← Κύπρος

Nicolettos Textiles Industries Ltd ν. Migato A E, Αρ. Αγωγής: 1508/12, 27/9/2012

Nicolettos Textiles Industries Ltd ν. Migato A E, Αρ. Αγωγής: 1508/12, 27/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A67 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1508/12 Μεταξύ: Nicolettos Textiles Industries Ltd, από την Λεμεσό Εναγόντων και Migato A. E., από την Αθήνα, Ελλάδα Εναγομένων Ημερομηνία: 27.9.12 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα / Αιτήτρια: κ. Κλ. Χριστοφή για κκ Χρ. Σ. Χριστοφόρου ΔΕΠΕ (για να ακούσουν την απόφαση ο κ. Κλέαρχος Χριστοφή και η κα Αλέξια Κωνσταντίνου Για την Εναγόμενη / Καθ' ης η αίτηση: κ. Οικονομίδης για κκ Κ. Θ. Μιχαηλίδη & Σία (για να ακούσει την απόφαση η κα Χρ. Τζούρου) -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση η οποία υπεβλήθη εκ μέρους της Ενάγουσας / Αιτήτριας στις 4.7.12 με την οποία ζητείται η έκδοση διατάγματος που να διατάσσει την παρουσία του Παναγιώτη Κωτσέα για σκοπούς αντεξέτασής του. Στο στάδιο αυτό κρίνω σκόπιμο να παραθέσω με συντομία το ιστορικό της υπόθεσης. Στις 4.4.12 στην βάση γραπτής αίτησης συνοδευόμενης από ένορκο δήλωση, η οποία υποβλήθηκε από την Αιτήτρια την ίδια ημέρα, εκδόθηκε από το Δικαστήριο προσωρινό διάταγμα. Το εν λόγω διάταγμα ορίσθηκε επιστρεπτέο αρχικά στις 18.4.12 και ακολούθως στις 30.4.12 και 30.5.

  1. Σημειώνεται ότι στις 6.4.12 εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο δόθηκε η άδεια, μεταξύ άλλων, για επίδοση του πιο πάνω διατάγματος καθώς και της αίτησης ημερομηνίας 4.4.12 εκτός δικαιοδοσίας. Στις 30.5.12 εμφανίσθηκε εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση δικηγόρος από το δικηγορικό γραφείο που αντιπροσωπεύει την Καθ' ης η αίτηση στην αγωγή και ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει ένσταση. Η ένσταση εν τέλει καταχωρήθηκε στις 19.6.12 και συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Παναγιώτη Κωτσέα από την Αθήνα. Είναι την αντεξέταση του προσώπου αυτού που η πλευρά της Αιτήτριας με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκει. Σε μεταγενέστερο στάδιο και συγκεκριμένα στις 29.6.12 η αίτηση ημερομηνίας 4.4.12 ορίσθηκε από το Δικαστήριο για ακρόαση σήμερα. Στις 4.7.12 καταχώρηθηκε η υπό κρίση αίτηση στην οποία η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση ενέστη καταχωρώντας Ειδοποίηση Ένστασης στις 17.7.12 και εντός του χρόνου που όρισε το Δικαστήριο. Η ακρόαση της αίτησης ορίσθηκε στις 11.9.12 και την πιο πάνω ημέρα αυτή ακούσθηκε. Σημειώνεται ότι η υπό κρίση υποβλήθηκε μονομερώς. Την ημέρα, όμως, που ήταν ορισμένη για πρώτη εμφάνιση, ήτοι στις 9.7.12, ο δικηγόρος της Καθ' ης η αίτηση ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου να εμφανισθεί και να ζητήσει χρόνο για να καταχωρήσει ένσταση. Το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα και παραχώρησε στην πλευρά της Καθ' ης η αίτηση χρόνο μέχρι τις 17.7.12 για καταχώρηση ένστασης. Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στην Δ.39, θ.1, Δ.38 και Δ.48, θθ.1-4 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στην σύμφυτη εξουσία και την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και δεν συνοδεύεται από ένορκο δήλωση. Σε αυτήν δε αναφέρεται ότι η αντεξέταση του Παναγιώτη Κωτσέα ζητείται σε σχέση με τις παραγράφους 16-17 και 20-29 της ένορκής του δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση της Καθ' ης η αίτηση στην αίτηση ημερομηνίας 4.4.
  2. Αναφέρεται, επίσης, ότι τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η υπό κρίση αίτηση εμφαίνονται στον φάκελο της υπόθεσης και ότι η ανάγκη για αντεξέταση του πιο πάνω προσώπου προέκυψε από τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς που αυτός προβάλλει σε σχέση με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας. Με την ένσταση της η Καθ' ης η αίτηση προβάλλει οκτώ λόγους ένστασης οι οποίοι και παρατίθενται στο σώμα της Ειδοποίησης Ένστασης. Η ένσταση στηρίζεται στην Δ.28, Δ.39, θ.1 και Δ.48, θ.4

(2)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, την Νομολογία, την πρακτική και τις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Στο σώμα της Ειδοποίησης αναφέρεται, επίσης, ότι τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση αναφέρονται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Η ένσταση δεν συνοδεύεται από ένορκο δήλωση. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στη βάση της αίτησης και της ένστασης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν ο καθένας την θέση του διαδίκου που εκπροσωπεί. Με τον πρώτο λόγο ένστασης προβάλλεται ζήτημα παρατυπίας της υπό κρίση αίτησης. Συγκεκριμένα προβάλλεται η θέση (διατηρούνται η ορθογραφία και τα σημεία της στίξης) ότι η «αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη καθ' ότι οι Αιτητές δεν επεσύναψαν Ένορκη Δήλωση στην οποία να περιλάβουν όλα τα σχετικά γεγονότα, ως ώφειλαν να πράξουν, κατά παράβαση της Δ.48 θ.θ.1, 2, 3 και 4 και τον τύπον 46 του Διαδικαστικού Κανονισμού Πολιτικής Δικονομίας». Εν' όψει του ότι το ζήτημα με το οποίο ο πιο πάνω λόγος καταπιάνεται είναι νομικό, ήτοι αν η υπό κρίση αίτηση όφειλε να συνοδεύεται από ένορκο δήλωση, κρίνω πως μπορώ να τον εξετάσω παρά το ότι η ένσταση δεν υποστηρίζεται από ένορκο μαρτυρία. Το θέμα της αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα διέπεται από την Διαταγή 39, θεσμός 1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με τον πιο πάνω θεσμό: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Κατόπιν αιτήσεως μαρτυρία δύναται να δοθεί με ένορκο δήλωση∙ όμως το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται κατόπιν παράκλησης οιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει την παρουσία του ομνύσαντος την ένορκο δήλωση για αντεξέταση». Σύμφωνα με την Διαταγή 48, θεσμός 8 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας οι αιτήσεις που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (α) έως (
  1. ss)της παραγράφου 1 του πιο πάνω θεσμού μπορούν να υποβληθούν μονομερώς. Επίσης, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του πιο πάνω θεσμού οι μονομερείς αιτήσεις δεν χρειάζεται να συνοδεύονται από ένορκο δήλωση εκτός (α) στις περιπτώσεις εκείνες που εξειδικεύονται στην παράγραφο 2 με αναφορά σε συγκεκριμένες υποπαραγράφους της παραγράφου 1 του πιο πάνω θεσμού και (β) στις περιπτώσεις εκείνες που ρητά προνοείται ότι η αίτηση θα συνοδεύεται από ένορκο δήλωση. Σημειώνεται, επίσης, ότι σύμφωνα με την παράγραφο 2 το Δικαστήριο ή ο Δικαστής έχουν την εξουσία να απαιτήσουν όπως μια μονομερής αίτηση που δύναται σύμφωνα με την εν λόγω παράγραφο να μην συνοδεύεται από ένορκο δήλωση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση. Η αίτηση για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα δυνάμει της Διαταγής 39, θεσμός 1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας δεν περιλαμβάνεται στην παράγραφο 1 του θεσμού 8 της Διαταγής 48 ως αίτηση που δύναται να υποβληθεί μονομερώς. Επίσης, σύμφωνα με τον θεσμό 9 της Διαταγής 48 όλες οι αιτήσεις εκτός από αυτές που αναφέρονται στον θεσμό 8 πρέπει να γίνονται διά κλήσεως και να συνοδεύονται από ένορκο δήλωση στην οποία να εκτίθενται τα γεγονότα στα οποία αυτές βασίζονται. Στις παραγράφους δε (
  2. a)έως (
  3. v)του πιο πάνω θεσμού παρατίθενται οι περιπτώσεις στις οποίες αιτήσεις που πρέπει να γίνονται διά κλήσεως δεν χρειάζεται να συνοδεύονται από ένορκο δήλωση. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με τον πιο πάνω θεσμό το Δικαστήριο ή ο Δικαστής έχουν την εξουσία να απαιτήσουν όπως αίτηση διά κλήσεως που δύναται να υποβληθεί χωρίς ένορκο δήλωση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση. Η αίτηση για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα στην βάση της Διαταγής 39, θεσμός 1 δεν περιλαμβάνεται σε καμία από τις πιο πάνω παραγράφους (
  4. a)έως (v). Τέλος, ο θεσμός 9 προνοεί ότι μια αίτηση διά κλήσεως δεν χρειάζεται να συνοδεύεται από ένορκο δήλωση στις περιπτώσεις εκείνες που ρητά προνοείται ότι μια τέτοια αίτηση δεν θα συνοδεύται από ένορκο δήλωση. Τίποτα τέτοιο, όμως, δεν αναφέρεται στον θεσμό 1 της Διαταγής 39 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Ακολουθεί ότι η υπό κρίση αίτηση μη συνοδευόμενη από ένορκο δήλωση αντιβαίνει στους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας και για τον λόγο αυτό είναι παράτυπη. Ο πρώτος, λοιπόν, λόγος ένστασης ευσταθεί. Τίθεται επί τάπητος το ερώτημα ποιες οι συνέπειες από την πιο πάνω παρατυπία. Η Διαταγή 64, θεσμός 1 προνοεί τα ακόλουθα: «Η μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας ή σε οποιοδήποτε στάδιο οποιασδήποτε διαδικασίας ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή». Στην υπόθεση Panayiotis Georghiou (Catering) Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργικού Συμβουλίου και Άλλων
(1996)3 ΑΑΔ 323 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η σπουδαιότητα των δικονομικών κανόνων για την εύρυθμη απονομή της δικαιοσύνης είναι δύσκολο να υπερτονιστεί. Η σημασία τους κατοπτρίζεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στην Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Εκλογική Αίτηση 1/95 - 22.1.1996 (απόφαση πλειοψηφίας):- "Οι διαδικαστικοί κανονισμοί σ' αυτή, όπως και σ' όλες τις διαδικασίες, θεσμοθετούν τους κανόνες για την άσκηση της δικαστικής εξουσίας. Στην απουσία τους, δε θα υπήρχε σταθερό πλαίσιο άσκησης της δικαστικής λειτουργίας. η άσκηση της θα επαφιόταν στη βούληση των δικαστών που επιλαμβάνονται της κάθε υπόθεσης, με αντίκτυπο την αβεβαιότητα στην πορεία απονομής της δικαιοσύνης. Η τήρηση των δικονομικών κανόνων ενέχει μεγάλη σημασία για την απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης." .......................................................................................................................... ... Στην Θαλασσινός ν. Δημοκρατίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 255, κρίθηκε ότι με τη νέα Δ.64 καταργείται η διάκριση μεταξύ άκυρου και αντικανονικού δικονομικού μέτρου. Εξισώνεται κάθε μορφή παρέκκλισης από τους θεσμούς με αντικανονικότητα δυνάμενη να θεραπευθεί. (Βλέπε Γιάννη ν. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων
(1995)3 Α.Α.Δ. 334. Δημοκρατία ν. Lion Insurance Agency Ltd.
(1995)3 Α.Α.Δ. 338. F. Kassab Gold Solar France Ltd. v. Yiacoumis Bros (Construction) Co. Ltd.
(1990)1 Α.Α.Δ. 510. Λοΐζου ν. Χαραλάμπους και Άλλων - (Π.Ε. 8946 - 15.2.1996)». Στην υπόθεση MI Holdings Public Ltd v. Τασούλας Γεωργίου Παναγή
(2006)1 ΑΑΔ 298 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ακόμα κι' αν η χρήση λανθασμένου κλητηρίου συνιστά ή όχι απλή παρατυπία, σημείο στο οποίο δεν υπάρχει λόγος να υπεισέλθουμε στην παρούσα περίπτωση, η Δ.64 δεν θα διόρθωνε τα πράγματα, διότι, όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί, δεν καταργεί τις διατάξεις των θεσμών οι οποίες πρέπει να τηρούνται. Με τη Δ.64 παρέχεται απλώς η ευκαιρία σε διάδικο που επέδειξε πλημμέλεια στην εφαρμογή των θεσμών, στα πλαίσια που ορίζει η Δ.64, να διορθώσει το συγκεκριμένο διάβημα ώστε να μην θεωρείται άκυρο το δικόγραφό του (Remedica Ltd v. Bayer Aktiengesellschaft
(1998)1 Α.Α.Δ. 1815). Η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με τους κανονισμούς (Πετρίχου ν. Χατζηιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81, 84). Δημιουργεί ένα διαδικαστικό μέσο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο διάδικος για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία, εφ΄ όσον αυτές είναι θεραπεύσιμες. Η συγκεκριμένη διαταγή δεν παρέχει στο δικαστήριο την εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις. Το δικαστήριο υποχρεούται να εξετάζει την ενώπιόν του κατάσταση όπως αυτή έχει δημιουργηθεί. Τα κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο (Οικονομίδου ν. Φλουρέντζος Χριστοδούλου και Υιοί Λίμιτεδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 1157). Η παρατυπία μέχρι την άρση της υπάρχει ...». Στην πιο πάνω υπόθεση εκδόθηκε απόφαση στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση σε αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε επί εντύπου κλητηρίου εντάλματος βάσει της Δ.2, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αντί βάσει της Δ.2, θ.6 των ίδιων Θεσμών. Το Δικαστήριο θεωρώντας ότι επρόκειτο περί απλής παρατυπίας από την οποία δεν είχε προκύψει οποιαδήποτε αδικία στους εφεσείοντες / εναγόμενους κατέληξε ότι επληρούτο η προϋπόθεση της Δ.18, θ.1(α) για την ύπαρξη οπισθογραφημένου κλητηρίου και εξέδωσε απόφαση υπέρ της εφεσίβλητης. Οι εφεσείοντες υποστήριξαν κατ' έφεση ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι η χρήση κλητηρίου εντάλματος δυνάμει της Δ.2, θ.1 αντί του ορθού ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος δυνάμει της Δ.2 θ.6, ισοδυναμούσε με παρατυπία. Και αν ακόμα, συνέχισε η εισήγηση, ήθελε, εν πάση περιπτώσει, θεωρηθεί ότι επρόκειτο για απλή παρατυπία αυτή δεν έχει διορθωθεί. Το Εφετείο έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο να αποφασισθεί αν η χρήση λανθασμένου κλητηρίου εντάλματος συνιστούσε ή όχι απλή παρατυπία αφού και απλή παρατυπία να συνιστούσε αυτή παρέμεινε αφού η εφεσίβλητη ενώ είχε την ευκαιρία να αντιδράσει δεν είχε ζητήσει την διόρθωσή της. Εν' όψει των πιο πάνω η πρωτόδικη απόφαση παραμερίσθηκε και η αίτηση της εφεσίβλητης για συνοπτική απόφαση απορρίφθηκε. Ταυτόχρονα δόθηκε η δυνατότητα στους εφεσείοντες να προβάλουν την υπεράσπισή τους. Στην υπόθεση Βάσω Οικονομίδου ν. Φλουρέντζος Χριστοδούλου και Υιοί Λίμιτεδ
(2005)1Β ΑΑΔ 1157 η έφεση στράφηκε εναντίον της απόφασης Επαρχιακού Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε αίτηση της εναγόμενης / εφεσείουσας για ακύρωση ή παραμερισμό της απόφασης των διαιτητών σε αγωγή. Η εν λόγω αγωγή είχε καταχωρηθεί εναντίον της εφεσείουσας από τους εφεσίβλητους, οι οποίοι είχαν αναλάβει την εργολαβία για την ανέγερση της οικοδομής της. Η αγωγή είχε ως αντικείμενο σύμβαση για ανέγερση οικοδομής από τους εφεσίβλητους για λογαριασμό της εφεσείουσας και αφορούσε οφειλές από συμφωνία εργολαβίας, αμοιβή και επιπλέον εργασίες που είχαν προκύψει κατά την ανέγερση κατοικίας για λογαριασμό της εφεσείουσας. Σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας διορίσθηκαν, μετά από αίτηση των εφεσίβλητων, δύο διαιτητές. Οι διαιτητές μετά την διεκπεραίωση της σχετικής διαδικασίας εξέδωσαν την απόφασή τους, η οποία δεν ήταν της αρεσκείας της εφεσείουσας και η οποία υπέβαλε αίτηση για ακύρωσή της, την οποία το Δικαστήριο, όπως και πιο πάνω αναφέρεται, απέρριψε. Κατά την πρωτόδικη διαδικασία κατατέθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση της εφεσείουσας μαζί με ένορκη δήλωση εκτιμητή ποσοτήτων. Οι δύο αυτές ένορκες δηλώσεις, αν και παραδόθηκαν προς το δικηγόρο τους, δεν επιδόθηκαν στους εφεσίβλητους, κατά παράβαση της Διαταγής 48, θεσμός 3 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Το Δικαστήριο αποφάσισε, έτσι, να μην τις λάβει υπ' όψη και να μην εξετάσει τους ισχυρισμούς που προβάλλονταν για το μη αποδεκτό συγκεκριμένης μαρτυρίας. Η εφεσείουσα πρόβαλε, μεταξύ άλλων, ως λόγο έφεσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν έλαβε υπόψη τις πιο πάνω συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις αφού επρόκειτο για απλή παρατυπία και το Δικαστήριο είχε, σύμφωνα με τη Διαταγή 64, θεσμό 1, την διακριτική ευχέρεια να καταπιαστεί με την ουσία που εξέταζε, αφού προηγουμένως προέβαινε σε διορθωτικές διαδικασίες κατά τον καλύτερο δυνατό πρακτικό τρόπο. Αν και παραδέχθηκε ότι η παράλειψη επίδοσης συνιστούσε παρατυπία, η εφεσείουσα υποστήριξε ότι αφού οι ένορκες δηλώσεις παραλείφθηκαν τελικά από την δικηγόρο των εφεσίβλητων η οποία και τις αντέκρουσε στην αγόρευσή της, η παράλειψη δεν είχε οποιαδήποτε δυσμενή επίδραση στα συμφέροντα των εφεσίβλητων. Το Εφετείο αναγνώρισε ότι ήταν αλήθεια ότι αφού οι ένορκες δηλώσεις βρίσκονταν στα χέρια των εφεσίβλητων, έστω και παράτυπα, αυτοί ήταν σε θέση να γνωρίζουν το περιεχόμενό τους και μπορούσαν να τις σχολιάσουν ανάλογα, όπως και πράγματι έκαναν κατά την διαδικασία. Τονίσθηκε, όμως, ότι η Διαταγή 64 δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με τους κανονισμούς οι οποίοι πρέπει να τηρούνται. Η Διαταγή 64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο αιτών για να θεραπεύσει παρατυπίες στην διαδικασία εφόσον αυτές είναι θεραπεύσιμες. Το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές διαδικασίες βάσει της Διαταγής 64 (Βλ. Πετρίχου ν. Χατζηιωσήφ
(1998)1 ΑΑΔ 81, 84). Κρίθηκε, έτσι, πως το Δικαστήριο εξέτασε την ενώπιόν του κατάσταση όπως υφίστατο και αντέδρασε υπό τις περιστάσεις ορθά αφού δεν υπήρχε αίτηση για διόρθωση της παρατυπίας. Η παρατυπία μέχρι την άρση της υπάρχει. Η εφεσείουσα είχε την ευκαιρία να αντιδράσει έγκαιρα και να ζητήσει την διόρθωση της, ευκαιρία την οποία δεν θέλησε να εκμεταλλευτεί. Υπό το φως των πιο πάνω ο πιο πάνω λόγος έφεσης απερρίφθη. Στην υπόθεση Χλόη Χριστοδούλου ν. Ανδρέα Χριστοδούλου
(1993)1 ΑΑΔ 195 ο εφεσίβλητος καταχώρησε ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου αίτηση με την οποία επεδίωκε την τροποποίηση εναντίον του εκδοθέντος διατάγματος διατροφής με την μείωση του ποσού της διατροφής. Η αίτηση υποβλήθηκε με τον συνηθισμένο τύπο ενδιάμεσης αίτησης σε πολιτική αγωγή και υποστηριζόταν από ένορκο δήλωση σε αντίθεση με τις πρόνοιες του κανονισμού 3
(1)και του Τύπου 1 των περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικών Κανονισμών του 1990, οι οποίοι προβλέπουν ότι η αίτηση περιλαμβάνει έκθεση γεγονότων και δεν υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση. Η εφεσείουσα ήγειρε ενώπιον του Δικαστηρίου το θέμα της εγκυρότητας της διαδικασίας, ισχυριζόμενη ότι η παράλειψη υποβολής της αίτησης σύμφωνα με τον προβλεπόμενο τύπο είχε προκαλέσει την ακυρότητα της. Το Δικαστήριο εξέτασε προδικαστικά την ένσταση και την απέρριψε θεωρώντας ότι η παράβαση αποτελούσε απλή παρατυπία και δεν επέφερε ακυρότητα της διαδικασίας. Λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα: «Οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί δεν πραγματεύονται ευθέως τις συνέπειες που συνεπάγονται παρεκκλίσεις από τις πρόνοιες τους. Το θέμα ρυθμίζεται έμμεσα με τις διατάξεις του Κ.11 που καθιστά εφαρμοστέους τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας σε όλα τα θέματα για τα οποία δεν γίνεται ειδική πρόνοια στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Η Δ.64 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει ότι μη συμμόρφωση με τους θεσμούς δεν καθιστά αφεαυτής άκυρη τη διαδικασία, εκτός αν το Δικαστήριο κρίνει ότι τούτο επιβάλλεται από τη φύση της παρατυπίας ή αντικανονικότητας. Εξαιρούνται των διατάξεων της Δ.64 δικονομικά μέτρα τα οποία είναι εξ υπαρχής άκυρα [βλ. μεταξύ άλλων, Ν. P. Lanitis Ltd. ν. Panayides
(1986)1 C.L.R. 490 και Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945]. Η διαπίστωση ότι δικονομικό μέτρο είναι αντικανονικό και όχι άκυρο, δε συνεπάγεται και τη θεραπεία της παρατυπίας. Επιβάλλεται η προσαρμογή της διαδικασίας στα θέσμια προς διεξαγωγή της δίκης μέσα στο καθιερωμένο πλαίσιο [βλ. Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου (ανωτέρω)]. Στην προκείμενη υπόθεση, η αίτηση η οποία υποβλήθηκε ήταν παράτυπη. Η παρατυπία ήταν ουσιώδης ενόψει της απουσίας έκθεσης των γεγονότων στο κείμενο της αίτησης. Δεν κρίνεται απαραίτητο να προσδιορίσουμε τις συνέπειες της υποβολής αίτησης σε τύπο άλλο από τον καθοριζόμενο. Περιοριζόμαστε στη διαπίστωση ότι εν πάση περιπτώσει και παράτυπη να ήταν η αίτηση, η παρατυπία έπρεπε να θεραπευθεί πριν προχωρήσει η υπόθεση σε δίκη. Επομένως η έφεση επιτυγχάνει». Στην υπόθεση Αντώνης Καλιά και Άλλη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Επάρχου Λευκωσίας και Άλλου
(1996)3 ΑΑΔ 149 κατά την έναρξη της διαδικασίας της έφεσης ο δικηγόρος των εφεσίβλητων ήγειρε προδικαστική ένσταση και εισηγήθηκε ότι η έφεση δεν ήταν έγκυρη για τον λόγο ότι οι λόγοι της δεν ήταν αιτιολογημένοι. Ο δικηγόρος των εφεσειόντων, αντίθετα, υποστήριξε ότι οι λόγοι της έφεσης ήταν αιτιολογημένοι και ζήτησε την απόρριψη της προδικαστικής ένστασης. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι οι λόγοι έφεσης δεν ήταν δικαιολογημένοι και, κατά συνέπεια, η έφεση ήταν παράτυπη ως αντιβαίνουσα των προνοιών της Διαταγής 35, θεσμός 4 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Επικαλούμενο τις πρόνοιες της Διαταγής 64, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Τροποποιητικό Διαδικαστικό Κανονισμό του 1995, σύμφωνα με τον οποίο η διάκριση μεταξύ άκυρης και παράτυπης διαδικασίας καταργήθηκε και η μη συμμόρφωση λόγω οποιασδήποτε πράξης ή παράλειψης με τα προβλεπόμενα από τους θεσμούς αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή την φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας ή σε οποιοδήποτε στάδιο οποιασδήποτε διαδικασίας ή σε σχέση με αυτή θεωρείται παρατυπία αποφάσισε ότι η θέση ότι μια έφεση είναι θνησιγενής όταν κανένας από τους λόγους της δεν είναι αιτιολογημένος και, επομένως, δεν είναι έγκυρη, με την τροποποίηση της Διαταγής 64 καταργήθηκε. Αναφέρθηκε, επίσης, ότι με την νέα Δ.64 παρέχεται η διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο διάσωσης της παράτυπης διαδικασίας στην κατάλληλη περίπτωση. Παραμένει, όμως, ότι η οποιαδήποτε παρατυπία θα πρέπει να θεραπεύεται. Η θεραπεία αυτή επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και η οποιαδήποτε παρέκκλιση από τους θεσμούς θα πρέπει να αντιμετωπίζεται έγκαιρα. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση στη λήψη διορθωτικών μέτρων, τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος που αναλαμβάνει ο αιτητής να πείσει το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια προς όφελός του (Βλ. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Κεντρικού Συμβουλίου Προσφορών και Άλλοι ν. Lion Insurance Agency Limited
(1995)3 ΑΑΔ 338). Υπό το φως των πιο πάνω και αφ' ης στιγμής για την παρατυπία δεν είχε ληφθεί έγκαιρα οποιοδήποτε μέτρο θεραπείας έτσι που να υπάρχει συμμόρφωση με την Δ.35 θ.4 το Εφετείο ασκώντας τις εξουσίες που παρέχει η νέα Δ.64 παραμέρισε εξ ολοκλήρου την ενώπιόν του έφεση. Τέλος, στην υπόθεση Παναγιώτης Δημητρίου ν. Ιωάννας Δημητρίου
(1998)1Β ΑΑΔ 1189 ο εφεσείων, αιτητής ενώπιον του Δικαστηρίου Οικογενειακών Διαφορών Λευκωσίας, καταχώρισε αίτηση με την οποία ζητούσε ακύρωση ή αναθεώρηση διατάγματος, που είχε εκδοθεί από το Δικαστήριο σε προγενέστερο χρόνο, και με το οποίο καθορίζετο η άσκηση της επιμέλειας του ανηλίκου και ρυθμίζετο η επικοινωνία του με τον εφεσείοντα, πατέρα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απεδέχθη προδικαστική ένσταση του συνηγόρου της εφεσίβλητης, καθ' ης η αίτηση, σύμφωνα με την οποία η επίδικη αίτηση ήταν παράτυπη γιατί δεν είχε γίνει με πρωτογενή διαδικασία ως καινούργια αίτηση, αλλά είχε καταχωρισθεί στον φάκελο και με τον αριθμό της προηγούμενης αίτησης, επί της οποίας και είχε εκδοθεί η ισχύουσα απόφαση του Δικαστηρίου. Αποδεχόμενο το πρωτόδικο Δικαστήριο την ένσταση απέρριψε την αίτηση. Προχώρησε όμως και εξέτασε την ουσία της και αποφάνθηκε πάνω σ' αυτή. Ο συνήγορος του εφεσείοντος περιόρισε την έφεση του σε ένα μόνο λόγο. Δέκτηκε την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης επί του προδικαστικού ζητήματος, αλλά υπέβαλε πως αυτή έπρεπε να παραμερισθεί σε ό,τι αφορούσε το μέρος της που επιλαμβάνετο της ουσίας της αίτησης. Και τούτο γιατί, εφόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση δεν είχε εξουσία να εξετάσει και να αποφανθεί επί του περιεχομένου της. Ο συνήγορος της εφεσίβλητης συμφώνησε με την πιο πάνω θέση. Το Εφετείο έκρινε ως νομικά ορθή την εισήγηση του δικηγόρου του εφεσείοντος και υιοθέτησε την αιτιολόγηση της. Η απόφαση ακυρώθηκε σε ό,τι αφορούσε το μέρος της που επιλαμβάνετο της ουσίας της αίτησης. Ό,τι η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση υποστήριξε είναι ότι η υπό κρίση αίτηση είναι απλά παράτυπη. Όχι ότι είναι είναι τέτοιας φύσης που επιφέρει ακυρότητα. Όπως και να έχει, το σημείο αυτό, αν, δηλαδή, η παρατυπία που διέπει την υπό κρίση αίτηση συνιστά απλή παρατυπία δυνάμενη να θεραπευθεί με την Διαταγή 64 ή αν είναι τέτοιας φύσης που επιφέρει ακυρότητα, δεν θα με απασχολήσει. Καθότι αυτό που έχει σημασία είναι ότι και αν ακόμα συνιστά απλή παρατυπία η παρατυπία αυτή εξακολουθούσε να υφίσταται κατά τον χρόνο της ακρόασης της υπό κρίση αίτησης, αφού η Αιτήτρια και ενώ είχε την δυνατότητα πριν την ακρόαση της υπό κρίση αίτησης να προβεί σε διαδικαστικό διάβημα για άρση ή διόρθωσή της, εντούτοις, δεν το έπραξε. Όπως είδαμε η παρατυπία υφίσταται μέχρι την άρση της και πρέπει να θεραπεύεται. Παράτυπη αίτηση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δεν δύναται να εξετάσει παράτυπη αίτηση επί της ουσίας της. Υπό το φως των πιο πάνω η υπό κρίση δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη. Παρά το ότι τα πιο πάνω σφραγίζουν την τύχη της υπό κρίση αίτησης θα ήθελα να προσθέσω τα ακόλουθα. Το θέμα της αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα εμπίπτει σαφώς εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (Βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1Γ ΑΑΔ 1660). Στην Ετήσια Πρακτική (Annual Practice) του 1958 επεξηγείται στην σελίδα 865 με αναφορά στην αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια Order 38 η άσκηση της δικαστικής εξουσίας με την υπογράμμιση ότι δεν υπάρχει υποχρέωση για έκδοση τέτοιου διατάγματος. Ανάλογη θέση παρέχεται μέσα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τομ. 21, παρ. 878, σελ. 418-419 όπου αναγράφονται τα εξής: «The Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion». Τέλος, στην αίτηση 18/08 Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλιου και Πανίκου Χατζηλοίζου
(2008)1Α ΑΑΔ 280, όπου εξετάστηκε η ορθότητα ή μη της απόρριψης αιτήματος για αντεξέταση, το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση τονίζοντας πως η αίτηση, η οποία στηριζόταν στη Δ.39, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, παρείχε στο Δικαστήριο την διακριτική ευχέρεια να την εγκρίνει ή να την απορρίψει ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Λέχθηκε, μάλιστα, ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί ανεξάρτητα και από τυχόν συναίνεση του αντιδίκου για τέτοια αντεξέταση. Στην υπό εξέταση περίπτωση και αφ' ης στιγμής η υπό κρίση αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκο δήλωση δεν υπάρχει ενώπιόν μου μαρτυρικό υλικό επί του οποίου να βασισθώ για να ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια. Η αναγκαιότητα για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν προκύπτει και δεν θα μπορούσε να προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης όπως στο σώμα της υπό κρίση αίτησης αναφέρεται. Το ότι μεταξύ της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει μια αίτηση και της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει μια ένσταση υπάρχουν αντικρουόμενοι ισχυρισμοί αναμφίβολα αυτό είναι κάτι το οποίο δύναται να διαφανεί από τα πιο πάνω έγγραφα. Η αναγκαιότητα όμως για αντεξέταση του ομνύσαντος την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει είτε μια αίτηση είτε μια ένσταση δεν είναι κάτι που μπορεί να διαφανεί ως εκ των αντικρουόμενων ισχυρισμών και μόνο. Το Δικαστήριο δεν μπορεί από μόνο του να θεωρήσει ότι συντρέχει μια τέτοια αναγκαιότητα μόνο και μόνο γιατί μεταξύ των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν μια αίτηση και μια ένσταση υπάρχουν αντικρουόμενοι ισχυρισμοί. Χρειάζεται μαρτυρία που να την επεξηγεί και στην βάση της οποίας το Δικαστήριο θα κρίνει αν η αίτηση δικαιολογείται. Στην κρινόμενη περίπτωση τέτοια μαρτυρία δεν υπάρχει. Τα όσα δε λακωνικά αναφέρονται σε σχέση με την αναγκαιότητα του αιτήματος στο σώμα της αίτησης δεν υπέχουν μορφή μαρτυρίας και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Υπό το φως όλων των πιο πάνω θεωρώ αχρείαστο να ασχοληθώ με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης / Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας / Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.