Ιωάννη Αναστασίου ν. ΙΛΑΡΧΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής 4303/06, 30/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 4303/06 Μεταξύ: Ιωάννη Αναστασίου, άλλως γνωστού και ως Γιάννη Αναστασίου, άλλως γνωστού και ως Γιαννάκη Παφιτανή, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και ΙΛΑΡΧΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΛΤΔ, από τη Λευκωσία, HEAVEN' S GARDEN WATERPARK LTD, από τη Λεμεσό Εναγομένων ------------------------- Ημερομηνία: 30 Μαΐου 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα: κ. Α. Κυπρίζογλου για Ρίκκο Ν. Ερωτοκρίτου & Σία Για τους εναγόμενους 1: κ. Ντ. Παπαδόπουλος για Ντίνο Παπαδόπουλο & Σία και για Γλαύκο Ν. Ραφαήλ & Σία Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας απαιτεί από τους εναγόμενους 1 γενικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, απώλεια εισοδήματος και ειδικές αποζημιώσεις συνεπεία τραυματισμού του σε, κατά τον ισχυρισμό του, εργατικό ατύχημα, που επεσυνέβη περί τις 19.8.2001 στο υδροπάρκο FASOURI WATERMANIA στη Λεμεσό, ιδιοκτησίας και διαχείρισης των εναγομένων 2, ενόσω εργοδοτείτο από τους εναγόμενους 1 κατά τη διάρκεια της εργασίας του λόγω της αμέλειας και/ή της παράβασης των νομίμων καθηκόντων και/ή των θέσμιων και/ή των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγομένων 1 και/ή των υπηρετών και/ή αντιπροσώπων και/ή εργοδοτουμένων τους, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Η αγωγή δεν προωθήθηκε εναντίον των εναγομένων 2, επειδή το κλητήριο ένταλμα δεν επιδόθηκε εντός ενός έτους από την καταχώρηση της αγωγής και έπαυσε να ισχύει. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, που καταχωρήθηκε στις 29.9.2006, ο ενάγοντας κατά τον ουσιώδη σε σχέση με την παρούσα αγωγή χρόνο, ήταν ηλικίας 47 ετών, καθ' όλα υγιής και αρτιμελής, εργοδοτείτο δε από τους εναγόμενους 1, που αποτελούσαν δεόντως συσταθείσα εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ασχολούντο κατά τον ουσιώδη χρόνο με την παροχή υπηρεσιών φύλαξης και περιφρούρησης διαφόρων υποστατικών, στατικής φύλαξης και άλλων συναφών υπηρεσιών, ως φύλακας και/ή φρουρός ασφαλείας στο προαναφερθέν υδροπάρκο, από τον Αύγουστο του 1999 μέχρι και τις 19.8.2001 δυνάμει γραπτής και/ή προφορικής συμφωνίας εργοδότησης. Η εργασία του ήταν επί καθημερινής βάσεως και αμείβετο με το ποσό των £332 μηνιαίως (ασφαλιστέες αποδοχές) περίπου. Οι εναγόμενοι 1 παρείχαν τις εν λόγω υπηρεσίες περιφρούρησης και φύλαξης του υδροπάρκου επί 24ωρου βάσεως προς τους εναγόμενους 2, μέσω φρουρών, τους οποίους οι εναγόμενοι 1 εργοδοτούσαν, είχε δε γίνει μεταξύ των εναγομένων 1 και 2 γραπτή και/ή προφορική συμφωνία προς το σκοπό αυτό, η οποία προέβλεπε, μεταξύ άλλων, την παροχή ειδικών δωματίων εντός του υδροπάρκου όπου θα είχαν πρόσβαση μόνο οι φρουροί ασφαλείας και θα χρησιμοποιούντο για την ξεκούραση τους καθώς και για την επόπτευση του χώρου σε χρονικές περιόδους που απαιτείτο αυξημένη προστασία προς τους φρουρούς ασφαλείας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, λόγω έλλειψης ικανοποιητικού αριθμού φρουρών ασφαλείας που φρουρούσαν τον χώρο. Προέβλεπε, επίσης, η εν λόγω συμφωνία την παροχή και εγκατάσταση εκ μέρους των εναγομένων 2 ηλεκτρονικών συστημάτων περιμετρικής και/ή γενικής παρακολούθησης του εξωτερικού και εσωτερικού χώρου του υδροπάρκου και χρησιμοποίηση τους από τους φρουρούς ασφαλείας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Ήταν ρητός και εξυπακουόμενος όρος της σύμβασης εργοδότησης μεταξύ του ενάγοντα και των εναγομένων 1 ότι ήταν καθήκον και υποχρέωση των τελευταίων βάσει του νόμου να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία και/ή επαρκή και/ή λογικά μέτρα και/ή όλες τις αναγκαίες και/ή επαρκείς και/ή λογικές προφυλάξεις για την προστασία και ασφάλεια του ενάγοντα κατά τον χρόνο της εργοδότησης του, να μην τον εκθέτουν σε κίνδυνο ζημιάς ή σωματικής βλάβης που γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν, να του παρέχουν ασφαλές μέσο εργασίας και/ή να δίδουν τις κατάλληλες και/ή αναγκαίες οδηγίες και/ή να επιβλέπουν την τήρηση των οδηγιών τους καθώς και να μεριμνήσουν για την άρτια εκπαίδευση και παροχή ασυρμάτων τηλεφώνων για ενδοεπικοινωνία μεταξύ των φρουρών και άλλου κατάλληλου εξοπλισμού προς το σκοπό εκτέλεσης των καθηκόντων του ενάγοντα με ορθό και ασφαλισμένο τρόπο. Κατά τις 19.8.2001 και περί τις 9.30 μ.μ., ο ενάγοντας ανέλαβε καθήκοντα φρουρού βάρδιας στο υπό αναφορά υδροπάρκο. Στις 20.8.2001 και ώρα 00.30 π.μ., ενόσω ο ενάγοντας, παρότι ασθενούσε, εκτελούσε κατ' εντολή των εναγομένων 1 μόνος του καθήκοντα σε νυχτερινή βάρδια, χωρίς να κατέχει οποιοδήποτε εξοπλισμό και/ή να τύχει οποιασδήποτε κατάλληλης εκπαίδευσης προς τον σκοπό αυτό, υπέστη βάναυση κακοποίηση από 4 άγνωστα άτομα, τα οποία είχαν καλυμμένα τα πρόσωπα τους με καλσόν. Συγκεκριμένα, ο ενάγοντας δέχθηκε αρχικά κτύπημα από ένα ή περισσότερα από τα πιο πάνω άτομα και στη συνέχεια ένα εξ αυτών πρόταξε εναντίον του όπλο. Τα εν λόγω πρόσωπα κτύπησαν τον ενάγοντα σε διάφορα μέρη του σώματος του σε βαθμό που τον κατέστησαν λιπόθυμο και έδεσαν τα χέρια του με χειροπέδες και τα πόδια του με πλαστική κολλητική ταινία. Συνεπεία της πιο πάνω κακοποίησης ο ενάγοντας υπέστη πολύ σοβαρές σωματικές βλάβες και έξοδα. Παραθέτοντας λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων και/ή θέσμιων υποχρεώσεων των εναγομένων 1 και/ή των υπηρετών και/ή αντιπροσώπων και/ή εργοδοτουμένων τους καθώς και λεπτομέρειες των σωματικών βλαβών που υπέστη ο ενάγοντας και των ειδικών ζημιών του που ανέρχονται στο ποσό των £51.768 ως απώλεια εισοδήματος και στο ποσό των £63.300 για ιατρικά έξοδα και δάνεια που συνήφθησαν με την ΣΠΕ Πάχνας, ο ενάγοντας απαιτεί γενικές αποζημιώσεις για τις σωματικές του βλάβες, νόμιμο τόκο και έξοδα. Στην έκθεση υπεράσπισης τους, που καταχωρήθηκε στις 17.11.2006, οι εναγόμενοι 1 εγείρουν ως προδικαστικές ενστάσεις ζητώντας την απόρριψη της αγωγής ότι αφενός οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα έχει παραγραφεί λόγω παρόδου χρόνου και/ή λόγω καθυστέρησης του ενάγοντα να λάβει οποιαδήποτε μέτρα και αφετέρου η έκθεση απαίτησης δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων
- Περαιτέρω, οι εναγόμενοι 1 παραδέχονται την ημερομηνία έναρξης εργοδότησης του ενάγοντα ως φύλακα στο υπό αναφορά υδροπάρκο καθώς και την ιδιότητα τους ως δεόντως συσταθείσας εταιρείας, ενώ αρνούνται και απορρίπτουν τους λοιπούς ισχυρισμούς του που περιλαμβάνονται στις παραγράφους 1, 3 και 4 της έκθεσης απαίτησης. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι ο ενάγοντας εργοδοτείτο με μερική απασχόληση και αμείβετο αρχικά με το ποσό των £1,50 ανά ώρα και περί τις 19.8.2001 το ποσό αυτό είχε ανέλθει σε £1,70 ανά ώρα. Οι εναγόμενοι 1 αρνούνται τους ισχυρισμούς του ενάγοντα για αμέλεια και/ή παράβαση των νομίμων καθηκόντων και/ή θέσμιων υποχρεώσεων τους καθώς και τις σχετικές λεπτομέρειες που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης και ισχυρίζονται ότι τα θέματα που εγείρει ο ενάγοντας στην παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης είναι άσχετα με την παρούσα αγωγή επιφυλάσσοντας τα δικαιώματα τους για την διαγραφή τους, ότι η παροχή υπηρεσιών φρούρησης του υδροπάρκου γινόταν σύμφωνα με τις εκάστοτε απαιτήσεις των ιδιοκτητών και/ή διαχειριστών του και δεν υπήρχε οποιαδήποτε συμφωνία για τα συγκεκριμένα θέματα που επικαλείται ο ενάγοντας. Αρνούνται, επίσης, τους ισχυρισμούς του ενάγοντα που περιέχονται στην παράγραφο 6 της έκθεσης απαίτησης σε σχέση με τα καθήκοντα και υποχρεώσεις τους που ο ενάγοντας επικαλείται δυνάμει της σύμβασης εργοδότησης και υποστηρίζουν ότι παρείχαν στον ενάγοντα ασφαλές μέσο και ασφαλή τρόπο εργασίας. Ισχυρίζονται ακόμη ότι είχαν χορηγήσει στον ενάγοντα οποιοδήποτε αναγκαίο εξοπλισμό για εκτέλεση των καθηκόντων του και η οποιαδήποτε κακοποίηση και/ή ζημιά υπέστη ο ενάγοντας οφείλεται σε ενέργειες τρίτων ατόμων, με τα οποία οι εναγόμενοι 1 δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση και/ή οφείλεται σε ενέργειες του ενάγοντα. Απορρίπτοντας και τους άλλους αναφερόμενους ισχυρισμούς του ενάγοντα, οι εναγόμενοι 1 υποστηρίζουν ότι τα επίδικα συμβάντα δεν αποτελούν εργατικό ατύχημα και παρείχαν στον ενάγοντα ένα ασφαλές σύστημα και χώρο εργασίας. Αρνούνται, επίσης, οι εναγόμενοι 1 τις λεπτομέρειες σωματικών βλαβών και ειδικών ζημιών καθώς και τις απαιτήσεις του ενάγοντα και ισχυρίζονται ότι ο ενάγοντας δεν έχει οποιαδήποτε συμμετοχή σε συμβατικές σχέσεις μεταξύ εναγομένων 1 και εναγομένων 2, ζητούν δε την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εναντίον του. Με την απάντηση του στην υπεράσπιση των εναγομένων 1, που καταχωρήθηκε στις 18.11.2008, ο ενάγοντας αρνείται και απορρίπτει τόσο τις προδικαστικές ενστάσεις όσο και τους ισχυρισμούς των εναγομένων 1 που είναι αντίθετοι με τους δικούς του ισχυρισμούς και ζητά ως η έκθεση απαίτησης του. Κατά την ακροαματική διαδικασία εκ μέρους του ενάγοντα προσφέρθηκε η μαρτυρία του ίδιου (ΜΕ1) και άλλων τεσσάρων μαρτύρων, εκ μέρους δε των εναγομένων 1 δεν προσφέρθηκε μαρτυρία. Αγορεύοντας οι συνήγοροι υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τις νομικές αρχές που την διέπουν. Ο συνήγορος του ενάγοντα εισηγήθηκε ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία εκ μέρους του ενάγοντα, που ήταν ειλικρινής, έχει αποδειχθεί ότι οι εναγόμενοι 1 δεν παρείχαν ασφαλή μέσα εργασίας στον ενάγοντα και συνεπεία αυτής της παράλειψης τρίτα πρόσωπα επιτέθηκαν εν ώρα εργασίας στον ενάγοντα και τον τραυμάτισαν σοβαρά. Όσον αφορά τις συνέπειες της κακοποίησης που υπέστη ο ενάγοντας και τις σωματικές βλάβες και ζημιές του, η μαρτυρία του επιβεβαιώνεται από την ιατρική και λοιπή μαρτυρία που αυτός προσέφερε, η οποία πρέπει να γίνει πλήρως αποδεκτή από το Δικαστήριο και να του αποδοθούν οι απαιτούμενες αποζημιώσεις. Αντίθετα, ο συνήγορος των εναγομένων 1 εισηγήθηκε ότι η παρούσα αγωγή δεν έχει οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό έρεισμα και είναι υπόθεση που δεν θα έπρεπε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν έχει αποδειχθεί αφενός ότι παραβιάστηκε οποιαδήποτε σύμβαση εργοδότησης μεταξύ του ενάγοντα και των εναγομένων 1 συνεπεία της οποίας να έχει υποστεί ο ενάγοντας οποιαδήποτε ζημιά ή απώλεια και αφετέρου ότι οι εναγόμενοι 1 προέβησαν σε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποτελεί αμέλεια από την οποία προκλήθηκε επίθεση στον ενάγοντα από τέσσερα άτομα που, εν πάση περιπτώσει, δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση με τους εναγόμενους
- Ο συνήγορος υπέδειξε ότι από την μαρτυρία του ενάγοντα συνάγεται ότι είναι άτομο με ψυχολογικά προβλήματα για αρκετά χρόνια πριν από το συμβάν έχοντας δυσκολία να ενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο και με τάσεις μυθοπλασίας, που αντιμετώπιζε πάντοτε προβλήματα εργοδότησης και ακόμη και αν δεν είναι αποκύημα της φαντασίας του το συμβάν αυτό, προσπάθησε να το εκμεταλλευτεί για να αποκομίσει οικονομικό όφελος. Εν πάση δε περιπτώσει από τη μαρτυρία που προσκόμισε ο ενάγοντας δεν αποδείχθηκαν οι ισχυριζόμενες σωματικές του βλάβες αλλά και οι οικονομικές απώλειες που απαιτεί και η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί στην ολότητα της. Όπως διαφαίνεται από τα δικόγραφα και τις προβληθείσες θέσεις των δυο πλευρών αποτελεί κοινό έδαφος ότι ο ενάγοντας κατά τον επίδικο χρόνο εργοδοτείτο από τους εναγόμενους 1 ως φύλακας στο υπό αναφορά υδροπάρκο. Τα επίδικα θέματα της υπόθεσης, για τα οποία θα πρέπει να αξιολογηθεί η προσφερθείσα μαρτυρία προς εξαγωγή ευρημάτων, συναρτώνται τόσο με το κατά πόσο ο ενάγοντας υπέστη την επίθεση που ισχυρίζεται κατά τον χρόνο της εργασίας του και αν οι εναγόμενοι 1 υπέχουν ευθύνη ως εργοδότες του όσο και με τις σωματικές βλάβες και ζημιές που υπέστη και απαιτεί ο ενάγοντας συνεπεία του συμβάντος αυτού. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων ( Bauer v. Hροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Ο ενάγοντας με τη γραπτή του δήλωση ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου τις θέσεις της έκθεσης απαίτησης του για όλα τα θέματα όπως παρατέθηκαν πιο πάνω. Σχετικά με τις συνθήκες του επίδικου συμβάντος, ο ενάγοντας κατέθεσε έκθεση του Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ημερομηνίας 12.4.2002 ως Τεκμήριο
- Σχετική είναι και η μαρτυρία του Αστ.2313, Νεόφυτου Προκοπίου, ΜΕ5, ο οποίος ανέφερε ότι τις πρώτες πρωινές ώρες στις 20.8.2001 μετέβη, κατόπιν κλήσης, στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, όπου ήταν ο ενάγοντας κτυπημένος στην κεφαλή και στο στήθος. Τον ρώτησε τι είχε συμβεί και ο ενάγοντας του ανέφερε ότι ήταν φρουρός στο υδροπάρκο και τον κτύπησαν κάποια άγνωστα άτομα με κάποιο αντικείμενο και με τα χέρια τους, αφού προηγουμένως χρησιμοποίησαν σπρέι. Παρέλαβε από ένα πυροσβέστη τις χειροπέδες που είχε αποκόψει από τα χέρια του ενάγοντα. Παρέλαβε, επίσης, τα ρούχα του ενάγοντα που ήταν ματωμένα. Κατά τις εξετάσεις που έγιναν στον τόπο του συμβάντος παρέλαβε την κολλητική ταινία που ήταν δίπλα από ένα κρεβατάκι και κάλεσε φωτογράφο της Αστυνομίας για να φωτογραφήσει τον χώρο και τα αίματα που ήταν στο έδαφος πολύ κοντά στο κρεβατάκι. Έγιναν πολλές εξετάσεις στην περιοχή σχετικά με νεαρά πρόσωπα χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε κατάληξη. Η έκθεση, Τεκμήριο 2, ετοιμάστηκε κατόπιν πληροφοριών που έδωσε ο ίδιος. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του ενάγοντα με βάση τις πιο πάνω αρχές, έχοντας κατά νου το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας, αδυνατώ να αποδεχθώ το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του σε σχέση με τις συνθήκες που περιβάλλουν το επίδικο συμβάν αλλά και, όπως θα επεξηγηθεί στη συνέχεια, για τις σωματικές συνέπειες και οικονομικές απώλειες, όπως αυτός ισχυρίζεται ότι υπέστη συνεπεία αυτού. Σε ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του ο ενάγοντας δεν ήταν σταθερός υποστηρίζοντας και θέσεις που αντίκεινται σε στοιχεία και μαρτυρία που ο ίδιος παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν μπορεί να κριθεί ειλικρινής και αξιόπιστος μάρτυρας, όπως θα επεξηγηθεί στη συνέχεια. Σε σχέση με το επεισόδιο, η αρχικά προβληθείσα θέση του ενάγοντα στη γραπτή του δήλωση ήταν ότι ενώ εκτελούσε τα καθήκοντα του, δέχθηκε κτύπημα από ένα ή περισσότερα από τα 4 άγνωστα άτομα που είχαν καλυμμένα τα πρόσωπα τους με καλσόν και στη συνέχεια ένα εξ αυτών πρόταξε εναντίον του όπλο, ακολούθως δε τον κτύπησαν σε διάφορα μέρη του σώματος του καθιστώντας τον λιπόθυμο και έδεσαν τα χέρια του με χειροπέδες και τα πόδια του με πλαστική κολλητική ταινία. Κατά την αντεξέταση του, υποστήριξε ότι το βράδυ εκείνο ήταν λίγο άρρωστος αλλά χειροτέρεψε, έκατσε λίγο, ξάπλωσε λίγο αλλά δεν κοιμήθηκε. Ως προς το κατά πόσον ειδοποίησε τους εργοδότες του ότι ήταν άρρωστος κατά το συγκεκριμένο βράδυ η θέση του αμφιταλαντεύθηκε μεταξύ του ότι τους είχε πει ότι ήταν άρρωστος αλλά δεν υπήρχε κάποιος να τον αντικαταστήσει και του ότι προσπάθησε να τους πει ότι ήταν άρρωστος αλλά δεν απαντούσαν, έχοντας τους τηλεφωνήσει από το κινητό του όπως είπε αρχικά, αναιρώντας το στη συνέχεια λέγοντας ότι δεν είχε κινητό κατά το έτος
- Είδε τα άγνωστα άτομα στα 5-10 μέτρα μακριά του, του έριξαν σπρέι στα μάτια, έχασε τις αισθήσεις του, έπεσε κάτω και τον κτύπησαν στο κεφάλι με το σίδερο, όταν δε συνήλθε του είχαν δυο όπλα στο κεφάλι, δεν θυμάται όμως αν είπε στην Αστυνομία ότι ήταν ένα το όπλο. Για το σπρέι δεν το είχε πει στην Αστυνομία, γιατί το θυμήθηκε και το συνειδητοποίησε μερικές μέρες αργότερα. Αιμορραγούσε, όταν πήγε να σηκωθεί τον κλωτσούσαν στο κεφάλι, μετά του έβαλαν λάστιχο με νερό στο κεφάλι, ένιωθε να του δένουν τα πόδια του με τέλλες και να του βάζουν χειροπέδες στα χέρια. Πρόσθεσε ότι όταν πήγε να σηκωθεί και ξαναέπεσε κάτω τον κτυπούσαν με τα πόδια τους στο κεφάλι, του έδωσαν πάνω από 30 κλωτσιές, και τον ρωτούσαν που είναι τα λεφτά, κάτι που δεν θυμάται αν το είπε στην Αστυνομία. Συνήλθε λίγο μετά από μια-μιάμιση ώρα, δεν είχε δύναμη να μιλήσει, έκοψε τα σχοινιά και τις τέλλες από τα πόδια του, αιμορραγούσε και πήγε με το αυτοκίνητο του στο σπίτι του. Δεν πέρασε από το μυαλό του να πάει στο Νοσοκομείο και τον πήρε ο γιός του που ήταν τότε 13-15 χρονών. Στο Τεκμήριο 2, όπου περιγράφεται το συμβάν από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού, αναφέρεται σχετικά ότι επειδή ο ενάγοντας ήταν λίγο άρρωστος κατά τις 00.30 ξάπλωσε σε κρεβατάκι της πισίνας, στο οποίο έστρωσε κουβέρτες, για να ξεκουραστεί με αποτέλεσμα να αποκοιμηθεί. Σε κάποιο χρόνο ένιωσε ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι με αποτέλεσμα να ξυπνήσει και πρόσεξε τότε 4 άτομα που είχαν τα πρόσωπα τους καλυμμένα με καλσόν, ένα εκ των οποίων κρατούσε ΔΟΚΟ φλοπέρ που πρόταξε εναντίον του. Αμέσως μετά και χωρίς να γίνει καμία συζήτηση μεταξύ τους, οι άγνωστοι επιτέθηκαν στον ενάγοντα κτυπώντας τον σε διάφορα μέρη του σώματος του με τα χέρια τους και με άλλα αντικείμενα που κρατούσαν. Καμία αναφορά δεν γίνεται για τη χρήση σπρέι από τα άγνωστα πρόσωπα. Παρεμβάλλεται σ' αυτό το σημείο ότι ο ΜΕ5 κατά την αντεξέταση του ισχυρίστηκε ότι ο ενάγοντας του είχε αναφέρει ότι χρησιμοποιήθηκε σπρέι εναντίον του, που κατά τον μάρτυρα είναι ουσιώδες γεγονός και αν αναφερόταν στην κατάθεση που του έδωσε ο ενάγοντας θα έπρεπε να αναφέρεται και στην υπό αναφορά έκθεση, κάτι ωστόσο που ανεξήγητα δεν έχει αναφερθεί. Ο ενάγοντας από τα χτυπήματα λιποθύμησε και όταν συνήλθε, μετά από μια ώρα περίπου, αντιλήφθηκε ότι τα χέρια του ήταν δεμένα με χειροπέδες και τα πόδια του με πλαστική κολλητική ταινία. Έλυσε τα πόδια του και οδηγώντας το αυτοκίνητο του μετέβη στην οικία του από όπου μεταφέρθηκε από τον γιό του στο Νοσοκομείο. Όπως προβάλλει από τα πιο πάνω, η περιγραφή του συμβάντος από τον ενάγοντα διαφοροποιήθηκε αρκετά με την πάροδο του χρόνου αλλά και κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Αυτή η στάση του όμως καθιστά τη μαρτυρία του ακροσφαλή ως προς την εξαγωγή ευρημάτων εκ μέρους του Δικαστηρίου. Διαφαίνεται από τις διάφορες εκδοχές που παρουσίασε ο ενάγοντας ότι προσπάθησε να παρουσιάσει κατά την ακροαματική διαδικασία το επεισόδιο να προέρχεται από πρόσωπα που ήθελαν να κλέψουν χρήματα από το υδροπάρκο ώστε να μην μπορεί να αποδοθεί η επίθεση τους προς αυτόν σε διαφορές εκτός της εργασίας του αλλά και να αποποιηθεί τυχόν δικής του ευθύνης ως εκτελών ορθά τα καθήκοντα του ως φρουρού ασφαλείας, παρόλο που είχε αρχικά αναφέρει κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης από την Αστυνομία ότι αποκοιμήθηκε πριν την επίθεση. Από την εικόνα όμως που παρουσίασε όχι μόνο δεν αποκλείεται το όλο συμβάν να προήλθε από πρόσωπα που ήθελαν να τον βλάψουν προσωπικά, τα οποία ενδεχομένως και να γνώριζε αποκρύπτοντας την ταυτότητα τους αλλά και να μην συνέβη καν όπως το περιέγραψε, εφόσον όπως ανέφερε ο ΜΕ3, ψυχίατρος που τον παρακολουθούσε για ένα περίπου χρόνο πριν το συμβάν αλλά και μετά από αυτό, ο ενάγοντας έπασχε από χρόνια νεύρωση με εκδηλώσεις χαρακτηριολογικής διαταραχής όπου οι πιθανότητες μυθοπλασίας είναι περισσότερες σε σχέση με ένα υγιές άτομο. Συνακόλουθα, η θέση του ενάγοντα ότι ευθύνη για την επίθεση από αγνώστους και την κακοποίηση που αυτός υπέστη φέρουν οι εναγόμενοι 1 ως εργοδότες του δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Ως προς τη νομική πτυχή, σύμφωνα με τη νομολογία, αμέλεια κατά το άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, είναι η παράβαση καθήκοντος επιμέλειας και βασικό χαρακτηριστικό της είναι η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής την οποία ο αδικοπραγών, ως μέσος συνετός άνθρωπος, όφειλε και μπορούσε στις δεδομένες περιστάσεις να καταβάλει για να μην προκαλέσει ζημιά στον πλησίον του. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Στρατμάρκο Λτδ ν. Μιχαήλ
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 453, το καθήκον της προσήκουσας προσοχής περιλαμβάνει και την υποχρέωση του εργοδότη να παρέχει στους υπαλλήλους του ασφαλές ή κατάλληλο σύστημα και τόπο εργασίας και να μην τους εκθέτει σε περιττούς κινδύνους. Συστατικό της έννοιας του μη αναγκαίου ή περιττού κινδύνου είναι η έλλειψη πρόβλεψης ή ακόμη σωστής πρόβλεψης για το ζημιογόνο αποτέλεσμα, που όφειλε ή μπορούσε ο εργοδότης με τη χρήση σωστών μέσων που είχε στη διάθεση του, να αποφύγει, χωρίς να παραγνωρίζεται ότι ο υπάλληλος δεν έχει ουσιαστικό λόγο στις διευθετήσεις του εργοδότη στο υπό συζήτηση θέμα (βλ. και Αθανασίου ν. Δημοκρατίας
(1969)1 Α.Α.Δ. 160). Στην υπόθεση Δήμος Λεμεσού ν. Χαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 423, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε εκτεταμένα στη νομολογία από την οποία πηγάζουν οι σχετικές νομικές αρχές, επισημαίνοντας την υποχρέωση του εργοδότη, σε συσχετισμό με τις επικρατούσες περιστάσεις, να λαμβάνει υπόψη τη λογική ασφάλεια των προσώπων που εργοδοτεί και την ανάγκη αποφυγής προβλεπτών κινδύνων και τονίζοντας ότι η λογική φροντίδα που πρέπει να επιδείξει ο εργοδότης στην κάθε περίπτωση είναι ερώτημα πραγματικό, κρινόμενο από το Δικαστήριο με το κριτήριο της κοινής λογικής υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Όπως λέχθηκε στην ίδια υπόθεση, ένα άλλο μέρος του ευρύτερου καθήκοντος που έχει ο εργοδότης είναι να εφαρμόσει ασφαλές σύστημα διεξαγωγής της εργασίας. Ένα σύστημα εργασίας δεν είναι ασφαλές αν δεν προστατεύει ικανοποιητικά τα πρόσωπα που εργοδοτούνται από κάποιο συγκεκριμένο κίνδυνο που μπορεί λογικά να προβλεφθεί και που μπορεί να αντιμετωπιστεί με προστατευτικά μέτρα, των οποίων η λύση είναι αφενός πρακτικά εφικτή και αφετέρου η δαπάνη που συνεπάγεται δεν είναι εντελώς δυσανάλογη προς το είδος και το μέγεθος του κινδύνου που στοχεύουν να αποφύγουν (βλ. και Μανθόπουλος Πλάστικς Λτδ. ν. Χατζηϊωσήφ
(1983)1 Α.Α.Δ. 291). Όπως λέχθηκε δε στην υπόθεση Metalco (Heaters) Ltd ν. Νεοφύτου κ.α.
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 211, το καθήκον του εργοδότη περιλαμβάνει την εξασφάλιση ασφαλούς μέρους εργασίας, την εξασφάλιση και συντήρηση ικανοποιητικού εξοπλισμού και την εξασφάλιση ασφαλούς συστήματος εργασίας. Όπως είναι νομολογημένο, είναι ανάγκη να καταδεικνύεται πάντοτε η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της τυχόν αδυναμίας του συστήματος εργασίας ή της τυχόν παράλειψης μέριμνας από τον εργοδότη, με το ζημιογόνο αποτέλεσμα και το βάρος απόδειξης των στοιχείων αυτών βαρύνει τον ενάγοντα (βλ. μεταξύ άλλων, Κωνσταντίνου ν. Phassouri Plantations
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 720, Δρουσιώτης ν. Petrakis Exhaust Silencers Ltd
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1502). Η ευθύνη και στα εργατικά ατυχήματα καταμερίζεται με γνώμονα τη λογική και την κοινή εμπειρία σε συνάρτηση με την υπαιτιότητα αφενός κρινόμενη υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας που προξένησε το ατύχημα και της επελεύσεως της ζημιάς, που αποτελεί το αντικείμενο της δίκης αφετέρου (βλ. Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420, Metalco (Heaters) Ltd ν. Νεοφύτου κ.α. (πιο πάνω), Αλεξάνδρου ν. Θ. Κυριάκου και Υιοί Λτδ
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 506). Ως προς το θέμα της αναζήτησης συντρέχουσας αμέλειας το Δικαστήριο ερευνά για την ύπαρξη τέτοιων στοιχείων από τα οποία να καταφαίνεται κατά πόσο ο ενάγοντας παρέλειψε να ασκήσει εύλογη φροντίδα και επιμέλεια για τη δική του ασφάλεια και έτσι μπορεί να λεχθεί ότι συνέβαλε στην πρόκληση των δικών του βλαβών ή ζημιάς (βλ. Μαϊττας ν. Γεωργίου κ.ά.
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 1). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Swipe Ltd ν. Σταυρινού (Στυλλή)
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2375, το εύλογα προβλεπτό των συνεπειών των πράξεων του υπέχοντα καθήκον επιμέλειας, του εναγόμενου, και του τραυματισθέντα, του ενάγοντα, ως προς την περιφρούρηση της ασφάλειας του αποτελεί το κοινό μέτρο κρίσης της υπαιτιότητας τους. Στην παρούσα υπόθεση, πέραν των πιο πάνω διαπιστώσεων, αδυνατώ να αποδεχθώ τη θέση του ενάγοντα ότι οι εναγόμενοι 1 δεν του παρείχαν ασφαλές σύστημα εργασίας και ασφαλή τρόπο εργασίας. Δεν έχει προσφερθεί εκ μέρους του ενάγοντα ικανοποιητική μαρτυρία ως προς το τι επιβάλλετο να γίνει εκ μέρους των εναγομένων 1 προς εξασφάλιση ασφαλούς χώρου εργασίας ή ικανοποιητικού εξοπλισμού ή ασφαλούς συστήματος εργασίας για την εργασία του φρουρού ασφαλείας που εκτελούσε ο ενάγοντας και που θα απέτρεπε το συμβάν. Πέραν του ότι η εκδοχή του ενάγοντα για το όλο συμβάν είναι αμφισβητήσιμη, όπως ήδη λέχθηκε μέσα στα πλαίσια της ευρύτερης αξιολόγησης του ως μάρτυρα, όπως ο ίδιος ανέφερε δεν γνωρίζει ποιος ευθύνεται και τι έπρεπε να γίνει για να μην συμβεί το επεισόδιο. Όπως ορθά εισηγήθηκε ο κ. Παπαδόπουλος, το συμβάν δεν ήταν λογικά προβλεπτός κίνδυνος για τον οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι έχει ευθύνη ο εργοδότης ούτε και υπάρχει υπαινιγμός ότι τα άγνωστα πρόσωπα που εμπλέκονται στο επεισόδιο είχαν σχέση με τους εναγόμενους 1 (βλ. σχετικά και την υπόθεση Χριστοφή κ.α. ν. Thera Owners Committee
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 512). Τόσο με βάση την άποψη του ενάγοντα ότι έπρεπε να υπήρχαν δωμάτια για να διαμένουν οι φρουροί ή εξοπλισμός περιμετρικής ή και γενικής παρακολούθησης του εξωτερικού και εσωτερικού χώρου του υδροπάρκου από τους φρουρούς ασφαλείας, όσο και την αβέβαιη αναφορά του ότι δεν ήταν όλο το πάρκο περιφραγμένο, ακόμη και αν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ορθές ως θέσεις, δεν μπορεί να αποδοθεί ευθύνη στους εναγόμενους 1 για τις ελλείψεις αυτές εφόσον τέτοιες υποχρεώσεις δεν προκύπτει ούτε είναι εύλογο να θεωρηθεί ότι είχαν οι εναγόμενοι 1 αλλά οι ιδιοκτήτες και διαχειριστές του υδροπάρκου, όπως μάλιστα και ο ίδιος ο ενάγοντας δήλωσε στην παράγραφο 5 της γραπτής του δήλωσης με αναφορά σε ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των εναγομένων 1 και 2, η οποία όμως δεν κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Αόριστη κρίνεται άλλωστε η θέση του ενάγοντα ότι έπρεπε να τύχει εκπαίδευσης για την εκτέλεση της εργασίας του εφόσον δεν αναφέρθηκε πώς θα αποτρέπετο το συμβάν με οποιασδήποτε μορφής εκπαίδευση, που δεν διευκρινίστηκε, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης. Αντίθετα συνάγεται ότι ο ενάγοντας δεν εκτελούσε ορθά τα δικά του καθήκοντα αν επέλεξε να ξαπλώσει ή και να κοιμηθεί, προφασιζόμενος ότι ήταν ασθενής, ενώ θα έπρεπε να φρουρεί τον χώρο. Δεν μπόρεσε υπό αυτές τις συνθήκες ούτε καν να χρησιμοποιήσει το φανάρι που του είχε δοθεί και είχε πάντα μαζί του, το οποίο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και ως ρόπαλο. Αν βέβαια όντως ασθενούσε θα έπρεπε να είχε ενημερώσει τους εργοδότες του ώστε να του δοθεί άδεια ασθενείας και να μην εργαστεί το συγκεκριμένο βράδυ. Συνάγεται ότι ο ενάγοντας κατέστη αποκλειστικά υπεύθυνος για το τι συνέβη λόγω της παράλειψης του να αποτρέψει την τυχόν είσοδο των αγνώστων ατόμων στο χώρο του υδροπάρκου, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι δεν προήλθε το συμβάν από διαφορές άσχετες με την εργασία του ή και ότι ήταν προβλεπτός κίνδυνος να υπάρξει τέτοιο συμβάν στο συγκεκριμένο χώρο, δεδομένου ότι δεν περιπολούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο ούτε και εκτελούσε το καθήκον του να επαγρυπνεί φρουρώντας τον χώρο, σύμφωνα με όσα ο ίδιος ανέφερε. Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου κρίνεται ότι στην παρούσα υπόθεση δεν έχει αποδειχθεί ότι οι εναγόμενοι 1 παρέβησαν το καθήκον τους να παρέχουν ασφαλές σύστημα και χώρο διεξαγωγής εργασίας προς τον ενάγοντα ή και ότι τον εξέθεσαν σε περιττό κίνδυνο, υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης και λόγω της φύσης της εργασίας του ενάγοντα. Ως εκ τούτου η αγωγή εναντίον τους θα πρέπει να απορριφθεί. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου θα προχωρήσω στην εξέταση των λοιπών θεμάτων της υπόθεσης, πορεία που, υπό τις περιστάσεις, εξυπηρετεί τους σκοπούς της δικαιοσύνης, αν, σε περίπτωση που καταχωρηθεί έφεση, η κατάληξη μου αυτή κριθεί εσφαλμένη. Ως προς το τι επακολούθησε του επίδικου τραυματισμού του, ο ενάγοντας υποστήριξε ότι συνεπεία της κακοποίησης που υπέστη, προκλήθηκαν σ' αυτόν σοβαρές σωματικές βλάβες και η ζωή του καθώς και η σωματική του ακεραιότητα τέθηκε σε σοβαρό κίνδυνο, θα υφίσταται δε στο μέλλον πόνο, ταλαιπωρία, στερήσεις, ζημιές, ανικανότητα, έξοδα και απώλειες. Αναφορικά με τις σωματικές βλάβες του ενάγοντα και τις συνέπειες του ατυχήματος σχετική είναι αρχικά η μαρτυρία του ίδιου. Όπως ανέφερε, μετά τον τραυματισμό του, μεταφέρθηκε από τον γιό του στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, όπου νοσηλεύθηκε στην χειρουργική κλινική από τις 20.8.2001 μέχρι τις 22.8.
- Αναφορικά με τις σωματικές του βλάβες ο ενάγοντας κατέθεσε ως Τεκμήρια 3 - 7 ιατρικά πιστοποιητικά. Από το Τεκμήριο 3 ημερομηνίας 28.9.2001, που ετοιμάστηκε από τον Δρα Ανδρέα Νικολάου χειρουργό του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, προκύπτει ότι κατά την εξέταση του ενάγοντα στις 20.8.2001 διαπιστώθηκε κρανιοεγκεφαλική κάκωση, ελαφρά διάσειση εγκεφάλου, θλαστικό τραύμα αριστεράς βρεγματικής χώρας συρραφέν στο ΤΕΠΑ, αιμάτωμα αριστερού οφθαλμού και επίσταξη καθώς και μώλωπες στον αριστερό θώρακα, απώλεια δέρματος στους καρπούς και μώλωπες στις ποδοκνημικές περιοχές. Έγινε ακτινογραφικός έλεγχος κρανίου, θώρακος, αριστερών πλευρών, λεκάνης και ρινικών οστών χωρίς οστικές κακώσεις και η αξονική τομογραφία εγκεφάλου δεν έδειξε παθολογικά ευρήματα. Ο ενάγοντας νοσηλεύθηκε στην χειρουργική κλινική του εν λόγω Νοσοκομείου από τις 20.8.2001 μέχρι 22.8.2001 και εξήλθε σε ικανοποιητική κατάσταση. Του δόθηκε άδεια ασθενείας μέχρι τις 21.9.2001 (βλ. Τεκμήριο 8). Ακολούθως παρακολουθείτο στα εξωτερικά ιατρεία από ειδικό οφθαλμίατρο, ωτορινολαρυγγολόγο, νευρολόγο και ορθοπαιδικό. Σε ακτινογραφικό έλεγχο αριστερού άκρου ποδός διαπιστώθηκε ρωγμώδες κάταγμα κάτω τριτημορίου αριστερής περόνης. Τοποθετήθηκε ελαστικός επίδεσμος και του δόθηκε περαιτέρω άδεια ασθενείας μέχρι τις 30.9.2001 (βλ. Τεκμήριο 8). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 4 ημερομηνίας 19.11.2002 της Δρος Α. Μαλικίδου, βοηθού προϊσταμένης της Νευρολογικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, αυτή εξέτασε τον ενάγοντα στις 11.12.2001, ο οποίος παραπονείτο για ζαλάδες και πονοκεφάλους χωρίς να παρουσιάζει παθολογικά νευρολογικά σημεία. Του χορηγήθηκε συμπτωματική θεραπεία και άδεια ανάπαυσης μέχρι τις 10.2.2002 (βλ. Τεκμήριο 8). Ο ενάγοντας συνέχισε να προσέρχεται στα εξωτερικά ιατρεία με την ίδια συμπτωματολογία, έχοντας αναφέρει στη γιατρό ότι παρακολουθείται από χρόνια από ψυχίατρο λόγω άγχους και ευερεθιστικότητας λαμβάνοντας αγχολυτική θεραπεία. Η διάγνωση της γιατρού ήταν κρανιοεγκεφαλική κάκωση με διάσειση εγκεφάλου και υποκειμενική μεταδιασεισική συνδρομή. Όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 5 (το οποίο σύμφωνα με δήλωση του συνηγόρου των εναγομένων 1 κατέστη αποδεκτό για την αλήθεια του περιεχομένου του) ημερομηνίας 14.11.2001 της Δρος Σ. Σαββίδου, οφθαλμίατρου του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, ο ενάγοντας εξετάστηκε στις 20.8.2001 ενόσω νοσηλεύετο στο χειρουργικό θάλαμο του Νοσοκομείου. Παρουσίαζε αιμάτωμα στον αριστερό οφθαλμό και απόπτωση του επιθηλίου του κερατοειδούς στον ίδιο οφθαλμό. Του δόθηκε θεραπευτική αγωγή και κρατήθηκε στο Νοσοκομείο μέχρι τις 27.8.2001, έκτοτε δε παρακολουθείτο τακτικά στα εξωτερικά ιατρεία. Κατά την τελευταία επίσκεψη του στις 12.11.2001 η όραση του ήταν ίση με 10/10 στο δεξιό οφθαλμό και 5/10 στον αριστερό χωρίς διόρθωση και 10/10 με διόρθωση. Ο αριστερός οφθαλμός παρουσίαζε μυωπικό αστιγματισμό και υπερμετρωπία ενώ ο κερατοειδής είχε αποθεραπευθεί. Αναφορά στο περιεχόμενο των Τεκμηρίων 6 και 7 θα γίνει πιο κάτω. Του δόθηκαν άδειες ασθενείας από τις 20.8.2001 μέχρι τις 17.7.2002 (βλ. Τεκμήρια 8-9). Όπως ακόμη ο ενάγοντας ανέφερε, συνεπεία του τραυματισμού του, εξακολουθεί να υποφέρει από ψυχολογικά προβλήματα (μετατραυματικό σύνδρομο) και έχει χάσει κάθε εύλογη άνεση ενώ δεν μπορεί να ασκήσει το αγαπημένο του άθλημα που είναι το κυνήγι. Περαιτέρω, κατά τη μαρτυρία του ο ενάγοντας κατέθεσε ως Τεκμήριο 10 αντίγραφο επιστολής των εναγομένων 1 προς τον τότε δικηγόρο του ημερομηνίας 10.9.2001, στην οποία διαφαίνεται ότι οι εναγόμενοι 1 είναι εργοδότες του και επισυνάπτεται αντίγραφο της ασφάλειας που δια νόμου έχουν οι εναγόμενοι 1 ως εργοδότες. Ως Τεκμήρια 1Α και 1Β αντίστοιχα κατέθεσε βεβαιώσεις του Επαρχιακού Γραφείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων Λεμεσού ημερομηνίας 18.9.2006 για τις ασφαλιστέες του αποδοχές με εργοδότες τους εναγόμενους 1 για τα έτη 2000 και 2001 αντίστοιχα. Όπως ο ενάγοντας ανέφερε λαμβάνει σύνταξη ανικανότητας από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, έχοντας καταστεί ανίκανος να εργαστεί κατά 75%. Ως Τεκμήριο 11 κατέθεσε δέσμη εγγράφων ημερομηνίας 18.9.2006 που αποτελούν βεβαιώσεις του Επαρχιακού Γραφείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων Λεμεσού για σύνταξη ανικανότητας για την περίοδο από 10.10.2002 μέχρι 18.9.2006, χωρίς να αναφέρεται σ' αυτές ποσοστό ανικανότητας. Τόσο τα Τεκμήρια 1Α και 1Β όσο και το Τεκμήριο 11 κατέστησαν αποδεκτά για την αλήθεια του περιεχομένου τους σύμφωνα με δήλωση του συνηγόρου των εναγομένων
- Ως Τεκμήρια 12Α και 12Β αντίστοιχα ο ενάγοντας κατέθεσε βεβαιώσεις του ίδιου γραφείου ίδιας ημερομηνίας για τις ασφαλιστέες του αποδοχές για τα έτη 2000 και 2001 αντίστοιχα με εργοδότη την NEW MARATHON TOURS LTD. Ως Τεκμήριο 15 κατατέθηκε, κατά την αντεξέταση του ενάγοντα, επιστολή του Επαρχιακού Γραφείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων Λεμεσού ημερομηνίας 31.5.2002 αναφορικά με τον ασφαλιστικό λογαριασμό του ενάγοντα από το έτος 1981 και μετά. Όπως ακόμη ο ενάγοντας υποστήριξε, δεν μπορεί πλέον να εργασθεί στην εργασία του ως φρουρός ασφαλείας ή ως μεταφορέας ούτε και να ασκεί οποιαδήποτε καθημερινά καθήκοντα αυξημένης αντοχής ή ενέργειες που απαιτούν δεξιότητα και δεν μπορεί να εκθέτει τον εαυτό του στον ήλιο. Μετά τον επίδικο τραυματισμό του, ενεγράφη ως άνεργος στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασίας Λεμεσού, όπως παραμένει μέχρι σήμερα λόγω της αδυναμίας του να εργαστεί και δεδομένου ότι ούτε το μορφωτικό του επίπεδο ούτε και οι γνώσεις του του επιτρέπουν να εξεύρει οποιαδήποτε εργασία. Η μαρτυρία που αφορά την σωματική και ψυχολογική κατάσταση του ενάγοντα μετά το επίδικο συμβάν προέρχεται και από τους Κυριάκο Ανδρέου, ιδιώτη ιατρό Ειδικό Ορθοπεδικό Χειρουργό και Τραυματιολόγο (ΜΕ2) και Βασίλη Χ" Βασίλη, Ψυχίατρο του Νοσοκομείου Λεμεσού (ΜΕ3). Ο ΜΕ2, ανεγνώρισε και υιοθέτησε το ιατρικό του πιστοποιητικό ημερομηνίας 5.12.2001 (Τεκμήριο 7), σύμφωνα με το οποίο είχε εξετάσει τον ενάγοντα στις 27.8.2001 διαπιστώνοντας ότι υπήρχε θλαστικό συρραφέν τραύμα στην ινιακή χώρα της κεφαλής, εκδορές και μώλωπες του αριστερού κάτω άκρου στο οπίσθιο κάτω τριτημόριο, θλάση μαλακών μορίων αριστερού ημιθωρακίου, εγκεφαλική διάσειση, μώλωπας αριστερού οφθαλμού και εκδορές και στους δυο καρπούς, ενόσω οι πνεύμονες ήταν καθαροί και οι ακτινογραφίες της αριστερής κνήμης έδειξαν κάταγμα αριστερής περόνης. Έγινε καθαρισμός των τραυμάτων και επίδεση της αριστερής κνήμης. Του χορηγήθηκαν αναλγητικά αντιφλεγμονώδη φάρμακα και συνεστήθη ανάπαυση και παρακολούθηση. Κατά την τελική εξέταση στις 30.11.2001 ως υποκειμενικά ευρήματα ο μάρτυρας κατέγραψε πονοκέφαλο, ζάλη καθώς και πόνο και οίδημα της αριστερής κνήμης μετά από ορθοστασία και βάδιση. Τα αντικειμενικά του ευρήματα ήταν ευαισθησία κατά την πίεση πάνω από το κάταγμα της περόνης, οι κινήσεις του αριστερού γόνατος, της αριστερής κνήμης και της αριστερής ποδοκνημικής αρθρώσεως ήταν ικανοποιητικές, οι πνεύμονες ήταν καθαροί και υπήρχε ουλή 5 εκατοστών στην ινιακή χώρα της κεφαλής. Σύμφωνα με την καταγεγραμμένη γνώμη του τα πιο πάνω αναφερθέντα τραύματα του ενάγοντα του προκάλεσαν έντονο πόνο και οδύνη αρχικά, με την πάροδο δε του χρόνου η κατάσταση βελτιώνετο αλλά δεν είχε αποθεραπευθεί. Αναφορικά με το κάταγμα με την πάροδο του χρόνου θα παρουσιάσει ικανοποιητική βελτίωση. Όπως δε ανέφερε προφορικά σε αλλαγή καιρικών συνθηκών μπορεί να υπάρχει πόνος αλλά με την πάροδο του χρόνου θα υποχωρήσει όπως και οι συνέπειες από το κάταγμα και το οίδημα της αριστερής κνήμης, όπου μέχρι σήμερα δεν υπάρχει συνέπεια από το τραύμα, ενώ στην ινιακή χώρα της κεφαλής στο μέλλον θα παραμείνει μια ουλή. Ο ΜΕ3, ανεγνώρισε και υιοθέτησε το ιατρικό σημείωμα που είχε ετοιμάσει για τον ενάγοντα ημερομηνίας 7.11.2002 (Τεκμήριο 6). Σύμφωνα με αυτό ο ενάγοντας παρακολουθείτο στο ιατρείο του ως πάσχων από εκδηλώσεις μετατραυματικού συνδρόμου. Μετά τον τραυματισμό του στις 19.8.2001 σε διάφορα μέρη του σώματος του και στο κεφάλι, ο ενάγοντας παρουσίασε έντονο πονοκέφαλο, ζαλάδα, αστάθεια βαδίσεως, αϋπνία και μειωμένη διάθεση για να συνεχίσει την ζωή του όπως προηγουμένως. Του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή αλλά συνεχίζει να αναφέρει τα προαναφερθέντα ενοχλήματα. Όπως ο μάρτυρας ανέφερε προφορικά, εξέτασε για τελευταία φορά τον ενάγοντα στις 26.2.2010, σύμφωνα με τα στοιχεία του φακέλου, οπότε ο ενάγοντας του είχε αναφέρει τα ίδια συμπτώματα, δηλαδή ζαλάδα και πονοκέφαλο και δυσκολία στον ύπνο, που τον εμποδίζουν να ασκήσει οποιοδήποτε επάγγελμα. Όσα παραπονείται ο ενάγοντας ότι νοιώθει συμπεριλαμβάνονται στη διάγνωση του μετατραυματικού συνδρόμου. Λόγω του ότι χαρακτηρίζει τον ενάγοντα ως άτομο με ασταθή ή μετεχμιακού τύπου διαταραχή προσωπικότητας οι εκδηλώσεις του μετατραυματικού συνδρόμου έχουν χειρότερη εξέλιξη σ' αυτόν. Ο μάρτυρας ανεγνώρισε επίσης τα πιστοποιητικά ασθενείας που εξέδωσε για τον ενάγοντα στις 20.9.2001, 22.11.2001, 10.1.2002 και 22.5.2002 (βλ. Τεκμήριο 8). Αναφορικά με την προσαχθείσα μαρτυρία σε σχέση με τις σωματικές βλάβες του ενάγοντα και τις συνέπειες τους, επισημαίνεται ότι ο συνήγορος των εναγομένων 1 εξέφρασε επιφύλαξη ως προς την ιατρική μαρτυρία που περιείχετο στη γραπτή δήλωση του ενάγοντα. Περαιτέρω δεν προσήχθη η μαρτυρία των ιατρών που εξέδωσαν τα ιατρικά πιστοποιητικά, Τεκμήρια 3 και 4, ενόσω το Τεκμήριο 5 έχει γίνει αποδεκτό για την αλήθεια του περιεχομένου του. Είναι επίσης η θέση του συνηγόρου των εναγομένων 1 ότι ο ενάγοντας είναι παντελώς αναξιόπιστος και προσπάθησε να εκμεταλλευτεί το συμβάν απαιτώντας υπέρογκες αποζημιώσεις επικαλούμενος και ψυχολογικά τραύματα, στα οποία αποδίδει την αδυναμία του να εργασθεί μετά το συμβάν, ενώ από τη μαρτυρία του ΜΕ3 συνάγεται ότι έπασχε από χρόνια ψυχολογικά προβλήματα πριν το 2001 και δεν εργαζόταν για δικούς του λόγους όπως φαίνεται και από το Τεκμήριο
- Αξιολογώντας τη μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΕ3, πρέπει να λεχθεί ότι η νομολογία έχει επισημάνει ότι η μαρτυρία ιατρών και προσώπων οι οποίοι θεωρούνται εμπειρογνώμονες, εφόσον καταθέτουν για εξειδικευμένα επίδικα θέματα, παρουσιάζει αντιθέσεις άλλοτε μικρές και άλλοτε μεγάλες. Κατά κανόνα, η ιατρική μαρτυρία, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων, θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη. Καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά/ειδικά κριτήρια και στοιχεία, τα οποία, αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και να βοηθήσουν το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις. (βλ. Νεάρχου ν. Στεφανίδη κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 351). Ως προς τις σωματικές βλάβες που υπέστη ο ενάγοντας και αποδίδονται από τον ίδιο στον τραυματισμό του στο ατύχημα καθώς και τη θεραπεία που του υποδείχθηκε και ακολούθησε, αν και για τα υποκειμενικά ενοχλήματα που ο ίδιος ανέφερε δημιουργούνται αμφιβολίες λόγω της γενικότερης αξιολόγησης του ως μάρτυρα, δεν έχω οποιοδήποτε δισταγμό να αποδεχθώ τη μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΕ3, οι οποίοι ήταν σαφείς και συνεπείς στη μαρτυρία τους και επεξήγησαν ικανοποιητικά και με λεπτομέρεια, κατά την αντεξέταση τους τόσο τη διάγνωση τους όσο και τη θεραπεία στην οποία υπέβαλαν τον ενάγοντα, δημιουργώντας στο Δικαστήριο πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρες. Ειδικότερα ο ΜΕ2, υποστήριξε τεκμηριωμένα την επιστημονική του γνώμη, που ουσιαστικά βεβαιώνει όσα περιέχει και το Τεκμήριο 3, παρόλο που δεν προσήχθη η προφορική μαρτυρία του Δρα Α. Μενελάου, ο οποίος εξέδωσε το Τεκμήριο
- Αποδέχομαι τα ευρήματα του ΜΕ2, όπως περιγράφηκαν από αυτόν καθώς και τη θέση του για τις συνέπειες των τραυματισμών του ενάγοντα. Ως προς τον ΜΕ3, αποδέχομαι τη διάγνωση του ότι ο ενάγοντας είναι άτομο με διαταραχή προσωπικότητας στην οποία κατέληξε μετά από δεκαετή περίθαλψη και θεραπεία του. Επί του προκειμένου επισημαίνεται ότι η θέση του ενάγοντα ότι δεν επισκεπτόταν γιατρούς για προβλήματα που αντιμετώπιζε πριν το συμβάν είναι αντίθετη με την αναμφισβήτητη ως προς το θέμα αυτό μαρτυρία του ΜΕ3, ο οποίος, όπως ανέφερε, παρακολουθούσε τον ενάγοντα από τις 9.9.1999, έχοντας τον εξετάσει 13 φορές μέχρι το επίδικο συμβάν και χαρακτηρίζοντας τον ως άτομο με διαταραχή προσωπικότητας από τη νεαρή του ηλικία. Αποδέχομαι επίσης ότι τα υποκειμενικά συμπτώματα του ενάγοντα μετά το συμβάν που περιγράφηκαν ως διαταραχή ύπνου, φόβος επανάληψης της κακοποίησης, αστάθεια βαδίσεως, ζαλάδες, πονοκέφαλος και ίλιγγοι, εύλογα και έχοντας εξετάσει τον ενάγοντα 36 φορές μετά το συμβάν, οδήγησαν τον ΜΕ3 στη διάγνωση του μετατραυματικού συνδρόμου. Λόγω της χρόνιας χαρακτηριολογικής διαταραχής από την οποία έπασχε ο ενάγοντας δημιουργήθηκαν έντονα συμπτώματα αρχικά που αντιμετωπίστηκαν με φαρμακευτική αγωγή, ενόσω παραμένουν κάποια ήπια συμπτώματα. Βέβαια, τα υποκειμενικά συμπτώματα έχουν αμφισβητηθεί και εκ μέρους του συνηγόρου των εναγομένων 1 αλλά και δεν είναι σαφές κατά πόσο ο ενάγοντας λάμβανε τα φάρμακα που συνιστούσε ο ΜΕ
- Παρόλα αυτά η αντίληψη του ΜΕ3 μετά την πολυετή παρακολούθηση του ενάγοντα ότι υπήρξε ποιοτική διαφορά των συμπτωμάτων μετά το συμβάν που αποδόθηκε σε μετατραυματικό σύνδρομο, παρέμεινε ως τελική διάγνωση. Σε τέτοια περίπτωση εφαρμόζεται η νομολογιακή αρχή ότι ο αδικοπραγών ευθύνεται για την επιδείνωση προϋπάρχουσας κατάστασης, το θύμα δε του αδικήματος εκλαμβάνεται στην κατάσταση που ευρίσκεται και βάσει αυτού του δεδομένου αποτιμάται η ζημιά την οποία υφίσταται (βλ. Αριστείδου ν. Παυλίδου
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 2153, Κωμιάτη ν. Πόλιτσου κ.α.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 226). Με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου ότι ο ενάγοντας, μετά τον τραυματισμό του, μεταφέρθηκε από τον γιό του στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, όπου εξετάστηκε από γιατρούς, κρατήθηκε για μικρό χρονικό διάστημα και απολύθηκε, αφού του δόθηκε αναρρωτική άδεια. Στις 27.8.2001, ο ενάγοντας επισκέφθηκε τον ΜΕ2 (βλ. Τεκμήριο 7), ο οποίος, μετά από εξέταση του ενάγοντα, διεπίστωσε ότι υπήρχε θλαστικό συρραφέν τραύμα στην ινιακή χώρα της κεφαλής, εκδορές και μώλωπες του αριστερού κάτω άκρου στο οπίσθιο κάτω τριτημόριο, θλάση μαλακών μορίων αριστερού ημιθωρακίου, εγκεφαλική διάσειση, μώλωπας αριστερού οφθαλμού και εκδορές και στους δυο καρπούς, ενόσω οι πνεύμονες ήταν καθαροί και οι ακτινογραφίες της αριστερής κνήμης έδειξαν κάταγμα αριστερής περόνης. Έγινε καθαρισμός των τραυμάτων και επίδεση της αριστερής κνήμης. Του χορηγήθηκαν αναλγητικά αντιφλεγμονώδη φάρμακα και συνεστήθη ανάπαυση και παρακολούθηση. Κατά την τελική εξέταση στις 30.11.2001 τα αντικειμενικά ευρήματα ήταν ευαισθησία κατά την πίεση πάνω από το κάταγμα της περόνης, οι κινήσεις του αριστερού γόνατος, της αριστερής κνήμης και της αριστερής ποδοκνημικής αρθρώσεως ήταν ικανοποιητικές, οι πνεύμονες ήταν καθαροί και υπήρχε ουλή 5 εκατοστών στην ινιακή χώρα της κεφαλής, η οποία στο μέλλον θα παραμείνει ως μια ουλή. Τα πιο πάνω αναφερθέντα τραύματα του ενάγοντα του προκάλεσαν έντονο πόνο και οδύνη αρχικά, με την πάροδο δε του χρόνου η κατάσταση βελτιώθηκε. Ως προς το κάταγμα υπήρξε ικανοποιητική βελτίωση, σε αλλαγή καιρικών συνθηκών μπορεί να υπάρχει πόνος αλλά δεν υπάρχουν συνέπειες σήμερα από τους τραυματισμούς. Σύμφωνα δε με το Τεκμήριο 5, στις 20.8.2001, ενόσω νοσηλεύετο στο χειρουργικό θάλαμο του Νοσοκομείου, ο ενάγοντας παρουσίαζε αιμάτωμα στον αριστερό οφθαλμό και απόπτωση του επιθηλίου του κερατοειδούς στον ίδιο οφθαλμό. Του δόθηκε θεραπευτική αγωγή και κρατήθηκε στο Νοσοκομείο μέχρι τις 27.8.2001, έκτοτε δε παρακολουθείτο τακτικά στα εξωτερικά ιατρεία. Κατά την τελευταία επίσκεψη του στις 12.11.2001 η όραση του ήταν ίση με 10/10 στο δεξιό οφθαλμό και 5/10 στον αριστερό χωρίς διόρθωση και 10/10 με διόρθωση. Ο αριστερός οφθαλμός παρουσίαζε μυωπικό αστιγματισμό και υπερμετρωπία ενώ ο κερατοειδής είχε αποθεραπευθεί. Ως προς τις ψυχολογικές επιπτώσεις συνεπεία του συμβάντος σύμφωνα με τον ΜΕ3, ο ενάγοντας παρουσίασε υποκειμενικά συμπτώματα μετατραυματικού συνδρόμου δηλαδή διαταραχή ύπνου, φόβο επανάληψης της κακοποίησης, αστάθεια βαδίσεως, ζαλάδες, πονοκέφαλο και ιλίγγους, που, σε συνάρτηση με την χρόνια χαρακτηριολογική διαταραχή προσωπικότητας από την οποία έπασχε, αξιολογήθηκαν από τον ΜΕ3 ως έντονα για χρονική περίοδο δέκα μηνών περίπου μετά το συμβάν και ήπια στη συνέχεια. Στη νομολογία έχουν αποκρυσταλλωθεί οι αρχές που διέπουν τον προσδιορισμό του ύψους των αποζημιώσεων. Οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται από το Δικαστήριο πρέπει να είναι δίκαιες και λογικές με στόχο την απόδοση δικαιοσύνης για την απώλεια και τη ζημιά χωρίς ωστόσο να επιβαρύνεται υπέρμετρα ο αδικοπραγών (βλ. Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789). Όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο ενάγοντας, όντας 47 ετών κατά τον χρόνο του επίδικου συμβάντος υπέστη σωματικές βλάβες συνεπεία αυτού που έχουν πιο πάνω περιγραφεί. Ο ενάγοντας υπέστη αρκετό πόνο και ταλαιπωρία από τους σωματικούς τραυματισμούς για διάστημα 6 μηνών περίπου, έχοντας υποβληθεί στην προαναφερθείσα θεραπεία που περιλαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, όπως αναλυτικά περιγράφηκε πιο πάνω, χωρίς ουσιαστικά κατάλοιπα εκτός μιας ουλής στην ινιακή χώρα της κεφαλής. Παρουσίασε επίσης υποκειμενικά συμπτώματα μετατραυματικού συνδρόμου που αξιολογήθηκαν ως έντονα για χρονική περίοδο δέκα μηνών περίπου μετά το συμβάν και ήπια στη συνέχεια. Στον ενάγοντα δόθηκαν αναρρωτικές άδειες που καλύπτουν το χρονικό διάστημα μετά τον τραυματισμό του και μέχρι τις 17.7.2002 (βλ. Τεκμήρια 8-9). Μετά το συμβάν παρέμεινε εκτός εργασίας, εκτός από περίοδο τριών μηνών περίπου αμέσως μετά το συμβάν που εργαζόταν στην εταιρεία NEW MARATHON TOURS LTD (βλ. Τεκμήριο 12Β). Προσέγγισα το θέμα του υπολογισμού του ύψους των γενικών αποζημιώσεων, αφού έλαβα υπόψη μου τη φύση και έκταση των σωματικών βλαβών και των ψυχολογικών επιπτώσεών τους και τις εισηγήσεις του συνηγόρου του ενάγοντα, καθοδηγούμενη από τη νομολογία σε υποθέσεις με παρόμοια περιστατικά που δεν αποτελούν όμως δεσμευτικό προηγούμενο. Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο οφείλει να προβαίνει στις αναγκαίες αναπροσαρμογές εφόσον τα ουσιώδη γεγονότα δύο υποθέσεων δεν είναι ποτέ ταυτόσημα, δεδομένου ότι υπάρχει μια συνεχής πτώση της αγοραστικής αξίας του χρήματος και έχοντας υπόψη την τάση για αύξηση των αποζημιώσεων αυτών συγκριτικά με το παρελθόν (βλ. μεταξύ άλλων Νεοφύτου ν. Δημητρίου
(1992)1 Α.Α.Δ. 430, Θεμιστοκλέους ν. Παρασκευά
(1992)1 Α.Α.Δ. 498, Κωνσταντίνου ν. Γεωργίου κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1580, Αποστολίδης ν. Ζούλη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1695, G. & L. Calibers Ltd v. Λεμεσιανού
(2003)1 Α.Α.Δ. 948, Σπύρος Μελής και Ελένη Λτδ κ.α. ν. Πολίτη
(2003)1 Α.Α.Δ. 590, Σωτηρίου ν. Chapo (Investments) Ltd κ.α.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 491). Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα έχει σκοπό την αποκατάσταση και όχι την τιμωρία που προσδιορίζεται στις μέρες μας από την τάση για «μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και την ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από τις συνήθεις δραστηριότητες του ανθρώπου» (Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, Anja Lankuttis ν. Ανδρέα Νικόλα
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1128). Η βασική αρχή που διέπει τον καθορισμό των αποζημιώσεων στα αστικά αδικήματα είναι ότι τελικός σκοπός των αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του θύματος στη θέση που εύλογα θα αναμένετο ότι θα βρισκόταν αν δεν τραυματίζετο, υπό τον όρο ότι η ζημιά που αποδίδεται είναι εύλογη (Ιακώβου ν. Παπαδάκη κ.α.
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 2079, Μεταξάς ν. Μεταξά
(2001)1 Α.Α.Δ. 773). Όπως τονίστηκε στην απόφαση Χριστοδουλίδης ν. Lasers Plastics Industry Ltd
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 556, με την επιδίκαση χρηματικής αποζημίωσης, που συναρτάται άμεσα με τη σοβαρότητα των τραυμάτων, τον πόνο, την οδύνη και τη δυσχέρεια που προκαλούν τα τραύματα ενόσω υπάρχουν, σίγουρα δεν αποκαθίσταται η υγεία του θύματος αστικού αδικήματος και συνεπώς οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν το τέλειο μέτρο αποκατάστασης αλλά δεν υπάρχει καλύτερο μέτρο. Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αναστασιάδη
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1709, η ενάγουσα είχε υποστεί σοβαρή κάκωση και θλαστικό τραύμα της ινιακής χώρας του κρανίου, εγκεφαλική διάσειση, σοβαρά διαστρέμματα και θλάσεις αυχένος, θώρακα, ράχεως και οσφύος, με αρκετό πόνο και ταλαιπωρία, έχοντας αυχεναλγίες και μυαλγία της ράχεως αρκετό χρόνο μεταγενέστερα, και κρίθηκε λογικό το επιδικασθέν ποσό των £3.500 ως αποζημίωση. Στην υπόθεση Κεζαρίδη ν. Κωνσταντίνου
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1373, επικυρώθηκε ποσό ύψους £6.000 υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων που κρίθηκε πολύ κοντά στο ανώτατο όριο που θα μπορούσε δικαίως να επιδικαστεί υπέρ του εφεσίβλητου, ο οποίος είχε υποστεί σοβαρό διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, κακώσεις στην κεφαλή και εγκεφαλική διάσειση και υπέφερε από πονοκεφάλους και δυσκαμψία του αυχένα για 14 μήνες, παραμένοντας εκτός εργασίας. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης v. Παπαμιλτιάδους κ.α.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 733, επικυρώθηκαν γενικές αποζημιώσεις ύψους £15.000 σε γυναίκα ηλικίας 53 ετών που είχε υποστεί κάταγμα του κάτω άκρου της κερκίδος αριστερά, τραύματα στο δεξιό γόνατο και στο βλεννογόνο του κάτω χείλους και διάφορους μώλωπες με μόνιμα κατάλοιπα, μικρή παραμόρφωση, μικρό περιορισμό της κινητικότητας της αριστερής πηχεοκαρπικής και αδυναμία σύσφιξης. Στην ίδια υπόθεση επικυρώθηκαν γενικές αποζημιώσεις ύψους £5.000 σε άλλη γυναίκα που είχε υποστεί κάταγμα της πέμπτης πλευράς δεξιά, διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας και εγκεφαλική διάσειση, φέροντας αυχενικό κολάρο για 3 μήνες συνεχώς, με μόνιμα κατάλοιπα κάποια ευαισθησία με τις καιρικές αλλαγές. Στην ίδια υπόθεση επίσης επικυρώθηκαν γενικές αποζημιώσεις ύψους £1.000 σε άλλη γυναίκα που είχε υποστεί συνεπεία του ατυχήματος πόνο στον αυχένα, κεφαλαλγία και ζάλη. Στην υπόθεση Perera v. Άστρα
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1074, επικυρώθηκαν γενικές αποζημιώσεις ύψους £7.000 για σωματικές βλάβες θλαστικού τραύματος στο τριχωτό της κεφαλής, κατάγματος τεσσάρων πλευρών αριστερά, κατάγματος κεφαλής της αριστερής περόνης και σοβαρής θλάσης της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και τοποθετήθηκε γύψινος νάρθηκας και αυχενικό κολάρο για 2 και 6 εβδομάδες αντίστοιχα με απουσία μόνιμων σοβαρών καταλοίπων. Στην υπόθεση Αδαμίδης κ.α. ν. Χατζηνικολάου
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1108, επικυρώθηκε το ποσό των £6.000 ως γενικές αποζημιώσεις επί πλήρους ευθύνης, που χαρακτηρίστηκε ως μάλλον χαμηλό, όχι όμως ως έκδηλα ανεπαρκές, λόγω τραυματισμού στο πρόσωπο που δημιούργησε εκχυμώσεις στον αριστερό οφθαλμό και αιμάτωμα της κάτω ρινικής κόγχης, διαστρέμματος του αυχένα και επώδυνου περιορισμού των κινήσεων του, εκδορών και θλάσης των μαλακών μορίων του αριστερού ώμου, αγκώνων και αντιβραχίονα με μόνιμα κατάλοιπα μια μικρή εμφανή ουλή στο μέτωπο και μια πολύ μικρή στο φρύδι σε νέο 17 ετών κατά τον χρόνο του δυστυχήματος. Στην υπόθεση L.P. Transbeton Ltd v. Σταύρου κ.α.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 304, επικυρώθηκαν γενικές αποζημιώσεις ύψους £2.500 σε άνδρα ηλικίας 37 ετών που είχε υποστεί σε εργατικό ατύχημα αιμάτωμα περιοφθαλμικά του αριστερού ματιού και βλεφάρου, εγκεφαλική διάσειση και διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Στην υπόθεση Δημητρίου v. Ιωάννου κ.α.
(2003)1(Α) Α.Α.Α. 274, επιδικάστηκαν κατ' έφεση γενικές αποζημιώσεις ύψους £4.000 στον εφεσείοντα που είχε υποστεί νευρικό κλονισμό και το ψυχικό τραύμα εκδηλώθηκε με πονοκεφάλους, ζάλη, τάση για εμετό, αδυναμία συγκέντρωσης, ευερεθιστικότητα, διαταραχές στον ύπνο που συνοδεύονταν με εφιάλτες, κυρίως με σκηνές από το τροχαίο θανατηφόρο ατύχημα, κατάθλιψη, άγχος και έντονες φοβίες στην τροχαία κίνηση και οδήγηση. Στην υπόθεση Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Μιχαήλ
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 113, που είναι πολύ σοβαρότερη από την παρούσα, επικυρώθηκαν γενικές αποζημιώσεις ύψους £18.000 σε άνδρα 49 ετών που, συνεπεία εργατικού ατυχήματος, είχε παραμορφωθεί στο πρόσωπο νοιώθοντας μεγάλη πικρία, άγχος και αγωνία, έχοντας υποστεί επίσης γνωστική δυσλειτουργία, επιλησμοσύνη των πρόσφατων γεγονότων, σοβαρή κατάθλιψη, σοβαρό αίσθημα ανασφάλειας και φοβίες με πιθανότητα μετατραυματικής επιληψίας. Στην παρούσα υπόθεση, έχοντας υπόψη μου όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και ειδικότερα τον πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη ο ενάγοντας, καθώς και τη φύση και έκταση των τραυμάτων του, με τις συνέπειές τους, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ποσό ύψους €25.000, σαν γενικές αποζημιώσεις θα συνιστούσε μια λογική και δίκαιη αποζημίωση επί πλήρους ευθύνης. Περαιτέρω, ως προς την απαίτηση του ενάγοντα για απώλεια εισοδήματος μετά το συμβάν που αξιώνεται ως ειδική ζημιά (παράγραφος 15 Β (Ι) της έκθεσης απαίτησης), επισημαίνεται αρχικά ότι αμφισβητείται εκ μέρους των εναγομένων 1 ότι ο ενάγοντας απώλεσε εισοδήματα μετά το συμβάν, με την εισήγηση ότι δεν εργαζόταν μόνιμα πριν την εργοδότηση του από τους εναγόμενους 1 όπως συνάγεται από το Τεκμήριο 15 αλλά και επειδή εργάστηκε για τρεις μήνες αμέσως μετά το συμβάν στην NEW MARATHON TOURS LTD. Ως προς το θέμα της απώλειας και αξίωσης εισοδημάτων μετά το συμβάν πρέπει να λεχθεί ότι η μαρτυρία του ενάγοντα παρουσιάζει τέτοιες ανακολουθίες και αντιφάσεις ώστε να μην μπορεί να κριθεί αξιόπιστη. Ειδικότερα, η θέση του ότι είχε σταθερό καθημερινά ωράριο και σταθερό μισθό κατά τον χρόνο της εργοδότησης του από τους εναγόμενους 1 δεν συνάδει με τα Τεκμήρια 1Α και 1Β, που είναι παραδεκτά εκ μέρους των εναγομένων 1, και όπου διαφαίνεται ότι οι ασφαλιστέες αποδοχές του δεν ήταν σταθερές αλλά κυμαίνοντο κατά μήνα από £103 μέχρι £365, ούσες χαμηλότερες κατά τους χειμερινούς μήνες σε σχέση με τους θερινούς. Η θέση του ότι δεν μπορούσε να εργασθεί μετά το συμβάν έρχεται σε αντίθεση με το Τεκμήριο 12Β, που ο ίδιος παρουσίασε, όπου φαίνεται ότι εργαζόταν κατά τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο του 2001 στην NEW MARATHON TOURS LTD, δίδοντας αντικρουόμενες εκδοχές κατά την αντεξέταση του ως προς τους λόγους απόλυσης του από την εταιρεία αυτή. Δεν μπορεί, επίσης, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης να αποτελέσει εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο ενάγοντας κατέστη ανίκανος να εκτελεί την προηγούμενη εργασία του αλλά και οποιαδήποτε βαριά εργασία. Δεν έχει αναφερθεί από τους μάρτυρες ιατρούς οποιοδήποτε ποσοστό ανικανότητας του για εργασία ενώ δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία ότι για σκοπούς χορήγησης σύνταξης ανικανότητας από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων υπολογίστηκε το ποσοστό ανικανότητας του για εργασία σε 75%, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε. Όπως ανέφερε ο ενάγοντας, μετά τον τραυματισμό του δεν αναζήτησε εργασία οπουδήποτε, αλλά και προτού εργοδοτηθεί από τους εναγόμενους 1 δεν εργαζόταν για 5 χρόνια, όπως προκύπτει και από το Τεκμήριο 15. Συνάγεται ότι ακόμη και αν μπορούσε να υποτεθεί ότι συνεπεία του τραυματισμού του περιορίζονται οι τομείς εργασίας στους οποίους μπορεί να απασχοληθεί ο ενάγοντας μετά την αποκατάσταση του, δεν μπορεί να λεχθεί ότι αυτός κατέστη ανίκανος για οποιαδήποτε άλλη εργασία χωρίς να αγνοείται και το μορφωτικό του επίπεδο. Πέραν του ότι η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση καταδεικνύει ότι ο ενάγοντας αδράνησε να αναζητήσει οποιαδήποτε εργασία και δεν έκανε ότι ήταν λογικά εφικτό για να εξασφαλίσει εργασία στην οποία θα μπορούσε να απασχοληθεί με απολαβές ανάλογες των δυνατοτήτων του, δεν έχει αποδειχθεί από το σύνολο της μαρτυρίας ότι ο ενάγοντας κατέστη ολικά ή μερικά ανίκανος για εργασία μετά το συμβάν. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Iacovou Brothers (Constr.) Ltd ν. Κρίκκη
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 398, η αποτυχία του εφεσίβλητου να εργοδοτηθεί σε ελαφρότερη εργασία δεν συνιστά παράγοντα επιδίκασης αποζημιώσεων. Στην υπόθεση εκείνη είχε κριθεί ότι ο εφεσίβλητος μπορούσε λόγω της μείωσης της ικανότητας του για εργασία να εργαστεί σε ελαφρότερη εργασία και λόγω έλλειψης μαρτυρίας για το ύψος των απολαβών σε άλλη εργασία από αυτή που δεν ήταν ικανός πλέον να εργασθεί, δεν υπήρχε πρόσφορο έδαφος επιδίκασης αποζημιώσεων από τη λήξη της αναρρωτικής του άδειας μέχρι την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης. Στην υπόθεση Ερωτοκρίτου κ.α. ν. Φουτρή
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 921, όπου ακυρώθηκε η επιδίκαση ποσού που αφορούσε την απώλεια εισοδημάτων του εφεσίβλητου από τον χρόνο που κατέστη μερικώς ικανός για εργασία μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, λέχθηκε ότι όταν ελλείπουν τα στοιχεία που θα βοηθούσαν το Δικαστήριο να καταλήξει σε ακριβές ποσό όσον αφορά τις ειδικές αποζημιώσεις, που πρέπει να αποδεικνύονται αυστηρά, δεν μπορεί να επιδικαστεί κατ' αποκοπή ή κατά προσέγγιση ποσό που αφορά απώλεια εισοδημάτων από τον χρόνο που έπαυσε η ανικανότητα του εφεσίβλητου για εργασία μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης. Στην παρούσα υπόθεση, όπως ήδη έχει κριθεί, ο ενάγοντας φαίνεται ότι εργαζόταν αμέσως μετά το συμβάν και ενόσω παρουσίασε ότι είχε αναρρωτικές άδειες. Από το Τεκμήριο 15 προκύπτει ότι δεν εργαζόταν μεταξύ των ετών 1995 και 1999. Περαιτέρω δεν κατέβαλε καμία ουσιαστικά προσπάθεια για ανεύρεση ελαφριάς εργασίας όταν πλέον μπορούσε να εργασθεί, ανεξάρτητα και πέραν της σύνταξης ανικανότητας που ελάμβανε μεταξύ των ετών 2002 και 2006, άγνωστο για ποιους λόγους. Επισημαίνεται, επίσης, ότι οι μαθηματικοί υπολογισμοί που γίνονται στην υπό αναφορά υποπαράγραφο της έκθεσης απαίτησης και επαναλήφθηκαν στη μαρτυρία του ενάγοντα, πέραν του ότι τα αναφερόμενα ποσά και χρονικά πλαίσια δεν υποστηρίζονται από την προσαχθείσα μαρτυρία, είναι ακατανόητοι και παρέμειναν ανεξήγητοι. Όπως έχει επανειλημμένα τονισθεί, η νομολογία αναφορικά με τις διεκδικήσεις ειδικών αποζημιώσεων είναι σαφής και προδιαγράφει ότι αυτές πρέπει να αποδεικνύονται με ακρίβεια ενώ η απόδειξή τους κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια (Σπύρου ν. Χ¨ Χαραλάμπους
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 298, Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1157, Μαϊττας ν. Γεωργίου κ.ά. (πιο πάνω)). Κατά συνέπεια, κρίνεται ότι δεν έχει αποδειχθεί η υπό αναφορά διεκδικούμενη ειδική ζημιά του ενάγοντα όπως απαιτείται από τη νομολογία. Ως προς τις λοιπές ειδικές ζημιές του ενάγοντα δεν έχουν καταστεί παραδεκτές ούτε έχουν αποδειχθεί από τις δικογραφημένες ειδικές ζημιές, στην παράγραφο 15 της έκθεσης απαίτησης, οι αναφερόμενες στις υποπαραγράφους Β (ΙΙ) (α), (β) και (δ) αυτής. Και αυτό επειδή σε σχέση με τα ποσά των υποπαραγράφων (α) και (β), τα Τεκμήρια 3 και 4 που αναφέρονται στα ποσά αυτά δεν κατέστησαν αποδεκτά εκ μέρους των εναγομένων 1 ούτε και προσήχθη η μαρτυρία των ιατρών που εξέδωσαν τα εν λόγω ιατρικά πιστοποιητικά, ενόσω επίσης δεν προσήχθη οποιαδήποτε μαρτυρία για το ποσό της υποπαραγράφου (δ) για την Αστυνομική Έκθεση. Ωστόσο από το Τεκμήριο 5, που κατέστη αποδεκτό προκύπτει ότι απεδείχθη η ειδική ζημιά της υποπαραγράφου (γ) για το ποσό των £25 και από τη μαρτυρία του ΜΕ3 η ειδική ζημιά της υποπαραγράφου (ε) για το ποσό των £
- Με βάση τα πιο πάνω κρίνεται ότι έχουν αποδειχθεί και θα μπορούσαν να επιδικασθούν υπέρ του ενάγοντα οι εν λόγω ειδικές ζημιές επί πλήρους ευθύνης, συνολικού ύψους £
- Ως προς δε την απαίτηση του ενάγοντα για δάνεια που συνήψε με την ΣΠΕ Πάχνας ύψους £63.000, σύμφωνα με την υποπαράγραφο ζ της παραγράφου 15 Β (ΙΙ) της έκθεσης απαίτησης που αξιώνεται ως ειδική ζημιά, κρίνεται ότι δεν μπορεί να του αποδοθεί όπως θα εξηγηθεί στη συνέχεια. Ο ενάγοντας ανέφερε ότι αναγκάστηκε να συνάψει τις εν λόγω συμφωνίες δανείου, υποθηκεύοντας την ακίνητη του περιουσία, για να εκπληρώσει τις οικογενειακές του υποχρεώσεις και για να επιβιώσει ο ίδιος και η οικογένεια του επειδή δεν είχε ούτε έχει άλλο προσωπικό εισόδημα και δεν μπορεί να πληρώνει οποιεσδήποτε δόσεις γι' αυτά τα δάνεια. Κατέθεσε δε ως Τεκμήριο 13 βεβαίωση της εν λόγω ΣΠΕ ημερομηνίας 2.6.2006 και ως Τεκμήριο 14 καταστάσεις σχετικών λογαριασμών. Περαιτέρω ως ΜΕ4 κατέθεσε η Μύρια Συμεού, υπάλληλος στην ΣΠΕ Κρασοχωριών, πρώην ΣΠΕ Πάχνας από το
- Όπως ανέφερε, γνωρίζει τον ενάγοντα λόγω του ότι είναι πελάτης τους. Κατέθεσε και επεξήγησε τις συμφωνίες για δύο δάνεια και ένα τρεχούμενο λογαριασμό που συνήψε ο ενάγοντας με τη ΣΠΕ. Ειδικότερα, κατέθεσε ως Τεκμήρια 16, 16Α, 16Β, 16Γ, 17, 17Α, 17Β, 17Γ, 18, 18Α, 18Β, 18Γ και 18Δ, έγγραφα που αφορούν τη σύναψη δανείου και υποθηκών καθώς και καταστάσεις λογαριασμών της ΣΠΕ Πάχνας αναφορικά με τα δάνεια που είχε συνάψει ο ενάγοντας κατά την χρονική περίοδο 2002-
- Το πρώτο δάνειο έγινε το 2006 λόγω οικογενειακών προβλημάτων, όπως αυτό φαίνεται στο ηλεκτρονικό σύστημα της εταιρείας και εξοφλήθηκε στις 30.4.2009, αφού ο ενάγοντας πώλησε τρία χωράφια που είχε σε άλλο πελάτη της ΣΠΕ, ο οποίος έκανε δάνειο και τους εξόφλησε, ενόσω από την 1.1.2008 μέχρι 30.4.2009 δεν είχε γίνει καμία πληρωμή στο δάνειο. Το δεύτερο δάνειο ήταν στεγαστικό και έγινε το έτος 2002, εξοφλήθηκε δε με τον ίδιο τρόπο στις 30.4.2009, χωρίς να έχουν γίνει πληρωμές από 1.1.2008 μέχρι 30.4.
- Ως προς τον τρεχούμενο λογαριασμό που υπήρχε από το 1999 για το ποσό των £22.000 ανανεώθηκε στις 9.9.2010 για ποσό €16.000, έχοντας σήμερα ως υπόλοιπο, με υπέρβαση, ποσό ύψους €25.931,
- Όπως ορθά εισηγήθηκε ο συνήγορος των εναγομένων 1, δεν υπάρχει οποιαδήποτε νομική αλλά ούτε και λογική βάση για τέτοια απαίτηση, ούτε άλλωστε και ο συνήγορος του ενάγοντα επικαλέστηκε οποιαδήποτε αυθεντία που να στηρίζει τέτοιο δικαίωμα αποζημίωσης ως ειδική ζημιά. Δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποτελούν ειδική ζημιά τυχόν χρέη που δημιουργήθηκαν από τον ενάγοντα πριν ή μετά το ζημιογόνο γεγονός για λόγους δικούς του. Το δικαίωμα αποζημίωσης ως ειδική ζημιά βασίζεται στην πραγματική ζημιά του θύματος αστικού αδικήματος και συνδέεται άμεσα με το ζημιογόνο γεγονός ως απόρροια αυτού του γεγονότος. Αναφορικά με το θέμα των τόκων σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 58(Α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 όπως τροποποιήθηκε και με γνώμονα τις κατευθυντήριες γραμμές της νομολογίας (Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, Θεοδούλου ν. Α. Panayides Contracting Ltd
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 2134), έχοντας υπόψη μου τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης θα μπορούσε να επιδικασθεί ως προς τις γενικές αποζημιώσεις επί του ποσού των €25.000 τόκος προς 8% ετησίως από τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος και ως προς τις ειδικές αποζημιώσεις τόκος προς 8% ετησίως επί του συνολικού ποσού των €384,43, αντίστοιχου του ποσού των £225, από την καταχώρηση της αγωγής. Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με την τροποποίηση που επήλθε με τον περί Αστικών Αδικημάτων Τροποποιητικό Νόμο 82(Ι)/2008, τα πιο πάνω ποσά από τις 15.10.2008 θα έφεραν τόκο προς 5,5% μέχρι την αποπληρωμή τους. Ωστόσο, έχοντας ήδη καταλήξει ότι δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε ευθύνη των εναγομένων 1 για το επίδικο συμβάν η αγωγή εναντίον τους απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα της αγωγής, επιδικάζονται εναντίον του ενάγοντα και υπέρ των εναγομένων 1. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο