα υπέγραψε στη παρουσία της. Εξήγησε ότι τα ίδια ισχύουν και για το Τεκμήριο 6, η Μαρία Βότση υπέγραψε την υποθήκη και το έγγραφο υποθήκης στη παρουσία της. Η μάρτυρας περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο εξήγησε στον κάθε ένα τους όρους των εγγράφων και υπέθεσε, εφόσον δεν υπήρχε διόρθωση, πως αυτοί δεν ήγειραν οποιοδήποτε θέμα. Εξάλλου, όπως ανέφερε, οι Εναγόμενοι ήταν πελάτες από παλιά. Αντεξεταζόμενη διαφώνησε ότι οι όροι των εγγράφων δεν είναι διαπραγματεύσιμοι. Ως ΜΕ3 κατέθεσε η Καίτη Ματθαίου. Σύμφωνα με την γραπτή δήλωση της (Τεκμ. 20) αυτή από το 2000 μέχρι σήμερα εργάζεται στο Κτηματολόγιο στον κλάδο δηλώσεων και υποθηκών. Στη συνέχεια της δήλωσης της εξηγεί την διαδικασία υποθήκευσης ακινήτων. Η μάρτυρας είχε στην κατοχή της τις δύο επίδικες υποθήκες οι οποίες έγιναν αποδεκτές από το Κτηματολόγιο στις 24.3.2000 αφού ακολουθήθηκε η διαδικασία υποθήκευσης ακινήτων τις οποίες και κατέθεσε ως Τεκμήρια 21 και 22 αντίστοιχα. Αυτή δεν αντεξετάστηκε. Ως ΜΕ4 κατέθεσε ο Μάριος Γεωργίου. Σύμφωνα με γραπτή δήλωση του (Τεκμ. 23) αυτός είναι βοηθός του ΜΕ1 στην υπηρεσία Recoveries και είναι ένας εκ των υπευθύνων για την παρακολούθηση του επίδικου λογαριασμού των Εναγομένων. Κατέθεσε κατάσταση (Τεκμ. 24) με τα διάφορα ποσά που η τράπεζα δεν διεκδικεί δικαστικώς, ύψους ΛΚ
- Επίσης κατέθεσε ξανά τις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμ. 10 Α,Β και Γ) με σημειωμένα τα ποσά που αφαιρέθησαν με κίτρινο χρώμα (Τεκμ. 25). Εξήγησε ότι το διεκδικούμενο ποσό των ΛΚ104.225,12 σεντ πλέον τόκους δεν περιλαμβάνει τις χρεώσεις του Τεκμηρίου
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι με τον επίδικο λογαριασμό έχει σχέση μετά που μεταφέρθηκε στα Recoveries. Εξήγησε ότι ο ίδιος υπολόγισε και αφαίρεσε ό,τι δεν διεκδικεί η τράπεζα που είναι τα ποσά που αφαίρεσε όπως φαίνονται στο Τεκμήριο
- Ως ΜΕ5 κατέθεσε ο Παναγιώτης Μαρτούδης ο οποίος σύμφωνα με την γραπτή δήλωση του (Τεκμ. 26) περί τον Ιούλιο 2002 ήταν στην υπηρεσία της τράπεζας στο Corporate Banking Center στη Λευκωσία μέχρι τον Απρίλιο του
- Από τα έγγραφα που έχει μελετήσει του τρεχούμενου λογαριασμού των Εναγομένων 0199-11-003735 οι Εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 με επιστολή τους ημερ. 26.11.2002 (Τεκμ. 27) η οποία παραλήφθηκε από την τράπεζα την ίδια ημέρα ζήτησαν από την τράπεζα να απαλλαγούν από τις δοθείσες εγγυήσεις τους. Στις 27.11.2002 σύνταξε και υπόγραψε μαζί με τον συνάδελφο του Αιμίλιο Ευθυμίου επιστολή την οποία απέστειλε προς την Εναγομένη 1 (Τεκμ. 28). Επίσης την ίδια μέρα η Tράπεζα απέστειλε επιστολή προς κάθε ένα από τους Εναγομένους 2, 3, 4 και 5 ξεχωριστά με την οποία πληροφορούσε τον κάθε ένα ξεχωριστά ότι η Τράπεζα θα εξακολουθεί να τους θεωρεί υπεύθυνους για τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 σύμφωνα με τις εγγυήσεις τους (Τεκμ. 29). Τις επιστολές τις υπέγραψε ο ίδιος μαζί με τον συνάδελφο του Αιμίλιο Ευθυμίου και ο ίδιος φρόντισε για την ταχυδρόμηση και αποστολή τους. Την 1.11.2002 η τράπεζα παρέλαβε απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 1 (Τεκμ. 15). Επίσης ο ίδιος παρέλαβε στις 28.11.2002 το Τεκμήριο 16 όπου φαίνονται οι χειρόγραφες σημειώσεις του. Χειρόγραφες σημειώσεις του φαίνονται και στο Τεκμήριο
- Εξηγεί ότι έχοντας υπόψη την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 1 όπως αυτή περιέχεται στο Τεκμήριο 15 και τις οδηγίες της στα Τεκμήρια 16 και 17 όταν ήλθαν τα εμβάσματα του Τεκμηρίου 19 ημερ. 17.12.2002 και 5.3.2003 αντίστοιχα ενήργησε ως οι οδηγίες της Εναγομένης
- Δηλαδή αναφορικά με το έμβασμα ημερ. 17.12.2002 των €5.005,75 αφού βεβαίωσε τις υπογραφές του Προέδρου και των λοιπών ατόμων επί του Τεκμηρίου 17 προχώρησε και έδωσε οδηγίες να κατατεθεί το έμβασμα στη Λαϊκή Τράπεζα σύμφωνα με τις οδηγίες. Αναφορικά με το έμβασμα ημερ. 5.3.2003 για €52.155,50 έδωσε οδηγίες και το αρμόδιο τμήμα της Τράπεζας απάντησε ως εξής: «please be informed that we cannot effect your above payment since the beneficiaries account is frozen. Please give us new instructions». Δεν τους αποστάλησαν νέες οδηγίες και το εν λόγω ποσό στάληκε πίσω στους ανταποκριτές. Δεν κατατέθηκε στον λογαριασμό της Εναγομένης 1 διότι ο λογαριασμός της παγοποιηθεί και με βάση τις οδηγίες της Εναγομένης 1 ημερ. 28.11.2002 (Τεκμ. 16). Εξήγησε ο μάρτυρας πως με την επιστολή ημερ. 1.11.2002 (Τεκμ. 15) η Εναγομένη 1 έδιδε οδηγίες όπως ο επίδικος λογαριασμός της να δεσμεύεται μόνο με την υπογραφή του Ρολάνδου Λοϊζου. Με την επιστολή της ημερ. 28.11.2002 (Τεκμ. 16) η Εναγομένη 1 τους πληροφορούσε ότι είχε αποφασιστεί να κλείσει ο λογαριασμός της και σε περίπτωση οποιουδήποτε εμβάσματος να μην πιστώνεται και να ειδοποιείται αυτή. Με την επιστολή της ημερ. 11.12.2002 (Τεκμ. 17) η Εναγομένη 1 έδωσε οδηγίες όπως το έμβασμα των €5.005,75 σεντ γίνει στο λογαριασμό της στη Λαϊκή Τράπεζα. Όσον αφορά το δεύτερο έμβασμα των €52.155,55 σεντ ημερ. 5.3.2003 επειδή ο επίδικος λογαριασμός είχε ήδη παγοποιηθεί ζήτησε οδηγίες από τους ανταποκριτές τις οποίες δεν πήρε. Η τράπεζα με επιστολή της ημερ. 27.11.2002 (Τεκμ. 28) πληροφόρησε την Εναγομένη 1 ότι οι Εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 εγγυητές στον επίδικο λογαριασμό με επιστολή τους ημερ. 26.11.2002 (Τεκμ. 27) ζητούσαν όπως απαλλαγούν των εγγυήσεων τους και η Εναγομένη 1 με την επιστολή της ημερ. 28.11.2002 (Τεκμ. 16) ενημέρωσε την τράπεζα ότι αποφάσισε «όπως ο λογαριασμός κλείσει από σήμερα» και οποιοδήποτε έμβασμα να μην πιστώνεται στον επίδικο λογαριασμό. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας δήλωσε ότι δεν είναι αυτός που ανακατασκεύασε τον επίδικο λογαριασμό και δεν γνωρίζει με ποιο τόκο χρεώνετο. Επίσης δεν γνώριζε για την επιστολή ημερ. 3.1.2003 (Τεκμ. Γ) ούτε για τις επιταγές (Τεκμ. Δ). Ο μάρτυρας αναγνώρισε επιστολή ημερ. 21.10.2002 (Τεκμ. 30) που ο ίδιος απέστειλε στην Ειρήνη Κέστα. Επίσης αναγνώρισε την επιστολή ημερ. 18.2.2003 (Τεκμ. 31) που η τράπεζα απέστειλε προς τους δικηγόρους των Εναγομένων. Εξήγησε ότι ο ίδιος δεν ασχολείτο με τον επίδικο λογαριασμό όμως διαχειρίστηκε τα εμβάσματα όπως ανέφερε και επανέλαβε, στην κυρίως εξέταση του. Σε υποβολή ότι δεν υπήρχε θέμα παγοποίησης του λογαριασμού, για να μην μπορούν να κατατεθούν τα εμβάσματα, απάντησε ότι οι Εναγόμενοι γνώριζαν για την παγοποίηση του. Στη συνέχεια ο Μιχάλης Χ"Καλλής, διευθυντής στο τμήμα δικαστικών υποθέσεων της τράπεζας κλητεύθηκε από τους εναγομένους με τη διαδικασία Supoena Duces Tecum και παρουσίασε τα ακόλουθα έγγραφα: α) 13 έγγραφα από το παράρτημα Α της κλήσεως σαν δέσμη κατατέθηκαν και σημειώθηκαν Τεκμ. Ω
- β) 8 επιστολές από το παράρτημα Β της κλήσεως σαν δέσμη κατατέθηκαν και σημειώθηκαν Τεκμ. Ω
- γ) αριθμός επιταγών που εκδόθηκαν από την Εναγομένη 1 και πληρώθηκαν μέσω του επίδικου λογαριασμού κατά το διάστημα μεταξύ 1.1.2002 και 3.6.2002 σαν δέσμη κατατέθηκαν και σημειώθηκαν Τεκμ. Ω
- δ) όλα τα έγγραφα και αποφάσεις της Εναγομένης 1 από την ημερ. ανοίγματος του επίδικου λογαριασμού μέχρι τον Νοέμβριο 2000 που αναφέρονται στα πρόσωπα που με την υπογραφή τους μπορούσαν να δεσμεύσουν τον επίδικο λογαριασμό σαν δέσμη κατατέθηκαν και σημειώθηκαν Τεκμ. Ω
- ε) αριθμός επιταγών που εκδόθηκαν από την Εναγομένη 1 και πληρώθηκαν μέσω του επίδικου λογαριασμού κατά το διάστημα μεταξύ 3.6.2002 και 30.11.2002 σαν δέσμη κατατέθηκαν και σημειώθηκαν Τεκμ.Ω
- στ) από το παράρτημα Α παρουσίασε ακόμη 19 εμβάσματα το οποία σαν δέσμη κατατέθηκαν και σημειώθηκαν Τεκμ. Ω
- Τέλος αναφέρθηκε στα έξοδα που υποβλήθηκε η τράπεζα για την ανεύρεση και προσαγωγή στο Δικαστήριο των εγγράφων που ζητήθηκαν με την κλήση. Όπως εξήγησε απαιτήθηκαν 137 εργάσιμες ώρες, για την συγκέντρωση τους. 8 ώρες από τον ίδιο του οποίου η αμοιβή είναι €50 την ώρα συν τα οδοιπορικά του €82.55, σύνολο €482,55 και 129 ώρες από προσωπικό άλλων τμημάτων η αμοιβή των οποίων είναι €30 την ώρα σύνολο €3850 σχετικό πίνακα κατέθεσε Τεκμ. Ω
- Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε η Εναγομένη 3 Ειρήνη Κέστα. Ανέφερε ότι στις 30.3.2000 υπογράφηκε η συμφωνία δανείου (Τεκμ. 1) με την οποία αυξήθηκε το όριο του δανείου στις ΛΚ85.
- Με απόφαση της Εναγομένης 1 ημερ. 21.3.2000 (Τεκμ. 32), την Εναγομένη 1 θα δέσμευαν η Μαρία Βότση ή ο Δημήτρης Βότσης και η ίδια, ο κάθε ένας ξεχωριστά. Στις 30.7.2001 έφυγε ο Δημήτρης Βότσης και τον αντικατέστησε ο Ρολάνδος Λοϊζου. Λήφθηκε δε απόφαση (Τεκμ. 33) με την οποία η Εναγομένη 1 δεσμεύετο με τις υπογραφές δύο ατόμων, του Ρολάνδου Λοϊζου και ενός των υπολοίπων. Η απόφαση (Τεκμ. 33) ίσχυσε μέχρι τις 15.10.2002 οπόταν λήφθηκε απόφαση η Εναγομένη 1 να δεσμεύεται μόνο με την υπογραφή του Ρολάνδου Λοϊζου. Εξήγησε ότι μελέτησε τα έγγραφα που κατατέθηκαν και ετοίμασε δύο λίστες (Τεκμ. 34) όπου φαίνονται οι επιταγές που φέρουν την υπογραφή μόνο του Ρολάνδου Λοϊζου. Η πρώτη λίστα αφορά επιταγές συνολικού ποσού ΛΚ31.231,52 και η δεύτερη λίστα αφορά επιταγές συνολικού ποσού ΛΚ12.548,
- Ετοίμασε και κατάσταση εμβασμάτων εξωτερικού (Τεκμ. 35) ύψους ΛΚ64.289,84 που αφορούν πληρωμές που έγιναν στο εξωτερικό μέσω του λογαριασμού της Εναγομένης 1 όπου δεν υπήρχε δεύτερη υπογραφή στην επιστολή προς την τράπεζα. Στα δύο πρώτα εμβάσματα ο Ρολάνδος Λοϊζου δεν είχε δικαίωμα να θέτει την υπογραφή του. Λίστα με εμβάσματα που δεν υπήρχε αναφορά σ' αυτόν που έδωσε τις οδηγίες κατατέθηκε ως Τεκμ.
- Επίσης, ετοίμασε την λίστα (Τεκμ. 37) όπου φαίνονται οι επιταγές που εκδόθηκαν μετά την 15.10.2002 και αφορούν επιταγές που υπέγραψε μόνος του ο Ρολάνδος Λοϊζου όπως δικαιούτο μετά την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ημερ. 15.10.
- Στη συνέχεια αναφέρθηκε στα δύο εμβάσματα που δεν πιστώθηκαν στον επίδικο λογαριασμό μετά την παγοποίηση του και την επικοινωνία που είχε με τον Π. Μαρτούδη (Μ.Ε.5). Στις 6.3.2003 πήρε την επιστολή (Τεκμ. 12) από την τράπεζα. Φάκελος με ημερομηνία σφραγίδας ταχυδρομείου κατατέθηκε ως Τεκμ.
- Αναγνώρισε τις επιστολές που έστειλαν οι δικηγόροι της προς την τράπεζα (Τεκμ. Α, Β, Γ και Δ) οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμ. 39,40, 41 και 42 αντίστοιχα. Ανέφερε ότι μελέτησε τις επιταγές που παρουσίασε ο X"Kαλλής (Τεκμ. Ω
(3)και Ω
(5)και με αναφορά το Τεκμ. 34 που η ίδια ετοίμασε, αναγνώρισε τις επιταγές που κατά τον ισχυρισμό της φέρουν μόνο την υπογραφή του Ρολάνδου Λοϊζου, την οποία αναγνωρίζει, ενώ θα έπρεπε να φέρουν δύο υπογραφές για να δεσμεύουν την Εναγομένη 1. Η μάρτυρας έθεσε ένα «ν» στο κάτω δεξί μέρος της κάθε επιταγής και δήλωσε πως δεν δέχεται τις επιταγές που εκδόθηκαν μεταξύ 30.7.2001 μέχρι 15.10.2002 και φέρουν μόνο την υπογραφή του Ρολάνδου Λοϊζου γιατί κανείς δεν εξουσιοδότησε τον Ρολάνδο Λοϊζου να υπογράφει επιταγές της Εναγομένης 1 από μόνος του. Αναγνώρισε από τα Τεκμ. Ω
(1)και Ω
(6)τα εμβάσματα που αντιστοιχούν στο Τεκμ. 35 τα οποία σημείωσε θέτοντας ένα «ν» στο κάτω μέρος του κάθε ενός. Σύμφωνα με την μάρτυρα τα εν λόγω εμβάσματα φέρουν μια υπογραφή του Ρολάνδου Λοϊζου ενώ θα έπρεπε να φέρουν δύο υπογραφές. Υπέδειξε δε, πως τις εντολές ημερ. 26.6.2001 για τα ποσά των ΛΚ641.31 και ΛΚ8165.88 αντίστοιχα, ο Ρολάνδος Λοϊζου δεν είχε δικαίωμα να υπογράφει. Κατά το διάστημα μεταξύ 30.7.2001 και 15.10.2002 ο Ρολάνδος Λοϊζου δεν είχε δικαίωμα να υπογράφει και ποτέ δεν συγκατατέθηκε για κάτι τέτοιο. Εξήγησε ότι η ίδια επηρεάστηκε οικονομικά από την έκδοση των επιταγών και εμβασμάτων με μόνη την υπογραφή του Ρολάνδου Λοϊζου γιατί χωρίς δεύτερη υπογραφή δεν μπορούσαν οι εγγυητές του λογαριασμού να ελέγχουν. Ο Ρολάνδος Λοϊζου είχε και 2η εταιρεία με παρόμοια δραστηριότητα της Εναγομένης 1 και αυτός παρήγγειλε τα εμπορεύματα. Εξήγησε ότι τις επιταγές και τα εμβάσματα για πρώτη φορά τα είδε όταν τα παρουσίασε ο Χ"Καλλής στο Δικαστήριο. Αναφέρθηκε επίσης στις επιστολές ημερ. 18.10.02 (Τεκμ. 14), 3.1.2003 (Τεκμ. 41) και ημερ. 10.10.2002 (Τεκμ. 43) με τις οποίες ζητούσε αντίγραφα επιταγών που υποψιάστηκαν ότι ο Ρολάνδος Λοϊζου υπογράφει χωρίς εξουσιοδότηση. Αναφέρθηκε επίσης στις επιστολές ημερ. 18.10.02 (Τεκμ. 14), 3.1.2003 (Τεκμ. 41) και ημερ.10.10.2002 (Τεκμ. 43) με τις οποίες ζητούσε τα αντίγραφα των επιταγών που υποψιάστηκαν ότι ο Ρολάνδος Λοίζου είχε υπογραφές χωρίς εξουσιοδότηση. Αντεξεταζόμενη συμφώνησε ότι από την 30.7.2001 (Τεκμ. 33) η τράπεζα εξουσιοδοτήθηκε να πληρώνει εφ' όσον το έγγραφο έφερε την υπογραφή του Ρολάνδου Λοϊζου και ενός εκ των Μαρίας Βότση, Ειρήνης Κέστα και Αλέξανδρου Κέστα. Συμφώνησε επίσης ότι μετά την 15.10.2002, όταν διαφώνησαν, με βάση το Τεκμ. 15 θα μπορούσε να υπογράφει και να δεσμεύει την Εναγομένη 1 μόνο ο Ρολάνδος Λοϊζου. Υποδείχθηκαν στη μάρτυρα οι επιταγές με ημερ. 28.6.02, 28.6.02 και 28.6.02 (Τεκμ. Ω
(5)) και συμφώνησε ότι ο κ. Βότσης εξαργύρωσε τις επιταγές. Επίσης συμφώνησε ότι η επιταγή ημερ. 10.7.02 με αρ. 003735 φέρει μια υπογραφή και εξεδόθη επ' ονόματι της, αλλά παρατήρησε ότι κατά την 10.7.02 μπορούσε να φέρει την υπογραφή μόνο του Ρολάνδου Λοϊζου. Σε υποβολή ότι η αποδοχή απόφασης εκ μέρους της Εναγομένης 1 δεσμεύει τους εγγυητές, απάντησε ότι θα το αποφασίσει το Δικαστήριο. Σε υποβολή ότι υπάρχουν 10 επιταγές προς τις Κοινωνικές ασφαλίσεις μεταξύ της 17.12.02 - 26.9.02 και οι επτά φέρουν 2 υπογραφές ενώ τρεις φέρουν μια υπογραφή, αυτές δεν θα έπρεπε να πληρωθούν; απάντησε ότι θα έπρεπε να φέρουν 2 υπογραφές. Σε υποβολή ότι οι επιταγές εκδίδοντο για σκοπούς της εταιρείας, απάντησε ότι δεν το ξέρει αυτό. Ζητούσαν συνεχώς τους λογαριασμός και ο Ρολάνδος δεν τους έδιδε. Σε υποβολή ότι οι εγγυήσεις είναι έγκυρες, νομότυπες και ισχυρές διαφώνησε λέγοντας ότι η τράπεζα παρέβηκε την συμφωνία που δέχθηκε επιταγές με μια υπογραφή και για τα εμβάσματα που επέστρεψε πίσω. Με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου κλητεύθηκε ο Ρολάνδος Λοϊζου για να αντεξεταστεί από την δικηγόρο της τράπεζας σε σχέση με την αρχική του δήλωση δηλαδή σε σχέση με τις υπογραφές του επί των επιταγών που παρουσίασε ο Χ"Καλλής. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το 2002 εξαγόρασε το 51% της Εναγομένης 1 και αναγνώρισε την υπογραφή σε επιταγές του Τεκμ. Ω
(2)και Ω
(5). Όπως είναι νομολογημένο, το νομικό ή γενικό βάρος απόδειξης (legal or persuasive burden of proof) σε μια πολιτική δίκη το φέρει κατά κανόνα ο ενάγων ο οποίος και θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Σοφοκλέους ν. Κυριάκου Πολ. Έφεση 7/2008 ημερ. 18.5.2010, Φραντζή ν. Φραντζή Πολ. Έφεση 27/2007 ημερ. 16.7.2010). Αυτό δεν μεταφέρεται, παραμένει μέχρι τέλους της δίκης στους ώμους του Ενάγοντος και διακρίνεται του αποδεικτικού βάρους απόδειξης (evidential burden) το οποίο πολλοί συγγραφείς το θεωρούν μεταφερόμενο. Δεν πρέπει να συγχύζεται με το ζήτημα της αξιοπιστίας που εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (βλ. Ιορδάνου ν. Ζήνωνος
(1998)1 Β ΑΑΔ 652, 657, Πελεκάνος κ.α. ν. Πελεκάνου, Πολ. Έφεση Α. 1/2008 ημερ. 11.11.10. Διιστάμενη απόφαση Ερωτοκρίτου, Δ. σελ. 13-14), Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λ. Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1Α ΑΑΔ 479, 493 και για περαιτέρω ανάλυση βλ. το σύγγραμμα του Murphy on Evidence, 9η έκδοση, σε. 66-76). Συναφώς, το Δικαστήριο, πρώτον, θα εξετάσει κατά πόσο η μαρτυρία της Τράπεζας είναι αξιόπιστη και εφόσον κρίνει ότι είναι, κατά πόσο έχει αποσείσει το αποδεικτικό βάρος απόδειξης που την βαρύνει, εγείροντας εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα για το ύψος του οφειλομένου ποσού και τότε το αποδεικτικό βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους των εναγομένων να ανατρέψουν το εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα τεκμηριώνοντας την υπεράσπιση τους με αξιόπιστη μαρτυρία. Υπενθυμίζω πως στην παράγραφο 11 της υπεράσπισης οι εναγόμενοι 2,3,4 και 5 παραδέχονται ότι η τράπεζα παραχώρησε στην εναγομένη 1 το επίδικο δάνειο πλην όμως αρνούνται το υπόλοιπο και την εγκυρότητα του. Ο δικηγόρος των εναγομένων δηλώνει στη γραπτή αγόρευση του (σελίδα 6, παραγρ. 4) πως αποδείχθηκαν ως αδιαμφισβήτητα γεγονότα, ότι στις 30.3.2000 υπογράφηκε η επίδικη συμφωνία δανείου (Τεκμ. 1) μεταξύ της τράπεζας και της εναγομένης
- Της υπογραφής της εν λόγω συμφωνίας είχε προηγηθεί αίτηση της εναγομένης 1 για την συνέχιση της παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων και συγκεκριμένα της αύξησης του ορίου του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού από ΛΚ15,000 σε ΛΚ85,
- Η αίτηση της εναγομένης 1 ημερ. 17.2.2000 εγκρίθηκε από την τράπεζα στις 21.3.2000 με επιστολή της τράπεζας. Στις 30.3.1995 υπογράφηκε το επίδικο εγγυητήριο έγγραφο (Τεκμ. 3) και στις 30.3.2000 υπογράφηκε το επίδικο εγγυητήριο έγγραφο (Τεκμ. 4). Είχα την ευκαιρία να ακούσω τους μάρτυρες και να παρακολουθήσω τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία τους. Επίσης έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων συνεκτιμώντας την προφορική μαρτυρία με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν και τις θέσεις που προβάλλουν οι διάδικοι στα δικόγραφα τους. Ο κύριος μάρτυρας της τράπεζας ήταν ο Χριστόδουλος Παπαλαμπριανού (Μ.Ε.1) ο οποίος μου έδωσε την εντύπωση απόλυτα αξιόπιστου μάρτυρα που έδιδε πειστικές απαντήσεις στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και δεν υπάρχει οτιδήποτε στη μαρτυρία του από το οποίο να φαίνεται ότι αυτός δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει σημειώνω ότι από πλευράς υπεράσπισης δεν αμφισβητήθηκε σοβαρά η μαρτυρία του. Η αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε ήταν πολύ περιορισμένη και αφορούσε στην υποβολή μιας γενικής θέσης ότι οι λογαριασμοί που κατατέθηκαν είναι εσφαλμένοι και οι χρεωπιστώσεις δεν είναι σύμφωνες με το νόμο. Ο μάρτυρας διαφώνησε με την πιο πάνω θέση. Η μαρτυρία της Άντρης Ευαγγέλου (Μ.Ε.2) ήταν σχετική με τον καταρτισμό της συμφωνίας δανείου (Τεκμ. 1), την σύναψη των συμφωνιών εγγύησης (Τεκμ. 3 και 4) και την ετοιμασία των υποθηκών (Τεκμ. 5 και 6) από τους εναγομένους η υπογραφή των οποίων επί των εγγράφων δεν αμφισβητείται από την υπεράσπιση. Σε καμιά περίπτωση η μαρτυρία δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση και δέχομαι την μαρτυρία της. Η Μ.Ε.3 Καίτη Ματθαίου, κτηματολογικός υπάλληλος, η οποία στις 24.3.2000 αφού ακολούθησε τη διαδικασία υποθήκευσης ακινήτων έκανε αποδεκτές τις δύο επίδικες υποθήκες (Τεκμ. 21 και 22). Δεν αντεξετάστηκε και δέχομαι την μαρτυρία της. Οι Μ.Ε.4 και 5 μου έδωσαν την εντύπωση απόλυτα αξιόπιστων και αντικειμενικών μαρτύρων που κατέθεσαν όσα γνώριζαν στα πλαίσια των καθηκόντων τους στην Τράπεζα. Δέχομαι την μαρτυρία τους στην οποία και θα αναφερθώ στη συνέχεια. Προς τον σκοπό απόδειξης της απαίτησης της, η Τράπεζα, μέσω του Μ.Ε.1 κατέθεσε καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού. Όπως εξήγησε ο μάρτυρας αρχικά ο επίδικος λογαριασμός έφερε τον αριθμό 0331-11-010868 (Τεκμ.10Α) και αφορά τα έτη 1999-2001, στη συνέχεια άλλαξε σε 0125-11-016833 (Τεκμ.10Β) και αφορά τα έτη 2001-2002, στη συνέχεια άλλαξε σε 0199-11-003735 (Τεκμ.10Γ) και αφορά τα έτη 2002-
- Όταν δε μεταφέρθηκε στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών ο αριθμός του λογαριασμού έγινε 0184-22-040303 (Τεκμ.11). Προς τον ίδιο σκοπό κλήθηκε και ο Μ.Ε.4 - η μαρτυρία του οποίου δεν αμφισβητήθηκε - για να εξηγήσει πως το ποσό που διεκδικεί η Τράπεζα ανέρχεται στις ΛΚ104.225,12 σεντ πλέον τόκο προς 9% από 27.4.2004 επί του ποσού των ΛΚ101.238,58 σεντ, όπως φαίνεται στο Τεκμ. 11, αφού έχουν αφαιρεθεί διάφορα ποσά που η Τράπεζα δεν διεκδικεί ύψους ΛΚ1,731, όπως φαίνεται στο Τεκμ. 23 το οποίο ο ίδιος ετοίμασε. Τα ποσά που δεν διεκδικεί η Τράπεζα σημειώθηκαν επί αντιγράφων των τεκμηρίων 10Α, 10Β και 10Γ που ξανακατατέθηκαν ως Τεκμ.
- Συνεπώς, η βάση της απαίτησης είναι οι καταστάσεις λογαριασμών (Τεκμ. 10Α, 10Β, 10Γ και 11) αφού έχουν αφαιρεθεί τα μη διεκδικούμενα ποσά. Επισημαίνω ότι όσον αφορά την ορθότητα του λογαριασμού ή την ακρίβεια των πράξεων εκτός μιας γενικής υποβολής ότι είναι εσφαλμένες οι χρεωπιστώσεις δεν υπήρξε άλλη αμφισβήτηση. Έγινε βέβαια αναφορά από τον δικηγόρο των εναγομένων 2,3,4 και 5 σε κάποιο αριθμό επιταγών που δεν θα έπρεπε να χρεωθούν και δύο εμβάσματα που δεν πιστώθηκαν στον επίδικο λογαριασμό. Το άρθρο 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 προνοεί ως εξής: «22
(1)τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, αντίγραφο καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίνεται δεκτό σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρισης και των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρισμένα σ' αυτό.» Στα εδάφια
(2)και
(3)που ακολουθούν τίθενται οι προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν ώστε να γίνει αποδεκτό αντίγραφο των λογαριασμών. Οι προϋποθέσεις είναι: (α) κατά το χρόνο καταχώρισης στο βιβλίο να ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας (β) η καταχώριση να έγινε κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της (γ) το βιβλίο να βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της Τράπεζας (δ) το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Στη συνέχεια οι πιο πάνω προϋποθέσεις μπορούν να αποδειχθούν με σχετική ένορκη δήλωση ή προφορική μαρτυρία. Για τις πρώτες τρεις αρκεί η μαρτυρία διευθυντή ή υπαλλήλου της Τράπεζας, ενώ για την τελευταία, απαιτείται μαρτυρία από το πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώριση. Στη γραπτή δήλωση του (Τεκμ. Ω) ο Μ.Ε.1 αναφέρει τα εξής και δεν αντεξετάστηκε: «
- Λόγω της θέσης και των καθηκόντων μου γνωρίζω τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ο χειρισμός της οποίας, όπως έχω αναφέρει, μου έχει ανατεθεί από τους ενάγοντες και λόγω της ιδιότητάς μου αυτής γνωρίζω ότι οι ενάγοντες τηρούν τραπεζικά βιβλία και σε ηλεκτρονική μορφή. Στο σύστημα που τηρείται στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούν όλους τους λογαριασμούς των πελατών των εναγόντων συμπεριλαμβανομένων και του λογαριασμού των εναγομένων που ανέφερα πιο πάνω. Το τραπεζικό βιβλίο που τηρείται από τους ενάγοντες σε ηλεκτρονική μορφή είναι και ήταν καθόλο τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή από το άνοιγμα του πιο πάνω λογαριασμού μέχρι και σήμερα, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία των εναγόντων. Κατά το χρόνο καταχώρισης στο τραπεζικό βιβλίο όλων των πράξεων που αφορούσαν το λογαριασμό των εναγομένων που ανέφερα πιο πάνω, το τραπεζικό βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία των εναγόντων. Όλες οι καταχωρήσεις στο εν λόγω τραπεζικό βιβλίο συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρήσεων για το λογαριασμό που ανέφερα πιο πάνω έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των εναγόντων.
- Το τραπεζικό βιβλίο καθόλο τον ουσιώδη χρόνο ευρίσκετο και εξακολουθεί να βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις των εναγόντων και έχουν σε αυτό πρόσβαση οι τραπεζικοί λειτουργοί, μεταξύ των οποίων και εγώ. Οι καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες έχω επισυνάψει ως Τεκμήρια 10(Α), (Β) και (Γ) αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό μετά από εντολή μου παρήχθη και εκτυπώθηκε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και αφού συγκρίθηκαν από εμένα με την αρχική καταχώριση του ηλεκτρονικού υπολογιστή διαπίστωσα ότι είναι ορθά. Οι ενάγοντες απέστελλαν ανελλιπώς προς τους εναγομένους 1 καταστάσεις λογαριασμού, τις οποίες ουδέποτε αμφισβήτησαν. Έχω προβεί σε ανακατασκευή των λογαριασμών αυτών τις οποίες επισυνάπτω ως Τεκμήριο 11». Βάσει των ανωτέρω τα αντίγραφα των καταστάσεων του επίδικου λογαριασμού που έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια 10Α, 10Β, 10Γ ενόψει του άρθρου 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 συνιστούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρίσεων θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρισμένα σ' αυτά, λαμβάνοντας δε υπόψη το Τεκμ. 11 βρίσκω, εκ πρώτης όψεως, ότι το οφειλόμενο μέχρι τις 27.4.04 ποσό μετά των δεδουλευμένων τόκων ανήλθε στο ποσό των ΛΚ104.225,12 πλέον τόκο προς 9% από 27.4.2004 επί του ποσού των ΛΚ101.238,58 μέχρι εξοφλήσεως και το αποδεικτικό βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους των εναγομένων 2, 3, 4 και 5 να ανατρέψουν το εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα τεκμηριώνοντας την υπεράσπιση τους με αξιόπιστη μαρτυρία. Για τους Εναγόμενους 2,3,4 και 5 πρόσφερε μαρτυρία ως Μ.Υ.1 η Εναγόμενη
- Εξέτασα με προσοχή την μαρτυρία της και διατηρώ τις επιφυλάξεις μου όσον αφορά την ειλικρίνεια της. Προσπάθησε να αποκρύψει και δεν συμπεριέλαβε στις λίστες που ετοίμασε Τεκμ. 34 τις επιταγές που έλαβε και εξαργύρωσε ο Δημήτρης Βότσης (Εναγόμενος 5) που φέρουν την υπογραφή του Ρ. Λοϊζου μόνο, ενώ θα έπρεπε να φέρουν 2 υπογραφές. Είναι οι επιταγές με αρ. 29601593 ημερ. 28.6.2002 για το ποσό των ΛΚ200, η επιταγή με αρ. 29601592 ημερ. 28.6.2002 για το ποσό των ΛΚ400 και η επιταγή με αρ. 32442907 ημερ. 28.6.2002 για το ποσό των ΛΚ
- Επίσης όταν της υπεδείχθη ότι στις 10.7.02 έλαβε την επιταγή με αρ. 32442910 για ΛΚ56.14 με μόνη την υπογραφή του Ρ. Λοϊζου παρατήρησε ότι θεωρούσε πως μπορούσε να φέρει μόνο μια υπογραφή. Ενώ επιταγές που εκδόθηκαν προς τον Διευθυντή Εσωτερικών Προσόδων, προς τον Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων και προς το Φ.Π.Α. και έφεραν μιαν υπογραφή, δήλωσε πως δεν γνώριζε αν εκδίδοντο για τους σκοπούς της εταιρείας. Ο Ρολάνδος Λοϊζου που θεωρείται μάρτυρας των Εναγομένων αντεξεταζόμενος επιβεβαίωσε την υπογραφή του σε επιταγές των Τεκμ. Ω
(2)και Ω
(5). Επίσης για τους Εναγομένους με την διαδικασία Subpoena duces tecum παρουσιάστηκαν διάφορα έγγραφα και επιταγές. Τα εν λόγω έγγραφα κατατέθηκαν εκ συμφώνου και σημειώθηκαν τεκμήρια. Εντάχθηκαν στο αποδεικτικό υλικό και θα συνεκτιμηθούν (βλ. Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ε.Τ. Autospares Enterprises Ltd κ.α.
(1998)1 ΑΑΔ 843). Η θέση των Εναγομένων 2,3,4 και 5 όπως εκφράζεται μέσω της γραπτής αγόρευσης του δικηγόρου τους είναι: «Ότι ήτο ρητός ή και εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας της παρ. 2 της εκθέσεως απαιτήσεως ή και των συμφωνιών εγγυήσεως ημερ. 30/3/2000 των εναγομένων αρ. 2,3,4 και 5 ότι οι ενάγοντες θα λειτουργούσαν τον επίδικο λογαριασμό ή και θα χρεωπίστωναν τούτο σύμφωνα με την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας κατά ή περί τις 30/7/2001 με την οποία τον λογαριασμό θα δέσμευαν ή και ότι οι επιταγές που εξέδιδε η εναγομένη αρ. 1 θα έπρεπε να φέρουν τουλάχιστον και μία από τις υπογραφές των Ειρήνης Κέστα, Μαρίας Βότση και Αλέξανδρου Κέστα και όχι την υπογραφή ή τις οδηγίες μόνο του κου Ρολάνδου Λοϊζου. ........ότι ως εγγυητές της εναγομένης 1 αλλά και ως ενυπόθηκοι οφειλέτες απηλλάγησαν οποιασδήποτε ευθύνης με βάση τα άρθρα 91 & 97 της Περί Συμβάσεων Νομοθεσίας συνεπεία του ότι η ενάγουσα Τράπεζα χωρίς την γνώση ή την συγκατάθεση των εγγυητών και ενυποθήκων οφειλετών, προχώρησε στην τροποποίηση των ρητών ή και εξυπακουομένων όρων της επίδικης συμφωνίας που αφορούσε την εφαρμογή των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης 1 Εταιρείας και περιπλέον η ενάγουσα Τράπεζα ενήργησε όπως ανωτέρω αναφέρουμε, κατά τρόπο αντιστρατευόμενο ξεκάθαρα τα δικαιώματα των εγγυητών ή και παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης 1 εταιρείας ενώ είχε έναντι των εγγυητών και ενυποθήκων οφειλετών καθήκον να συμμορφωθεί με αποτέλεσμα να επηρεαστούν αρνητικά τα δικαιώματα των εγγυητών και ενυποθήκων οφειλετών». (βλ. τις σελ. 4 και 19 της γραπτής αγόρευσης) Στη παρούσα υπόθεση δεν τίθεται ζήτημα εξυπακουόμενου όρου. Η διαπίστωση εξυπακουόμενου όρου είναι θέμα ερμηνείας της συμφωνίας προς εξαγωγή της πραγματικής πρόθεσης των μερών την οποία δεν διατύπωσαν μεν ρητά στους γραπτούς όρους της αλλά η οποία εξάγεται από αυτούς κατ' αναγκαία συνέπεια (βλ. Τσιολής ν. Χατζηανδρέου
(2000)1 ΑΑΔ 1250,1257). Το άρθρο 34 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 προνοεί ως εξής: «34. Συναλλαγματική ή γραμμάτιο θεωρείται ότι έγινε, έγινε αποδεκτό ή οπισθογραφήθηκε εκ μέρους εταιρείας ή έγινε αποδεκτό ή οπισθογραφήθηκε στο όνομα ή υπό την εκ μέρους ή για λογαριασμό της εταιρείας από οποιοδήποτε πρόσωπο που ενεργεί με εξουσιοδότησή της». Στην υπόθεση Σολωμού ν. Εταιρείας Vineyard View Tourist Enterprises Ltd
(1998)1 A AAΔ.300, 324 αναφέροντα τα εξής: «Μια εταιρεία όντας νομικό πρόσωπο μπορεί μόνο να ενεργεί μέσω αντιπροσώπων και οι αντιπρόσωποι της είναι το Διοικητικό Συμβούλιο σαν σύνολο. Ωστόσο η σύναψη συμφωνίας εκ μέρους της εταιρείας από όλους τους συμβούλους είναι σπάνια. Η συνήθης πρακτική είναι η ανάθεση αυτής της λειτουργίας από το Διοικητικό Συμβούλιο σε ένα ή περισσότερα από τα μέλη του ή στο γραμματέα ή άλλο αντιπρόσωπο. Επομένως εγείρονται δύο καταστάσεις αντιπροσώπευσης: πρώτον το Διοικητικό Συμβούλιο ενεργεί ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Δεύτερον δίνεται εξουσιοδότηση σε κάποιο αντιπρόσωπο από το Διοικητικό Συμβούλιο να ενεργήσει εκ μέρους του και κατ' επέκταση για την εταιρεία (Βλ. Palmer´s Company Law, 24η έκδ., παραγ. 21-04, σελ. 245-246)». Επομένως η εταιρεία ως νομική οντότητα δεν μπορεί να ενεργεί από μόνη της παρά μόνο μέσω αντιπροσώπου της. Γενικά μπορεί να λεχθεί πως το φυσικό πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους της εταιρείας ενεργεί ως αντιπρόσωπος της και ως αντιπρόσωπος της μπορεί να ενεργεί μόνο εντός της εξουσιοδότησης του. Όπου ο αντιπρόσωπος ενεργεί εκτός της εξουσιοδότησης του η αντιπροσωπευόμενη εταιρεία δεν δεσμεύεται νομικά εκτός εάν επικυρώσει (ratify) την πράξη του αντιπροσώπου της. Από την αποδεκτή μαρτυρία βρίσκω τα εξής: Με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου Τεκμ. 1 στις 21.3.2000 καταρτίστηκε επίσης το Τεκμ. 32 το οποίο αποτελεί την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 1 με την οποία εξουσιοδοτούνται οι Ειρήνη Κέστα, Μαρία Βότση και Δημήτρης Βότσης ξεχωριστά ο καθένας να διαχειρίζονται και να δεσμεύουν με την υπογραφή τους την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού. Στις 30.7.2001 καταρτίστηκε μια δεύτερη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 1 (Τεκμ. 33) με την οποία τροποποιήθηκε η προηγούμενη απόφαση (Τεκμ. 32) με την οποία καθορίστηκε ότι ο λογαριασμός της Εναγομένης 1 θα μπορούσε να δεσμεύεται μόνο με την υπογραφή του Ρολάνδου Λοϊζου μαζί με ένα εκ των Μαρίας Βότση, Ειρήνης Κέστα και Αλέξανδρου Κέστα. Στις 15.10.2002 η προηγούμενη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 1 καταργήθηκε και από την κοινοποίηση της νέας (Τεκμ. 15) στη Τράπεζα την 1.11.2002 η δέσμευση της Εναγομένης 1 μπορούσε να γίνει μόνο με την υπογραφή του Ρολάνδου Λοϊζου. Επομένως: (α) από τις 21.3.2000 μέχρι 29.7.2001 η διαχείριση του επίδικου λογαριασμού της Εναγομένης 1 γινόταν μόνο με την υπογραφή ενός εκ των Ειρήνης Κέστα, Μαρίας Βότση και Δημήτρη Βότση ξεχωριστά (βλ. Τεκμ. 32), (β) από τις 30.7.2001 μέχρι 1.11.2002 η διαχείριση του επίδικου λογαριασμού της Εναγομένης 1 γινόταν από τον Ρολάνδο Λοϊζου μαζί με ένα εκ των Μαρίας Βότση, Ειρήνης Κέστα και Αλέξανδρου Κέστα (βλ. Τεκμ. 33), (γ) από την 1.11.2002 την διαχείριση και την δέσμευση του είχε μόνο ο Ρολάνδος Λοϊζου με την υπογραφή του (βλ. Τεκμ. 15). Οι Εναγόμενοι 2,3,4 και 5 με επιστολή τους προς την Τράπεζα ημερ. 26.11.2002 (Τεκμ. 27) ζήτησαν να απαλλαγούν από τις δοθείσες εγγυήσεις τους. Η Τράπεζα με επιστολή της ημερ. 27.11.2002 (Τεκμ. 28) προς την Εναγομένη 1 ακύρωσε το όριο του επίδικου λογαριασμού και πληροφόρησε τους Εναγομένους 2,3,4,5 ότι τους θεωρεί υπεύθυνους για τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 (Τεκμ. 29). Η Εναγομένη 1 με επιστολή της ημερ. 28.11.2002 (Τεκμ. 16) πληροφορούσε την Τράπεζα ότι είχε αποφασίσει να κλείσει τον επίδικο λογαριασμό και σε περίπτωση οποιουδήποτε εμβάσματος να μην πιστώνεται και να ειδοποιείται αυτή. Η Τράπεζα με επιστολή της ημερ. 6.3.2003 προς τους Εναγομένους τερμάτισε την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού και τους κάλεσε όπως εξοφλήσουν ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του (βλ. Τεκμ. 12, 13Α, 13Β, 13Γ, 13Δ). Η Εναγομένη
(3)στις 10.10.2002, 18.10.2002 και 3.1.2003 ζήτησε από την Τράπεζα να την εφοδιάσει με αντίγραφα χρεωστικών πράξεων και επιταγών καθώς επίσης των εξερχομένων εμβασμάτων που αφορούσαν τον επίδικο λογαριασμό από τις 30.7.2001 για έλεγχο, γιατί όπως εξηγεί περιήλθε εις γνώση της ότι 8 επιταγές εξαργυρώθηκαν χωρίς τις εξουσιοδοτημένες υπογραφές (Τεκμ. 14, Τεκμ. 41, Τεκμ. 43). Για το ίδιο θέμα στάληκαν προς την Τράπεζα εκ μέρους των Εναγομένων 2-5 οι επιστολές με ημερ. 18.10.2002, 7.1.2003 (Τεκμ. 39). Από τον έλεγχο των επιταγών των Τεκμ. Ω3 και Ω5 βρίσκω πως οι επιταγές που κατέγραψε η ΜΥ1 στο Τεκμ. 34 φέρουν την υπογραφή του Ρολάνδου Λοϊζου, μόνο, ο οποίος δεν ήταν εξουσιοδοτημένος από το Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγομένης 1 να υπογράφει εκ μέρους ή για λογαριασμό της, κατά τον χρόνο έκδοσης τους. Τα ποσά που αφορούν οι πιο πάνω επιταγές συμποσούνται στις ΛΚ43.779,
- Στο Τεκμ. 34 δεν αναγράφονται οι επιταγές που έλαβε ως δικαιούχος και εξαργύρωσε ο Δημήτρης Βότσης (Εναγόμενος 5) και οι οποίες φέρουν την υπογραφή του Ρ. Λοϊζου, μόνον, ενώ κατά την ημερομηνία έκδοσης τους δεν ήταν εξουσιοδοτημένος από το Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγομένης 1 να υπογράφει εκ μέρους της και για λογαριασμό της. Οι εν λόγω επιταγές είναι η με αρ. 29601592 ημερ. 28.6.2002 για ΛΚ400, η με αρ. 29601593 ημερ. 28.6.2002 για ΛΚ200 και η 32442907 ημερ. 28.6.2002 για ΛΚ
- Επίσης δεν συμπεριλήφθηκε στο Τεκμ. 34 η επιταγή με αρ. 32442910 ημερ. 10.7.2002 για το ποσό των ΛΚ56,14 με δικαιούχο την Εναγομένη 3 που φέρει την υπογραφή του Ρ. Λοϊζου, μόνον, ενώ κατά την ημερομηνία έκδοσης της δεν ήταν εξουσιοδοτημένος από το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης 1 να υπογράφει εκ μέρους της και για λογαριασμό της. Οι πιο πάνω επιταγές εξαργυρώθηκαν από τους δικαιούχους. Αναφορικά με τα εμβάσματα (Τεκμ. 19) που δεν πιστώθηκαν στο επίδικο λογαριασμό και αφορούσαν, το πρώτο ημερ. 17.12.2002 το ποσό των €5.005,75 και το δεύτερο ημερ. 4.3.2003 €52.155,50 σεντ, η Εναγομένη 1 στις 28.11.2002 (Τεκμ. 16) έδωσε οδηγίες προς την Τράπεζα να μην πιστώνεται ο επίδικος λογαριασμός, ενώ για το πρώτον έμβασμα έδωσε οδηγίες (Τεκμ. 17) να πιστωθεί λογαριασμό της Εναγομένης 1 στη Λαϊκή Τράπεζα. Όσον αφορά τα εμβάσματα Τεκμ. Ω1 και Ω6 αποτελούν ζητήματα που δεν αποτελούν μέρος της δικογραφίας και η σχετική μαρτυρία δεν θα εξεταστεί. Είναι η θέση της Τράπεζας πως οι Εναγόμενοι 2,3 4 και 5 εμποδίζονται λόγω κωλύματος από το να αμφισβητούν τα ποσά που έχουν χρεωθεί στον επίδικο λογαριασμό της Εναγομένης 1, επειδή η Εναγομένη 1 δεν τα αμφισβήτησε και γιατί η Εναγομένη 1 απεδέχθη απόφαση. Θεωρώ πως η Εναγομένη 1 είχε κάθε δικαίωμα να επικυρώσει (ratify) τις πράξεις του Ρολάνδου Λοϊζου. Όμως δεν μπορεί να δεσμεύει τους εγγυητές. Πρώτον, γιατί τέτοιος ισχυρισμός δεν δικογραφείται στην απάντηση της Τράπεζας στην υπεράσπιση των εγγυητών όπως επιβάλλεται (βλ. το σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacob´s precedents of pleadings 12th ed. σελ. 1348 παρ. 1247 υπό τον τίτλο Reply alleging Ratification of Agent´s Authority) και δεύτερον, η επικύρωση εκ μέρους της Εναγομένης 1 έγινε όταν αυτή δέχθηκε απόφαση την 1.11.2006 ενώ οι Εναγόμενοι 2-5 ζήτησαν να απαλλαγούν των εγγυήσεων τους από τις 26.11.2002 (Τεκμ. 27) και η Τράπεζα με επιστολή της ημερ. 27.11.2002 (Τεκμ. 29) τους πληροφορούσε ότι θα εξακολουθήσει να τους θεωρεί υπεύθυνους για τις υφιστάμενες υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 προς την Τράπεζα. Η επίκληση του κωλύματος είναι επιτρεπτή όταν αυτό προκύπτει από τα γεγονότα. Η ρητή αναφορά σε κώλυμα στις γραπτές προτάσεις δεν είναι απαραίτητη (βλ. Φιλ. Ασφ. Εταιρεία Λτδ ν. Κ. Δημήτρη
(1999)1 ΑΑΔ 551, Γιαννάκης ν. Οργ. Χρημ. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1 ΑΑΔ 1522, 1528). Στην προκειμένη υπόθεση οι Εναγόμενοι 3 και 5 εμποδίζονται λόγω κωλύματος να αμφισβητούν την εξουσία της Τράπεζας να τιμήσει επιταγές που υπεγράφησαν από τον Ρολάνδο Λοϊζου χωρίς δεύτερη υπογραφή. Δεν μπορεί εφ' ενός να συγκατατίθενται στη πρακτική και αφετέρου να αποκηρύσσουν την εξουσία του Ρολάνδου Λοϊζου σε βλάβη ή ζημιά της Τράπεζας. Οι Εναγόμενοι 3 και 5 όπως είναι εύρημα μου εξαργύρωσαν ως δικαιούχοι επιταγές της Εναγομένης 1 που υπέγραψε ο Ρολάνδος Λοϊζος ενώ δεν ήταν εξουσιοδοτημένος (βλ. Λαϊκή Κυπρ. Τράπεζα Λτδ ν. Λ. Χαριλάου Λτδ κ.α. (πιο πάνω), London Intercontinental Trust Ltd v. Barclays Bank Ltd [1980] 1 Llοyds´ Rep. 241 και για μια ευρύτερη ανάλυση δέστε το σύγγραμμα Ellinger´s Modern Banking Law 4th ed. σελ. 442-449). Οι Εναγόμενοι 2 και 4 δικαιούνται λόγω της λανθασμένης πληρωμής των επιταγών που κατέγραψε η Μ.Υ.1 στο Τεκμ. 34 και που συμποσούνται στις ΛΚ43.779,85 σε αφαίρεση του εν λόγω ποσού από το οφειλόμενο (βλ. Τσιακλίδης ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 768). Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως ως ακολούθως: α) Εναντίον των Εναγομένων 2 και 4 για το ποσό των ΛΚ100.000 δηλαδή σε €170.861,31 μειωμένο κατά ΛΚ43.779,85 δηλαδή €74.802,82 πλέον τόκο προς 9% επί του εν λόγω ποσού από 27.4.04 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση των τόκων 2 φορές το χρόνο την 30/06 και 31/12 κάθε έτους. β) Εναντίον των Εναγομένων 3 και 5 για το ποσό των ΛΚ100.000 δηλαδή σε €170.861,31 πλέον τόκο προς 9% επί του εν λόγω ποσού από 27.4.04 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση των τόκων 2 φορές το χρόνο την 30/06 και 31/12 κάθε έτους. γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος του περιγραφομένου στη παράγραφο 5 της Εκθέσεως Απαιτήσεως προς ικανοποίηση της απαίτησης και εξόδων. Πλέον έξοδα τα οποία να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ................... Μ. Μαυρονικόλας, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο