FBME Bank Ltd ν. Seaforce Marine Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 1531/12 , 10/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1531/12 Μεταξύ: FBME Bank Ltd Ενάγουσα/Αιτήτρια -και-
- Seaforce Marine Limited
- Χαράλαμπος Μανώλη
- Interfleet Shipmanagement Limited
- Interfleet Shipmanagement Limited
- Acheon Akti Navigation Company Limited Εναγομένων/Καθ' ων η αίτηση - - - - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση ημερ. 9.4.2012 Συντηρητικό Διάταγμα ημερ. 10.4.2012 Ημερομηνία: 10 Ιουλίου, 2012 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια/Ενάγουσα: κ. Γεωργίου (κα Οικόνομου για ν' ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενους 2 και 4/Καθ' ων η αίτηση: κ. Γιωρκάτζης (κα Χαγιάνη για ν' ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενους 5/Καθ' ων η αίτηση: κ. Ε. Στυλιανίδης(κ. Α. Παντέχης για ν΄ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα τράπεζα αξιώνει εναντίον των εναγομένων απόφαση για ποσό $4.245.015,16 (ισότιμο σε €3.183.640,53) πλέον τους αναλογούντες τόκους από 2.3.12 μέχρι εξοφλήσεως ως υπόλοιπο οφειλόμενο δυνάμει συμφωνίας δανείου και/ή τραπεζικών διευκολύνσεων και πιστώσεων και/ή πρόσθετης ναυτιλιακής συμφωνίας. Επιζητείται πρόσθετα δήλωση του δικαστηρίου ότι η εναγόμενη 1 παράνομα και κατά παράβαση της γενικής συμφωνίας εκχώρησης αμέλησε και/ή αρνήθηκε να καταθέσει τα κέρδη από τη λειτουργία και/ή την εργασία του πλοίου με την ονομασία Sakhalin εις την ενάγουσα για την αποπληρωμή της οφειλής της εναγομένης
- Επιζητείται επίσης διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την εναγόμενη 1 να αποδώσει λογαριασμούς και/ή να καταθέσει και εκχωρήσει τα κέρδη από τη λειτουργία και την εργασία του ανωτέρω πλοίου. Ζητούνται επιπρόσθετα διατάγματα αποκάλυψης πληροφοριών και εγγράφων και διεκδικούνται αποζημιώσεις για ζημιές που προκλήθηκαν στην ενάγουσα συνεπεία δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των εναγομένων. Μετά την καταχώριση της μονομερούς επίδικης αίτησης με την οποία εζητείτο η έκδοση αριθμού διαταγμάτων εκδόθηκαν τα πιο κάτω διατάγματα ενώ για τα υπόλοιπα διατάχθηκε η επίδοση της αίτησης προς τους εναγομένους.
- Απαγορευτικό διάταγμα του Δικαστηρίου τύπου Mareva, το οποίο παγοποιεί ή/και δεσμεύει όλους τους λογαριασμούς ή/και καταθέσεις των εναγομένων-καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3, 4 και 5, στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, Ελληνική Τράπεζα Λτδ, στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, στην Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Λτδ, στην Universal Bank, στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, στην Berenberg Bank Hamburg είτε οι εν λόγω λογαριασμοί και καταθέσεις βρίσκονται στην Κύπρο είτε βρίσκονται εκτός Κύπρου μέχρι ποσού 4,500,000.00 USD (ισότιμο σε ευρώ 3,424,545.92) μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου ή/και μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό.
- Απαγορευτικό διάταγμα του Δικαστηρίου τύπου Mareva, το οποίο απαγορεύει ή/και παρεμποδίζει τους εναγόμενος-καθ'ων η αίτηση 1, 2, 3, 4 και 5 προσωπικά ή/και μέσω αντιπροσώπων του ή/και υπηρετών ή/και υπαλλήλων, ή/και προσώπων ή/και εταιρειών που ενεργούν ως αχυράνθρωποι των, από του να πωλήσουν ή/και δωρίσουν, ή/και υποθηκεύσουν ή/και μεταβιβάσουν ή/και με οποιονδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσουν ή και επιβαρύνουν το μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας Briarwood Corporation εκ Παναμά μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου ή/και μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό. Τα γεγονότα που στήριζαν την αίτηση προσφέρθηκαν με την ένορκη δήλωση της Έλλης Πολυκάρπου η οποία εργάζεται ως βοηθός διευθύντρια στο τμήμα πιστώσεων της ενάγουσας τράπεζας η οποία είναι ξένη εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Η ενάγουσα ασκεί και διεξάγει τραπεζικές δραστηριότητες που περιλαμβάνουν την παροχή χρηματοδότησης και άλλες τραπεζικές διευκολύνσεις. Στις 4.10.2011 η ενάγουσα αποδέχθηκε αίτηση της εναγόμενης 1 για την παροχή τραπεζικής διευκόλυνσης του ποσού των $4.000.000 για να το χρησιμοποιήσει για εν μέρει χρηματοδότηση της αγοράς του πλοίου με την ονομασία Μ/V Sakhalin, σημαίας του Μπελίζ. Η εν λόγω επιστολή υπογραφόταν από την εναγόμενη 1 και τον εναγόμενο 2 προσωπικά και υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή της εναγόμενης 1 και συνοδευόταν με περαιτέρω έγγραφα που περιλάμβαναν τους όρους δανειοδότησης (Master Credit Terms and conditions) (Μ.C.T.C.) και την πρόσθετη ναυτιλιακή συμφωνία (Addendum) (Τεκμήριο 1) όλα τα έγγραφα). Ο εναγόμενος 2 είχε επίσης συμφωνήσει να εγγυηθεί τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 και να παρέχει εξασφαλίσεις στην ενάγουσα συνάπτοντας τη συμφωνία εξασφάλισης μετοχών μεταξύ του ιδίου και της ενάγουσας ημερ. 4.10.11 (shares security deed) (Τεκμήριο 2) για την εξασφάλιση των υποχρεώσεων και των ευθυνών της εναγόμενης 1 προς την ενάγουσα στα πλαίσια της τραπεζικής διευκόλυνσης. Σύμφωνα με τη συμφωνία εξασφάλισης μετοχών ο εναγόμενος 2 εκχώρησε όλα τα δικαιώματα και τα συμφέροντα του μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης 1 προς όφελος της ενάγουσας. (Τεκμήριο 2 Α). Δεσμεύθηκε επίσης να καταβάλει όλα τα οφειλόμενα ποσά για την αποπληρωμή της τραπεζικής διευκόλυνσης προς την ενάγουσα. Πέραν των ανωτέρω εγγράφων η επιστολή τραπεζικής διευκόλυνσης απαιτούσε τη σύναψη περαιτέρω εγγράφων για την ασφάλεια αποπληρωμής του δανείου και για την τήρηση των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 και ως εκ τούτου υπογράφτηκαν τα πιο κάτω έγγραφα:
- Εγγραφή πρώτης σε σειρά υποθήκης επί του πλοίου Sakhalin προς όφελος της ενάγουσας μαζί με τη συμφωνία η οποία καταρτίστηκε μεταξύ της εναγόμενης 1 και της ενάγουσας. (Τεκμήριο 4).
- Συμφωνία γενικής εκχώρησης (general assignment) μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 1 σύμφωνα με την οποία όλα τα χρήματα που καταβάλλονται στην εναγόμενη 1 από τη χρήση και λειτουργία του πλοίου Sakhalin θα εκχωρούνταν με πλήρη δικαίωμα ως προς τον τίτλο στην ενάγουσα. (Τεκμήριο 5).
- Επιστολή συμψηφισμού των πιστωτικών υπολοίπων που έδωσε η εναγόμενη 1 προς όφελος της ενάγουσας. (Τεκμήριο 6).
- Η ομού και κεχωρισμένως συμφωνία ανάληψης ευθύνης διευθυντή (manager undertaking) μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 3 και της εναγόμενης
- (Τεκμήριο 7). Δυνάμει περαιτέρω συμφωνιών η εναγόμενη 5 διορίστηκε από την εναγόμενη 1 ως διαχειρίστρια του πλοίου λόγω του ότι το πλοίο Sakhalin ενδέχετο να προσαράξει σε Τουρκικά λιμάνια. Οι συμφωνίες διαχείρισης του πλοίου κάτω από τις οποίες η Seaforce (Εναγόμενη 1) διόριζε την Interfleet ως διαχειριστή του πλοίου και η Interfleet διόριζε την Acheon Akti (Εναγόμενη 5) ως υποδιαχειριστή συνήφθηκαν στις 12 Σεπτεμβρίου 11 (Τεκμήριο 10 και 11) (Ship Managements Agreements). Έγιναν δε διευθετήσεις όπως οι εναγόμενοι 3 και 5 ενεργούν ως διευθυντές του πλοίου. Αποτέλεσμα της σύναψης όλων των ανωτέρω συμφωνιών ήταν η παραχώρηση από την ενάγουσα προς την εναγόμενη 1 του ποσού της διευκόλυνσης (Πιστοποιητικό εγγραφής υποθήκης του πλοίου Τεκμήριο 16). Οι εναγόμενοι όφειλαν να καταβάλουν το ποσό της διευκόλυνσης στους χρόνους και στις δόσεις που ορίζονταν στο χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής, ήτοι σε 35 ίσες μηνιαίες δόσεις των $83.335 περίπου, της πρώτης δόσης πληρωτέας ένα μήνα μετά την παραχώρηση της Διευκόλυνσης δηλαδή στις 5 Νοεμβρίου
- Το επιτόκιο καθορίσθηκε στο 12% ετησίως, με επιπλέον τόκο υπερημερίας 5% επί των τυχόν καθυστερημένων ποσών. Η εναγόμενη 1 παρέλειψε να καταβάλει την πρώτη δόση στις 5.11.11 και έτσι η παράβαση αυτή αποτελούσε σύμφωνα με τη ρήτρα 16.1 της συμφωνίας διευκόλυνσης συμβάν αθέτησης. Ο εναγόμενος 2, πληροφόρησε την ενόρκως δηλούντα (κα Πολυκάρπου) ότι θα καταβαλλόταν το εν λόγω ποσό εντός 15 ημερών. Η ενόρκως δηλούσα στις 24.11.11 ενημέρωσε τον εναγόμενο 2 πως η προθεσμία αποπληρωμής της επόμενης δόσης ήταν η 5η Δεκεμβρίου 2011 και ζήτησε από την εναγόμενη 1 την κάλυψη του ποσού. Αντ' αυτού, η εναγόμενη 1 παρέλειψε να καταβάλει και τη δεύτερη δόση του Δεκεμβρίου με τον αναλογούντα τόκο ύψους $39166,65 με αποτέλεσμα περαιτέρω παράβαση της ρήτρας 4.1 και την πρόκληση συμβάντος αθέτησης, σύμφωνα με τη ρήτρα 16.1 της M.C.T.C. Στη συνέχεια η ενάγουσα απέστειλε επιστολή ειδοποίησης 30 ημερών προς την εναγόμενη 1 στις 5.12.11, μετά τη λήψη της οποίας επικοινώνησε μαζί της ο εναγόμενος 2 και παρευρέθηκαν σε συνάντηση ο εναγόμενος 2, η κα Πολυκάρπου και ο κ. Κυριακίδης (αντιπρόεδρος της ενάγουσας) στα γραφεία της ενάγουσας στις 17.12.
- Σ' εκείνη τη συνάντηση, ο εναγόμενος 2 τους πληροφόρησε πως η καθυστέρηση της καταβολής των δύο δόσεων οφειλόταν σε αναπάντεχες καθυστερήσεις στη συλλογή πληρωμών από το φορτίο το οποίο μετέφερε το πλοίο Sakhalin και ότι υπολόγιζαν να λάβουν πληρωμές εντός 15 ημερών και το αργότερο μέχρι το τέλος του έτους του
- Η ενάγουσα αποδέχθηκε τις εξηγήσεις που δόθηκαν και ανέμενε την καταβολή των δόσεων. Παρά ταύτα, καθυστέρησε και η πληρωμή της 3ης δόσης της 5ης Ιανουαρίου
- Η ενάγουσα απέστειλε 2η επιστολή ειδοποίησης 60 ημερών (Τεκμήριο 19), στην οποία, όπως και στην πρώτη απαιτείτο η πληρωμή των δόσεων. Η μόνη πληρωμή που έγινε στο λογαριασμό της εναγόμενης 1 ήταν ποσό $1230,074 USD, στις 14.10.11 και το οποίο ήταν η επιστροφή από το πρώτο ταξίδι του Sakhalin και χρησιμοποιήθηκε αμέσως για να ικανοποιηθούν ορισμένες απαιτήσεις, όπως απαίτηση παροχής (supply claims) και μισθοδοσία του πληρώματος για τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβρη. Μετά τις πληρωμές των απαιτήσεων αυτών, μέρος της πληρωμής $1230,074 από το φορτίο, μεταφέρθηκε στην εναγόμενη 5 ήτοι ποσό $350,234 σε ένα λογαριασμό και ποσό $110,234 σε άλλο, ενώ το υπόλοιπο $540,234 καταβλήθηκε στην Interfleet Cyprus. Η ενάγουσα, δεν αντιλήφθηκε τότε ότι ήταν ύποπτες αυτές οι μεταφορές χρημάτων, διότι δεν είχε καταστεί ακόμη πληρωτέα η πρώτη δόση. Προσπάθειες για πληρωμή των καθυστερημένων δόσεων δεν ευώδωσαν. Παρά τις προς τούτο υποσχέσεις κατ' αρχάς των εναγομένων και παρά την λειτουργία του πλοίου και την είσπραξη χρημάτων από την εναγόμενη
- Οι παραβάσεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα την αποστολή επιστολής τερματισμού (Τεκμήριο 22) με την οποία απαιτείτο, όχι μόνο το καθυστερημένο ποσό αλλά ολόκληρο το παραχωρηθέν με την τραπεζική διευκόλυνση. Η εναγόμενη 5 όφειλε, ως διαχειρίστρια του πλοίου να καταβάλλει τα εισπραχθέντα ποσά από τις δραστηριότητες του πλοίου, τα οποία σύμφωνα με εκτιμήσεις της ενάγουσας, ανέρχονται στο ποσό των $2.000.
- Εν τέλει ο εναγόμενος 2 σε συνάντηση που είχε με εκπροσώπους της ενάγουσας την 1η Φεβρουαρίου 2012 τους πληροφόρησε για τη συσκότιση που αντιμετώπισε το Sakhalin, την προσπάθεια επισκευής του πλοίου εν πλω, τη ρυμούλκηση του πίσω στο Hong Kong και τη μεταγενέστερη σύλληψη του στο λιμάνι του Hong Kong. Αίτημα της ενάγουσας προς τον εναγόμενο 2 για διευθέτηση και πληρωμής έστω μέρους των οφειλομένων συνάντησε την άρνηση του με τη δικαιολογία ότι ήθελε να διατηρήσει καθαρή ταμειακή ροή για να πληρώσει οποιαδήποτε έξοδα θα προέκυπταν ως αποτέλεσμα της διάσωσης και σύλληψης του πλοίου μέχρι να αποπλεύσει από το Hong Kong. Μέχρι σήμερα κανένα ποσό δεν έχει καταβληθεί προς την ενάγουσα με αποτέλεσμα να παραβιάζεται η τραπεζική διευκόλυνση, η συμφωνία γενικής παραχώρησης και η συμφωνία εξασφάλισης των μετοχών. Έχει όμως η εναγόμενη 1 πληρώσει κάποια προστίματα ως αποτέλεσμα της ενέργειας της ενάγουσας να παγώσει τα αποθέματα στο λογαριασμό της εναγόμενης 1 που διατηρούσε στην ενάγουσα ύψους $8.355,
- Με την ίδια ένορκη δήλωση πληροφορείται το Δικαστήριο ότι: α. Το πλοίο Sakhalin κατά τη διάρκεια ταξιδιού του προς το Hong Kong στις 9 Iανουαρίου 2012 υπέστη ολοκληρωτική συσκότιση εν πλω λόγω αμέλειας του ηλεκτρολόγου. Δεδομένου ότι η μηχανή του πλοίου δεν μπορούσε να επαναλειτουργήσει τούτο διασώθηκε από την εταιρεία Five Oceans Salvage Consultants Limited (o διασώστης). Στις 17 Ιανουαρίου 2012 το πλοίο ρυμουλκήθηκε στο λιμάνι του Ηong Kong και κατά την άφιξη του στις 22 Ιανουαρίου 2012 συνελήφθη μετά από αγωγή που καταχωρήθηκε εναντίον του από την «Ajax Offshore Bankery Services Ltd» λόγω μη πληρωμής της προμήθειας καυσίμων ύψους $200.
- β. H «Αjax» αποτάθηκε στο ανώτερο δικαστήριο του Hong Kong για την έκδοση διατάγματος πλειστηριασμού του Sakhalin και διάταγμα πώλησης του το οποίο και δόθηκε στις 15 Μαρτίου
- H ενάγουσα εξασφάλισε άδεια από το δικαστήριo του Hong Kong να παρέμβει στις διαδικασίες της «Ajax» και έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της στο Hong Kong να προχωρήσουν με αγωγή ναυτοδικείου (in rem) εναντίον του Sakhalin για να αποδείξει την απαίτηση της η ενάγουσα έναντι της αξίας του πλοίου (τεκμήριο 27 αντίγραφο της αγωγής). Σύμφωνα με εκτιμήσεις οι οποίες ετοιμάστηκαν μετά από οδηγίες της ενάγουσας, η αξία του πλοίου καθορίζεται στα $2.600.
- H ενάγουσα ισχυρίζεται ότι από το εν λόγω ποσό στο οποίο εκτιμάται η αξία του πλοίου η ενάγουσα θα λάβει κάποιο ποσό αφού αφαιρεθούν αξιώσεις που έχουν προτεραιότητα έναντι του συμφέροντος της δηλαδή μεταξύ άλλων
(1)αξιώσεις για μισθούς πληρώματος οι οποίες ανέρχονται στα $211.336,29,
(2)έξοδα του δικαστικού κλητήρα και τα έξοδα σύλληψης τα οποία ξεπερνούν τα $200.000,
(3)καύσιμα για την διατήρηση του Sakhalin σε κατάσταση αγκύρωσης όπως αυτά έχουν ζητηθεί από τον δικαστικό κλητήρα και τα οποία ανέρχονται περίπου στα $130.000,
(4)η αξίωση του διασώστη η οποία ανέρχεται περίπου στα $800.000 (αντίγραφα εκτιμήσεων και αξιώσεων Τεκμήριο 27 Α). Είναι η θέση της ενάγουσας πως συνεπεία και των ανωτέρω αξιώσεων θα υποστεί ένα σημαντικό έλλειμμα κάτω από τα ποσά που τις οφείλονται δυνάμει της σύμβασης διευκόλυνσης και ενδεχομένως να μπορεί να ανακτήσει μόλις $1.258,663,
- Ένσταση καθ' ων η αίτηση Οι καθ' ων η αίτηση 2 και 4 εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο συνήγορο και οι εναγόμενοι 5 από άλλον, καταχώρησαν ένσταση με την οποία εγείρουν ευάριθμους λόγους για τους οποίους θεωρούν την αίτηση απορριπτέα. Οι λόγοι τούτοι μπορούν να κατηγοριοποιηθούν στους πιο κάτω:
- Το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να ακούσει και αποφασίσει την παρούσα αγωγή.
- Η καταχώρηση της ρηθείσας αγωγής συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου δεδομένου ότι η ενάγουσα έχει καταχωρήσει ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Hong Kong (High Court of the Hong Kong Special Administrative Region Court of First Instance) εναντίον των ιδιοκτητών και ή των ναυλωτών του πλοίου Sakhalin αξιώνοντας το ποσό των $4.000.000 δυνάμει της επιστολής τραπεζικής διευκόλυνσης (Facility letter) ημερ. 4.10.12 πλέον τόκο.
- H ενάγουσα δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και ή πληροφορίες και δεν προέβηκε σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη γεγονότων παραβαίνοντας την υποχρέωση της να ενεργεί με βάση την αρχή της μέγιστης καλής πίστης.
- Δεν έχει προσαχθεί ικανοποιητική μαρτυρία για ικανοποίηση της προϋπόθεσης του κατεπείγοντος για την έκδοση και/ή οριστικοποίηση του διατάγματος.
- Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση και συνέχιση ισχύος των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση και οριστικοποίηση των διαταγμάτων περιλαμβανομένου του διατάγματος μη αποξένωσης και/ή επιβάρυνσης του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας Briarwood Corporation ούτε οι προϋποθέσεις για έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal.
- Δεν δικαιολογείται η δέσμευση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του εναγόμενου
- Τους ίδιους λόγους ένστασης εγείρουν και οι καθ' ων η αίτηση
- Τα γεγονότα που στηρίζουν την ένσταση των καθ' ων η αίτηση 2 και 4 προσφέρονται μέσα από την ένορκο δήλωση του Αντώνη Χριστοφή, δικηγόρου, συνεργάτη του δικηγορικού γραφείου Α. Γιωρκάτζη ΔΕΠΕ ενώ τα γεγονότα για τους καθ' ων 5, προσφέρθηκαν με την ένορκη δήλωση του Αντρέα Ττοφή υπαλλήλου των καθ' ων η αίτηση
- Τα γεγονότα αμφοτέρων των ενόρκων δηλώσεων είναι τα ίδια με περισσότερες όμως λεπτομέρειες και στοιχεία στην ένορκο δήλωση του Χριστοφή γι' αυτό και δεν θα γίνει ξεχωριστή αναφορά αλλά θα αναφερθούν ενιαία. Τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις καλύπτουν κυρίως τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης για έλλειψη δικαιοδοσίας, κατάχρηση δικαιώματος και απόκρυψη στοιχείων τα οποία αναφέρονται κατωτέρω όταν εξετάζονται οι επιμέρους ενότητες γι' αυτό και δεν θα επαναληφθούν εδώ. Με την αγόρευση του συνηγόρου των αιτητών εγείρεται ζήτημα ως προς την ιδιότητα του ενόρκως δηλούντα που συνοδεύει την ένσταση των καθ' ων η αίτηση 2 και
- Ισχυρίζονται πως ο ενόρκως δηλών ο οποίος είναι δικηγόρος και συνεργάζεται με το δικηγορικό γραφείο Α. Γιωρκάτζη ΔΕΠΕ, δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και αναφέρει ότι προβαίνει ο ίδιος στην ένορκο δήλωση, διότι ούτε ο εναγόμενος 2 αλλά ούτε εκ των διευθυντών των εναγομένων 4 βρίσκεται στην Κύπρο, ενώ η επίδοση του διατάγματος έγινε προσωπικά στον εναγόμενο 2 στην Κύπρο. Υποδεικνύεται πως το πρόσωπο που ορκίζεται πρέπει να έχει προσωπική γνώση και επικαλούνται την απόφαση Αθ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Πολ. Έφεση 9670, ημερ. 10.7.
- Η ρηθείσα απόφαση αναφερόταν σε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης όπου απαιτείται όπως ο ενόρκως δηλών να μπορεί να ορκιστεί θετικά επί των γεγονότων. Στην κρινόμενη περίπτωση, ο ενόρκως δηλών αναφέρει την πηγή των πληροφοριών του και η ένορκος δήλωση περιλαμβάνει κυρίως τα νομικά σημεία επί των οποίων η ένσταση στηρίζεται. Ό, σα δε γεγονότα περιλαμβάνει, αυτά στηρίζουν λόγους ένστασης επί των νομικών θεμάτων και παραπέμπουν σε τεκμήρια που οι αιτητές καταχώρησαν. Επομένως κρίνεται πως μπορεί να γίνει αποδεκτή. (Δέστε και Lapertas Fisheries Ltd v. Πλοίου Sea Way 2 κ.α.
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. σελ. 757). Παραμένοντας στο θέμα των ενόρκων δηλώσεων πρέπει να αναφερθεί ότι και εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση προβάλλεται ως λόγος ένστασης ότι «η αίτηση της αιτήτριας είναι θνησιγενής και/ή εξ υπαρχής άκυρη με δεδομένο ότι η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει υπογράφηκε προ της καταχώρησης της.» Στην παράγραφο 37 της ένορκης δήλωσης Χριστοφή που υποστηρίζει την ένσταση των καθ΄ων, καταγράφεται πως «η ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση έγινε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και η οποία προφανώς στάλθηκε με την αίτηση στη Λεμεσό για καταχώρηση». Ο ρηθείς λόγος δεν αναπτύχθηκε με την αγόρευση και θεωρώ ότι εγκαταλείφθηκε. Παρά ταύτα, επισημαίνεται πως: Η ένορκη δήλωση φέρει ημερ. 5.4.
- δηλαδή ίδια ημερομηνία με την καταχώρηση της αγωγής και της επίδικης αίτησης. Το γεγονός ότι φέρεται να ορκίστηκε στο Δικαστήριο Λευκωσίας και τοιουτοτρόπως να προηγήθηκε της καταχώρησης της αίτησης η οποία έγινε στη Λεμεσό, ο χρόνος που μεσολάβησε, είναι άγνωστος, και ενδεχομένως να απέχει από το χρόνο καταχώρισης της αίτησης, όσο χρόνο απαιτείται για κάλυψη της απόστασης Λευκωσίας-Λεμεσού. Δηλαδή χρόνος που δεν αξίζει να σχολιάζεται ως προγενέστερος της καταχώρησης σε σημείο που να επηρεάζει την αίτηση. Πέραν τούτου, η οποιαδήποτε επίπτωση τυχόν να υπήρχε, άρθηκε και θεραπεύτηκε αφού όταν το Δικαστήριο επιλήφθηκε της αίτησης και εξέδωσε το συντηρητικό διάταγμα, είχε ενώπιον του μεταφρασμένη ένορκη δήλωση ημερ. 10.4.
- (δέστε Stavros Hotels Aprts Ltd κ.α. (αρ.2)
(1994)1 ΑΑΔ 836). Δικαιοδοσία Εγείρεται ως πρώτο θέμα προς εξέταση αυτό της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Οι συνήγοροι των καθ' ων προβάλλουν έλλειψη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και θεωρούν πως η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στη Δικαιοδοσία του Ναυτοδικείου. Αναφέρουν προς υποστήριξη της θέσης τους πως: Προϋπόθεση για την παραχώρηση της Τραπεζικής Διευκόλυνσης ήταν όπως οι εναγόμενοι 1 εκτελέσουν παραδώσουν και εγγράψουν επί όλων των μετοχών του πλοίου Sakhalin υποθήκη πρώτης προτεραιότητας (First Preferred Belize Ship Mortgage), υποχρέωση την οποίαν και εκπλήρωσαν. Συνεπώς, ισχυρίζονται η αξίωση της ενάγουσας αφορά ναυτική αξίωση σε σχέση με υποθήκη ή επιβάρυνση επί πλοίου ή μετοχής αυτού, και έπρεπε να επιδιωχθεί είτε με αγωγή κατά πράγματος (in rem) είτε με αγωγή κατά προσώπου (in personam) είτε με μικτή αγωγή. Υποδεικνύουν δε πως το κλητήριο ένταλμα (Τεκμήριο 27 στην ένορκη δήλωση της κας Πολυκάρπου) που καταχώρησαν στη διαδικασία στο Hong Kong, αναφέρει μεταξύ άλλων πως η αξίωση βασίζεται στη συμφωνία δανείου, στη Ναυτική Συμφωνία και στην υποθήκη επί του πλοίου, η οποία δόθηκε ως εγγύηση για τις υποχρεώσεις των εναγομένων. Απ' την αντίπερα όχθη ο συνήγορος της ενάγουσας υπεραμύνεται της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου και υποδεικνύει πως η αξίωση της ενάγουσας πηγάζει από την παραχώρηση τραπεζικής διευκόλυνσης και από την αθέτηση των όρων αυτής. Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός πως «οι καθ' ων η αίτηση υπέβαλαν τους εαυτούς τους στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου» λαμβάνοντας μέρος στη δικαιοδοσία. Σε σχέση με την τελευταία αναφορά θα πρέπει να υπομνησθεί πως το θέμα δικαιοδοσίας, ως θέμα δημοσίου συμφέροντος μπορεί να εγερθεί αυταπάγγελτα από το ίδιο το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο και μπορεί να εγερθεί και από τους ίδιους τους διαδίκους ακόμη και κατ' έφεση. (Lapertas Fisheries Ltd v. Πλοίου Sea Way κ.α.
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 953, East Med Continental Line S.A. v. Bratulesti Shipping Company Limited
(2000)1 A.A.Δ. 842). Συνεπώς δεν τίθεται θέμα υπαγωγής οιουδήποτε σε δικαιοδοσία Δικαστηρίου, ούτε η άνευ όρων εμφάνιση διαδίκου σε αναρμόδιο Δικαστήριο θα το καταστήσει αρμόδιο. Πέραν τούτου, υπενθυμίζεται πως οι καθ' ων 2 και 4 καταχώρησαν υπό όρον Σημείωμα Εμφάνισης και δήλωσαν κατά την πρώτη ενώπιον του Δικαστηρίου εμφάνιση τους, ότι αυτή γίνεται αποκλειστικά για σκοπούς της ενδιάμεσης θεραπείας και πως η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αμφισβητείται. Τα άρθρα 19(α) και 29(α) του περί Δικαστηρίων Ν. 14/60, παρέχουν εξουσίες και υποβάλλουν διαφορές προς εκδίκαση στο Ναυτοδικείο Κύπρου και υιοθετείται η δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας σε θέματα Ναυτοδικείου. Οι αξιώσεις και διαφορές τις οποίες το Ναυτοδικείου εξετάζει, περιορίζονται σε εκείνες που καθορίζονται από το Administration of Justice Act, 1956. Αποκλειστικό μέσο διάγνωσης των δικαιοδοτικών ζητημάτων και στοιχειοθέτησης των προϋποθέσεων για ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας, αποτελούν οι έγγραφες προτάσεις και ειδικότερα η έκθεση απαίτησης. Στην κρινόμενη περίπτωση, το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και η ένορκη δήλωση η οποία υπέχει θέση εκθέσεως απαιτήσεως (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 (Β) ΑΑΔ 598). Οι αξιώσεις που εγείρονται και επιζητούνται στην κρινόμενη περίπτωση, αφορούν αποκλειστικά τη συμφωνία διευκόλυνσης και την ανάκτηση του οφειλόμενου ποσού. Δεν επιζητείται οτιδήποτε ούτε αξιώνεται κάποια θεραπεία σε σχέση και αναφορικά με την υποθήκη επί του πλοίου. Το λεκτικό της σχετικής διάταξης In respect of a mortgage είναι πιστεύω σαφές. Αναμφίβολα, η επιδίωξη πώλησης και εκποίησης του πλοίου θα οδηγείτο στη δικαιοδοσία του Ναυτοδικείου. Όμως, όπως είναι διατυπωμένη η αξιούμενη θεραπεία, προσδίδει στο Επαρχιακό Δικαστήριο δικαιοδοσία. Το Administration Justice Act δεν προσδίδει δικαιοδοσία στο Ναυτοδικείου, για κάθε διαφορά που σχετίζεται με πλοίο. Σε υπόθεση, όπου η διαφορά αφορούσε ναύλωση πλοίου και μεταφορά φορτίου είχε εγερθεί αγωγή στο Ναυτοδικείο στην Αγγλία. Εκεί μετά από κάποιο συμβιβασμό η αγωγή απορρίφθηκε αφού πληρώθηκε μέρος του τιμήματος. Ακολούθησε αγωγή στο Ναυτοδικείο Κύπρου για το υπόλοιπο του τιμήματος, πλην όμως κρίθηκε πως η αγωγή βασιζόταν πλέον στη συμφωνία που έγινε για είσπραξη χρέους και ξέφευγε της δικαιοδοσίας του Ναυτοδικείου. (East Med Continental Line S.A. v. Bratulesti Shipping Company Limited
(200)1 A.A.Δ. 842. Στην υπόθεση έγινε μνεία της απόφασης Caspi Ship Ltd v. Προϊόντος Πώλησης του πλοίου «SAPPHIRE SEAS"
(1998)1 Α.Α.Δ. 1015, στην οποία αγωγή αξιώνετο εκτέλεση απόφασης που εκδόθηκε σε διαιτησία στην οποία παραπέμφθηκαν οι διαφορές των μερών βάσει ναυλοσυμφώνου και αποφασίστηκε πως το Ναυτοδικείο είχε δικαιοδοσία εκδίκαση της. Η απόφαση «East» την διαφοροποίησε, αφού στη Caspi η διαιτητική απόφαση ήταν αναπόσπαστη από το ναυλοσύμφωνο. Διαπιστώνεται πως αυτό που έχει σημασία και αποτελεί την ειδοποιό διαφορά για παραπομπή σε Ναυτοδικείο, είναι οι αξιώσεις να προκύπτουν και να έχουν άμεση σχέση με πλοίο, όπως βέβαια καθορίζονται στο Administration of Justice Act του 1956. Σημειώνεται πως εδώ, όπως έχει αναφερθεί, το πλοίο έχει πωληθεί στα πλαίσια της αγωγής που καταχωρήθηκε στο Hong Kong. Δεν υπάρχει επομένως θέμα εκποίησης της υποθήκης επί του πλοίου, ούτε επιζητείται ανάκτηση ποσού από το εκπληστηρίασμα. Η αγωγή στρέφεται εναντίον των εναγομένων που συνήψαν ή εγγυήθηκαν τη σύμβαση δανείου και δικαιοδοτικό πλαίσιο αυτής, αποτελεί τούτη η σύμβαση (δέστε Admiralty Jurisdiction and Practice, 2nd edition του Nigel Μeeson, σελ. 36-37 και 304 και επ.). Μη αποκάλυψη Ένας από τους λόγους ένστασης άπτεται και εγείρει θέμα μη αποκάλυψης από μέρους των αιτητών όλων των ουσιωδών γεγονότων. Αναφέρεται συναφώς στην παράγραφο 23 της ένορκης δήλωση Χριστοφή (με ανάλογο περιεχόμενο στην ένορκη δήλωση του Α. Ττοφή): «. οι ενάγοντες είχαν υποχρέωση να υποδείξουν στο Δικαστήριο ότι στην βάση των συμφωνιών που έχουν υπογραφεί για την παροχή δανείου στους εναγόμενους 1 περιέχεται όρος που παρέχει την δυνατότητα στην ενάγουσα να παραπέμψει οποιαδήποτε διαφορά σε διαιτησία σύμφωνα με τους κανόνες διαιτησίας του International Chamber of Commerce και σε τέτοια περίπτωση οι συμβαλλόμενοι ανέκκλητα συμφωνούν για την επίλυση διαφοράς με διαιτησία αναστέλλοντας ταυτόχρονα κάθε δικαστική διαδικασία άλλη από την δικαστική διαδικασία που γίνετε προς υποστήριξη (in support) της διαιτησίας». Αναπτύσσοντας το θέμα τούτο, ο συνήγορος των καθ' ων έχει προβεί σε μια εκτενή αναφορά και ανάλυση της νομολογίας που διέπει το θέμα. Παρέπεμψε το Δικαστήριο στη Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd εισηγούμενος πως η ορθή διάσταση της υποχρέωσης πλήρους αποκάλυψης αναπτύχθηκε στην ανωτέρω απόφαση, παραθέτοντας εκτενές απόσπασμα από τη ρηθείσα απόφαση. Παρέπεμψε επίσης στο κάτωθι απόσπασμα από το σύγγραμμα Gee & Andrews "Mareva Injunction: Law and Practice: «Even if a plaintiff acts with the utmost faith if he has omitted to disclose material which objectively would or reasonable could be regarded as relevant it is no excuse for him to say he was genuinely unaware or did not believe the facts were relevant or important.» Από την αντίπερα όχθη ο συνήγορος των αιτητών υποδεικνύει πως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια, παρ' όλη την μη απόδειξη «ουσιαστικής» μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στη μονομερή αίτηση, να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους (CTO Public Company Ltd κ.ά. v. BAT (Cyprus) Ltd κ.ά., Πολ. Εφ. 203/09, ημερ. 16.2.2012). Η αρχή της αποκάλυψης όλων των απαραίτητων για την κρίση της υπόθεσης στοιχείων τονίζει ότι πρέπει να προσφέρονται και αποκαλύπτονται στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται και εκδίδει διάταγμα κατόπιν μονομερούς αίτησης, χωρίς να ακούσει τον άλλο διάδικο. Και αυτό γιατί στο αρχικό στάδιο, το Δικαστήριο κατά παρέκκλιση της αρχής "Audi alteram partem" ή επί το ελληνικότερον «μηδένα δικάσεις πριν αμφί μύθον ακούσεις», όπου ακούει τον ένα μόνο των διαδίκων, επιβάλλεται η αποκάλυψη των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να επηρεάσουν την απόφαση. Ο επιτακτικός χαρακτήρας της υποχρέωσης αυτής, προσδίδει δικαίωμα στο Δικαστήριο, να ελέγξει και να εξετάσει από μόνο του, έχοντας υπόψη τις ένορκες δηλώσεις την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής. (Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 AAΔ, 734) Όπως εύστοχα τονίστηκε από το Εφετείο στην απόφαση του στην υπόθεση The Timberland Co of U.S.A. v. Evans & Sons Ltd ν. Άλλων
(1988)1 (Β) Α.Α.Δ. 1179, η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση του διατάγματος το οποίο έχει εκδοθεί μετά από μονομερή αίτηση και το καθιστά ακυρωτέο. Παρατίθεται σχετικό απόσπασμα της απόφασης: «..Στην απόφαση του, το πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση μας της Ολομέλειας στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.α. Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90, 30/5/96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά˙ διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.α. (ανωτέρω) σελ.
- «Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας, για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Οι ενάγοντες-αιτητές δεν έχουν αμφισβητήσει την ύπαρξη της ρήτρας διαιτησίας. Δεν θα μπορούσε εξάλλου να τύχει αμφισβήτησης, αφού διαπιστώνεται η ύπαρξη της στο Τεκμήριο
- Γεγονός αποτελεί ότι οι αιτητές προσπάθησαν να θέσουν πλείστα όσα γεγονότα στο Δικαστήριο και όσα πίστευαν πως ήταν απαραίτητο να θέσουν. Το καθήκον πλήρους αποκάλυψης το αναγνωρίζουν με την παράγραφο 38 της ένορκης δήλωσης της Ε. Πολυκάρπου και ακολουθεί στις παραγράφους 39 μέχρι 42, η παράθεση και αποκάλυψη των γεγονότων της σύλληψης του πλοίου και της διαδικασίας και αγωγής που ακολούθως καταχωρήθηκε στο Hong Kong. Σε ξεχωριστό κεφάλαιο, στην παράγραφο 49 αναπτύσσουν το θέμα της Δικαιοδοσίας, εκφράζοντας τη γνώμη ότι η Κύπρος αποτελεί το κατάλληλο και αρμόδιο Δικαστήριο για την έγερση της παρούσας διαδικασίας διότι οι εναγόμενες 4 και 5 όπως και ο εναγόμενος 2, έχουν τα εγγεγραμμένα γραφεία τους και διαμένουν στην Κύπρο, αντίστοιχα. Αναφέρει περαιτέρω ότι στη σύμβαση διευκόλυνσης τα μέρη συμφώνησαν ότι τα Δικαστήρια της Κύπρου έχουν δικαιοδοσία να επιλύσουν τις διαφορές σχετικά με τις συμβατικές και μη υποχρεώσεις που πηγάζουν από τα έγγραφα που έχουν υπογράψει. Διαπιστώνεται πως παρά την αναφορά στην ύπαρξη των ρητρών αυτών, αποφεύγεται και παραλείπεται η αναφορά σε ρήτρα διαιτησίας. Έχω μελετήσει το σχετικό Τεκμήριο
- Η αναφορά σε δικαιοδοσία περιέχεται στο έγγραφο με τον τίτλο Master Credit Terms & Condition (όπως ανωτέρω αποκαλείται MCTC). Ο όρος 24.2 με την επιφύλαξη του όρου 24.3 προνοεί πως τα Δικαστήρια της Κύπρου έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία για επίλυση κάθε διαφοράς που θα προκύψει αναφορικά με τη συμφωνία δανείου. Τα μέρη εκφράζουν επίσης στον όρο (β) του 24.2, τη συμφωνία τους πως τα Κυπριακά Δικαστήρια αποτελούν τα πλέον αρμόδια και συνακόλουθα δηλώνουν πως κανένα μέρος δεν θα επικαλεστεί το αντίθετο. Με τον όρο 24.3, τον επίμαχο, παρά την ύπαρξη του όρου 24.2 παρέχεται στην ενάγουσα εντός της αποκλειστικής της ευχέρειας να παραπέμψει οποιαδήποτε διαφορά σε διαιτησία σύμφωνα με τους κανόνες διαιτησίας του International Chamber of Commerce. Σε τέτοια περίπτωση οι συμβαλλόμενοι, ανέκκλητα συμφωνούν για την επίλυση διαφορών με διαιτησία αναστέλλοντας ταυτόχρονα κάθε δικαστική διαδικασία, εκτός εκείνης που λαμβάνει χώρα προς υποστήριξη (in support) της διαιτησίας. Είναι επομένως σαφές πως η παρούσα περίπτωση, διαφοροποιείται από τις περιπτώσεις που υπάρχει συμφωνία των μερών για παραπομπή των διαφορών σε διαιτησία. Στην κρινόμενη περίπτωση τα μέρη αναγνωρίζουν και αποδέχονται την υπαγωγή των διαφορών στα Κυπριακά Δικαστήρια και παρέχεται μονομερώς, δικαίωμα στην ενάγουσα, να στραφεί σε διαιτησία. Συνεπώς, τίποτε δεν έπραξε η ενάγουσα αντίθετα με τα συμφωνηθέντα ώστε να απαιτείται αποκάλυψη. Κρίνω σκόπιμο να μην σχολιάσω σ' αυτή την ενότητα, τους ισχυρισμούς των καθ' ων που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 19 του κ. Χριστοφή δεδομένου πως με την αγόρευση των καθ' ων 2 και 4 αναπτύχθηκε ως γεγονός μη αποκάλυψης μόνο η ρήτρα διαιτησίας, ενώ οι ισχυρισμοί της παραγράφου 19 που χαρακτηρίζονται ως παραπλανητικοί από τους καθ' ων, αναπτύχθηκαν από τους τελευταίους ως λόγοι που καταδείκνυαν την μη ύπαρξη κατεπείγοντος στην έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος. Κατάχρηση διαδικασίας Σχετικές με το θέμα τούτο είναι οι παράγραφοι 13-16 της ένορκης δήλωσης Χριστοφή, όπου παρατίθενται τα πιο κάτω γεγονότα: «
- Όπως προκύπτει από τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 42 της Ένορκης Δήλωσης της Έλλης Πολυκάρπου ημερομηνίας 5.4.2012 και τα επ' αυτής Τεκμήρια 27 και 29Β η Ενάγουσα εξασφάλισε άδεια από το High Court of the Hong Kong Special Administrative Region First Instance να παρέμβει στην διαδικασία που άρχισε μετά από αγωγή εταιρείας AJAX OFFSHORE BUNKERING SERVICES LTD εναντίον του πλοίου «SAKHALIN» και των ιδιοκτητών του και/ή των ναυλωτών (Demise Charterers) του.
- Η Ενάγουσα την 1.3.2012 καταχώρησε την αγωγή Ναυτοδικαίου 37 του 2012 με την οποία αξιώνει έναντι των ιδιοκτητών του πλοίου «SAKHALIN», των ιδιοκτητών του και/ή των ναυλωτών του το ποσό των 4.000.000 δολαρίων Αμερικής δυνάμει
- Η πιο πάνω Αγωγή Ναυτοδικείου 37 του 2012 του Hong Kong εξακολουθεί να εκκρεμεί ενώπιον του High Court of the Hong Kong Special Administrative Region First Instance ενώ το πλοίο «SAKHALIN» έχει πωληθεί σε δημόσιο πλειστηριασμό στις 3.5.2012 στην τιμή των 3.900.000 δολαρίων Αμερικής ενώ τα επ' αυτού καύσιμα 199.800 δολάρια Αμερικής ποσά τα οποία έχουν κατατεθεί στο High Court of the Hong Kong Special Administrative Region First Instance.
- Είναι εμφανές ότι η Ενάγουσα επιδιώκει με παράλληλα ένδικα μέσα την επίτευξη του ιδίου στόχου γεγονός που συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και η προσπάθεια εξασφάλισης των αιτούμενων διαταγμάτων με την αίτηση ημερομηνίας 5.4.2012 αλλά και η οριστικοποίηση των ήδη εκδοθέν διαταγμάτων ημερομηνίας 10.4.2012 είναι κακόπιστη και καταχρηστική (oppressive and vexatious).» Στη γραπτή αγόρευση των καθ' ων η αίτηση γίνεται εκτενής αναφορά σε σχετική επί του θέματα νομολογία. Υπογραμμίζουν πως η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να ελέγχει αν συγκεκριμένη διαδικασία αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας και να απορρίπτει την καταχρηστική αγωγή έχει εδώ και πολλά χρόνια αναγνωριστεί στην Αγγλία (βλ. Lawrance v. Norreys
(1890)15 App. Cas. 219, Hardy v. Elphic
(1973)1 All ER 914, Metropolitan Bank v. Pooley
(1885)10 App. C. 210, Hunter v. Chief Constable of West Midlands and Another
(1981)3 All ER 727). Υποδεικνύουν πως από τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα είναι προφανές ότι η ταυτόχρονη ύπαρξη και προώθηση της ανωτέρω αγωγής και της αγωγής αρ. 37/2012 ενώπιον του High Court of the Hong Kong Special Administrative Region First Instance συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου με δεδομένο ότι προέρχεται από την ίδια ενάγουσα για τα ίδια επίδικα θέματα στρεφόμενη εναντίον των ιδιοκτητών του πλοίου SAKHALIN, δηλαδή του εναγόμενου 1 στην παρούσα διαδικασία. Το γεγονός, συνεχίζει η εισήγηση, ότι η αγωγή στο Hong Kong είναι αγωγή in rem ενώ η παρούσα αγωγή είναι αγωγή in personam δεν συνιστά στοιχείο που δικαιολογεί προώθηση δύο ξεχωριστών διαδικασιών. Είναι δεδομένο ότι θα μπορούσαν το σύνολο των θεμάτων που εγείρονται από την ενάγουσα στην παρούσα διαδικασία να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου του Hong Kong με την περίληψη ως εναγομένων των εναγομένων 2, 3, 4 και 5 της παρούσας διαδικασίας. Επισημαίνεται πως η ύπαρξη παράλληλων διαδικασιών εμπεριέχει τον κίνδυνο έκδοσης από τα Δικαστήρια αντιφατικών αποφάσεων και ταυτόχρονα δημιουργεί τον κίνδυνο δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων, κατά τρόπο καταπιεστικό για τους εναγόμενους που θα πρέπει να παράσχουν πολλαπλάσια ασφάλεια για την αξίωση ενώπιον διαφορετικών Δικαστηρίων. Σε απάντηση των ανωτέρω ισχυρισμών, ο συνήγορος της ενάγουσας προτάσσει πως η παρούσα αγωγή βασίζεται και επικεντρώνεται στη Τραπεζική Διευκόλυνση και στην παράβαση αυτής, ενώ η αγωγή στο Ηοng Kong είναι αγωγή Ναυτοδικείου εναντίον του πλοίου SAKHALIN και όχι των καθ' ων η αίτηση/εναγομένων στην παρούσα διαδικασία, εισηγείται πως πρόκειται για δύο εντελώς ανεξάρτητα και διαφορετικά δικονομικά μέτρα και διαδικασίες με τις οποίες ζητείται η επίλυση ζωτικών θεμάτων και οι οποίες διαδικασίες γίνονται σε διαφορετικές δικαιοδοσίες, αυτή της Κύπρου και του Hong Kong. Συνεπώς, καταλήγει, η παρεμπόδιση ενός προσώπου, εδώ της ενάγουσας, να προσφύγει στο Δικαστήριο παραβαίνει Συνταγματικά του δικαιώματα. Προωθεί επίσης την εισήγηση, πως δεν αποτελεί το κατάλληλο στάδιο για επίλυση τούτου του θέματος αλλά το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει για τις προϋποθέσεις έκδοσης και συνέχισης ισχύος του διατάγματος. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή πως η επιδίωξη ομοίων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο καθώς έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η χρήση διαφορετικών ένδικων μέσων για επιδίωξη παρόμοιου σκοπού αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Στην Beogradska BP
(1996)1 ΑΑΔ 211, σελ. 917 διατυπώθηκαν τα κάτωθι: Η κλασική διατύπωση των αρχών που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του δικαστηρίου έχει γίνει στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Στην Περέλλα (πιο πάνω) έγινε αναφορά στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, στην οποία αποφασίστηκε ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα αγγλικά δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής δικαιοδοσίας. Αποφασίστηκε, επίσης, ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές, και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου υιοθέτησε την ίδια προσέγγιση στην Re Αρχιεπίσκοπος Κύπρου
(1993)1 C.L.R. 248. Αποφάσισε ότι: «. Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου .» Παρόμοιες θέσεις είχαν διατυπωθεί και σε προγενέστερες αποφάσεις του Εφετείου (βλ. Re Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (Αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 361, Τρύφωνος ν. Επίσημου Παραλήπτη κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 706, καθώς και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου με μονομελή σύνθεση (βλ. Re Ηλίας Ηλία (Αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 786. Η σύμφυτη δικαιοδοσία του δικαστηρίου να απορρίπτει αγωγές οι οποίες αποτελούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας έχει αναγνωστεί στην Αγγλία από τα πολύ παλιά χρόνια. Στην Lawrance v. Norreys
(1980)15 App. Cas. 210, 219 το ζήτημα τέθηκε ως πιο κάτω: "It cannot be doubted that the Court has an inherent jurisdiction to dismiss an action which is an abuse of the process of the Court. It is a jurisdiction which ought to be very sparingly exercised, and only in very exceptional cases". Μετάφραση στα ελληνικά: «Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη δικαιοδοσία να απορρίψει μια αγωγή η οποία αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής δικαιοδοσίας. Είναι μια δικαιοδοσία που πρέπει να ασκείται πολύ φειδωλά και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (βλ. και Hardy v. Elphick
(1973)1 All E.R. 914, 918).» Έχοντας μελετήσει τις αρχές που τίθενται με τις ανωτέρω αποφάσεις, και το δραστικό αποτέλεσμα του θέματος, θεωρώ, πρόωρο, σε τούτο το στάδιο κατά το οποίο δεν έχουν ολοκληρωθεί οι έγγραφες προτάσεις να αποφασιστεί το θέμα. Επισημαίνεται όμως πως: Από το Τεκμήριο 27 στην Ε/Δ Πολυκάρπου, που είναι φωτοαντίγραφο Κλητηρίου Εντάλματος, παρουσιάζεται ως βάση αγωγής η υποθήκη επί του πλοίου, η οποία δόθηκε ως ασφάλεια της επίδικης σύμβασης δανείου. Και η αγωγή στρέφεται εναντίον του ιδιοκτήτη του πλοίου/εναγομένων 1. Στην κρινόμενη αγωγή, διάδικοι/εναγόμενοι είναι πέραν των Εναγόμενων 1 και άλλα 4 πρόσωπα (φυσικά και νομικά) με βάση αγωγής και την σύμβαση δανείου αλλά και ισχυριζόμενη πράξη απάτης και δόλου (Avila Management κ.α. ν. Frantisek Stepanek, Πολ. Εφ. 54/2012, ημερ. 27.6.12). Συνεπώς εκ πρώτης όψεως, στο πρώιμο αυτό στάδιο, κρίνεται πως το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει με την εξέταση των επίδικων θεμάτων. Κατεπείγον Έχει νομολογιακά καθιερωθεί πως η έκδοση προσωρινού διατάγματος ex parte, συνιστά εξαιρετικό μέτρο, εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί. Στην απόφαση Resola (ανωτέρω) το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ακυρώθηκε, μετά την διαπίστωση ότι δεν έχει καταδειχθεί το επείγον. Σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (τις οποίες επικαλέστηκε και ο συνήγορος των Καθ'ων) εκφράζεται η ανησυχία του για το φαινόμενο της μονομερούς έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος. Λέχθηκε στην αίτηση της εταιρείας Quantum Telecommunications Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 901: «Η έκδοση διατάγματος ex parte δεν πρέπει να είναι ο κανόνας και ούτε καν το σύνηθες αλλά ούτε και η εξαίρεση, παρά μόνο η σπάνια εξαίρεση. Και τούτο διότι όχι μόνο, στο επίπεδο αρχών, συνιστά παρέκκλιση (αναγκαία όντως σε πολύ ειδικές περιπτώσεις) από τον κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, αλλά και διότι, στο επίπεδο της εύρυθμης απονομής της δικαιοσύνης, δημιουργεί περιπλοκές και καθυστερήσεις στη διαδικασία, ιδιαίτερα αν το εκδιδόμενο διάταγμα δεν ορίζεται πολύ σύντομα για ακρόαση». (Δέστε επίσης απόφαση Βαλεντίνας Θεοφάνους, ημερ. 23.2.10, Πολ. Αίτηση αρ. 27/2010 (certiorari) Στην απόφαση Έλενας Κυριάκου, ημερ. 19.7.10, Πολ. Αίτηση αρ. 73/2010 (certiorari) το Ανώτατο Δικαστήριο εξέφρασε και πάλι τις έντονες ανησυχίες του για την παρατηρούμενη ευκολία με την οποία διατάγματα ex parte εκδίδονται από τα Δικαστήρια και τονίστηκαν επίσης τα ακόλουθα: «Η εντύπωσή μου είναι ότι οι διάδικοι χρησιμοποιούν τις διαδικασίες κατά το συμφέρον και ότι το Δικαστήριο δυστυχώς γίνεται συνεργός στην κατάχρηση αυτή. Διερωτώμαι με ποιο τρόπο θα μπορούσε να τονιστεί περαιτέρω η θεμελιακή διάσταση του Συντάγματος και των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης ότι διατάγματα ex parte είναι η άκρα εξαίρεση και όχι ο συνήθης κανόνας. Πρέπει τα πράγματα να είναι τόσο επείγοντα και τόσο πιεστικά που το Δικαστήριο να μην έχει άλλη επιλογή, εξυπηρετώντας το σκοπό της δικαιοσύνης, παρά να εκδώσει το διάταγμα. Σε μια περίπτωση στην οποία το θέμα κρίνεται έστω επείγον, τα δικαστήρια έχουν την ευχέρεια, και χωρίς την έκδοση ex parte διατάγματος, να ορίσουν την οποιαδήποτε ενώπιον τους αίτηση σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, όπως είναι η υποχρέωση τους βάσει του Συντάγματος, και να ακούσουν και τις δύο πλευρές πριν αποφασίσουν να εκδώσουν οποιοδήποτε διάταγμα. Αυτό δεν είναι μόνο θέμα δικαιοσύνης και στοιχειώδους συμμόρφωσης με τα δικαστηριακά πλαίσια, είναι και θέμα διευκόλυνσης της διαδικασίας». Στην περίπτωση μας, η ύπαρξη του κατεπείγοντος εξετάστηκε, κυρίως σε σχέση με το είδος της δεσμευθείσας περιουσίας, παρά με τον χρόνο. Υπενθυμίζεται ότι, μονομερώς δόθηκαν διατάγματα που δέσμευαν τραπεζικούς λογαριασμούς και μετοχές η αποξένωση των οποίων μπορεί ευχερώς να επιτευχθεί, αμέσως μετά την επίδοση της αίτησης και γνώση της αιτούμενης θεραπείας. Για τις υπόλοιπες θεραπείες διατάχθηκε επίδοση. Εν πάση περιπτώσει πρέπει να σημειωθεί ότι ακόμη και μετά τον τερματισμό, εγίνοντο κάποιες συζητήσεις και διαβουλεύσεις και οι εναγόμενοι ενημέρωναν την ενάγουσα για τις εμπορευματικές μεταφορές που ανέλαβε το SAKHALIN στις 14.3.12 (Τεκμήριο 24). Προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων Η αίτηση στηρίζεται κυρίως στα άρθρα 5 και 32 του Ν.14/60. Επίκληση και χρήση του άρθρου 5 γίνεται μόνον όταν το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα αφορά χρέος ή αποζημιώσεις, αφού ζητείται βασικά η απαγόρευση πώλησης ή μεταβίβασης ακίνητης περιουσίας του εναγομένου, για σκοπούς εξασφάλισης του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους. Τίθενται με αυτό, δύο προϋποθέσεις: η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής και η παρεμπόδιση του ενάγοντα στην ικανοποίηση της απόφασης του σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Το στοιχείο θεμελίωσης συζητήσιμης υπόθεσης είναι το ίδιο τόσο στην περίπτωση του άρθρου 5, όσο και αυτή του άρθρου 32. Δέστε Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782 και Resola (Cyprus) Ltd. ν. Χρίστου
(1998)1 (Β) ΑΑΔ
- Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 εμπίπτουν με την πρώτη του άρθρου
- Για τούτο το λόγο θα εξεταστούν μαζί. Η κλασσική υπόθεση Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 557 έχει προδιαγράψει τα κριτήρια που θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν εξεταστεί και το ισοζύγιο της ευχέρειας με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Τα τρία κριτήρια ως γνωστό είναι (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, (β) να διαφαίνεται ότι υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να επιτύχει στην αγωγή, και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τα κατ' αντιπαράθεση ισχυριζόμενα γεγονότα και θέσεις των διαδίκων, χωρίς να διαφεύγει της προσοχής ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως είναι και η παρούσα, δεν εξετάζεται σε βάθος η προσφερόμενη μαρτυρία, ούτε και γίνεται οποιαδήποτε τελεσίδικη αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ή ευρήματα επί γεγονότων, παρά μόνο για να διαπιστωθεί η ύπαρξη της αναγκαίας εκείνης νομικής και πραγματικής βάσης που ικανοποιούν ή όχι τα κριτήρια του άρθρου 32. (Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ, σελ. 269-70). Το πρώτο κριτήριο ικανοποιείται με την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα, ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. ΄Ετσι, το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης, όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δε δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης, αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία στις περιστάσεις της υπόθεσης. Αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση της ζημιάς δεν αποτελεί κατ' ανάγκη έρεισμα για την έκδοση του διατάγματος (K.O.T v. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 152, Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1121). Αξίζει να αναφερθεί πως στην Κύπρο έχει αναγνωριστεί μέσα από την απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας στην Seamark Consultancy Services Limited v. Joseph P. Lasala κα.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162, η δυνατότητα για τα Κυπριακά Δικαστήρια να εκδίδουν διατάγματα τύπου Mareva, ακόμη και αν αφορούν περιουσιακά στοιχεία εκτός δικαιοδοσίας. Κρίθηκε, υπό το φως της ευρύτατης εξουσίας που παρέχει το άρθρο 32 του Ν.14/60, ότι είναι δυνατή η έκδοση διαταγμάτων που να λαμβάνουν υπόψη «. τις σύγχρονες μεταβολές στους τρόπους συναλλαγής των ανθρώπων», ώστε να επιτρέπεται η έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων δεσμευόντων και περιουσιακά στοιχεία εναγομένων εκτός δικαιοδοσίας. Σημειώθηκε ότι το άρθρο 32, δεν θέτει οποιουσδήποτε περιορισμούς εκτός από τις τρεις προϋποθέσεις που εκεί αναφέρονται. Επομένως η ευρύτητα της εξουσίας που παρέχει το άρθρο 32, όπως αναγνωρίσθηκε και επεξηγήθηκε στην BP Holdings Ltd v. A. Κιτρίδη κα. (αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά περίπτωση ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη με την έκδοση εκείνου του διατάγματος που θεωρείται αναγκαίο υπό τις περιστάσεις. Οι δυο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 μπορούν ευχερώς να εξεταστούν μαζί. Κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως ούτε τα εκδοθέντα διατάγματα αλλά ούτε και η αίτηση έχουν επιδοθεί μέχρι τώρα στους εναγόμενους 1 και
- Δεδομένου πως έχει παρέλθει ικανός χρόνος από την έκδοσή τους, αυτά δεν μπορούν να συνεχίσουν να βρίσκονται σε ισχύ, χωρίς την έγκαιρη γνωστοποίηση τους προς τους ρηθέντες εναγόμενους. Συνεπώς για τούτο και μόνο το λόγο, ακυρώνονται και η αίτηση σε σχέση με αυτούς απορρίπτεται. Από τη μελέτη της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση των καθ' ων 2 και 4, δεν προκύπτει αλλά ούτε και διαφαίνεται αμφισβήτηση της βάσης της αγωγής σε σχέση με την σύμβαση Διευκόλυνσης δανείου. Εξάλλου όπως διαπιστώνεται από τα κατατεθέντα τεκμήρια (Τεκμήριο 1 Ένορκη Δήλωση Πολυκάρπου) ο εναγόμενος 2 έχει υπογράψει και υπό την ιδιότητα του Διευθυντή της εναγόμενης 1 αλλά και την προσωπική του τοιαύτη, την επιστολή/αίτηση (facility letter) προς την ενάγουσα για την παροχή Τραπεζικής Διευκόλυνσης. Συνήψε επίσης με την ενάγουσα τη Συμφωνία Εξασφάλισης Μετοχών (Shares Security Dead) (Τεκμήριο 2) για την εξασφάλιση των υποχρεώσεων και των ευθυνών της εναγόμενης 1 προς την ενάγουσα. Η εναγόμενη 5 αμφισβητεί την ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης εναντίον της, καθόσον, όπως ισχυρίζεται οι συμφωνίες διαχείρισης πλοίου συνήφθηκαν μεταξύ εναγόμενης 1, εναγόμενης 3 και εναγόμενης 5 χωρίς να αποτελεί μέρος τους η ενάγουσα. Οι ανωτέρω συμφωνίες όντως συνήφθηκαν μεταξύ των μερών που καταγράφονται, όμως ο συνήγορος της εναγόμενης 5 παραβλέπει το γεγονός πως, ως εξασφάλιση της επίδικης συμφωνίας υπογράφηκε ομού και κεχωρισμένως, Συμφωνία Ανάληψης Ευθύνης Διευθυντή (Manager Undretaking) μεταξύ της ενάγουσας, της εναγόμενης 3 (εταιρεία εγγεγραμμένης στη Βουλγαρία) και εναγόμενης 5 (Τεκμήριο 2). Συνεπώς ενόψει της μαρτυρίας που έχει προσαχθεί, μέσω της ένορκης δήλωσης Πολυκάρπου και τεκμηρίων, κρίνεται πως ικανοποιούνται οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/
- Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, είναι η θέση των καθ' ων πως δεν έχει καταδειχθεί από την ενάγουσα ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθούν τα διατάγματα. Εξηγώντας την ανάγκη αυτή, η ενάγουσα αναφέρει μέσω της παραγράφου 46 της ενόρκου δηλώσεως της κας Πολυκάρπου πως «υπάρχει άμεσος κίνδυνος, ότι η Seaforce, η Acheon Akti και πιθανώς η Interfleet δρώντας μέσω του διευθυντή τους (κ. Μανώλη) να λάβουν περαιτέρω βήματα και ότι ο κ. Μανώλη κάτω από την προσωπική του ιδιότητα θα προσπαθήσουν να αποξενώσουν περιουσιακά στοιχεία και θα αποτρέψουν την FBME από το να ανακτήσει τα ποσά που της οφείλει η Seaforce και ο κ. Μανώλη κάτω από τη Διευκόλυνση της Συμφωνίας Εξασφάλισης Μετοχών και τα άλλα έγγραφα εξασφάλισης.» Δικαιολογώντας την πεποίθηση και ανησυχία της αυτή καταγράφει στην παράγραφο 45.3 πως «στις 28 Μαρτίου 2012 η Όλγα Πατή, υπεύθυνη δανείων της FBME έλαβε αίτηση από άλλους πελάτες που ενδιαφέρονται για την παροχή διευκόλυνσης από την FBME για την αγορά ενός πλοίου, το οποίο η FBME ανακάλυψε μεταγενέστερα ότι ήταν το M/V RHOSUS, το πλοίο το οποίο είχε προσφέρει ο κ. Μανώλη ως επιπρόσθετη ασφάλεια στην FBME στην δεύτερη πρόταση, (την οποία περιέγραψα στην παράγραφο 44). Συνεπώς είναι προφανές ότι ο κ. Μανώλη προσπαθεί να εκποιήσει περιουσιακά στοιχεία (αντίγραφο της αίτησης Τεκμήριο 30).» Η δεύτερη πρόταση έγινε για σκοπούς εξασφάλισης του χρέους μετά που διαπιστώθηκαν καθυστερήσεις των δόσεων. Στην ένορκη δήλωση (παράγραφος 19(γ)) του κ. Χριστοφή, αναφέρεται πως παραπειστικά εμφανίζεται το ανωτέρω πλοίο ως περιουσιακό στοιχείο του κ. Μανώλη, διότι το πλοίο αυτό ανήκει όπως προκύπτει από έρευνα που διεξήγαγε στο διαδίκτυο στην εταιρεία Briarwood Ltd, από τον Παναμά. Η ανωτέρω θέση δεν αμφισβητήθηκε από την ενάγουσα ούτε βέβαια αμφισβητήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση, η θέση της ενάγουσας πως ο κ. Μανώλη επρόσφερε το πλοίο RHΟSUS, ως περαιτέρω εξασφάλιση του χρέους. Με την αγόρευση του ο συνήγορος της ενάγουσας υποδεικνύει πως υπάρχει ρίσκο σε περίπτωση μη έκδοσης των διαταγμάτων να μην ικανοποιηθεί απόφαση υπέρ της ενάγουσας. Τονίζει δε πως πληροφορήθηκε από τις τράπεζες ότι δεν υπάρχουν πιστωτικά υπόλοιπα στους λογαριασμούς των εναγομένων και πως τα ακίνητα είναι υποθηκευμένα. Σημειώνεται πως, οι πληροφορίες που δίδονται με την αγόρευση, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη διότι δεν υπέχουν θέση μαρτυρίας. Ωστόσο, είναι ορθή η διαπίστωση πως απουσιάζει από τις ένορκες δηλώσεις των ενστάσεων οποιαδήποτε αναφορά περί δυνατότητας ή ικανότητας των καθ' ων για εκτέλεση της τυχόν εναντίον τους εκδοθησομένης απόφασης. Να υπομνησθεί εδώ πως στον όρο «αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη» κρίθηκε στην απόφαση Παναγίδη ν. Παναγίδη
(2001)1 (Α) ΑΑΔ 397, ότι πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στους ενάγοντες των θεραπειών που δικαιούνται σύμφωνα με το Νόμο. Εξετάζοντας επίσης το θέμα της ανεπάρκειας των αποζημιώσεων, στην απόφαση Αναφορικά με την εταιρεία Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΛΤΔ αιτ. αρ. 122/03 ημερ. 5.12.03, έγινε αποδεκτό ότι αν δεν εκδιδόταν το προσωρινό διάταγμα θα ήταν αδύνατη η ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδιδόταν υπέρ του ενάγοντα, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης του εναγόμενου. Προτού αποφασισθεί για ένα έκαστο των διαταγμάτων, η οριστικοποίηση ή η έκδοση του θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ακόμη ένας παράγοντας. Το ύψος της απαίτησης και του ποσού που παρέμεινε προς ικανοποίηση του. Στην ένορκη δήλωση της Πολυκάρπου αναφέρονται κάποια ποσά και χρηματικά δεδομένα. Όπως: Η αξία του πλοίου Sakhalin εκτιμήθηκε στα 2.6000,000 δολάρια έως 2.650,000 δολάρια ΗΠΑ. Αφού υπολογίζονται αξιώσεις τρίτων ύψους 1.341,336,29 που έχουν προτεραιότητα έναντι της ενάγουσας η τελευταία υπολογίζει ότι θα εισπράξει ποσό μόλις $1.258,663,
- Τα δεδομένα αυτά έχουν διαφοροποιηθεί. Με την ένορκη δήλωση του κ. Χριστοφή, καταγράφεται πως το πλοίο πωλήθηκε ήδη στις 3.5.12 στην τιμή των 3.900,000 δολάρια και τα καύσιμα του στο ποσό των 199.800 δολαρίων. Αμφότερα τα ποσά κατατέθηκαν στον High Court of the Hong Kong Special Administrative Region First Instance. Το ανωτέρω γεγονός δεν έχει αμφισβητηθεί ή αντικρουσθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο από την ενάγουσα. Οι καθ' ων χαρακτήρισαν το ποσό των αξιώσεων των κατά προτεραιότητα τρίτων, ως υπερβολικό. Όμως τούτο, ως αναφέρει η κα Πολυκάρπου στην παράγραφο 42.4 της ένορκης δήλωσης της, επιβεβαιώνεται από πληροφορίες που έδωσε προς αυτήν ο ίδιος ο εναγόμενος 2 (Τεκμήριο 27 Α). Συνεπώς αφού το ποσό που εισπράχθηκε από το δημόσιο πλειστηριασμό του πλοίου συμποσούται σε αυτό των 4.099,000 δολάρια ΗΠΑ δηλαδή αυξάνεται κατά 1.499,000 περίπου, συνεπώς ανάλογα αυξάνεται και το ποσό που είναι δυνατό να ανακτήσει η ενάγουσα το οποίο ανέρχεται σε αυτό των 2.757,663 δολαρίων ΗΠΑ. Συνακόλουθα θα πρέπει να παραμείνει προς εκτέλεση πολύ μικρότερο των 4.500,000 δολαρίων, ποσό. Στην ένορκη δήλωση Πολυκάρπου περιέχονται αναφορές οι οποίες τείνουν να καταδείξουν προσπάθειες των εναγομένων για απομάκρυνση κάποιων περιουσιακών στοιχείων όπως π.χ. την παρουσίαση εκ μέρους του εναγόμενου 2 του πλοίου RHOSUS ως εξασφάλιση, ενώ όπως οι ίδιοι οι εναγόμενοι αναφέρουν είναι ιδιοκτησίας τρίτης εταιρείας. Όμως όπως και ανωτέρω καταγράφηκε, σημασία έχει το βάσιμο της αγωνίας των εναγόντων περί προσπάθειας πώλησης του πλοίου που τους προσφέρθηκε ως εξασφάλιση. Επίσης ένα περαιτέρω στοιχείο, είναι η διοχέτευση χρημάτων, από τα έσοδα από τα ταξίδια του πλοίου Sakhalin σε άλλες οντότητες πλην της εναγόμενης
- Η βάσιμη ανησυχία της ενάγουσας για μη ικανοποίηση δικαστικής απόφασης προκύπτει από αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Τη μη πληρωμή των δόσεων στους χρόνους καταβολής τους, τη συνέχιση οφειλής του χρέους, τις υποσχέσεις του εναγόμενου 2 που δεν τηρήθηκαν για προσπάθεια καταβολής, την πρόταση για παροχή ως εξασφάλιση του πλοίου RHOSUS, το οποίο αργότερα προσφέρθηκε για πώληση και το οποίο, εξ όσων φαίνεται ανήκει σε τρίτη, εκτός των εναγομένων, εταιρεία. Εάν οι εναγόμενοι διέθεταν την οικονομική ευρωστία να εξοφλήσουν το χρέος, θα κατέβαλλαν έστω τις καθυστερημένες δόσεις. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, θα εξεταστεί η κάθε θεραπεία ξεχωριστά. Κρίνεται πως σε σχέση με το εκδοθέν υπ' αρ. 1 διάταγμα (παρ. Α της αίτησης), το ισοζύγιο της ευχέρειας ή επί το ορθότερο, της δικαιοσύνης, κλίνει υπέρ της οριστικοποίησης του σε σχέση με τους εναγόμενους 4 και
- Θεωρώ όμως σκόπιμο να γίνουν οι εξής διαφοροποιήσεις. Το δεσμευθέν ποσό αντί 4.500,000 δολάρια να μειωθεί στα 2.500,000 δολάρια ΗΠΑ και να προστεθεί στο τέλος αυτού το εξής, δεδομένου πως δεν υπήρξε σαφής εξειδίκευση των λογαριασμών: «Νοείται ότι το διάταγμα αυτό ισχύει για τους ήδη, κατά την έκδοση του, υπάρχοντες λογαριασμούς». Για τον εναγόμενο 2 κρίνεται αναγκαία η εξαίρεση του αφού, εκτός του ότι είναι Κύπριος και κατοικεί στην Κύπρο, διαθέσει, εξ όσων είναι αποδεκτό ακίνητη περιουσία, της οποίας επιζητείται η δέσμευση. Για το εκδοθέν υπό παράγραφο 2 διάταγμα (παράγραφος Ε της αίτησης) κρίνεται πως αυτό όντως αφορά τρίτο πρόσωπο για το οποίο δεν δόθηκαν επαρκείς εξηγήσεις στην αίτηση. Επεξηγήσεις δόθηκαν μέσα από την ένορκη δήλωση του κ. Χριστοφή. Συνακόλουθα, τούτο ακυρώνεται. Με την παράγραφο Β της αίτησης επιζητείται η δέσμευση ακίνητης περιουσίας του εναγόμενου
- Συγκεκριμένα ζητείται η δέσμευση πέντε ακινήτων. (α) του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/29005, Φ./Σχ. 54/49, Τεμάχιο 439, στην περιοχή Αγίας Φύλας στην Επαρχία Λεμεσού, (β) του ½ μερίδιο του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/67729, Φ/Σχ. 54/33, Τεμάχιο 2124, στην περιοχή Αγίας Φύλας στην Επαρχία Λεμεσού, (γ) του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/31849, Φ/Σχ. 0-02-208-342, Τμήμα 3, Τεμάχιο 414, στην περιοχή Γερμασόγεια στην Επαρχία Λεμεσού, (δ) του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/5633, Φ/Σχ. 47/21, Τεμάχιο 672, στην περιοχή Τριμίκληνης στην Επαρχία Λεμεσού. (ε) του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/5381, Φ/Σχ. 47/21, Τεμάχιο 672, στην περιοχή Μονιάτη στην Επαρχία Λεμεσού. Οι Καθ' ων ισχυρίζονται πως δεν μπορεί να δεσμευτεί διότι δεν αποτελεί αντικείμενο της αγωγής. Η δέσμευση τους όμως ζητείται, δυνάμει του άρθρου 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου το οποίο επιτρέπει δέσμευση ακίνητης ιδιοκτησίας για την εξασφάλιση εκτέλεσης του εξ αποφάσεως χρέους. (Δέστε Κ. Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 (B) A.A.Δ. 1237). Η δέσμευση ακινήτου διατάσσεται όταν καταδειχθεί «η πιθανότητα περεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος» (βλ. Τσολάκη (ανωτέρω)). Γι' αυτό σε αυτές τις περιπτώσεις, ο αιτητής δεν έχει το βάρος να αποδείξει την πραγματική πρόθεση του καθ' ου η αίτηση να προβεί σε μεταβίβαση της περιουσίας του (βλ. Γ. Φετοκάκης ν. Λ. Χριστοφή κ.ά.
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 800). Στην απόφαση C. Phasarias (Aut.Centre) Ltd v. Σκυρ. «Λεωνίκ» Λτδ,
(2001)1 AAΔ 785, σελ. 789 λέχθηκαν τα εξής: «Ακούσαμε τις δύο πλευρές και καταλήγουμε πως επιβάλλεται να παρέμβουμε. Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. (Βλ. Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελ. 525). Έχουμε υπόψη την Κυριάκος Παναγιώτου ν. Σταυρινής Κολλάτου
(1999)1 Α.Α.Δ.
- Εκεί έγινε αναφορά σε πρόθεση αποξένωσης αλλά αυτή ήταν η μαρτυρία που υπήρχε και δεν απασχόλησε τέτοιο θέμα. Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοϊζου Π. στην Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα «ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων». Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική Δ., όπως ήταν τότε, στη σελίδα 785, εκείνο που απαιτείται είναι «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος.» Το γεγονός ότι τα ακίνητα είναι υποθηκευμένα, αυτό δεν αποτελεί λόγο για μη δέσμευση αφού αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν μπορούν να αποξενωθούν. (Δέστε Καλογήρου (ανωτέρω)). Όπως λέχθηκε στην ανωτέρω απόφαση ο κίνδυνος αποξένωσης με τον τερματισμό της συμφωνίας και την καταχώρησης της αγωγής κατέστη υπαρκτός και η ανάγκη παρεμπόδισης πιθανής επίδρασης στην ικανοποίηση τυχόν απόφασης από την αποξένωση δικαιολογημένη. Το άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου προνοεί πως δεσμεύεται τόσο μέρος ακίνητης ιδιοκτησίας, όσο είναι απαραίτητο για εξασφάλιση της απόφασης. Οι ενάγοντες έχουν καταχωρήσει, με συμπληρωματική ένορκη δήλωση έκθεση εκτίμησης της αξίας των ακινήτων. Σύμφωνα με αυτήν το ακίνητο υπ' αριθμό (α) στην Αγία Φύλα εκτιμάται στις €283.000, το ακίνητο υπ' αριθμό (β) στην Αγία Φύλα στις €250.000, το ακίνητο υπ' αριθμό (γ) στη Γερμασόγεια εκτιμάται στο €1.035,000, το ακίνητο υπ' αριθμό (δ) στην Τριμίκληνη στις €85.000 και το ακίνητο υπ' αριθμό (ε) στο Μονιάτη στις €110.000 δηλαδή σε συνολικό ποσό €1.763,
- Στις εκτιμήσεις που κατατέθηκαν αλλά και στην παράγραφο 48 της ένορκης δήλωσης της Πολυκάρπου καταγράφονται οι υποθήκες οι οποίες φαίνονται να βαρύνουν τα ακίνητα. Δεν δίδονται όμως πληροφορίες και λεπτομέρειες για το χρόνο σύναψης τους και εάν εξακολουθούν να υφίστανται στα ποσά που περιγράφησαν ούτε αν έχουν μεταβληθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο σε οποιοδήποτε ποσό. Συνεπώς θα κριθούν οι αξίες των ακινήτων ως έχουν δοθεί με τις εκτιμήσεις χωρίς να υπολογίζεται το ύψος των υποθηκών. Δεδομένης της συνολικής αξίας της ανωτέρω ακίνητης περιουσίας και του ύψους του χρέους, θεωρώ πως το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της δέσμευσης των αναφερθέντων ακινήτων. Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Β της αίτησης. Δεδομένης της έκδοσης του υπό στοιχείο Β διατάγματος, θεωρώ πως το ισοζύγιο της δικαιοσύνης κλίνει υπέρ της μη έκδοσης των διαταγμάτων υπό στοιχείο Γ και Δ, αφού η έκδοση τους ουσιαστικά θα εμποδίσει τον εναγόμενο 2 από του να ασκεί εμπορικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες. Για τους ίδιους λόγους αλλά και το γεγονός της ασάφειας και αοριστίας που διέπει τα αιτούμενα προς έκδοση διατάγματα υπό στοιχείο ΣΤ, Ζ και Η αυτά δεν μπορούν να εκδοθούν. (Δέστε Arab Monetary Fund v. Hashim (No 5) [1992] 2 All ER 911) Προς εξέταση απομένουν να εξεταστούν τα αιτούμενα διατάγματα υπό στοιχείο Θ και Ι τα οποία κρίνεται σκόπιμο να καταγραφούν: «Θ. Διάταγμα του Δικαστηρίου τύπου Norwich Pharmacal που να διατάζει τον κάθε ένα από τους Καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3, 4 και 5 και/ή τους αντιπροσώπους αυτών όπως εντός 7 ημερών από την επίδοση του σχετικού Διατάγματος σε αυτούς ετοιμάσουν, ορκιστούν και καταθέσουν και παραδώσουν στους δικηγόρους των Αιτητών ένορκο δήλωση ή ένορκες δηλώσεις στην οποία ή στις οποίες να αποκαλύπτουν ή και να αναφέρουν, εξ όσων καλύτερα γνωρίζουν κατόπιν διεξαγωγής κάθε εύλογης έρευνας, τις ακόλουθες πληροφορίες: (i) Οποιεσδήποτε πληροφορίες για τα περιουσιακά τους στοιχεία και/ή οποιαδήποτε κινητή και/ή ακίνητη περιουσία και/ή οποιοδήποτε μετοχικό κεφάλαιο και/ή οποιοδήποτε λογαριασμό έχουν προς όφελος τους. (ii) Οποιεσδήποτε πληροφορίες για τα κέρδη και/ή λογαριασμούς και/ή τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγομένης 1 και/ή του Εναγομένου 2 και/ή συγκεκριμένες πληροφορίες για τα έσοδα που προέκυψαν από τη διαχείριση του πλοίου με την ονομασία SAKHALIN ιδιοκτησίας της Εναγομένης
- Ι. Παρεμπίπτον Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον κάθε ένα από τους καθών η αίτηση 1, 2, 3, 4 και 5 όπως εντός 10 ημερών από την επίδοση του σχετικού Διατάγματος παραδώσουν στους δικηγόρους των Αιτητών αντίγραφα όλων των εγγράφων που θα αναφέρονται ή και θα αποκαλύπτονται, κατόπιν διεξαγωγής κάθε εύλογης έρευνας στην ένορκο δήλωση τους ή στις ένορκες δηλώσεις τους σύμφωνα με την παράγραφο (Θ) πιο πάνω.» Πέραν των προϋποθέσεων που απαιτεί το άρθρο 32 του Ν. 14/60, ισχύουν και εφαρμόζονται για τα διατάγματα τούτα και κάποιες εξειδικευμένες αρχές ενόψει της φύσης των διαταγμάτων τούτων, των Norwich Pharmacal. Λέχθηκε στην απόφαση Avila Management Services Limited κ.α v. Frantisek Stepanek κ.α. Πολ. Έφ. 54/12 ημερ. 27.6.12: "Το κοινοδίκαιο, εύπλαστο και εύκαμπτο, βοηθούμενο πάντοτε από τις αρχές της επιείκειας, δεν σταμάτησε ποτέ να εξελίσσεται, να αναδιπλώνεται και να προσαρμόζεται στις εκάστοτε απαιτήσεις του οικονομικού και κοινωνικού γίγνεσθαι της Αγγλικής κοινωνίας. Μέσα από αποφάσεις εξέχοντων νομικών, διαμορφωνόταν πάντοτε, αργά, προσεκτικά και σταθερά, το υπόβαθρο εκείνο που παρείχε ανάλογα το οπλοστάσιο ή την ασπίδα στην αντιμετώπιση των ραγδαία εξελισσόμενων καταστάσεων, τοπικών και παγκόσμιων. Τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal εμπίπτουν σ΄ αυτή τη διάπλαση του δικαίου, επηρεάζοντας όλες τις χώρες που εφαρμόζουν τη φιλοσοφία του Αγγλοσαξωνικού δικαίου.» Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan
(1871)L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω -, η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd
(1997)1 WLR 1309. Σ΄ αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών (Mercantile Group Europe) AG v. Aiyela
(1994)Q.B. 366). Στην Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc
(2003)EWHC 616, η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο το οποίο κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Οι προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625, όπου λέχθηκε ότι: «(
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued." Σε μετάφραση: «(
- i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ΄ ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
- ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας. Οι αιτητές ζητούν την έκδοση των διαταγμάτων τούτων, κρίνοντες ότι έσοδα από τη λειτουργία του πλοίου Sakhalin απεκρύβησαν ή διοχετεύθησαν αλλού, αντί να καταβληθούν στην εναγόμενη 1 η οποία με τη σειρά της να τα καταβάλει προς την ενάγουσα. Ουσιαστικά επιζητεί αποκάλυψη στοιχείων που θα τη βοηθήσουν στην εκτέλεση της απόφασης. Θεωρώ πως οι αρχές που διέπουν την έκδοση των συγκεκριμένων διαταγμάτων δεν ισχύουν και δεν εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εδώ υπάρχει μια ξεκάθαρη συμβατική σχέση δανείου με σαφές και ξεκαθαρισμένο ποσό. Η ενάγουσα δεν χρειάζεται οποιεσδήποτε πληροφορίες για να συντάξει έκθεση απαίτησης ή να στραφεί εναντίον αδικοπραγήσαντα. Στις πιο κάτω αποφάσεις το Δικαστήριο αρνήθηκε να εκδώσει διατάγματα Norwich Pharmacal δεδομένου πως ο αιτητής είχε αρκετές πληροφορίες που τον βοηθούσαν στην καταχώρηση αγωγής εναντίον των αδικοπραγούντων (Axa v. Natwest
(1998)CLC 1177, Nikitin v. Richards Butler
(2007)EWHC 173 (QB). Οι συμφωνίες διαχείρισης του πλοίου δεν συνάφθησαν με την ενάγουσα με όρους ανάκτησης εσόδων από τη λειτουργία του ή προμήθειες επί των εσόδων, ώστε να χρειάζεται η αποκάλυψη στοιχείων για να διαπιστωθεί το ύψος των χρηματικών ποσών που θα εδικαιούτο η ενάγουσα να ανακτήσει. Οι συμφωνίες αυτές συνομολογήθηκαν ως εξασφαλίσεις της συμφωνίας διευκόλυνσης και ασφάλειας αποπληρωμής του δανείου. Διαδικασίες αποκάλυψης στοιχείων ή περιουσιακών δεδομένων είναι δυνατό να αναζητηθούν δυνάμει άλλων διαδικαστικών θεσμών στα πλαίσια άλλων, πλην των ενδιάμεσων διαταγμάτων, διαδικασιών. Για τούτο απορρίπτονται και οι παράγραφοι Θ και Ι. Συνακόλουθα: Το εκδοθέν διάταγμα υπό παράγραφο 1 (παράγραφος Α αίτησης) καθίσταται απόλυτο εναντίον των εναγομένων 4 και 5 με τις τροποποιήσεις που καταγράφηκαν ανωτέρω. Εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 ακυρώνεται. Εκδίδεται επίσης διάταγμα εναντίον του εναγόμενου 2 ως η παράγραφος Β της αίτησης. Το εκδοθέν διάταγμα υπό παράγραφο 2 (παράγραφος Ε της αίτησης) ακυρώνεται. Απορρίπτονται επίσης οι υπόλοιπες παράγραφοι της αίτησης Γ, Δ, ΣΤ, Ζ, Η, Θ και Ι. Δεδομένου του αποτελέσματος της αίτησης θεωρώ δίκαιο κάθε διάδικος να επωμιστεί τα έξοδα του. .................. Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΑΛ/ΓΚ Subject: Civil/Interim Αnafora: interim order - dikaiodosia cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο