Χρυστάλλα Στυλιανούδη ν. Sportking Limited, Αρ. Αγωγής: 4569/11, 12/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A55 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 4569/11 Μεταξύ: Χρυστάλλα Στυλιανούδη Ενάγουσα και Sportking Limited, από την Λεμεσό Εναγόμενοι Ημερομηνία: 12.9.12 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα / Αιτήτρια: κ. Κ. Καρατσής Για την Εναγόμενη εταιρεία / Καθ' ης η αίτηση: κ. Γ. Κωνσταντίνου με κ. Μ. Κωνσταντίνου -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση η Ενάγουσα / Αιτήτρια εξαιτείται εναντίον της Εναγόμενης εταιρείας / Καθ' ης η αίτηση συνοπτική απόφαση «ως οι παράγραφοι Α, Β, Γ, Δ και Ε του Παρακλητικού του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος» πλέον τα έξοδα της αίτησης και ΦΠΑ. Συγκεκριμένα, αξιώνει: διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την Καθ' ης η αίτηση όπως εκκενώσει και παραδώσει ελεύθερη και κενή κατοχή του ακινήτου υπ' αρ. εγγραφής 0/5123 στο χωριό Ερήμη της επαρχίας Λεμεσού προς την Αιτήτρια απόφαση του Δικαστηρίου για το ποσό των Ευρώ 24.550,00 σεντ το οποίο αντιπροσωπεύει τα οφειλόμενα και δεδουλευμένα ενοίκια του πιο πάνω ακινήτου τα οποία κατέστησαν πληρωτέα και απαιτητά από 1.5.10 (μέρος) έως 1.9.11 απόφαση του Δικαστηρίου για το ποσό των Ευρώ 1.600,00 σεντ μηνιαίως από 1.10.11 μέχρι τελικής παράδοσης ελεύθερης κατοχής του ακινήτου ως απώλεια ενδιάμεσων κερδών (mesne profits) και/ή άλλως πως νόμιμο τόκο έξοδα και ΦΠΑ. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στην Δ.18, θθ.1, 2 και 9, Δ.48, θθ1-3 και 9 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας καθώς και στην σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση της ίδιας της Αιτήτριας. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Καθ' ης η αίτηση. Με Ειδοποίηση Ένστασης στην οποία εκτίθενται 4 λόγοι ένστασης η Καθ' ης η αίτηση ενίσταται στην έγκριση της αίτησης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Ανδρέα Τσίντα ο οποίος είναι ένας εκ των διευθυντών της Καθ' ης η αίτηση και εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση της Αιτήτριας που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αυτή γνωρίζει «πλήρως, απευθείας και προσωπικώς» τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης και συμφωνεί πλήρως με το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης το οποίο και υιοθετεί. Πιο κάτω παρατίθενται οι ισχυρισμοί οι οποίοι εκτίθενται στην πιο πάνω ένορκό της δήλωση αναφορικά με την ουσία της υπόθεσής της. Με ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 6.2.09, από τώρα και στο εξής «το ενοικιαστήριο», η Αιτήτρια ενοικίασε στην Καθ' ης η αίτηση τα κτήρια, υποστατικά και τις αθλητικές εγκαταστάσεις που βρίσκονται επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/5123, από τώρα και στο εξής «το ακίνητο», το οποίο βρίσκεται στο χωριό Ερήμη της επαρχίας Λεμεσού, για την περίοδο από 1.1.09 έως την 31.12.
- Το ακίνητο και τα πιο πάνω υποστατικά ανήκουν στην απόλυτη ιδιοκτησία της Αιτήτριας. Το ενοίκιο συμφωνήθηκε και καθορίσθηκε ως ακολούθως: Ευρώ 1.200,00 σεντ μηνιαίως για την περίοδο 1.4.09 μέχρι 31.12.09, Ευρώ 1.550,00 σεντ μηνιαίως για την περίοδο 1.1.10 μέχρι 31.12.10, Ευρώ 1.800,00 σεντ μηνιαίως για την περίοδο 1.1.11 μέχρι 31.12.12 και Ευρώ 2.050,00 σεντ μηνιαίως για την περίοδο 1.1.13 μέχρι 31.12.
- Η Καθ' ης η αίτηση ανέλαβε όπως πληρώνει τακτικώς και ανελλιπώς το συμφωνηθέν ενοίκιο επιφυλασσομένου του δικαιώματός της σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιουδήποτε ενοικίου να ζητήσει από την Καθ' ης η αίτηση παράδοση του ακινήτου και την πληρωμή όλων των καθυστερημένων ενοικίων. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με το ενοικιαστήριο κανένα ενοίκιο δεν θα καταβάλλετο για την περίοδο από 1.1.09 μέχρι την 31.3.
- Η Καθ' ης η αίτηση παρέλειψε να πληρώσει τα ενοίκια τα οποία κατέστησαν πληρωτέα και απαιτητά κατά την περίοδο 1.1.10 μέχρι 1.10.10 με αποτέλεσμα να αναγκασθεί με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 18.10.10 να καλέσει την Καθ' ης η αίτηση να προβεί στην εξόφληση των μέχρι τότε οφειλόμενων ενοικίων προειδοποιώντας την ότι σε αντίθετη περίπτωση θα προχωρούσε με τερματισμό του ενοικιαστηρίου. Η Καθ' ης η αίτηση παρέλειψε να συμμορφωθεί με την πιο πάνω επιστολή με αποτέλεσμα με νέα επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 1.3.11 η Αιτήτρια να τερματίσει το ενοικιαστήριο και να καλέσει την Καθ' ης η αίτηση να παραδώσει ελεύθερη κατοχή του ακινήτου και να πληρώσει τα ενοίκια που κατέστησαν πληρωτέα και απαιτητά κατά την περίοδο 1.1.10 έως 1.3.11 τα οποία συμποσούνται στο ποσό των Ευρώ 14.950,00 σεντ. Μετά από την πιο πάνω επιστολή ημερομηνίας 1.3.11 η Καθ' ης η αίτηση κατέβαλε στην Αιτήτρια, ως από την παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης της τελευταίας συνάγεται, τα ενοίκια για τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο και Απρίλιο του έτους 2010 καθώς και μέρος του ενοικίου για τον μήνα Μάιο του
- Ακολούθως, με νέα επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 20.6.11 η Αιτήτρια κάλεσε την Καθ' ης η αίτηση να καταβάλει τα ενοίκια από 1.6.10 μέχρι 1.6.11 καθώς και μέρος του ενοικίου για τον μήνα Μάιο του 2010, ήτοι το συνολικό ποσό των Ευρώ 19.750,00 σεντ. Η Καθ' ης η αίτηση παρέλειψε να συμμορφωθεί με την πιο πάνω επιστολή με αποτέλεσμα το πιο πάνω ποσό να παραμένει μέχρι σήμερα οφειλόμενο ομού μετά των ενοικίων που κατέστησαν πληρωτέα και απαιτητά κατά την 1.7.11, 1.8.11 και 1.9.
- Τα τρία αυτά ενοίκια μαζί με το ποσό των Ευρώ 19.750,00 σεντ ανέρχονται στο συνολικό ποσό των Ευρώ 24.550,00, το οποίο η Καθ' ης η αίτηση εξακολουθεί μέχρι σήμερα να οφείλει στην Αιτήτρια. Συν τοις άλλοις, η Καθ' ης η αίτηση εξακολουθεί μέχρι σήμερα να κατέχει το ακίνητο παράνομα. Σύμφωνα με τους δικηγόρους της Αιτήτριας από τους οποίους η τελευταία λαμβάνει νομική συμβουλή η Καθ' ης η αίτηση βρίσκεται σε πλήρη παράβαση του ενοικιαστηρίου, βρίσκεται παράνομα στο ακίνητο και καμία υπεράσπιση δεν έχει στην παρούσα αγωγή. Επίσης, τηρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της. Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε εμφάνιση μόνο και μόνο για σκοπούς καθυστέρησης και κωλυσιεργίας. Μη έγκριση της αίτησης θα επιφέρει καθυστέρηση στην όλη διαδικασία σε βάρος της απονομής της δικαιοσύνης. Στην ένορκο δήλωση της Αιτήτριας που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση επισυνάπτονται ως τεκμήρια τα ακόλουθα έγγραφα: το ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 6.2.09 ως Τεκμήριο 1, η επιστολή ημερομηνίας 18.10.10 ως Τεκμήριο 2, η επιστολή ημερομηνίας 1.3.11 ως Τεκμήριο 3 και, τέλος, η επιστολή ημερομηνίας 20.6.11 ως Τεκμήριο
- Στο σώμα της Ειδοποίησης Ένστασης εκτίθενται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: η ένορκος δήλωση της αίτησης της Ενάγουσας / Αιτήτριας δεν πληροί τις προϋποθέσεις της Δ.18 η Αιτήτρια / Ενάγουσα απέκρυψε από την Καθ' ης η αίτηση ότι τα ενοικιαζόμενα ακίνητα δεν είχαν άδεια οικοδομής και/ή ήταν παράνομα η απαίτηση της Αιτήτριας δεν είναι ξεκαθαρισμένη και επομένως η Αιτήτρια / Ενάγουσα δεν δικαιούται σε συνοπτική απόφαση η Καθ' ης η αίτηση έχει καλή Υπεράσπιση και ανταπαίτηση εναντίον της Αιτήτριας / Ενάγουσας. Συγκεκριμένα η Καθ' ης η αίτηση για να περιέλθουν τα ενοικιαζόμενα ακίνητα σε λειτουργήσιμη κατάσταση ξόδεψε το ποσό των Ευρώ 97.000,00 σεντ περίπου. Δεν μπόρεσε, όμως, να τα χρησιμοποιήσει κατάλληλα λόγω του ότι δεν υπήρχε άδεια οικοδομής με αποτέλεσμα η Καθ' ης η αίτηση να υποστεί εκτός από το πιο πάνω ποσό και επιπρόσθετες ζημιές. Ο Ανδρέας Τσίντας με την ένορκό του δήλωση απορρίπτει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας, θέση του δε είναι ότι η Καθ' ης η αίτηση έχει υπεράσπιση και ανταπαίτηση και ότι δεν μπορεί να της στερηθεί το δικαίωμα να υπερασπισθεί. Είναι, επίσης, η θέση του ότι για να γίνει λειτουργήσιμο το ακίνητο η Καθ' ης η αίτηση αναγκάσθηκε να ξοδέψει ποσό της τάξης των Ευρώ 97.000,00 σεντ. Το μεγαλύτερο μέρος του πιο πάνω ποσού η Καθ' ης η αίτηση το δανείσθηκε από τράπεζες με ψηλά επιτόκια. Στην πορεία η Καθ' ης η αίτηση διαπίστωσε ότι τα ενοικιασθέντα υποστατικά δεν είχαν άδεια οικοδομής και, επομένως, ήταν παράνομα. Σε τακτική επικοινωνία που η Καθ' ης η αίτηση είχε με την Αιτήτρια η τελευταία διαβεβαίωνε την πρώτη ότι οι άδειες θα εκδίδονταν σε σύντομο χρονικό διάστημα. Οι άδειες, όμως, αυτές δεν έχουν ακόμη εκδοθεί. Η Καθ' ης η αίτηση έχει καλή υπεράσπιση αφού η Αιτήτρια ζητά ενοίκια για παράνομα υποστατικά, γεγονός το οποίο απέκρυψε από την Καθ' ης η αίτηση, και, επίσης, έχει υποστεί τεράστιες ζημιές τις οποίες θα ζητήσει ανταπαιτητικώς. Η Αιτήτρια εκμεταλλεύεται την δύσκολη οικονομική κατάσταση στην οποία η ίδια έχει φέρει την Καθ' ης η αίτηση για να πάρει πίσω το ακίνητο το οποίο η Καθ' ης η αίτηση έχει επισκευάσει με δικά της έξοδα και στην τελευταία να μείνουν μόνο οι ζημιές. Χωρίς άδειες οικοδομής η Καθ' ης η αίτηση δεν μπορούσε να δουλέψει ούτε να διαφημίσει και το αποτέλεσμα ήταν μόνο ζημιά. Τέλος, ζητά την απόρρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον της Αιτήτριας. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Η Δ.18, θ.1(α) των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση): «Όταν ο εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Διάταξη 2, Θεσμός 6, ο ενάγων δύναται με ένορκη δήλωση που θα κάνει ο ίδιος ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα, που να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι εξ' όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που αξιώνεται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για την ανάκτηση ακίνητης ιδιοκτησίας (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για την παράδοση συγκεκριμένου κινητού, αναλόγως της περίπτωσης, και για έξοδα. Και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα εκτός εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή αν αποκαλύψει τέτοια γεγονότα τα οποία ήθελε θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί». Στην υπόθεση Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant [1895] 1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd.
(1996)1 A.A.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408). Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής:- (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, Κ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση. Με το ίδιο θέμα δηλαδή το τι πρέπει να περιέχει μια ένορκη δήλωση για συνοπτική απόφαση, ιδιαίτερα εκεί που ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο, είναι και τα όσα αναφέρονται στη προαναφερθείσα υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ σελ. 790-794 (απόφαση πλειοψηφίας) όπου δίνονται και παραδείγματα (με αναφορά σε αγγλικές αποφάσεις) πότε μια ένορκη δήλωση κρίθηκε ικανοποιητική και πότε όχι. Από πλευράς Εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα ακόλουθα: (α) ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή. (Λαζάρου ν. Μακεδόνας, πιο πάνω). Επίσης ο Εναγόμενος/καθού η αίτηση πρέπει να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιό μέρος από την απαίτηση του Ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. γενικά τη Δ.18, Κ.3 και την υπόθεση Hermes Ins. Co Ltd v. Julios Theodorides πιο πάνω, σελ. 338-339 όπου φαίνονται με λεπτομέρεια τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του). Από τη στιγμή που ο Ενάγων/Αιτητής ικανοποιεί τα κριτήρια για να ζητήσει συνοπτική απόφαση τότε (όπως ήδη αναφέραμε) το βάρος μετατοπίζεται στον Εναγόμενο/καθού η αίτηση να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. (Βλ. επίσης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος,
(1989)1 A.A.Δ. 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 Α.Α.Δ., σελ. 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.)) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ., σελ. 239). Στην προαναφερθείσα υπόθεση Rck Sports v. Persona Advertising Ltd ο Δικαστής Καλλής με αναφορά στο Αγγλικό σύγγραμμα The Annual Practice 1967 διατύπωσε τις αρχές ως εξής: «Αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης: Συνοψίζονται ως πιο κάτω στο Annual Practice, 1967, σελ. 121: `H εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones v. Stones [1984] A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72, Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18, Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198, Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C,P.D. 213, Ray v. Banker, 4 Ex.D.279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd v. Delap [1905] 92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone [1894] A.C. 122, Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A. Jacobs n. Booth' s Distillery Co. [1901] 85 L.T. 262 H.L., Lindsay v. Martin, 5 T.L.R. 322)». Στην υπόθεση Vidisava Subotic v. Δήμου Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Βασική αρχή που προκύπτει από τις αυθεντίες είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να δίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση του αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρει θέμα σε απάντηση της απαίτησης που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα (Βλέπε: CY.E.M.S. Co. Ltd. v. The Central Co-Operative Industries Co. Ltd.
(1982)1 A.A.Δ. 897, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd. v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239). Στην Trans Middle East (πιο πάνω) συμπερασματικά αναφέρονται τα εξής:- "Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο». Συνοπτική απόφαση θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και ως εξαίρεση στον βασικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να ακούει και τις δύο πλευρές προτού καταλήξει στην ετυμηγορία του. Δεν πρέπει να εμποδίζεται ο εναγόμενος να υπερασπισθεί εκτός σε περιπτώσεις όπου είναι αναμφίβολο ότι δεν έχει συζητήσιμη υπεράσπιση. Επίσης, δεν εκδίδεται συνοπτική απόφαση όπου προκύπτει σοβαρή διαφωνία ως προς τα γεγονότα και τον Νόμο (Βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 243). Για τους πιο πάνω λόγους η υποχρέωση του ενάγοντα να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις της Δ.18, θ.1(α) με την ένορκο δήλωσή του πρέπει να εξετάζεται αυστηρά και με απόλυτη σχολαστικότητα. Ο ενάγων πρέπει, μεταξύ άλλων, να υποστηρίξει την αίτησή του για συνοπτική απόφαση με ένορκο δήλωση είτε του ιδίου, είτε κάποιου άλλου τρίτου, ο οποίος μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα, και με αυτή να επαληθεύει την αιτία της αγωγής και το αξιώμενο ποσό και να αναφέρει την πεποίθησή του ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130 και Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333). Ο λόγος που η προσέγγιση των Δικαστηρίων ως προς την επάρκεια της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση είναι τόσο αυστηρή υποδείχθηκε από τον Άγγλο Δικαστή Buckley L. J. στην Αγγλική υπόθεση Symon and Co v. Palmer's Stores
(1912)1 KB 259 όπου στην σελίδα 266 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Trial as a rule must precede judgment. Order 14 provides an extraordinary procedure in certain cases; it is a procedure in which instead of trial first and then judgment, there is judgment at once and never any trial. Such a procedure must be strictly confined to the specific cases for which it is provided as set forth in the order». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Κατά κανόνα η δίκη προηγείται της απόφασης. Η Διάταξη 14 προνοεί για μια εξαιρετική διαδικασία που εφαρμόζεται σε ορισμένες περιπτώσεις. Είναι μια διαδικασία στην οποία αντί δίκης πρώτα και μετά απόφασης, υπάρχει αμέσως απόφαση και ουδέποτε δίκη. Μια τέτοια διαδικασία πρέπει να περιορίζεται αυστηρά στις συγκεκριμένες περιπτώσεις που προνοούνται στην Διάταξη». Σύμφωνα με τον πιο πάνω Άγγλο Δικαστή αν η ένορκος δήλωση δεν συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις της (Αγγλικής) Διάταξης 14 το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδώσει απόφαση. Υποχρεούται να αφήσει την υπόθεση να οδηγηθεί σε δίκη κατά τον σύνηθη τρόπο. Το θέμα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης είναι θέμα, λοιπόν, που άπτεται της δικαιοδοσίας. Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκή του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισής του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί (Βλ. Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333). Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών για να προβεί σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγόμενου ως να εκδίκαζε την ουσία της αγωγής. Αρκεί να αποκαλυφθεί συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση ούτως ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση (Βλ. Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Η σχετική Αγγλική Νομολογία καθιέρωσε ως βασική αρχή ότι όπου υπάρχει ειλικρινής διαφωνία αναφορικά με την ερμηνεία ενός εγγράφου στο οποίο βασίζεται η αξίωση ή διαφωνία ως προς τις συμβατικές υποχρεώσεις των μερών είτε ακόμα αβεβαιότητα ως προς το οφειλόμενο ποσό πρέπει να δίδεται στον εναγόμενο άδεια για υπεράσπιση (Βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 264). Στις περιπτώσεις ξεκάθαρων απαιτήσεων στις οποίες ο εναγόμενος αποκαλύπτει καλόπιστη ανταπαίτηση η οποία δεν σχετίζεται άμεσα με τα γεγονότα της αγωγής θα πρέπει να δίδεται απόφαση για το ποσό της απαίτησης με ταυτόχρονη άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση ανταπαίτησης. Σε αυτή την περίπτωση επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της ανταπαίτησης. Στην υπό εξέταση περίπτωση το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2, θ.6 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε εμφάνιση και η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση έγινε από την ίδια την Ενάγουσα, η οποία είναι το πρόσωπο που υπέγραψε το ενοικιαστήριο υπό την ιδιότητα του ιδιοκτήτη των ενοικιαζόμενων υποστατικών και έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Επίσης, με την ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση συμπεριλαμβανομένων και των εγγράφων που επισυνάπτονται σε αυτήν ως τεκμήρια η Αιτήτρια επιβεβαιώνει και επαληθεύει την αιτία της αγωγής, το αξιώμενο διάταγμα καθώς και τα αξιώμενα ποσά και σε αυτήν η Αιτήτρια αναφέρει ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως η Αιτήτρια απέσεισε το βάρος που είχε στους ώμους της με αποτέλεσμα το βάρος να μετατίθεται στην Καθ' ης η αίτηση να αποδείξει ότι έχει καλή ή εύλογη υπεράσπιση στην αγωγή ή ότι συντρέχουν τέτοια γεγονότα και στοιχεία που να θεωρούνται επαρκή για να της δοθεί το δικαίωμα να υπερασπισθεί. Σημειώνεται ότι αν και προβάλλονται από την πλευρά της Καθ' ης η αίτηση ως λόγοι ένστασης (α) ότι η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις της Δ.18 (πρώτος λόγος ένστασης) και (β) ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται σε συνοπτική απόφαση καθότι η απαίτησή της δεν είναι «ξεκαθαρισμένη» (τρίτος λόγος ένστασης), εντούτοις, κανένας από τους λόγους αυτούς δεν υποστηρίζεται από ένορκο μαρτυρία. Ούτε και οι λόγοι αυτοί προωθήθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Καθ' ης η αίτηση με την αγόρευση του. Αναφορικά με το πρώτο δεν χρειάζεται να λεχθούν περισσότερα από όσα ενωρίτερα λέχθηκαν. Αναφορικά με το δεύτερο δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Ο θεσμός 1(α) της Διατάξης 18, το λεκτικό του οποίου παρατάθηκε πιο πάνω, προνοεί ότι συνοπτική απόφαση μπορεί να εκδοθεί, μεταξύ άλλων, όταν ο ενάγων αξιώνει ανάκτηση ακίνητης περιουσίας με ή χωρίς ενοίκιο (recovery of land with or without rent). Συνεπώς ούτε ο πρώτος, ούτε ο τρίτος λόγος ένστασης ευσταθούν. Στην υπόθεση Ηλίας Αριστοδήμου ν. Τάκη Χαραλάμπους
(1990)1 ΑΑΔ 319 ο εφεσείων και ο εφεσίβλητος είχαν συνάψει συμφωνία ενοικίασης βάσει της οποίας ο πρώτος υπό την ιδιότητα του ιδιοκτήτη ενοικίασε στο δεύτερο, τον ενοικιαστή, καφεστιάριο μαζί με τα έπιπλα, σκεύη και τις υφιστάμενες εγκαταστάσεις καθώς και τον χώρο στην οπίσθια πτέρυγα του κτηρίου προς το σκοπό επέκτασης και διαμόρφωσής του από τον ενοικιαστή σύμφωνα με σχέδια της επιλογής του προς χρήση ως εστιατόριο και μουσικοχορευτικό κέντρο. Τα έξοδα θα βάρυναν κατά κύριο λόγο τον ενοικιαστή, ενώ η συνεισφορά του ιδιοκτήτη θα περιοριζόταν στην καταβολή ποσού Λ.Κ.2.000,00 σεντ. Μετά την εκπνοή της ενοικίασης ο ιδιοκτήτης θα εκαρπούτο των ευεργετημάτων της επέκτασης, προσθηκών και μετατροπών. Η διάρκεια της ενοικίασης καθορίστηκε σε έξι έτη (1.5.79 - 31.4.85) με δικαίωμα στον ενοικιαστή να την παρατείνει για άλλα πέντε χρόνια, δεδομένου ότι θα έδινε την προβλεπόμενη ειδοποίηση. Μετά την υπογραφή του συμβολαίου ο ενοικιαστής ανέλαβε την κατοχή των υποστατικών και προχώρησε χωρίς καθυστέρηση στην επέκταση, προσαρμογή και διαμόρφωση της πισινής πτέρυγας σε κέντρο - εστιατόριο με μουσική. Η οικοδομική εργασία και η διακόσμηση αποπερατώθηκαν σε βαθμό που να επιτρέπουν την λειτουργία του στο τέλος Δεκεμβρίου
- Από την αρχή αντιμετωπίσθηκαν δυσκολίες στην λειτουργία του που με την πάροδο του χρόνου φάνηκαν να είναι ανυπέρβλητες. Οι αρχές αρνήθηκαν την παροχή άδειας πώλησης και κατανάλωσης οινοπνευματωδών ποτών στο κέντρο για το λόγο ότι το κτήριο είχε κτισθεί χωρίς άδεια οικοδομής. Αρχικά, στις 29.1.80, προφορικά, και αργότερα, στις 10.4.80, εγγράφως, η αρμόδια αρχή (ο Έπαρχος Λευκωσίας) πληροφόρησε τον ενοικιαστή ότι η αίτησή του για παροχή άδειας ποτού δεν μπορούσε να εγκριθεί επειδή το κτήριο το οποίο κατείχε δεν καλυπτόταν από άδεια οικοδομής. Η απόπειρα του εφεσιβλήτου να αποθηκεύσει και να προβεί στην παράνομη πώληση οινοπνευματωδών ποτών στο κέντρο προσέκρουσε στη σθεναρή αντίδραση των αρχών. Σε δύο περιπτώσεις καταγγέλθηκε και τιμωρήθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για την πώληση οινοπνευματωδών ποτών χωρίς άδεια ενώ στις 10.4.80 οι τελωνειακές αρχές προέβησαν στην κατάσχεση των οινοπνευματωδών ποτών που ήταν αποθηκευμένα στο κέντρο του. Η αδυναμία του να εξασφαλίσει την απαιτούμενη άδεια για την πώληση οινοπνευματωδών ποτών οδήγησε στην αποτελμάτωση της λειτουργίας του κέντρου και την καθήλωση της επιχείρησης σε αδράνεια. Στο μεταξύ ο ενοικιαστής καθυστέρησε να πληρώσει οφειλόμενα ενοίκια. Με αγωγή που καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (αρ. 1348/80) ο ιδιοκτήτης διεκδίκησε τα οφειλόμενα ενοίκια καθώς και την έξωση του ενοικιαστή. Μετά την έγερση εκείνης της αγωγής ο ενοικιαστής ήγειρε την αγωγή που συνιστούσε το υπόβαθρο της εφεσιβαλλόμενης στην πιο πάνω υπόθεση απόφασης (αρ. 1620/80 η οποία καταχωρήθηκε στις 12.4.80). Στις 26.9.80 η αγωγή του ιδιοκτήτη συμβιβάσθηκε και ο ενοικιαστής συμφώνησε να εγκαταλείψει τα υποστατικά την 1.10.
- Σε επεξηγηματική δήλωση της δικηγόρου του αναφέρεται ότι συμφώνησε να εγκαταλείψει τα υποστατικά προς μετριασμό της ζημιάς (βλάβης). Οι διάδικοι, ο ιδιοκτήτης και ο ενοικιαστής, επεφύλαξαν τα εκατέρωθεν δικαιώματά τους ώστε αυτά να αποφασισθούν στην αγωγή του ενοικιαστή. Εν τέλει, ο ενοικιαστής εγκατέλειψε τα υποστατικά κατά την συμφωνηθείσα ημερομηνία, ήτοι την 1.10.
- Με την αγωγή του ο ενοικιαστής (ο εφεσίβλητος) αξίωσε την ακύρωση της συμφωνίας λόγω δόλου του ιδιοκτήτη (εφεσείοντα) και παράβασης του όρου 7 της συμφωνίας, που υποχρέωνε τον ιδιοκτήτη να εξασφαλίσει την ανενόχλητη κατοχή και λειτουργία των υποστατικών, και την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.33,862.805 μιλς που είχε δαπανήσει για τη διαμόρφωση του κέντρου επικαλούμενος την αρχή του άδικου πλουτισμού (undue enrichment). Διαζευκτικά αξίωσε αποζημιώσεις για διάρρηξη της συμφωνίας. Ο ιδιοκτήτης αμφισβήτησε την αγωγή και αρνήθηκε κάθε ευθύνη για την αποζημίωση του εφεσίβλητου. Συγχρόνως, υπέβαλε ανταπαίτηση για οφειλόμενα ενοίκια ύψους Λ.Κ.11,700 που κάλυπταν την περίοδο μέχρι την 1.10.80 και ποσό Λ.Κ.1,577,450 μίλς για βλάβη σε έπιπλα και σκεύη που παραδόθηκαν στον ενοικιαστή. Μετά από συνεκτίμηση των διϊστάμενων θέσεων και της μαρτυρίας που προσήχθη το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ο ισχυρισμός περί δόλου δεν ευσταθούσε πλην όμως ο εφεσείων εβαρύνετο με διάρρηξη του όρου 7 της συμφωνίας, ο οποίος τον δέσμευε να εξασφαλίσει στον ενοικιαστή «... ανενόχλητον κατοχήν και λειτουργίαν τούτου ...». Το Δικαστήριο δέχτηκε, όπως συνάγεται από την απόφαση, ότι η αδυναμία εξασφάλισης άδειας αποθήκευσης και πώλησης οινοπνευματωδών ποτών κατέστησε την λειτουργία του κέντρου αδύνατη και την ευόδωση των σκοπών της ενοικίασης ανέφικτη. Η παράλειψη του εφεσείοντα να εξασφαλίσει άδεια οικοδομής που θα νομιμοποιούσε τη χρήση των υποστατικών και κατ' επέκταση θα καθιστούσε ευχερή την παροχή άδειας ποτού, κρίθηκε ότι αποτελούσε παράβαση των υποχρεώσεων που επέβαλλε στον εφεσείοντα ο όρος 7 της συμφωνίας. Στον εφεσίβλητο επιδικάστηκαν αποζημιώσεις Λ.Κ.25,000, ποσό ίσο με την αξία των οικοδομικών, διασκευαστικών και διακοσμητικών έργων στα οποία είχε προβεί ο εφεσίβλητος. Η αξία της εργασίας αυτής καθορίστηκε στο πιο πάνω ποσό κατά την διάρκεια της δίκης υπό μορφή παραδεκτού γεγονότος. Σε άλλο μέρος της απόφασης απορρίφθηκε η θέση του εφεσείοντα ότι η παράλειψη του ενοικιαστή να καταβάλει τα οφειλόμενα ενοίκια παρείχε έρεισμα για τον τερματισμό της σύμβασης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η παράλειψη έγινε ανεκτή και στην πραγματικότητα είχε συγχωρεθεί. Ως προς την ανταπαίτηση το πρωτόδικο δικαστήριο επικύρωσε μόνο μέρος της για ποσό ίσο προς τα οφειλόμενα ενοίκια από 1.10.1979 μέχρι 30.4.80, ήτοι Λ.Κ.6.300 μείον το ποσό των Λ.Κ.2.700 το οποίο είχε καταβληθεί ως ασφάλεια (deposit). Κατ' ακολουθίαν εκδόθηκε απόφαση υπέρ του εφεσείοντα στην ανταπαίτηση για ποσό Λ.Κ.3.
- Ο ιδιοκτήτης προσέβαλε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου καταχωρώντας έφεση. Αποτέλεσαν λόγους έφεσης, μεταξύ άλλων, ότι το εύρημα του Δικαστηρίου για διάρρηξη του όρου 7 της συμφωνίας που αποτέλεσε το βάθρο της αξίωσης για αποζημιώσεις ήταν ακροσφαλές και ότι το εύρημα ότι τα οφειλόμενα ενοίκια περιορίζονταν μέχρι την 30.4.80 ήταν εσφαλμένο. Ο εφεσίβλητος καταχώρησε αντέφεση. Ως προς το θέμα της διάρρηξης του όρου 7 της σύμβασης το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ενδεικτικά τα ακόλουθα: «Όπως προκύπτει από το κείμενο της παραγράφου αυτής ο εφεσείων ανέλαβε δυο ξεχωριστές υποχρεώσεις έναντι του εφεσιβλήτου, (α) την εξασφάλιση της ανενόχλητης κατοχής των υποστατικών που περιλαμβάνει την ανεμπόδιστη και χωρίς πρόσκομμα κατοχής τους, και (β) την εξασφάλιση της ανενόχλητης λειτουργίας τους που περιλαμβάνει τη χρήση τους για τους σκοπούς που τα υποστατικά προορίζονταν βάσει της σύμβασης, δηλαδή ως κέντρο. Η ευχέρεια του εφεσείοντα να συνεχίσει "την οικοδόμηση του συγκροτήματος", προφανώς προβλεπόταν η οικοδόμηση και άλλων ορόφων, τέθηκε υπό την αίρεση ότι "θα κάμει παν το δυνατό να μη ενοχληθή η απρόσκοπτος λειτουργία του ενοικιαζόμενου μέρους". Η άδεια οικοδομής και η άδεια χρήσης των υποστατικών αποτελεί προϋπόθεση όχι μόνο για τη λειτουργία αλλά και γι' αυτή τούτη τη χρήση των υποστατικών. Και οι δυο πλευρές έκαμαν αναφορά κατά την ακρόαση της έφεσης σε δικαστικές αποφάσεις που τείνουν να ρίξουν φώς στην ερμηνεία συμβατικών όρων ανάλογων με εκείνο ο οποίος περιέχεται στην παράγραφο 7, σε συμβάσεις ενοικίασης. Στην υπόθεση Kenny v. Preen [1962] 3 All E.R. 814 διαπιστώνεται ότι η αποφυγή πράξεων που συνιστούν φυσική επέμβαση με το δικαίωμα κατοχής και χρήσης των υποστατικών δεν αποτελεί τη μόνη υποχρέωση που επιβάλλουν όροι ανάλογοι με τον όρο 7 της συμφωνίας. Η υποχρέωση επεκτείνεται στην αποφυγή κάθε πράξης που τείνει να διασαλεύσει την ανενόχλητη κατοχή των υποστατικών. Επαναλαμβάνουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση ο εφεσείων ανέλαβε την αποχή από κάθε πράξη ή ενέργεια που θα έτεινε να διασαλεύσει τόσο την ανενόχλητη κατοχή όσο και τη λειτουργία των υποστατικών που αποτελούσαν το αντικείμενο της ενοικίασης. Το εύρημα του δικαστηρίου ότι η απουσία άδειας οικοδομής κατέστησε αδύνατη τη λειτουργία των υποστατικών για τους σκοπούς που προορίζονταν ήταν εύλογο ενόψει της αναγκαιότητας για άδεια ποτού που κατά λογική πρόβλεψη ήταν αναγκαία για την ευόδωση των σκοπών της ενοικίασης, δηλαδή τη χρήση των υποστατικών ως εστιατόρια και μουσικοχορευτικό κέντρο. Το γεγονός ότι η πολιτική των αρχών μετεβλήθη τρία περίπου χρόνια αργότερα, το 1983, κατόπιν νομικής συμβουλής του γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα, και εκδίδονταν άδειες ποτού άσχετα από την ύπαρξη άδειας οικοδομής, δεν αλλοιώνει τη φύση της παράλειψης του ιδιοκτήτη να εξασφαλίσει τα αναγκαία για την κατοχή και χρήση του κέντρου ως της γενεσιουργού αιτίας για την αδυναμία του εφεσιβλήτου να χρησιμοποιήσει τα υποστατικά για τους σκοπούς που είχαν συμφωνηθεί. Το εύρημα του δικαστηρίου ότι ο εφεσείων είχε παραβιάσει τους όρους της παραγράφου 7 κρίνεται εύλογο και επικυρώνεται. Οι αποζημιώσεις για παράβαση συμβατικών όρων καθώς και το ύψος των αποζημιώσεων ρυθμίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 73
(1)του Κεφ. 149. Περιλαμβάνει ζημιά η οποία προέκυψε φυσιολογικά κατά τη συνήθη ροή των πραγμάτων ή που οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης ότι θα προέκυπτε ως αποτέλεσμα της παράβασης. Οι πρόνοιες της παραγράφου αυτής του άρθρου 73 του Περί Συμβάσεων Νόμου εξετάστηκαν σε έκταση στην υπόθεση Saab and Another v. Holy Monastery of Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, p. 519 a.s. Η αποκατάσταση στη θέση που θα βρισκόταν το αθώο μέρος αν δεν σημειωνόταν η διάρρηξη της σύμβασης αποτελεί τη συνισταμένη των αρχών που διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων. Κατά κανόνα αυτό επιτυγχάνεται με την επιδίκαση εκείνων των αποζημιώσεων που κατά λογική πρόβλεψη κατά το χρόνο εκτέλεσης της σύμβασης θα προέκυπταν ως αποτέλεσμα της διάρρηξης της συμφωνίας. Η δαπάνη για την επέκταση και διαμόρφωση του κτιρίου είχε καταβληθεί αποκλειστικά για το σκοπό δημιουργίας των προϋποθέσεων λειτουργίας του κέντρου όπως οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας. Παρόλο που το δικαστήριο στη σύντομη απόφασή του δεν επεξηγεί τη βάση πάνω στην οποία καθορίστηκε η αποζημίωση, είναι πρόδηλο ότι έκρινε ότι η δαπάνη δεν είχε το αναμενόμενο όφελος και συνεπώς συνιστούσε ζημιά η οποία προέκυψε φυσιολογικά ως αποτέλεσμα της διάρρηξης της συμφωνίας εκ μέρους του εφεσείοντα». Υπό το φως των πιο πάνω η έφεση αναφορικά με το μέρος αυτό της απόφασης κρίθηκε πως δεν ευσταθούσε και απερρίφθη. Ενόψει της επικύρωσης αυτού του μέρους της απόφασης το Εφετείο δεν έκρινε σκόπιμο να εξετάσει σε οποιαδήποτε έκταση τους διαζευκτικούς λόγους που προβλήθηκαν στην αντέφεση για την στήριξη του ίδιου αποτελέσματος, ότι, δηλαδή, η επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.25,000 δικαιολογείτο, επίσης, από τις αρχές του άδικου πλουτισμού που διέπεται από το άρθρο 70 του Κεφ. 149 ή βάσει των αρχών του άρθρου 65 του Κεφ. 149 που διέπει τις αποζημιώσεις όταν αποκαλύπτεται ότι η σύμβαση είναι άκυρη ή όταν καθίσταται άκυρη. Επισημάνθηκε ότι το άρθρο 70 προβλέπει για ανταπόδοση έξω και ανεξάρτητα από οποιοδήποτε συμβατικό πλαίσιο που δεν ήταν η περίπτωση, ενώ το άρθρο 65 προβλέπει για αποκατάσταση στην περίπτωση που η συμφωνία είναι ή καθίσταται άκυρη, που και πάλι δεν ήταν η περίπτωση. Ούτε επιδιώχθηκε η ακύρωση (rescision) της συμφωνίας λόγω έλλειψης του αντικειμένου ή παράβασης όρου της συμφωνίας που εκθεμελιώνει τις συμβατικές υποχρεώσεις (fundamental breach). Με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση η Καθ' ης η αίτηση δεν αμφισβήτησε ούτε τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας για την μη πληρωμή των ενοικίων, ούτε το ύψος των απλήρωτων ή καθυστερημένων ενοικίων. Μήτε το νόμιμο του τερματισμού. Αρκέσθηκε μόνο στον ισχυρισμό ότι η υπεράσπισή της έγκειται στο ότι η Αιτήτρια απέκρυψε από την Καθ' ης η αίτηση ότι τα επίδικα υποστατικά δεν έχουν άδεια οικοδομής και, επομένως, είναι παράνομα. Συνάγεται, επίσης, από την ένορκο δήλωση του κύριου Τσίντα ότι η διαπίστωση από μέρους της Καθ' ης η αίτηση περί μη ύπαρξης άδειας οικοδομής έγινε μετά την ολοκλήρωση των εργασιών, «εκ των υστέρων», όπως ενδεικτικά αναφέρεται και στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση. Επίσης, στην ένορκο δήλωση του κύριου Τσίντα αναφέρεται ότι ένεκα του ότι δεν υπήρχε άδεια οικοδομής η Καθ' ης η αίτηση δεν μπόρεσε να δουλέψει τα ενοικιαζόμενα υποστατικά, ούτε καν να τα διαφημίσει. Και ότι εν'όψει τούτου αλλά και των χρημάτων που ξόδεψε για τις εργασίες που διενήργησε μόνο ζημία υπέστη. Στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση γίνεται αναφορά σε απάτη και ψευδείς παραστάσεις από μέρους της Αιτήτριας οι οποίες σύμφωνα με την εν λόγω αγόρευση άπτονται της εγκυρότητας της σύμβασης ενοικίασης. Το ερώτημα που αναφύεται είναι αν η Καθ' ης η αίτηση με τους πιο πάνω ισχυρισμούς αποκάλυψε συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση της Αιτήτριας. Με βάση τους πιο πάνω ισχυρισμούς δεν βλέπω πώς η Καθ' ης η αίτηση θα μπορούσε να ισχυρίζεται ότι έχει καλή υπεράσπιση. Αν και στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση γίνεται λόγος για ψευδείς παραστάσεις και απάτη από μέρους της Αιτήτριας κανένας ισχυρισμός δεν προβάλλεται στην ένορκο δήλωση του κύριου Τσίντα προς την κατεύθυνση ότι η Αιτήτρια είχε πριν την υπογραφή του ενοικιαστηρίου προβεί σε παράσταση γεγονότος (representation) προς την Καθ' ης η αίτηση ότι τα υποστατικά είχαν άδεια οικοδομής. Και ότι στην πορεία διαπιστώθηκε ότι οι παραστάσεις αυτές απεδείχθηκαν ψευδείς ή δόλιες όπως η λέξη απάτη υποδηλοί. Άλλωστε, όπως και πιο πάνω είδαμε, θέση της Καθ' ης η αίτηση είναι ότι η Αιτήτρια απέκρυψε από αυτήν ότι τα υποστατικά δεν είχαν άδεια οικοδομής. Σημειώνεται ότι ο δόλος (fraud) είναι αστικό αδίκημα γνωστό ως απάτη (deceit). Και ότι στην περίπτωση που μια ανακριβής παράσταση (misrepresentation) είναι δόλια (fraudulent) το ανυπαίτιο μέρος δικαιούται σε αποζημιώσεις οι οποίες υπολογίζονται με βάση τις αρχές του δικαίου των αστικών αδικημάτων και όχι τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Η απάτη, όπως και ο δόλος, συνίσταται σε παράσταση γεγονότος με γνώση του ψεύδους της ή χωρίς πίστη για το αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο αυτή είναι αληθής ή ψευδής και με σκοπό όπως το πρόσωπο που εξαπατήθηκε ενεργήσει στην βάση αυτής (Βλ. Derry v. Peek
(1889)14 App. Cas. 337, HL και το άρθρο 36 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε). Τέτοιος, όμως, ισχυρισμός δεν προβάλλεται στην ένορκο δήλωση του κύριου Τσίντα. Κανένας ισχυρισμός δεν προβάλλεται προς την κατεύθυνση, πρώτο, ότι η Αιτήτρια πριν την υπογραφή του ενοικιαστηρίου προέβη σε παράσταση γεγονότος προς την Καθ' ης η αίτηση ότι τα υποστατικά είχαν άδεια οικοδομής, δεύτερο, ότι προέβη στην πιο πάνω παράσταση με γνώση του ψεύδους ή χωρίς πίστη για το αληθές της ή απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο αυτή ήταν αληθής ή ψευδής, τρίτο, με σκοπό όπως η Καθ' ης η αίτηση εξαπατηθεί και υπογράψει το ενοικιαστήριο έγγραφο και, τέταρτο, ότι η Καθ' ης η αίτηση εξαπατήθηκε και ενήργησε στην βάση μιας τέτοιας παράστασης. Υπό το φως των πιο πάνω η θέση περί απάτης της Αιτήτριας παρέμεινε ατεκμηρίωτη. Και αν ακόμη οι ισχυρισμοί που εκτίθενται επί του προκειμένου θέματος εξετασθούν χωρίς αναφορά σε απάτη και πάλι δεν βλέπω πώς η Καθ' ης η αίτηση έχει υπεράσπιση στην απαίτηση της Αιτήτριας. Παρατηρείται ότι ως δεύτερος λόγος ένστασης προβάλλεται ότι η Αιτήτρια απέκρυψε από την Καθ' ης η αίτηση ότι τα υποστατικά δεν είχαν άδεια οικοδομής. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ως κανόνας η σιωπή (silence) δεν συνιστά από μόνη της ψευδής παράσταση (misrepresentation) εκτός μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις αναγνωρισμένες από το κοινοδίκαιο, όπως όταν ουσιώδη γεγονότα περιέρχονται στην αντίληψη του υπαίτιου μέρους πριν την ολοκλήρωση της σύμβασης, τα οποία το μέρος αυτό δεν αποκαλύπτει, και που αναιρούν μια παράσταση στην οποία αυτός είχε προβεί σε προγενέστερο χρόνο (Βλ. With v. O' Flanagan
(1936)Ch. 575, CA), όταν η παράσταση αν και αληθής είναι παραπλανητική (misleading) και δεν αποκαλύπτεται με αυτήν ολόκληρη η αλήθεια (Βλ. Nottingham Patent Brick and Tile Co. v. Butler
(1886)16 QBD 778, CA), σε περιπτώσεις όπου έθιμο (custom) επιβάλλει αποκάλυψη (Βλ. Jones v. Bowden
(1813)4 Taunt. 847), σε συμβάσεις ύψιστης καλής πίστης (contracts of the utmost good faith), όπως είναι τα ασφαλιστικά συμβόλαια όπου ένεκα της φύσης της σύμβασης υπάρχει καθήκον αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων (Βλ. Seaman v. Fonereau
(1743)2 Stra. 1183), και σε σχέσεις μεταξύ προσώπων τις οποίες διέπει η εμπιστοσύνη (fiduciary relationships). Στην Αγγλική υπόθεση Keates v. Cadogan
(1851)10 C.B. 591 αποφασίσθηκε ότι ο ιδιοκτήτης δεν ήταν υπόλογος για απάτη όταν παρέλειψε να αποκαλύψει στον ενοικιαστή πριν του ενοικιάσει το σπίτι του ότι αυτό ήταν σε άθλια κατάσταση. Συνακόλουθα ούτε ο δεύτερος λόγος ένστασης ευσταθεί. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η Καθ' ης η αίτηση καμία υπεράσπιση δεν απέδειξε ότι έχει στην αξίωση της Αιτήτριας. Συνακόλουθα κρίνω ότι η Αιτήτρια δικαιούται σε διάταγμα παράδοσης ελεύθερης κατοχής του ακινήτου. Αναφορικά δε με τις θεραπείες που αξιώνονται υπό παραγράφους Β, Γ και Δ του Παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης σχετικά είναι τα όσα ακολουθούν. Όσον αφορά την ανταπαίτηση της Καθ' ης η αίτηση έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Με τον όρο 19 του ενοικιαστηρίου δηλώνεται από την Καθ' ης η αίτηση ότι έχει επιθεωρήσει το ακίνητο συμπεριλαμβανομένων όλων των εγκαταστάσεων οι οποίες περιλαμβάνονται σε αυτό και ότι το έχει βρει σε ικανοποιητική κατάσταση και κατάλληλο για τον σκοπό για τον οποίο το ενοικίασε. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας στην αγόρευσή του επικαλέσθηκε τον πιο πάνω όρο για να υποστηρίξει ότι οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση ότι το ακίνητο δεν ήταν λειτουργήσιμο και ότι για να καταστεί τέτοιο έπρεπε να γίνουν οι μετατροπές που αναφέρονται στην πιο πάνω ένορκο δήλωση είναι εκ των υστέρων σκέψεις της Καθ' ης η αίτηση οι οποίες προβάλλονται σε μια προσπάθειά της να αποφύγει τις ευθύνες της και την καταβολή των προς την Αιτήτρια οφειλομένων ενοικίων. Πάντως, ο ισχυρισμός του Χρίστου Τσίντα στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση περί εκτέλεσης εργασιών δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς της Αιτήτριας είτε με συμπληρωματική ένορκο δήλωση είτε με αίτημα για παραχώρηση άδειας του Δικαστηρίου για αντεξέταση του. Αλλά ούτε και αυτό που υποβόσκει στην πιο πάνω θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι, δηλαδή, οι πιο πάνω μετατροπές έγιναν με την σύμφωνη γνώμη της Αιτήτριας σύμφωνα με τον όρο 15 του ενοικιαστηρίου. Με τον όρο αυτό δίδεται στην Καθ' ης η αίτηση το δικαίωμα να προβεί σε οποιεσδήποτε προσθήκες ή τροποποιήσεις στο ακίνητο νοουμένου ότι αυτές πληρούν κάποιες προϋποθέσεις. Στην ένορκο δε δήλωση του κύριου Τσίντα, που υποστηρίζει την ένσταση, επισυνάπτεται «Περιγραφή Εξόδων» επιβεβαιωτική της αλήθειας του ύψους των εργασιών. Σε αίτηση για συνοπτική απόφαση αν η υπεράσπιση που αποκαλύπτει ο εναγόμενος σχετίζεται μόνο με μέρος της απαίτησης του ενάγοντα ο ενάγων δύναται να εξασφαλίσει απόφαση για το υπόλοιπο. Με άλλα λόγια, αν ο εναγόμενος προβάλει ως υπεράσπιση μια χρηματική απαίτηση εναντίον του ενάγοντα η οποία είναι μικρότερη από την απαίτηση του ενάγοντα στην αγωγή θα λάβει από το Δικαστήριο άδεια να υπερασπισθεί pro tanto, ήτοι μέχρι του ποσού της απαίτησής του, και ο ενάγων θα εξασφαλίσει απόφαση για το υπόλοιπο. Η υπεράσπιση αυτή είναι γνωστή ως set off. Πρόκειται περί χρηματικής ανταπαίτησης (monetary cross-claim) η οποία συνιστά επίσης υπεράσπιση. Μπορεί να απαιτηθεί είτε με ξεχωριστή αγωγή είτε με ανταπαίτηση. Αν απαιτηθεί στα πλαίσια της αγωγής του ενάγοντα έχει την επιπρόσθετη συνέπεια να εξουδετερώνει την απαίτηση του ενάγοντα pro tanto, ήτοι μέχρι του ύψους της ανταπαίτησης. Αν το set off υπερβαίνει την απαίτηση του ενάγοντα στην αγωγή, τότε, ο εναγόμενος δικαιούται άνευ τινός σε άδεια να υπερασπισθεί την απαίτηση του ενάγοντα (full leave to defend). Όταν ο εναγόμενος προβάλλει ως υπεράσπιση ένα equitable set off το Δικαστήριο συνήθως δίδει στον εναγόμενο άνευ όρων άδεια να υπερασπισθεί την απαίτηση του ενάγοντα μέχρι του ύψους του set off. Παλιά τα Αγγλικά Δικαστήρια σε μια τέτοια περίπτωση εξέδιδαν απόφαση με αναστολή εκτέλεσης συνήθως υπό τον όρο όπως ο εναγόμενος καταβάλει την πληρωμή κάποιου ποσού στο Δικαστήριο. Στις μέρες μας, όμως, δεν εκδίδονται τέτοια διατάγματα από τα Αγγλικά Δικαστήρια (Βλ. United Overseas Ltd v. Peter Robinson Ltd
(1991)). Η υπεράσπιση αυτή συνίσταται σε ανταπαίτηση η οποία δεν είναι ασύνδετη αλλά σχετίζεται με την απαίτηση του ενάγοντα στην αγωγή (related cross-claim). Στην Αγγλία πριν το 1875 τα δικαστήρια της επιείκειας εξέδιδαν διατάγματα (injunctions) για να παρεμποδίσουν έναν ενάγοντα από του να επιμένει στα νομικά του δικαιώματα στις περιπτώσεις εκείνες που θα ήταν άδικο να μην ληφθούν υπόψη ανταπαιτήσεις (cross-claims) που είχε ο εναγόμενος και οι οποίες αναφύονταν από το ίδιο αντικείμενο. Μετά το 1875 και την ενοποίηση των δικαστηρίων του κοινοδικαίου (common law) και της επιείκειας (equity) τα Αγγλικά Δικαστήρια δεν εκδίδουν διατάγματα (injunctions) αλλά αντιμετωπίζουν τις σχετικές αυτές με την απαίτηση του ενάγοντα ανταπαιτήσεις ως υπερασπίσεις που εξουδετερώνουν την απαίτηση του ενάγοντα pro tanto. Στην Αγγλική υπόθεση Connaught Restaurants Ltd v. Indoor Leisure Ltd
(1994)1 WLR 501 ο ενάγων - ιδιοκτήτης κίνησε αγωγή εναντίον του ενοικιαστή του για οφειλόμενα ενοίκια. Λέχθηκε ότι η απαίτηση του εναγόμενου για αποζημιώσεις για παράβαση από τον ενάγοντα του όρου για ανενόχλητη κατοχή και χρήση (quiet enjoyment) συνιστούσε equitable set off. Στην Αγγλική υπόθεση James Lamont & Co Ltd v. Hyland Ltd (No. 2)
(1950)1 All E R 929 λέχθηκαν τα ακόλουθα (σελίδα 931): «This Court has recently decided in Morgan & Son, Ltd v. S. Martin Johnson & Co., Ltd. that where the matters relied on by the defendant, although not strictly matters of defence, would before the Judicature Acts have been regarded by a court of equity as ground for relief by way of equitable set off, the proper order to make under Ord. 14 procedure as a general rule is that the defendant have unconditional leave to defend and not that the plaintiff recover judgment with execution stayed until the trial of the counterclaim». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Αυτό το Δικαστήριο πρόσφατα αποφάσισε στην Morgan & Son, Ltd v. S. Martin Johnson & Co., Ltd. ότι όπου τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται ο εναγόμενος, αν και αυστηρά δεν συνιστούν υπεράσπιση, θα θεωρούνταν πριν τα Judicature Acts από δικαστήριο της επιείκειας ως θεραπεία υπό μορφή equitable set off, η πρέπουσα διαταγή στην βάση της διαδικασίας της Διάταξης 14 είναι όπως δοθεί στον εναγόμενο άνευ όρων άδεια να υπερασπισθεί και όχι απόφαση υπέρ του ενάγοντα με αναστολή εκτέλεσης μέχρι την εκδίκαση της ανταπαίτησης». Τέλος, στην Κυπριακή υπόθεση Vidisava Subotic v. Δήμου Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι καθιερωμένο ότι όπου εγείρεται καλή τη πίστει ανταπαίτηση που προκύπτει από τα ίδια γεγονότα της αγωγής και συνδέεται άμεσα με τους λόγους υπεράσπισης πρέπει να δίδεται τέτοια άδεια, ακόμα και αν ο εναγόμενος παραδέχεται μέρος ή ολόκληρη την απαίτηση (Βλέπε: Morgan & Son Ltd. v. S. Martin Johnson & Co. [1949] 1 K.B. 107). Η ανταπαίτηση είναι αγωγή (cross action) αλλά για τους σκοπούς της Δ.18 πρέπει να θεωρείται ως Υπεράσπιση (Βλέπε: Zoedone Co. v. Barrett [1882] 26 S.J. 657)». Ο όρος 18.1 του ενοικιαστηρίου προνοεί για ανενόχλητη κατοχή του ακινήτου καθόλη την διάρκεια της περιόδου ενοικίασης. Σύμφωνα, επίσης, με το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, παράγραφος 325, σελίδα 254 σε μια σύμβαση ενοικίασης είναι εξυπακουόμενος όρος ότι ο ιδιοκτήτης θα εξασφαλίσει ανενόχλητη κατοχή του ενοικιαζόμενου ακινήτου. Περαιτέρω, στην υπόθεση Ηλίας Αριστοδήμου ν. Τάκη Χαραλάμπους
(1990)1 ΑΑΔ 319, που πιο πάνω μνημονεύεται, είδαμε ότι τα έξοδα στα οποία υπεβλήθη ο εφεσίβλητος για την διενέργεια και ολοκλήρωση των μετατροπών ήταν ανακτήσιμα ως ζημία η οποία προέκυψε φυσιολογικά κατά τη συνήθη ροή των πραγμάτων συνεπεία της παράβασης από τον εφεσείοντα - ιδιοκτήτη του όρου της σύμβασης ενοικίασης για ανενόχλητη κατοχή και χρήση του ενοικιαζόμενου υποστατικού. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η απαίτηση της Καθ' ης η αίτηση για το ποσό των Ευρώ 97.000,00 σεντ συνιστά equitable set off. Τέλος, σύμφωνα με την παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης του κύριου Τσίντα η Καθ' ης η αίτηση ένεκα του ότι τα υποστατικά δεν έχουν άδεια οικοδομής υπέστη ζημία καθότι για τον πιο πάνω λόγο δεν μπόρεσε να τα δουλέψει και να τα διαφημίσει. Ο πιο πάνω ισχυρισμός τίθεται, όμως, γενικά και αόριστα. Κατ' αρχή δεν αναφέρεται για πόσο χρονικό διάστημα τα υποστατικά αφότου εκτελέσθηκαν οι εργασίες έμειναν αχρησιμοποίητα. Κατά δεύτερο, δεν αναφέρεται πόσο είναι το ύψος των ζημιών αυτών και με βάση ποιες παράμετρους υπολογίζεται. Υπό το φως των πιο πάνω θεωρώ ότι δεν δόθηκαν από την Καθ' ης η αίτηση σαφείς δεδομένα και λεπτομέρειες ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι η Καθ' ης η αίτηση υπέστη την ζημιά που αυτή ισχυρίζεται ότι υπέστη. Συνακόλουθα κρίνω πως δεν θα πρέπει να δοθεί στην Καθ' ης η αίτηση άδεια για να προβάλει μια τέτοιου είδους ανταπαίτηση. Συνακόλουθα ο τέταρτος λόγος ένστασης επιτυγχάνει εν μέρει. Σύμφωνα με τα όσα πιο πάνω λέχθηκαν κρίνω ότι η Καθ' ης η αίτηση δικαιούται σε έκδοση διατάγματος παράδοσης ελεύθερης κατοχής των ενοικιαζόμενων υποστατικών (παράγραφος Α του Παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης) και σε άνευ όρων άδεια να υπερασπισθεί το μέρος της απαίτησης της Αιτήτριας που αφορά στις παραγράφους Β, Γ και Δ του Παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης για να προβάλει την ανταπαίτησή της η οποία όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε συνιστά equitable set off. Συνακόλουθα εκδίδεται εναντίον της Εναγόμενης / Καθ' ης η αίτηση διάταγμα παράδοσης ελεύθερης κατοχής των ενοικιαζόμενων υποστατικών, ήτοι των κτηρίων, υποστατικών και των αθλητικών εγκαταστάσεων που βρίσκονται επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/5123, το οποίο βρίσκεται στο χωριό Ερήμη της επαρχίας Λεμεσού. Αναφορικά με το υπόλοιπο μέρος της απαίτησης της Αιτήτριας, ήτοι αυτό που αφορά στις παραγράφους Β, Γ και Δ του Παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης, δίδεται στην Καθ' ης η αίτηση άδεια για υπεράσπιση για να προβάλει την ανταπαίτησή της. Συνακόλουθα η αίτηση πετυχαίνει όσον αφορά την θεραπεία υπό παράγραφο Α του Παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης και απορρίπτεται όσον αφορά τις θεραπείες υπό παραγράφους Β, Γ και Δ του Παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης. Η Εναγόμενη / Καθ' ης η αίτηση διατάσσεται να καταχωρήσει την Υπεράσπισή της μέχρι τις 12.10.12. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί. Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης εν' όψει του αποτελέσματος θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως αυτά επιδικασθούν και επιδικάζονται κατά το ήμισυ υπέρ της Ενάγουσας / Αιτήτριας και εναντίον της Εναγόμενης / Καθ' ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.) ........... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο