Tράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ευρυπίδη Λεωνίδα Παναγίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 3459/2010, 2/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3459/2010 Μεταξύ: Tράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και 1. Ευρυπίδη Λεωνίδα Παναγίδη 2. Αυγούστα Παναγίδου 3. Μαρία Σωτηριάδου Εναγομένων Αίτηση για εκδίκαση προδικαστικού σημείου ημερομηνίας 14.12.2011 Ημερομηνία: 2 Ιουλίου, 2012 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κα Χατζήπαπα Για Εναγόμενο 1/Καθ' ου η αίτηση: κα Γιάλλουρου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Δικογραφημένες θέσεις των δύο πλευρών Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Εναγόμενους 1 - 3 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα το ποσό των €65.883,73 πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί του ποσού των €65.080,77 από 18.2.2010 μέχρι εξοφλήσεως ως υπόλοιπο δανείου το οποίο παραχωρήθηκε στον Εναγόμενο 1 δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 4.4.1996 με την εγγύηση των Εναγομένων 2 και 3. Ζητείται επίσης από τους Ενάγοντες η έκδοση διατάγματος για εκποίηση της υποθήκης με αρ. εγγραφής Υ2356/2006 και πώληση του ακινήτου που καλύπτεται από αυτή με δημόσιο πλειστηριασμό και διάθεση του προϊόντος πώλησης έναντι και/ή προς ικανοποίηση των αξιούμενων ποσών. Την καταχώρηση του Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος στις 12.7.2010 ακολούθησε η καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 - 3 και της Ανταπαίτησης του Εναγόμενου 1 στις 14.2.2011. Στην Έκθεση Υπεράσπισης οι Εναγόμενοι 1 - 3 εγείρουν τις ακόλουθες προδικαστικές ενστάσεις: - Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε καταχρηστικά αφού οι Ενάγοντες θα μπορούσαν να προβάλουν τις αξιώσεις τους υπό μορφή ανταπαίτησης στην αγωγή που καταχωρήθηκε από τον Εναγόμενο 1 εναντίον τους με αριθμό 6194/2001 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. - Στην παρούσα αγωγή υπάρχει δεδικασμένο. - Η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί λόγω παραγραφής και παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ισχυριζόμενη παράβαση συμφωνίας και/ή για αδικαιολόγητο πλουτισμό. - Η παρούσα αγωγή εγέρθηκε κακόπιστα καθότι οι Ενάγοντες προσπάθησαν επιμελώς να αναφέρουν ότι τα γεγονότα που επικαλούνται έχουν εξεταστεί και αποφασιστεί τελεσίδικα τόσο πρωτόδικα όσο και κατ' έφεση στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 6194/2001. Άνευ βλάβης των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων, οι Εναγόμενοι παραδέχονται τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας δανείου και την παραχώρηση του δανείου στον Εναγόμενο 1 καθώς και την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης από τους Εναγόμενους 2 και 3. Επιπρόσθετα, ισχυρίζονται ότι δυνάμει συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερομηνίας 8.4.1996, μεταξύ τους και του Εναγόμενου 1 με αντικείμενο ενοικιαγοράς ένα αυτοκίνητο ταξί με αρ. ΤΥΕ353, συμφώνησαν όπως οι Ενάγοντες ανανεώσουν την άδεια κυκλοφορίας του πιο πάνω οχήματος και την άδεια δημόσιας χρήσης του. Λόγω του ότι οι Ενάγοντες, κατά τους ισχυρισμούς των Εναγόμενων, δεν τίμησαν τις υποχρεώσεις τους για ανανέωση των πιο πάνω αδειών ο Εναγόμενος 1 απώλεσε την εγγραφή του πιο πάνω οχήματος στον Έφορο Μηχανοκίνητων Οχημάτων με αποτέλεσμα να απωλέσει το ποσό των £9.400,00 το οποίο κατέβαλε στους Εναγόμενους στις 8.4.1996 πλέον τόκους καθώς και εισόδημα ύψους €70.000,00 από το 1997 μέχρι σήμερα, ποσά τα οποία ο Εναγόμενος 1 ανταπαιτεί εναντίον των Εναγόντων (βλέπε παράγραφο 10 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης). Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται περαιτέρω ότι οι Ενάγοντες εσκεμμένα δεν προσκόμισαν στο Δικαστήριο στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής με αριθμό 6194/2001 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού τα σχετικά έγγραφα που είχαν στην κατοχή τους και καταδείκνυαν ότι λόγω δικής τους παράλειψης ακυρώθηκε η εγγραφή του οχήματος με αρ. εγγραφής ΤΥΕ353 στον Έφορο Μηχανοκίνητων Οχημάτων λόγω μη ανανέωσής της με επακόλουθο ο Εναγόμενος 1 να υποστεί τις ζημιές που αναφέρονται πιο πάνω. Είναι δε η θέση των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες είπαν ψέματα σχετικά με το θέμα αυτό στο Δικαστήριο με αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής με αριθμό 6194/2001. Αυτό αποτελεί, σύμφωνα με τους Ενάγοντες, ένα νέο γεγονός που δημιουργεί νέα βάση αγωγής η οποία δεν καλύπτεται από δεδικασμένο αλλά βασίζεται σε νέα μαρτυρία και δίνει με αυτό τον τρόπο την δυνατότητα στον Εναγόμενο 1 να αξιώσει υπό μορφή ανταπαίτησης τα πιο πάνω ποσά λόγω παράβασης εκ μέρους των Εναγόντων της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 4.4.1996 και της συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερομηνίας 8.4.1996. Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών ο Εναγόμενος 1 αξιώνει ανταπαιτητικώς από τους Ενάγοντες ως ακολούθως: «(Α) Αναγνωριστική Απόφαση με την οποία ν' αναγνωρίζεται ότι, οι Ενάγοντες, πέραν από δανειστές του Εναγόμενου 1, ο οποίος στη βάση της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς απόκτησε ένα αυτοκίνητο ταξί, μάρκας MERCENDES, με αριθμούς εγγραφής Τ ΥΕ 353, συμφώνησαν μαζί του, γραπτώς και/ή προφορικώς, στα πλαίσια της ίδιας και/ή επιπρόσθετης, αλλά άμεσα συνδεδεμένης με τη συμφωνία ημερ. 4.4.1996 συμφωνίας, κατά ή περί την 8.4.1996, ενεργήσουν ως εμπιστευματοδόχοι (trustees), του Εναγόμενου 1, δικαιούχου στο εν λόγω εμπίστευμα (beneficiary), το οποίο είχε τη μορφή εξ επαγωγής (constructive trust) και ή καταληκτικού εμπιστεύματος (resulting trust), μιας και ανέλαβαν οι Ενάγοντες, όπως ανανεώσουν την άδεια κυκλοφορίας του Εναγόμενου 1, στο όνομα του, τόσο το μερίδιο ιδιοκτησίας του, όσον και την άδεια δημόσιας χρήσης, γνωστής και ως «Τ», μετά την υποβολή από τον τελευταίο σχετικής Αίτησης προς την Αρχή Αδειών, στις 4.7.1996, η οποία εγκρίθηκε την 1.8.1996 και παραδόθηκε από τον Εναγόμενο 1 στους Ενάγοντες, υπό την ιδιότητα τους ως ιδιοκτήτες του εν λόγω οχήματος κατά τον επίδικο χρόνο, υποχρέωση που όχι μόνο δεν τίμησαν, με αποτέλεσμα, ο Εναγόμενος 1, να απολέσει την εγγραφή του συγκεκριμένου Οχήματος, στον Έφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων, λόγω μη ανανέωσης της και συνεπακόλουθα, απώλεσε ποσό ύψους Λ.Κ.9,400 (€16,061), το οποίο πλήρωσε στους Εναγόμενους, πλέον τόκους στις 8.4.1996, ως επίσης και εισόδημα που αγγίζει τις €70,000 (Β) Αναγνωριστική Απόφαση, με την οποία ν' αναγνωρίζεται από το Σεβαστό Δικαστήριο ότι, οι Ενάγοντες, υπό την ιδιότητα τους ως εμπιστευματοδόχοι του δικαιούχου - Εναγόμενου 1, όχι μόνο δεν τίμησαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, δυνάμει των συμφωνιών ημερ. 4.4.1996 και 8.4.1996 που συνήψαν με τον Ενάγοντα 1, αλλά περαιτέρω, ενεργώντας, κατά παράβαση των συμβατικών και/ή εκ του νόμου απορρεόντων νομοθετικών τους υποχρεώσεων, υπό την ιδιότητα τους ως εμπιστευματοδόχοι του Εναγομένου 1, αλλά επιπλέον, εσκεμμένα, όχι μόνο δεν προσκόμισαν στο δικαστήριο, στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της Αγωγής υπ' αρ. 6194/2001, τα σχετικά έγγραφα που είχαν στην κατοχή τους και κατεδείκνυαν ότι, από δική τους παράλειψη ακυρώθηκε η εγγραφή του συγκεκριμένου Οχήματος, στον Έφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων, λόγω μη ανανέωσης της και είχε ως επακόλουθο την απώλεια εκ μέρους του Εναγομένου 1, ποσού ύψους Λ.Κ.9,400 (€16,061), το οποίο πλήρωσε στους Εναγόμενους, πλέον τόκους στις 8.4.1996, ως επίσης και εισόδημα που αγγίζει τις €70,000 από το 1997 μέχρι σήμερα αλλά επιπλέον, είπαν ψέματα σχετικά με το θέμα αυτό στο δικαστήριο, μετακυλύοντας τη δική τους ευθύνη στους ώμους του Εναγόμενου 1, κάτι που είχε σαν αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής του Ενάγοντα από το δικας΄τηριο, ενώ μετά το πέρας της υπό αναφοράς αγωγής, του επέστρεψαν τα έγγραφα, αφού είχαν προηγουμένως πετύχει τον προειρημένο σκοπό τους. (Γ) Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου, με την οποία να αποφασίζεται ότι, λόγω της παράβασης των Εναγόντων έναντι του Εναγόμενου 1, υπό την ιδιότητα τους ως εμπιστευματοδόχοι έναντι του Εναγομένου 1 - δικαιούχου, στα πλαίσια των συμφωνιών ημερ. 4.4.1996 και 8.4.1996, αντίστοιχα, ο Ενάγοντας δικαιούται στην επιδίκαση υπέρ του και συνεπακόλουθα την επιδίκαση υπέρ του, των ακόλουθων ποσών, υπό τη μορφή αποζημιώσεων: ι) ποσό ύψους Λ.Κ.9,400 (€16,061), το οποίο πλήρωσε στους Εναγόμενους, πλέον τόκους στις 8.4.1996, ιι) εισόδημα που αγγίζει τις €70,000 από το 1997 μέχρι σήμερα, Δ) Αναγνωριστική Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου, με την οποία να αναγνωρίζεται ότι, λόγω της μονομερούς παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων των Εναγόντων έναντι στον Εναγόμενο 1, στα πλαίσια των συμφωνιών ημερ. 4.4.1996 και 8.4.1996, ως επίσης και στα πλαίσια των υποχρεώσεων των Εναγόντων, υπό την ιδιότητα τους ως εμπιστευματοδόχοι του Εναγόμενου 1 - δικαιούχου, που δημιουργήθηκαν στα πλαίσια των εν λόγω συμφωνιών, ο Εναγόμενος 1, δικαιούται σε ακύρωση της υποθήκης ημερ. 5.4.1996, που ο Εναγόμενος 1 εκτέλεσε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού υπ' αρ. Υ2356/96, με την οποία υποθήκευσε όλο το συμφέρον του στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 6652 Φ/Σχ. LIV/20, Τεμ. 349, στην Επαρχία Λεμεσού, για το ποσό των €42,715.04 (Λ.Κ.25,000), πλέον τόκους προς 9% από 5.4.1996 μέχρι εξοφλήσεως, υπέρ των Εναγόντων και ταυτόχρονα ν' αναγνωρίζεται ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούται να διατηρούν αποθηκευμένο υπέρ τους, στα πλαίσια της πιο πάνω αναφερόμενης υποθήκης, το ρηθέν ακίνητο του Εναγομένου 1, λόγω της αντι-συμβατικής και/ή παράνομης συμπεριφοράς που επέδειξαν έναντι του τελευταίου. (Ε) Απόφαση και/ή Διάταγμα, με το οποίο να διατάττεται ο αρμόδιος κτηματολογικός λειτουργός του Ε.Δ. Λεμεσού, ν' ακυρώσει την υποθήκη υπ' αρ. Υ2356/96, την οποία εκτέλεσε στις 5.4.1996 ο Εναγόμενος 1 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, με την οποία υποθήκευσε όλο το συμφέρον του στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 6652 Φ/Σχ. LIV/20, Τεμ. 349, στην Επαρχία Λεμεσού, για το ποσό των €42,715.04 (Λ.Κ.25,000), πλέον τόκους προς 9% από 5.4.1996 μέχρι εξοφλήσεως, υπέρ των Εναγόντων.» Στις 21.4.2011 οι Ενάγοντες καταχώρησαν Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση με την οποία μεταξύ άλλων ζητούν την απόρριψη της Ανταπαίτησης του Εναγομένου 1 ως καταχρηστική της δικαστικής διαδικασίας και/ή λόγω κωλύματος επίδικου θέματος (issue estoppel) και/ή δεδικασμένου (res judicata) ενόψει της αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αριθμό 6194/2001 που αφορούσε πανομοιότυπα θέματα και η οποία εκδικάστηκε τόσο από το πρωτόδικο Δικαστήριο όσο και κατ' έφεση. Στις 27.9.2011 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούσαν όπως οι προδικαστικές ενστάσεις τους εκδικαστούν προδικαστικά, πλην όμως στις 18.5.2011 η εν λόγω αίτηση αποσύρθηκε άνευ βλάβης του δικαιώματος καταχώρησης νέας αίτησης. Η παρούσα αίτηση Στις 14.12.2011 οι Ενάγοντες - Αιτητές καταχώρησαν αίτηση δυνάμει της Δ.27 ΘΘ. 1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας με την οποία ζητούν όπως οι νομικοί ισχυρισμοί που περιέχονται στις παραγράφους 7 α, β και γ της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση εκδικαστούν προδικαστικά. Για σκοπούς εύκολης αναφοράς παρατίθεται κατωτέρω αυτούσιο το περιεχόμενο της παραγράφου 7: «7. Ως αποτέλεσμα της Πρωτόδικης απόφασης και κατ' Έφεσην απόφασης για τις οποίες γίνεται αναφορά στην παράγραφο 6 ανωτέρω, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο Εναγόμενος 1: α. Κωλύεται (are estopped) από το να εγείρει και/ή προωθήσει την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στην παρούσα αγωγή. β. Η προώθηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στην παρούσα αγωγή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court). γ. Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Έφεση με αρ. 135/06 αποτελεί τελεσίδικη απόφαση επί των επιδίκων θεμάτων της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στην παρούσα αγωγή και/ή αποτελεί κώλυμα επίδικου θέματος (issue estoppel) και/ή δεδικασμένου (res judicata).» Η δε παράγραφος 6 του ιδίου δικογράφου έχει ως εξής: «6. Οι Ενάγοντες απορρίπτουν ως νόμω και/ή ουσία αβάσιμους τους ισχυρισμούς που περιέχονται στις παραγράφους 10 και 11 της Υπεράσπισης και περαιτέρω ισχυρίζονται τα ακόλουθα: α. Ο Εναγόμενος 1 καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την αγωγή 6194/01 εναντίον των Εναγόντων για τα ίδια και/ή πανομοιότυπα θέματα τα οποία εγείρονται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του στην παρούσα αγωγή. β. Μετά από ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο εξέδωσε στις 23.2.06 Απόφαση με την οποία απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή 6194/01. γ. Εναντίον της Πρωτόδικης Απόφασης ο Εναγόμενος 1 καταχώρησε την Έφεση με αρ. 135/2006. δ. Στις 18.4.08 ο Εναγόμενος 1 καταχώρησε στο Ανώτατο Δικαστήριο αίτηση με την οποία ζητούσε άδεια όπως του επιτραπεί η προσκόμιση περαιτέρω μαρτυρίας για την στήριξη της Έφεσης του. ε. Το Ανώτατο Δικαστήριο με Απόφαση του ημερομηνίας 18.4.08 απέρριψε την αίτηση του Εναγόμενου 1 για προσκόμιση περαιτέρω μαρτυρίας για στήριξη της Έφεσης του. στ. Στις 18.4.08 το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την Έφεση με αρ. 135/06 με έξοδα εναντίον του Εφεσείοντα.» Η αίτηση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της κας Χάρις Αγαπίου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Chrysses Demetriades & Co LLC, δικηγόρου των Εναγόντων - Αιτητών, στην οποία επισυνάπτονται ως τεκμήρια όλα τα έγγραφα που αφορούν την αγωγή με αριθμό 6194/2001 και σχετίζονται με την υπό κρίση αίτηση. Η Ένσταση του Εναγόμενου 1 - Καθ' ου η αίτηση Στις 27.4.2012 καταχωρήθηκε ένσταση από τον Εναγόμενο 1 - Καθ' ου η αίτηση η οποία υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της κας. Έριας Παπαλοίζου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των κ.κ. Ρίκκος Ν. Ερωτοκρίτου & Σια, δικηγόρων των Εναγομένων, όπου εγείρονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: (
- i)Η αίτηση είναι τύποις και ουσία αβάσιμη. (
- ii)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. (iii) Η αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά και κακόπιστα. Προδικαστική Εξέταση Οι αρχές που διέπουν την προκαταρκτική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις συνοψίζονται σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλέπε μεταξύ άλλων Costas Mavromoustaki ν. Iacovos N. Yeroudes as Executor of the Will of the deceased Spyros Michaelides
(1065)1 CLR 176, Maroulla Athanassi Michaelides (Wife of Aristotelis Gregoriades) v. Pinelopi HjiMichael Diakou
(1968)1 CLR 392, Michael v. United Sea Transport
(1981)1 CLR 322 και Ιωάννη Νικόλα Χ''Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949). Πιο συγκεκριμένα, η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα όταν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο εάν αποφασιστεί υπέρ του διαδίκου που το εγείρει, αποφασίζεται όλη η υπόθεση ή ένα ουσιώδες θέμα αυτής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες όπου τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Όπου τα γεγονότα, όπως αυτά εκτίθενται στις έγγραφες προτάσεις, είναι ικανά να δώσουν πλήρη εικόνα, τότε το Δικαστήριο υιοθετεί τη διαδικασία της προδικαστικής επίλυσης. Σε περίπτωση, όμως, που χρειάζεται να δοθεί πρόσθετο φως στα γεγονότα με μαρτυρία, είναι ορθότερο όπως η υπόθεση προχωρήσει σε δίκη σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.33 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλέπε Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 CLR 50, Grindlays Bank Limited v. Christodoulos Demetriades & Co Ltd and others
(1987)1 CLR 461). Επιπρόσθετα, νομικό σημείο δεν εκδικάζεται προδικαστικά όταν τα γεγονότα επί των οποίων θα αποφασιστεί είναι αμφισβητούμενα (Βλέπε Ιωάννη Νικόλα Χ''Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (πιο πάνω)). Συνεπώς, η εκδίκαση προδικαστικού ζητήματος είναι εφικτή εάν και εφόσον το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα και τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά (βλέπε Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 225). Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι το ζήτημα το οποίο εγείρεται με την παρούσα αίτηση μπορεί να αποφασισθεί προδικαστικά από το Δικαστήριο καθότι το θέμα είναι καθαρά νομικό και τα γεγονότα επί των οποίων καλείται το Δικαστήριο να αποφανθεί είναι παραδεκτά από τις δύο πλευρές και έχουν ως εξής (παρατίθεται αυτούσιο το περιεχόμενο των Παραδεκτών Γεγονότων που συμφωνήθηκαν από τους συνηγόρους και κατατέθηκαν ως Τεκμήριο Α): «
- Ο Εναγόμενος 1, στην παρούσα αγωγή καταχώρησε στις 24.9.2001 εναντίον του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ την αγωγή 6194/2001 (Τεκμήρια Α και Β στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση ημερομηνίας 14.12.2011).
- Ο Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ καταχώρησε τη Τροποποιημένη του Υπεράσπιση στις 28.01.2005 (Τεκμήριο Γ στην Αίτηση ημερομηνίας 14.12.2011).
- Μετά από ακροαματική διαδικασία η αγωγή 6194/2001 απορρίφθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 23.2.2006 (Τεκμήριο Δ στην Αίτηση ημερομηνίας 14.11.2011).
- Στις 06.04.2006 καταχωρήθηκε από τον Εναγόμενο 1, στην παρούσα Αγωγή, η Πολιτική Έφεση 135/2006 εναντίον της πιο πάνω Πρωτόδικης Απόφασης (Τεκμήριο Ε στην Αίτηση ημερομηνίας 14.11.2011).
- Στα πλαίσια της Πολιτικής Έφεσης 135/2006, ο Εναγόμενος 1 υπόβαλε Αίτηση ημερομηνίας 02.03.2008 για την προσκόμιση περαιτέρω μαρτυρίας, η οποία απορρίφθηκε στις 18.4.2008 (Τεκμήριο Στ1 στην Αίτηση ημερομηνίας 14.11.2011).
- Η Πολιτική Έφεση 135/2006 απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις 18.4.2008 (Τεκμήριο Στ2 στην Αίτηση ημερομηνίας 14.11.2011).
- (α) Οι Ενάγοντες είναι Δημόσια τραπεζική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία. Οι Ενάγοντες είναι τραπεζίτες και κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο διεξήγαγαν και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες σε ολόκληρη την Κύπρο με κεντρικά γραφεία στη Λευκωσία. Μέχρι την 11.7.2004 οι Ενάγοντες λειτουργούσαν με το όνομα «Τράπεζα Κύπρου Λτδ» και από τις 12.7.04 οι Ενάγοντες έχουν μετονομασθεί σε «Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ». (β) Ο Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν χρηματοδοτικός οργανισμός και διεξήγαγε εργασίες σε όλη την Κύπρο. (γ) Δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 13.12.2005 στην αίτηση με αρ. 531/2005 του Ε.Δ. Λευκωσίας το οποίο καταχωρήθηκε νομίμως και δεόντως στις 2.1.2006 στην Έφορο Εταιρειών, ολόκληρη η επιχείρηση και ή ιδιοκτησία και ή υποχρεώσεις και ή δικαιώματα συμπεριλαμβανομένων και συμβολαίων ενοικιαγοράς του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ μεταβιβάστηκαν και ή εκχωρήθηκαν και ή ανατέθηκαν και ή παραχωρήθηκαν στους Ενάγοντες. (δ) Δυνάμει του πιο πάνω αναφερόμενου διατάγματος ημερομηνίας 13.12.2005 ο Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου διαλύθηκε χωρίς εκκαθάριση σύμφωνα με το Σχέδιο Αναδιάρθρωσης και Συγχώνευσης ως το ψήφισμα που υιοθετήθηκε κατά την Έκτακτη Γενική Συνέλευση του Μετόχου του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ που έλαβε χώρα κατά την 30ην Νοεμβρίου 2005». Σε κάθε περίπτωση, στις 8.5.2012 δηλώθηκε από την πλευρά του Εναγομένου 1 ότι δεν υπάρχει ένσταση στην προδικαστική εκδίκαση του ζητήματος ως η υπό κρίση αίτηση. Δεδικασμένο Στη βάση αυτών των γεγονότων εκείνο το οποίο καλείται ουσιαστικά το Δικαστήριο να αποφασίσει είναι κατά πόσον η εκδίκαση της αγωγής με αριθμό 6194/2001 τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ' έφεσην δημιουργεί δεδικασμένο ή κώλυμα στην προώθηση της Ανταπαίτησης του Εναγομένου 1 στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ή συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Βάση για εξέταση του ζητήματος αυτού θα αποτελέσουν τα δικόγραφα που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 6194/2001 και της παρούσας αγωγής, η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην αγωγή με αριθμό 6194/2001 και όλα τα συναφή έγγραφα (βλέπε Spencer Bower and Handley Res Judicata (4η έκδοση) στη σελίδα 119). Η έννοια του δεδικασμένου (res judicata) έχει διάφορες πτυχές και εφαρμόζεται τόσο υπό τη μορφή κωλύματος αναφορικά με την αιτία αγωγής (cause of action estoppel) όσο και υπό την έννοια του κωλύματος για συγκεκριμένα επίδικα θέματα (issue estoppel). Η έννοια του κωλύματος αναφορικά με αιτία αγωγής (cause of action estoppel) έχει επεξηγηθεί από τον Diplock L.J. στην Thoday v. Thoday
(1964)1 All ER 341 στη σελίδα 352 ως εξής: « 'cause of action estoppel', is that which prevents a party to an action from asserting or denying, as against the other party, the existence of a particular cause of action, the non-existence or existence of which has been determined by a court of competent jurisdiction in previous litigation between the same parties. If the cause of action was determined to exist, i.e., judgment was given on it, it is said to be merged in the judgment, or, for those who prefer Latin, transit in rem judicatam. If it was determined not to exist, the unsuccessful plaintiff can no longer assert that it does; he is estopped per rem judicatam. This is simply an application of the rule of public policy expressed in the Latin maxim, 'nemo debet bis vaxari pro una et eadem causa'. In this application of the maxim, causa bears its literal Latin meaning. The second species, which I will call 'issue estoppel', is an extension of the same rule of public policy». Αυτή η αναφορά έχει υιοθετηθεί και ακολουθηθεί από την πλειοψηφία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 191/96 μεταξύ του The Governor and the company of the Bank of Scotland v. Του Πλοίου "SAPPHIRE SEAS",
(2002)1 ΑΑΔ 1563 όπου αναφέρθηκαν τα εξής από τον Καλλή Δ: «Εν όψει της δημιουργίας κωλύματος αναφορικά με την αιτία αγωγής, η Τράπεζα κωλύεται από του να επαναφέρει το θέμα, για να πετύχει το αυτό αποτέλεσμα ήτοι απόφαση εναντίον του εναγομένου πλοίου. Μια τέτοια πορεία θα εξουδετέρωνε την αρχή της τελεσιδικίας. Εδώ έχουν τη θέση τους τα λεχθέντα στην Παπαδόπουλος ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης
(1998)3 ΑΑΔ 608 (απόφαση Νικήτα, Δ.). «Ο αντίθετος προσανατολισμός θα δημιουργούσε επικίνδυνο ρήγμα στην αρχή της τελεσιδικίας. Το δεδικασμένο έχει τη θεωρητική του προέλευση και διατύπωση στο Ρωμαϊκό δίκαιο. Στον Ουλπιανό ανήκει η κλασσική φράση, που εκφράζει την πεμπτουσία του δόγματος, quia res judicata pro veritate accipitur (Dig. 15.25), που συνδέθηκε με την αλήθεια των νομικών καταστάσεων. Αξίζει να παραθέσουμε από τη μελέτη του καθηγητή Χρίστου Μπάκα τον τόμο Δεδικασμένο του Ερευνητικού Ινστιτούτου Δικονομικών Μελετών
(1989)στη σελ. 50, που φανερώνει τη διαχρονική αξία του δόγματος: 'Σύμφωνα με την αρχή αυτή κάθε απόφαση άσχετα αν είναι δίκαια ή όχι, θεωρείται ότι περιέχει την αλήθεια και ο καθένας πρέπει να αποδεχθεί την απόφαση και την εκτέλεσή της ... Το πλάσμα αλήθειας που εισάγεται με την προαναφερόμενη αρχή είναι σαφώς προτιμότερα από διαιώνιση της αβεβαιότητας που θα κυριαρχούσε σε διαφορετική περίπτωση στη δίκαιη κρίση ..'. Σε σχέση με το θέμα του cause of action estoppel υποδεικνύονται τα ακόλουθα σχετικά στο σύγγραμμα Spencer Bower and Handley Res Judicata (πιο πάνω) στις σελίδες 93 και 94: «7.03 A cause of action estoppel bars relitigation of the cause of action by either party on grounds, other than fraud or collusion, that were not raised in the earlier proceedings. The leading authority is Henderson where Wigram VC said: ". where a given matter becomes the subject of litigation in, and of adjudication by, a court of competent jurisdiction, the court requires the parties to that litigation to bring forward their whole case, and will not (except under special circumstances) permit the same parties to open the same subject of litigation in respect of matter which might have been brought forward as part of the subject in contest, but which was not brought forward, only because they have, from negligence, inadvertence, or even accident, omitted part of their case. The plea of res judicata applies, except in special cases, not only to points upon which the court was actually required by the parties to form an opinion and pronounce a judgment, but to every point which properly belonged to the subject of litigation, and which the parties, exercising reasonable diligence, might have brought forward at the time." Binnie J said in the Supreme Court of Canada: "The law rightly seeks a finality to litigation . it requires litigants to put their best foot forward . when first called upon to do so. A litigant . is only entitled to one bite of the cherry." ........ BAR ABSOLUTE 3.04 The bar created by a cause of action estoppels is absolute with no exception for special circumstances. In Arnold Lord Keith said: "Cause of action estoppel arises where the cause of action in the later proceedings is identical to that in the earlier proceedings, the latter having been between the same parties or their privies and having involved the same subject matter. In such a case the bar is absolute .unless fraud or collusion is alleged, such as to justify setting aside the earlier judgment. The discovery of new factual matter which could not have been found out by reasonable diligence for use in the earlier proceedings does not, according to the law of England, permit the latter to be reopened . The principles upon which cause of action estopperl is based are expressed in the maxims nemo debet bis vexari pro una et eadem cusa and interest rei publicae ut finis sit litium. Cause of action estopperls extends also to points which might have been but were not raised and decided in the earlier proceedings for the purpose of establishing or negativing the existence of a cause of action". Αναφορικά με το κώλυμα για συγκεκριμένο επίδικο θέμα (issue estoppel), όπως έχει διατυπωθεί από τον Δικαστή Diplock στην υπόθεση Mills v. Cooper
(1967)2 All E.R. 100: «. This doctrine, so far as it affects civil proceedings, may be stated thus: a party to civil proceedings is not entitled to make, as against the other party, an assertion, whether of fact or of the legal consequences of facts, the correctness of which is an essential element in his cause of action or defence, if the same assertion was an essential element in his previous cause of action or defence in previous civil proceedings between the same parties or their predecessors in title and was found by a court of competent jurisdiction in such previous civil proceedings to be incorrect, unless further material which is relevant to the correctness or incorrectness of the assertion and could not by reasonable diligence have been adduced by that party in the previous proceedings has since become available to him.» Ο γνωστός κανόνας του δεδικασμένου και η ανάγκη εφαρμογής του επεξηγούνται με αναφορά σε όλες τις διαχρονικά σημαντικές επί του θέματος αποφάσεις από τον Ηλιάδη Δ., στην απόφαση Αντριανή Χαραλάμπους v. Μαρίας Χαραλάμπους
(2008)1 ΑΑΔ 1298. Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα από τις σελίδες 1301-1304: «(β) Η νομική πλευρά Από την αρχή του 12ου αιώνα οι αποφάσεις των Δικαστηρίων θεωρούνταν δεσμευτικές και δεν μπορούσαν να αμφισβητηθούν. Όπως έχει καθοριστεί ο κανόνας, που είναι το αποτέλεσμα της έκδοσης μιας απόφασης από ένα Δικαστήριο, "Estoppel of record or quasi of record arises where an issue of fact has been judicially determined in a final manner between the parties by a tribunal having jurisdiction, concurrent or exclusive, in the matter, and the same issue comes directly in question in subsequent proceedings between the same parties." Σε μετάφραση, "Αποκλεισμός από δεδικασμένο ή από ημιδεδικασμένο εγείρεται όταν ένα επίδικο γεγονός έχει αποφασιστεί δικαστικά με τελεσίδικο τρόπο σε δίκη μεταξύ των διαδίκων από Δικαστήριο που είχε αποκλειστική ή συντρέχουσα δικαιοδοσία να επιληφθεί του θέματος, και το ίδιο γεγονός επανεμφανίζεται άμεσα σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων". (Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 15, παρ. 336) Η ανάγκη εφαρμογής του κανόνα επεξηγήθηκε στην υπόθεση K.S.R. Commercio S.A. κ.ά. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 309, όπου τονίστηκε ότι, "Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματά του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα." Ο Κανόνας βασίζεται σε δύο αρχές: (
- i)Ότι η τελεσίδικη εκδίκαση μιας διαφοράς είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος (Interest rei publicae ut sit finis litium) και (
- ii)Κανένας δεν πρέπει να ενοχλείται δύο φορές για το ίδιο θέμα (Nemo debet bis vexavi pro eadem causa). Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι η εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου προϋποθέτει ότι, (
- i)Η απόφαση θα πρέπει να είναι τελεσίδικη, (
- ii)Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων και (iii) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων. Από τα στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί φαίνεται ότι ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα του δεδικασμένου αφού η απόφαση στην αγωγή 11026/1997 έχει καταστεί τελεσίδικη και οι διάδικοι και στις δύο αγωγές είναι οι ίδιοι. Η τρίτη προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα επιβάλλει την ταύτιση των επίδικων θεμάτων, που εξυπακούει ότι το επίδικο θέμα στη β΄ διαδικασία θα πρέπει να είναι το ίδιο με εκείνο που εξετάστηκε στην α΄ διαδικασία. Είναι αποδεκτό και από τις δύο πλευρές ότι η α΄ αγωγή βασίστηκε στο αδίκημα της απάτης και η β΄ αγωγή στο αδίκημα της αμέλειας και το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο η εφεσείουσα θα έπρεπε να συμπεριλάβει στην α΄ αγωγή μαζί με το αδίκημα της απάτης και το αδίκημα της αμέλειας. Για να αποφευχθεί η καταχώριση πολλών αγωγών, ο κανόνας του δεδικασμένου έχει επεκταθεί για να καλύπτει όλες τις βάσεις αγωγής που ένας διάδικος θα μπορούσε να περιλάβει κατόπι λογικής έρευνας στα δικόγραφα, εκτός από εκείνες πάνω στις οποίες βασίζει την αγωγή του. Και τούτο για να διασφαλιστεί η εξέταση όλων των θεμάτων που θα μπορούσαν να ήταν επίδικα σε μια δικαστική διαδικασία. Το αποτέλεσμα είναι ότι αν ένας διάδικος παραλείψει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ένα θέμα, το οποίο θα μπορούσε να περιληφθεί στην αρχική διαδικασία, δεν θα του επιτραπεί να το εγείρει σε μια νέα αγωγή που καταχωρίζεται μετά την εκδίκαση της πρώτης. Στην υπόθεση L.E. Walwin and Partners Ltd. v. West Sussex County Council [1975] 3 All E.R. 604, η ενάγουσα εταιρεία διεκδικούσε το δικαίωμα να ελέγχει την τροχαία κίνηση σε ένα δρόμο που οδηγούσε σε μια οικιστική περιοχή της εταιρείας. Πριν από μερικά χρόνια, όταν η νομική θέση του δρόμου εξεταζόταν από ένα άλλο Δικαστήριο μεταξύ των προκατόχων του τίτλου της ενάγουσας εταιρείας και των εναγομένων, το θέμα του ελέγχου της τροχαίας κίνησης δεν ηγέρθη, αν και μπορούσε να προβληθεί και να εξεταστεί. Το Δικαστήριο βρήκε ότι η παράλειψη των προκατόχων της ενάγουσας εταιρείας να προβάλουν την απαίτηση στην προηγούμενη αγωγή συνιστούσε δεδικασμένο θέμα και απέρριψε την αγωγή. Το ερώτημα κατά πόσο ένας διάδικος μπορεί να αποφύγει την εφαρμογή του κανόνα όταν επικαλείται στη δεύτερη διαδικασία θέματα που δεν είχαν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία, εξετάστηκε στην υπόθεση Theori and Others v. Djoni and Others [1984] 1 C.L.R. 296, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας την αγγλική απόφαση Henderson v. Henderson [1843-1860] All E.R. (Rep.) 378 (βλ. επίσης Vernaeke v. Smith [1982] 2 All E.R. 144), αποφάνθηκε ότι ο κανόνας δεν εφαρμόζεται μόνο σε θέματα που είχαν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία αλλά και σε κάθε θέμα που ήταν στενά συνυφασμένο με την πρώτη διαδικασία και το οποίο οι διάδικοι με λογική προσοχή θα μπορούσαν να είχαν εγείρει.» Όπως υποδεικνύεται και στο πιο πάνω απόσπασμα, ο κανόνας του δεδικασμένου εδράζεται σε δύο βασικές αρχές: αφενός του οφέλους του δημοσίου συμφέροντος από την τελεσίδικη εκδίκαση μιας διαφοράς και αφετέρου του αποκλεισμού της ενόχλησης οποιουδήποτε προσώπου δύο φορές για το ίδιο θέμα. Η εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου προϋποθέτει: (α) Το επίδικο θέμα να είναι το ίδιο και στις δύο διαδικασίες, (β) το επίδικο θέμα να έχει εγερθεί και αποφασιστεί στην πρώτη διαδικασία από το Δικαστήριο το οποίο είχε δικαιοδοσία να το εκδικάσει, (γ) το επίδικο θέμα να έχει αποφασιστεί στην πρώτη διαδικασία τελεσίδικα, και (δ) οι διάδικοι να είναι οι ίδιοι. Έχοντας μελετήσει όλα τα έγγραφα που αφορούν την αγωγή με αριθμό 6194/2001 (Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, Έκθεση Απαίτησης, Τροποποιημένη Υπεράσπιση, απόφαση ημερομηνίας 23.2.2006, Ειδοποίηση Έφεσης και πρακτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση με αριθμό 135/2006) και σχετίζονται με την υπό κρίση αίτηση θα εξετάσω την κάθε προϋπόθεση ξεχωριστά: 1. Οι διάδικοι είναι οι ίδιοι αφού η αγωγή με αριθμό 6194/2001 εγέρθηκε από τον Ευρυπίδη Λεωνίδα Παναγίδη (Εναγόμενο 1 στην παρούσα αγωγή) εναντίον του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ, οι εργασίες του οποίου μεταβιβάστηκαν στους Ενάγοντες στην παρούσα αγωγή με βάση την παράγραφο 7 των εκ συμφώνου παραδεκτών γεγονότων (επί του θέματος σχετική είναι η απόφαση ημερομηνίας 20.12.2011, Σοφία Λούη Καζαμία v. Νέστορα Χαραλάμπους κ.ά., Πολιτική Έφεση 60/2007). 2. Υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων μεταξύ των δύο αγωγών τα οποία έχουν εγερθεί και αποφασιστεί στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 6194/2001 αφού: Στην Έκθεση Απαίτησης που καταχωρήθηκε από τον Ενάγοντα στην αγωγή 6194/2001 (Τεκμήριο Β στην Ένορκη Δήλωση της κας Χάρις Αγαπίου ημερομηνίας 14.12.2011) προβάλλονταν συνοπτικά οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: Το αυτοκίνητο ταξί ήταν αντικείμενο άλλης συμφωνίας ενοικιαγοράς μεταξύ των Εναγομένων και της εταιρείας Αστικό Ταξί Λ.Π. Λτδ και του Ανδρέα Χατζημηνά, αλλά λόγω τερματισμού της μεταξύ τους συμφωνίας οι Εναγόμενοι ανέκτησαν το αυτοκίνητο μέσω της δικαστικής οδού. Στις 8.4.1996 ο Ενάγοντας συνήψε με τους Εναγόμενους συμφωνία ενοικιαγοράς με βάση την οποία ενοικίασε το αυτοκίνητο ταξί με δικαίωμα ενοικιαγοράς. Ήταν επίσης η θέση του ότι οι Εναγόμενοι συμφώνησαν μαζί του να ανανεώσουν την άδεια κυκλοφορίας του οχήματος και μεταβιβάσουν επ' ονόματί του τόσο το μερίδιο της ιδιοκτησίας του όσο και την άδεια χρήσης γνωστής ως «Τ». Προς υλοποίηση της συμφωνίας ο Ενάγοντας υπέβαλε στις 4.7.1996 σχετική αίτηση στην Αρχή Αδειών προκειμένου να τους χορηγηθεί άδεια αστικού ταξί. Η αίτησή του εγκρίθηκε την 1.8.1996 και ο ίδιος παρέδωσε στους Εναγόμενους τη σχετική έγκριση και ανέμενε από αυτούς ότι θα προχωρούσαν στην υλοποίηση της μεταξύ τους συμφωνίας. Στο μεταξύ ο Ενάγοντας έλαβε κατοχή του οχήματος από την 8.4.1996 και το χρησιμοποιούσε ως ταξί. Περί τις αρχές του 1997 ο Ενάγοντας πληροφορήθηκε ότι η εγγραφή του οχήματος στον Έφορο ακυρώθηκε λόγω μη ανανέωσης της άδειας κυκλοφορίας η οποία έιχε λήξει από 31.12.1993. Ως αποτέλεσμα της διαγραφής, απωλέσθηκε αυτόματα και η άδεια δημόσιας χρήσης «Τ». Ο Ενάγοντας απέδιδε όλα τα πιο πάνω στους Εναγόμενους οι οποίοι, σύμφωνα με τον ίδιο, παρέλειψαν να εκπληρώσουν τα συμφωνηθέντα με αποτέλεσμα να σταματήσει να εργάζεται ως ταξιτζής και να κλείσει το όχημά του σε γκαράζ και για το λόγο αυτό ήγειρε την αγωγή με αριθμό 6194/2001 με την οποία αξίωνε ως ακολούθως: «Α. Απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι όπως εξοφλήσουν και/ή αποπληρώσουν την άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου ταξί τύπου Mercendes με αριθμό εγγραφής ΥΕ 353 και επανεγγράψουν τούτο στον Έφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων. Β. Απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι όπως μεταβιβάσουν στον Ενάγοντα την άδεια οδικής χρήσης ταξί (Τα), του αυτοκινήτου ταξί τύπου Mercendes με αριθμό εγγραφής ΥΕ 353. Γ. Λ.Κ.15,000= ετησίως ως αποζημιώσεις από το 1997 μέχρι σήμερα ως λεπτομερώς εκτίθεται ανωτέρω, με νόμιμους τόκους από το 1997 μέχρι την ημερομηνία πληρωμής. Δ. Λ.Κ.9,400= με τόκους προς 9% ετησίως από της 8.4.96 μέχρι της ημερομηνίας πληρωμής, ως λεπτομερώς εκτίθεται ανωτέρω. Ε. Οιονδήποτε έτερο διάταγμα ή θεραπεία την οποία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει εύλογη υπό τις περιστάσεις. ΣΤ. Τα έξοδα και Φ.Π.Α.» Στην Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης (Τεκμήριο Γ στην Ένορκη Δήλωση της κας Αγαπίου ημερομηνίας 14.12.2011), οι Εναγόμενοι παραδέχονταν ότι μετά τον τερματισμό της προηγούμενης συμφωνίας ενοικιαγοράς με δικαστική απόφαση ανέκτησαν κατοχή του οχήματος στις 7.6.94. Επίσης παραδεκτή ήταν η σύναψη της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς με τον Ενάγοντα για ποσό £53.370 και ότι ο Ενάγοντας κατέβαλε ως προκαταβολή το ποσό των £9.400,00. Ισχυρίζονταν, όμως, ότι με την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 8.4.1996, το όχημα παραδόθηκε στον Ενάγοντα, ο οποίος ανέλαβε να εγγραφεί το όχημα και στο όνομα του ως ενοικιαγοραστής, όπως επίσης να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για να εγγράψει στο όνομά του, την άδεια οδικής χρήσης η οποία μέχρι τότε ήταν στο όνομα του Α. Χ"Μηνά και της «Εταιρείας Αστικό Ταξί Λ.Π.» της οποίας ήταν διευθυντής. Οι Εναγόμενοι αρνούνταν ότι ανέλαβαν δέσμευση να εξασφαλίσουν οι ίδιοι τη σχετική άδεια οδικής χρήσης ή άλλες άδειες, και ισχυρίζονταν ότι οι ίδιοι παρέδωσαν όλες τις απαραίτητες συγκαταθέσεις προκειμένου ο ίδιος ο Ενάγοντας να φροντίσει για όλες τις αναγκαίες άδειες. Η ανανέωση της άδειας κυκλοφορίας βάρυνε τον Ενάγοντα ο οποίος, αφού του δόθηκαν όλα τα απαραίτητα έγγραφα, ανέλαβε να την ανανεώσει. Πράγματι κατέθεσε τα έγγραφα και εξασφάλισε περιορισμένη έγκριση για ανανέωση της Άδειας «Τ» μέχρι το Μάιο 1996. Όμως στη συνέχεια και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των Εναγομένων, παρέλειψε να προβεί στην ανανέωση της άδειας κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να διαγραφεί η εγγραφή του αυτοκινήτου. Όταν οι Εναγόμενοι πληροφορήθηκαν το γεγονός, κάλεσαν τον Ενάγοντα να παρουσιάσει το όχημα για επιθεώρηση αλλά αυτός αρνήθηκε. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονταν επίσης ότι λόγω της αδιαφορίας του Ενάγοντα, με δική τους πρωτοβουλία, προσπάθησαν οι ίδιοι γύρω στον Αύγουστο του 1997 να εξασφαλίσουν την έγκριση για μεταβίβαση της άδειας «Τ». Όμως αυτή δεν μεταβιβάστηκε ποτέ γιατί ο Ενάγοντας, παρά τις επανελλημένες εκκλήσεις τους, παρέλειψε να παρουσιάσει το όχημα για επιθεώρηση ώστε να μπορεί να επανεγραφεί. Ανεξαρτήτως αυτού, ήταν η θέση τους, ότι ο ίδιος εμποδιζόταν να εγείρει κάτι τέτοιο γιατί είχε δηλώσει γραπτώς ότι εξέτασε το όχημα το οποίο βρήκε της αρεσκείας του. Αναφορικά με τις αποζημιώσεις οι Εναγόμενοι αρνούνταν ότι ο Ενάγοντας απώλεσε οποιαδήποτε εισοδήματα, αφού συνέχιζε να εργάζεται. Αντιπαραβάλλοντας τα δικόγραφα που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια των δυο αγωγών διαπιστώνονται τα εξής: (
- i)Οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην παράγραφο 10 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στην παρούσα αγωγή, ήτοι ότι δυνάμει συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερομηνίας 8.4.1996 ο Εναγόμενος 1 απέκτησε ένα αυτοκίνητο Mercedes με αρ. εγγραφής ΤΥΕ 353, είναι ταυτόσημοι με τους ισχυρισμούς που περιέχονται στις παραγράφους 1, 2 και 3 της Έκθεσης Απαίτησης που καταχωρήθηκε στην αγωγή 6491/2001 (βλέπε Τεκμήριο Β στην Ένορκη Δήλωση της κας. Χάρις Αγαπίου που υποστηρίζει την αίτηση). (
- ii)Οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην παράγραφο 10 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στην παρούσα αγωγή, ήτοι ότι δυνάμει της συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερομηνίας 8.4.1996 οι Ενάγοντες ανέλαβαν την υποχρέωση να ανανεώσουν την άδεια κυκλοφορίας καθώς και να μεταβιβάσουν στο όνομα του Εναγόμενου 1 τόσο το μερίδιο ιδιοκτησίας του αυτοκινήτου ταξί όσο και την άδεια δημόσιας χρήσης, είναι ταυτόσημοι με τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης στην αγωγή 6491/2001. (iii) Οι ισχυρισμοί ότι ο Εναγόμενος 1 υπέβαλε στις 4.7.1996 σχετική αίτηση προς την Αρχή Αδειών και ότι η Αρχή Αδειών ενέκρινε την αίτησή του στις 1.8.1996, είναι ταυτόσημοι με το περιεχόμενο της παραγράφου 6 της Έκθεσης Απαίτησης στην αγωγή 6491/2001. (
- iv)Οι ισχυρισμοί ότι ο Εναγόμενος 1 παρέδωσε στους Ενάγοντες την έγκριση από την Αρχή Αδειών είναι ταυτόσημοι με το περιεχόμενο της παραγράφου 7 της Έκθεσης Απαίτησης στην αγωγή 6491/2001. (
- v)Οι ισχυρισμοί ότι οι Ενάγοντες δεν τίμησαν τις υποχρεώσεις τους για ανανέωση της άδειας κυκλοφορίας και άδειας δημόσιας χρήσης είναι ταυτόσημοι με τους ισχυρισμούς που περιέχονται στις παραγράφους 9 και 10 της Έκθεσης Απαίτησης στην αγωγή 6491/2001. Πέραν των πιο πάνω, από την απόφαση του Δικαστηρίου στην αγωγή 6194/2001 ημερομηνίας 23.2.2006 είναι πρόδηλο ότι τα όσα εγείρει ο Εναγόμενος 1 στις παραγράφους 10 και 11 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του στην παρούσα αγωγή και αφορούν το ότι οι Ενάγοντες ανέλαβαν την υποχρέωση να ανανεώσουν τις άδειες του αυτοκινήτου ταξί και ότι δεν ετίμησαν την υποχρέωση τους αυτή έχουν ήδη αποφασιστεί. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση ημερομηνίας 23.2.2006 θεωρώ ότι ξεκαθαρίζει πλήρως το ζήτημα (σελίδες 15 - 17): «Κατά πόσον πλην της συμφωνίας ενοικιαγοράς, υπήρξε άλλη επιπρόσθεση συμφωνία Ο ενάγων στην παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης του, ισχυρίζεται ότι πέραν της επίδικης Συμφωνίας Ενοικιαγοράς, Τεκμ. 7, υπήρξε και άλλη συμφωνία βάση της οποίας οι εναγόμενοι είχαν υποχρέωση να ανανεώσουν την άδεια κυκλοφορίας και να μεταβιβάσουν στο όνομα του όχι μόνο μερίδιο της ιδιοκτησίας του ταξί αλλά και της ΑΟΧ. Πλην του πιο πάνω αόριστου ισχυρισμού, τον οποίον έχω ήδη απορρίψει, καμιά άλλη μαρτυρία δεν υπάρχει ενώπιον μου που να υποδεικνύει ότι συνομολογήθηκε ποτέ μια τέτοια συμφωνία είτε προφορική είτε γραπτή. Επομένως βρίσκω ότι η επίδικη συμφωνία, Τεκμ. 7 μαζί με τα δύο υποστηρικτικά έγγραφα είναι η μόνη που διέπει τις συμβατικές σχέσεις των δύο μερών. Κατά πόσον με βάση την επίδικη συμφωνία υπήρξε παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγομένων Από την επίδικη συμφωνία ενοικαγοράς Τεκμ. 7, δεν προκύπτει υποχρέωση των Εναγομένων να εγγράψουν τον ενάγοντα ως συνιδιοκτήτη. Με τον όρο 6(α) της συμφωνίας διευκρινίζεται ότι μέχρι να πληρωθεί η τιμή αγοράς από τον ενοικιαγοραστή, τα εμπορεύματα παραμένουν στην απόλυτη ιδιοκτησία των ιδιοκτητών. Η μόνη αναφορά στη μαρτυρία σε σχέση με την εγγραφή του Ενάγοντα ως «ενοικιαγοραστή» στον τίτλο ιδιοκτησίας, είναι στην αίτηση που υπέβαλε ο ενάγοντας στους εναγόμενους στις 28.3.96, δηλαδή πριν την υπογραφή της επίδικης Συμφωνίας. Όμως ο όρος αυτός δεν φαίνεται τελικά να έχει ενσωματωθεί στην επίδικη Συμφωνία. Παρά ταύτα οι εναγόμενοι δεν έχουν αμφισβητήσει την ανάλυψη υποχρέωσης για εγγραφή του ενάγοντα ως «ενοικιαγοραστή». Αυτό εξ' άλλου φαίνεται να προκύπτει και από τον τρόπο συμπλήρωσης του, Τεκμ. 11Β. Όμως από τη μαρτυρία δεν έχει αποδειχθεί η υποχρέωση των εναγομένων να εγγράψουν από την αρχή τον ενάγοντα ως «συνιδιοκτήτη», όπως ισχυρίζεται ο ίδιος. Ο δεύτερος ισχυρισμός του ενάγοντα είναι ότι οι εναγόμενοι παρέλειψαν να του μεταβιβάσουν την ΑΟΧ και να ανανεώσουν την άδεια κυκλοφορίας. Πουθενά στη Συμφωνία Ενοικιαγοράς δεν προκύπτει τέτοια υποχρέωση. Εξ' άλλου καμία υποχρέωση δεν θα μπορούσε να προκύψει αναφορικά με την ΑΟΧ, εφόσον αυτή είναι προσωποπαγής και δεν συνδέεται με την ιδιοκτησία του οχήματος που ήταν και το μοναδικό αντικείμενο της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Ούτε η ανανέωση της άδειας κυκλοφορίας εμπίπτει στις συμβατικές υποχρεώσεις των εναγομένων. Όμως ακόμη και αν ενέπιπτε, έχοντας υπόψη τα περιστατικά όπως τέθηκαν ενώπιον μου, και πάλιν οι εναγόμενοι δεν θα ήταν σε παράβαση των υποχρεώσεων τους εφόσον για να ανανεωθεί η άδεια κυκλοφορίας θα έπρεπε να υπάρχει σε ισχύ η ΑΟΧ την οποία ο ενάγοντας δεν φρόντισε να εξασφαλίσει. Για την ανανέωση της άδειας κυκλοφορίας βρίσκω ότι δόθηκε στον ενάγοντα ο τίτλος ιδιοκτησίας ενώ η ΑΟΧ θα μπορούσε να ανανεωθεί εάν ο ίδιος προσκόμιζε τα απαιτούμενα στοιχεία. Όμως παρέλειψε να προβεί στα αναγκαία διαβήματα. Αναγκαία για εξασφάλιση της άδεια ς ήταν επίσης και η ύπαρξη Πιστοποιητικού Ασφαλείας στο όνομα του δικαιούχου. Η υποχρέωση του ενάγοντα να ασφαλίσει το όχημα και να παρουσιάσει το πιστοποιητικό ασφάλειας στους εναγομένους, προκύπτει και από τον όρο 3 της Συμφωνίας. Στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται ότι ποτέ δεν παρουσιάστηκε πιστοποιητικό ασφάλειας στο όνομα του ενοικιαστή και του ιδιοκτήτη από κοινού, όπως προέβλεπε ο όρος 3 της Συμφωνίας. Οι δύο πλευρές γνώριζαν πριν τη σύναψη της επίδικης Συμφωνίας ότι η εγγραφή του οχήματος είχε ακυρωθεί εξαιτίας της μη ανανέωσης της άδειας κυκλοφορίας για τρία συνεχή χρόνια. Όμως αμέσως μετά τη σύναψη της Συμφωνίας Ενοικιαγοράς και μέχρι τις 19.8.96 υπήρχε η δυνατότητα ανανέωσης της άδειας. Όμως ο ενάγων, που είχε και την υποχρέωση, δεν φρόντισε για την ανανέωση της. Σε μεταγενέστερο στάδιο το όχημα θα μπορούσε και πάλιν να επανεγραφεί αν ο ενάγοντας συμμορφωνόταν με τους όρους που τέθηκαν, αλλά για άλλη μια φορά αδράνησε για δικούς του λόγους. Για διευκόλυνση του μάλιστα του δόθηκε και ο τίτλος ιδιοκτησίας. Όμως ποτέ δεν παρουσίασε το όχημα για επιθεώρηση ούτε και φρόντισε ώστε να εκδοθεί πιστοποιητικό καταλληλότητας, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει σε ισχύ η ΑΟΧ στο όνομα του. Το μόνο που επεδίωξε και φαίνεται τελικά να κατάφερε, προβάλλοντας τον ισχυρισμό στην Αρχή Αδειών ότι το επίδικο όχημα δεν μπορούσε να επιδιορθωθεί, ήταν να του χορηγηθεί νέα ΑΟΧ στο όνομα του, την οποία όμως συνέδεσε με άλλο όχημα. Σε σχέση με τις συμβατικές υποχρεώσεις των μερών θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο ενάγοντας, όπως είναι παραδεχτό, όχι μόνο δεν πλήρωσε καμιά από τις δόσεις, αλλά ούτε και έχει ποτέ τερματίσει την επίδικη συμφωνία ενώ συνεχίζει να έχει στην κατοχή του το επίδικο όχημα.» Το πιο πάνω απόσπασμα απαντά επίσης στους ισχυρισμούς του Εναγόμενου 1 που αφορούν το ότι οι Ενάγοντες εσκεμμένα δεν προσκόμισαν στην ακροαματική διαδιακασία της αγωγής με αριθμό 6194/2001 τα έγγραφα που είχαν στην κατοχή τους και θα καταδείκνυαν ότι η εγγραφή του αυτοκινήτου ταξί ακυρώθηκε από παράλειψή τους. Αναφορικά με το θέμα αυτό, ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται στην παράγραφο 11 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στην παρούσα αγωγή ότι μετά το πέρας της αγωγής με αριθμό 6194/2001 οι Ενάγοντες του επεστρεψαν τα έγγραφα αυτά και εισηγείται ότι το νέο αυτό γεγονός αποτελεί νέα βάση αγωγής που δεν καλύπτεται από δεδικασμένο αλλά από νέα μαρτυρία. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με αυτή τη θέση λόγω του ότι ακόμα και εάν η θέση αυτή ευσταθούσε και πάλι το ζήτημα θα καλύπτετο από δεδικασμένο ενόψει του αφού με βάση τις σχετικές νομικές αρχές η απλή ανακάλυψη νέας μαρτυρίας, σε αντίθεση με την αλλαγή των συνθηκών και του εφαρμοστέου νομικού πλαισίου, δεν αποτελεί απάντηση στην υπεράσπιση του δεδικασμένου (βλέπε Halsbury's Laws of England (4η έκδοση - reissue), Tόμος 16
(2), παράγραφος 985) Ερχόμενη, τέλος, στη θέση του Εναγόμενου 1 ότι οι Ενάγοντες είπαν ψέματα στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας περιορίζομαι να αναφέρω ότι αυτή δεν θα μπορούσε να αποτελέσει βάσιμη αιτία ανταπαίτησης εναντίον των Εναγόντων. Εξετάζοντας, τώρα, τις θεραπείες που αξιώνονταν στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 6194/2001 και αυτές που προωθούνται στην Ανταπαίτηση που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της παρούσας αγωγή κρίνεται ότι είναι πανομοιότυπες αφού: - Η αξίωση του Εναγόμενου 1 ως η παράγραφος Α της Ανταπαίτησης έχει ήδη κριθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην αγωγή με αριθμό 6194/2001 και συνδέεται με την αξίωσή του στην εν λόγω αγωγή ως η παράγραφοι Α και Β του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης. - Για τους λόγους που επεξηγούνται στη σελίδα 23 πιο πάνω ισχύουν τα ίδια και σε σχέση με την αξίωση η παράγραφος Β της Ανταπαίτησης. - Η αξίωση ως η παράγραφος Γ (ι) και (ιι) της Ανταπαίτησης είναι πανομοιότυπη με την θεραπεία που ζητείτο στις παραγράφους Γ και Δ του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης και επίσης έχει κριθεί. - Ως προς τις αξιώσεις ως οι παραγράφοι Δ και Ε της Ανταπαίτησης κρίνεται ότι επίσης καλύπτονται από δεδικασμένο αφού βάση για τις αξιώσεις αυτές αποτελεί η παράβαση της συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερομηνίας 8.4.1996 η οποία αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 6194/2001. Όπως, άλλωστε, έχει νομολογηθεί, το θέμα του δεδικασμένου εκτείνεται και σε ζητήματα που θα μπορούσαν να εγερθούν σε προηγούμενη αγωγή μεταξύ των διαδίκων και δεν εγέρθηκαν (βλέπε Χριστοφής Α. Χριστοφή (Παπέττας) ν. Σ. & Μ. Φλόκκος Λτδ κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 1703). Σχετικό επί του θέματος είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England (πιο πάνω) στην παράγραφο 980: «Issue estoppel; in general. Issue estoppel means that a party is precluded from contending the contrary of any precise point which, having once been distinctly put in issue, has been solemnly and with certainty determined against him. Even if the objects of the first and second claims or actions are different, the finding on a matter which came directly in issue in the first claim or action, provided it is embodied in a judicial decision that is final, is conclusive in a second claim or action between the same parties and their privies. Issue estoppel with only arise where it is the same issue which a party is seeking to relitigate. This principle applies whether the point involved in the earlier decision, and as to which the parties are estopped, is one of fact or one of law, or one of mixed fact and law.»
- Η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου στην αγωγή 6194/2001 είναι τελεσίδικη αφού έχει εφεσιβληθεί και έχει εκδοθεί απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την οποία επικυρώνεται η απόφαση.
- Η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού για εκδίκαση της αγωγής με αριθμό 6194/2001 δεν αμφισβητήθηκε. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι ο Εναγόμενος 1 δεν μπορεί να προωθεί την αξίωση που προβάλλεται στην Ανταπαίτησή του και να δικαστεί εκ νέου. Αντίθετη κατάληξη θα οδηγούσε σε ατέρμονες προσπάθειες ενός διαδίκου να επιτύχει το αποτέλεσμα που επιθυμεί και δεν θα ήταν σύμφωνη με την αρχή της τελεσιδικίας. Συνεπώς, για τους λόγους που επεξηγούνται πιο πάνω, οι θέσεις των Εναγόντων που προβάλλονται στην παράγραφο 7 της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση επιτυγχάνουν και σε αυτή τη βάση η Ανταπαίτηση του Εναγόμενου 1 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόντων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της υπό κρίση αίτησης. (Υπ.) ............... Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Ενδιάμεση /προδικαστική ένσταση/δεδικασμένο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο