← Κύπρος

ΑΡΙΝΑ ΛΑΖΑΡΟΥ ν. ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΟΥΖΟΥΡΟΣ, Αρ. Αγωγής: 2729/12, 20/7/2012

ΑΡΙΝΑ ΛΑΖΑΡΟΥ ν. ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΟΥΖΟΥΡΟΣ, Αρ. Αγωγής: 2729/12, 20/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2729/12 Μεταξύ: ΑΡΙΝΑ ΛΑΖΑΡΟΥ από τη Λευκωσία Ενάγουσα και ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΟΥΖΟΥΡΟΣ, από τη Λευκωσία και τώρα στη Λεμεσό Εναγόμενου ---------------------------- Ημερομηνία: 20.07.2012 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Μ. Καραΐσκος (κ. Αλ. Δημητρίου κατά την απόφαση) Για Εναγόμενο - Καθ' ου η αίτηση: κ. Γ. Πιττάτζης για Γ. Φ. Πιττάτζη Δ.Ε.Π.Ε. (κ. Α. Προδρόμου κατά την απόφαση) ------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ------------------------------- Στις 20.6.2012, η ενάγουσα καταχώρησε κλητήριο ένταλμα με γενική οπισθογράφηση και διεκδικεί εναντίον του εναγόμενου διάταγμα το οποίο να του απαγορεύει προσωπικά είτε μέσω τρίτων προσώπων, από του να την παρενοχλεί, απειλεί, ακολουθεί, παρακολουθεί ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο επεμβαίνει στο άτομο της, είτε να της τηλεφωνά είτε άλλως πως επικοινωνεί μαζί της προφορικά ή γραπτά είτε να την επισκέπτεται σε οποιοδήποτε ιδιωτικό ή δημόσιο χώρο ή να την ακολουθεί με αυτοκίνητο είτε με τα πόδια ή να προσεγγίζει αυτήν ή την κατοικία της ή το χώρο εργασίας της σε απόσταση μικρότερη των 100μ. Επιπλέον, η ενάγουσα διεκδικεί γενικές αποζημιώσεις για επίθεση, σωματικές βλάβες, ψυχική οδύνη και ταλαιπωρία, πόνο, ανησυχία, αναστάτωση και εκφοβισμό. Διεκδικεί ακόμη παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις καθώς επίσης ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και ζημιές. Την ίδια μέρα (20.6.2012) η ενάγουσα με μονομερή αίτηση της είχε εξασφαλίσει ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, το περιεχόμενο του οποίου είναι ίδιο με το προαναφερόμενο το οποίο ζητεί με το κλητήριο ένταλμα. Τα γεγονότα με βάση τα οποία εκδόθηκε το προαναφερόμενο διάταγμα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με ένορκη δήλωση της ενάγουσας (στο εξής η αιτήτρια) και έχουν συνοπτικά και στην ουσία τους ως ακολούθως: Ως αναφέρει η αιτήτρια, κατά την παραμονή της στην Κύπρο, γνώρισε τον εναγόμενο με τον οποίο συνδέθηκε φιλικά, ενώ περί τον Ιούνιο του 2011 σύναψαν ερωτικό δεσμό διαμένοντας μαζί στην οικία της στη Λακατάμια. Κατά την περίοδο συμβίωσης τους υπήρξαν προβλήματα εξαιτίας του βίαιου χαρακτήρα του εναγόμενου με αποτέλεσμα στις 16.6.2012 αυτή αποφάσισε να διακόψει τη σχέση τους. Ειδικότερα, ως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας στις 16.6.2012 ενώ βρισκόταν με τον εναγόμενο-καθ΄ ου η αίτηση σε δωμάτιο ξενοδοχείου στη Λεμεσό, με πρόθεση να έχουν έξοδο το βράδι, ο εναγόμενος ο οποίος κοιμόταν, όταν ξύπνησε, άρχισε να της φωνάζει ότι τον ενοχλεί, ελέγχοντας προσωπικά του αντικείμενα. Ακολούθως την εξύβρισε και την κτύπησε σε διάφορα μέρη του σώματος της, ως αποτέλεσμα λόγω του περιστατικού προσέτρεξαν στο δωμάτιο τους μέλη του προσωπικού του ξενοδοχείου ενώ κλήθηκε και αστυνομία. Οι αστυνομικοί που έφθασαν στο μέρος κατέγραψαν το παράπονο της και αργότερα προέβηκε σε γραπτή καταγγελία εναντίον του καθ' ου η αίτηση σε χώρο της αστυνομίας. Το βράδι εκείνο η αιτήτρια κοιμήθηκε σε άλλο ξενοδοχείο. Αναφέρει επίσης στην ένορκη της δήλωση ότι συγκεκριμένα ο εναγόμενος την απείλησε πως μέχρι το 2013 αυτή δεν θα ζούσε και ότι εκεί που θα την εύρισκε θα την σκότωνε. Στις 18.6.2012 ο εναγόμενος-καθ΄ ου η αίτηση πήγε στην οικία της στη Λευκωσία όπου στην παρουσία της αστυνομίας πήρε τα πράγματα του και έκτοτε διαμένει σε συγγενικό του πρόσωπο στη Λεμεσό. Η αιτήτρια κάνει επίσης αναφορά σε περιστατικό με στοιχεία βιαιότητας και επίθεσης από τον εναγόμενο κατά τις 31.3.2012 οπότε αυτή μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου και παρέμεινε ένα βράδι για παρακολούθηση, πλην όμως δεν κατήγγειλε αυτό το περιστατικό στην αστυνομία. Εξαιτίας του ότι πλέον γνωρίζει το χαρακτήρα του εναγόμενου ο οποίος είναι επικίνδυνος, ιδιαίτερα νευρικός και οξύθυμος οι απειλές του δεν πρέπει να παραγνωρίζονται διότι αυτές υλοποιούνται, συγκεκριμένη αναφορά γίνεται σε περιστατικό της 16ης Ιουνίου 2012 όπου βρίσκονταν σε πάρτι και ο καθ΄ ου η αίτηση κτύπησε έναν μπάρμαν, φίλο του, επειδή ο τελευταίος μιλούσε στην αιτήτρια, εξαιτίας της ζήλιας που ο καθ΄ ου η αίτηση έχει και η οποία φθάνει μέχρι παράνοιας. Μετά το περιστατικό της 16ης Ιουνίου 2012 η αιτήτρια αναφέρει ότι δεν μπορεί να κοιμηθεί τα βράδια, φοβάται και ζει ένα εφιάλτη. Σταμάτησε πλέον να κυκλοφορεί, πηγαίνει μόνο στη δουλειά της παρόλο που και εκεί φοβάται αφού ο εναγόμενος γνωρίζει πού εργάζεται. Είναι δε συνεχώς στενοχωρημένη και λυπημένη λόγω της αλλαγής που επήλθε στη ζωή της, εξαιτίας του φόβου που την διακατέχει. Η αιτήτρια ακόμη αναφέρει στην ένορκη της δήλωση πως δεν μπορεί να περπατήσει στο δρόμο, φοβάται να βγει έξω για διασκέδαση και ούτε μπορεί να συγκεντρωθεί και να αποδώσει στην εργασία της. Συνακόλουθα, των πιο πάνω στοιχείων ήταν επιβεβλημένη η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αφού κινδυνεύει άμεσα η σωματική και ψυχική της υγεία με κίνδυνο να υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη στο ψυχικό της κόσμο. Θα διασφαλιστεί δε η προσωπική και ιδιωτική της ζωή ενώ ο εναγόμενος από την έκδοση του διατάγματος δεν θα πάθαινε οποιαδήποτε ζημιά. Στην πιο πάνω αίτηση και προσωρινό διάταγμα καταχωρήθηκε από τον καθ΄ ου η αίτηση ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 4.7.2012, οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: (α) Τα γεγονότα της ένορκης δήλωσης είναι ψευδή. (β) Η αιτήτρια δεν αποκάλυψε την αλήθεια. (γ) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης και διατήρησης του διατάγματος. Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από γεγονότα και θέσεις του εναγόμενου-καθ' ου η αίτηση, τα οποία περιγράφονται σε ένορκη δήλωση καταχωρημένη επίσης 4.7.

  1. Μέσα από την ένορκη του δήλωση, ο καθ' ου η αίτηση προβάλλει τη θέση, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας, πως η τελευταία, είναι τρελά ερωτευμένη μαζί του και τον ζηλεύει. Είναι δε κατά οκτώ χρόνια μεγαλύτερη του και πάντοτε αγωνιούσε μήπως τον χάσει. Αποδίδει επίσης στην αιτήτρια το χαρακτηρισμό του βίαιου και επιθετικού ανθρώπου. Αποδέχεται ωστόσο ότι στις 16.6.2012 ενώ οι δύο βρίσκονταν σε ξενοδοχείο στη Λεμεσό υπήρξε ένα επεισόδιο στη σχέση τους, το οποίο όμως προέκυψε όταν αυτός ξύπνησε από θορύβους που έκανε η αιτήτρια οπότε διαπίστωσε ότι επενέβηκε στο κινητό του τηλέφωνο κάνοντας έρευνα για να εντοπίσει πιθανά μηνύματα ή τηλεφωνήματα από πιθανές άλλες φιλενάδες του. Αυτός της έκανε παρατήρηση και τότε η αιτήτρια του επιτέθηκε και του προκάλεσε εκδορές στο κάτω μέρος του αριστερού ματιού, στο δεξιό μάγουλο, τον κτύπησε δε με ένα πίνακα του ξενοδοχείου στο κεφάλι, του φόρεσε κυριολεκτικά τον πίνακα, τον κλώτσησε στον αριστερό αγκώνα και τον δάγκωσε στο δεξί χέρι γεγονός το οποίο του άφησε τραύμα το οποίο φαίνεται μέχρι σήμερα. Ο ίδιος δεν την κτύπησε αφού ως πιο δυνατός που είναι σωματικά από την αιτήτρια δεν καταδέχθηκε να πράξει κάτι τέτοιο. Προφανώς κάποιοι μώλωπες και εκδορές αν έχουν προκληθεί στην αιτήτρια, προέρχονται από την προσπάθεια του να αμυνθεί στις επιθέσεις της. Υπέδειξε τα τραύματα τα οποία του προκάλεσε η αιτήτρια την επόμενη μέρα στην αστυνομία. Όταν έδωσε κατάθεση του έγινε υπόδειξη και μετέβηκε στο νοσοκομείο Λεμεσού, και ως εκ τούτου αναμένεται να αποσταλεί σχετική έκθεση στην αστυνομία. Αρνείται ακόμη ότι κτύπησε κάποιο φίλο του μπάρμαν καθώς επίσης ισχυρίζεται ότι στις 31.3.2012 κατόπιν λογομαχίας που είχε με την αιτήτρια, αυτή του επιτέθηκε, στην προσπάθεια του δε να την απωθήσει, αυτή έπεσε κάτω λέγοντας του ότι ζαλιζόταν, για λόγους προληπτικούς και ασφάλειας της ο ίδιος την πήρε στο νοσοκομείο όπου και έμεινε όλο το βράδι μαζί της γιατί ήταν μεθυσμένη. Η επίσκεψη του στο σπίτι της αιτήτριας στη Λευκωσία στις 18.6.2012, ήταν καθαρά για να πάρει τα πράγματα του αφού αυτή δεν του τα έδινε, οπότε ζήτησε τη βοήθεια της αστυνομίας και στην παρουσία της η αιτήτρια υποχρεώθηκε να του δώσει τα προσωπικά του αντικείμενα. Ο καθ΄ ου η αίτηση δηλώνει κατηγορηματικά ότι δεν έχει πρόθεση ούτε και επιθυμεί να ενοχλεί την αιτήτρια αλλά ούτε να έχει πλέον σχέση μαζί της. Αντίθετα είναι αυτή που επιμένει θέλοντας να χρησιμοποιήσει τις διαδικασίες του Δικαστηρίου σε βάρους του, ασκώντας πίεση με σκοπό να αποκαταστήσει τη σχέση τους. Προς απόδειξη αυτού του ισχυρισμού παρουσίασε ο καθ' ου η αίτηση ως Τεκμήριο έγγραφο μέσα από το οποίο εμφαίνονται τα περιεχόμενα τηλεφωνικών μηνυμάτων τα οποία αντάλλαξε με την αιτήτρια μετά από την καταχώρηση της αγωγής εναντίον του. Το περιεχόμενο τους, κατά τον εναγόμενο, αποδεικνύει και την αναλήθεια των ισχυρισμών της αιτήτριας οι οποίοι είναι ψευδείς. Τέλος, αναφέρεται ότι η διατήρηση του εκδοθέντος διατάγματος θα είναι όπλο στα χέρια της αιτήτριας για να τον εκβιάζει με ψευδείς ισχυρισμούς για παρακοή και περιφρόνηση του διατάγματος του Δικαστηρίου, με απώτερο σκοπό πάντοτε την τιμωρία του ίσως και τη φυλάκιση του, αν αυτός δεν αποκαταστήσει τη σχέση του μαζί της. Η ακροαματική διαδικασία της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση αγορεύσεων τις οποίες προώθησαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, με πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων τα όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί, ουδείς δε εκ των διαδίκων ζήτησε την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Από την πλευρά της αιτήτριας, ο ευπαίδευτος συνήγορος της αναπτύσσει μέσα από την αγόρευση του τις προϋποθέσεις έκδοσης και διατήρησης σε ισχύ προσωρινών διαταγμάτων, κάνοντας παραπομπή σε σχετική νομολογία. Προέβαλε περαιτέρω τις θέσεις πως η αιτήτρια προέβηκε σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, ως εκ τούτου προσήλθε με καθαρά χέρια και ειλικρινής ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναφορικά με την εκδοχή που ο εναγόμενος δίνει για το περιστατικό της 16ης Ιουνίου 2012 σε ξενοδοχείο στη Λεμεσό, εισηγήθηκε πως δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή η θέση του, καθότι ενώ ισχυρίζεται ότι η αιτήτρια του προκάλεσε τραύματα, αυτός ουδέποτε προέβηκε σε καταγγελία στην αστυνομία. Διερωτάται επίσης εφόσον καθ' ου η αίτηση δηλώνει ότι δεν επιθυμεί να έχει πλέον σχέση ή επαφή με την αιτήτρια, τότε ως προς τι η ανησυχία ή η άρνηση του για την ισχύ του διατάγματος μέσα από την οποία δεν διαφαίνεται να προκύπτει οποιαδήποτε βλάβη ή ζημιά σ΄ αυτόν, αντίθετα, θα είναι προς το συμφέρον του γιατί με αυτό τον τρόπο θα κρατηθεί μακριά από την αιτήτρια και δεν θα μπορεί αυτή να τον εκβιάζει όπως ισχυρίζεται. Ο ισχυρισμός του επί της ένορκης δήλωσης ότι η αιτήτρια του απέστειλε μήνυμα για να του ευχηθεί απορρίπτεται από το περιεχόμενο των γραπτών μηνυμάτων αφού φαίνεται ότι είναι αυτός που έστειλε ευχετήριο μήνυμα προς την αιτήτρια, τούτο σημαίνει ότι εξακολουθεί να έχει αισθήματα για αυτήν και ότι επιθυμεί την επανασύνδεση τους. Συνάγεται, υποστηρίζει η πλευρά της αιτήτριας ότι είναι γι' αυτό το λόγο που η διατήρηση του διατάγματος θα τον φέρει σε «δύσκολη θέση» καθότι δεν θα μπορεί να της στέλνει πλέον μηνύματα. Εκφράστηκε επίσης η θέση ότι σε περίπτωση μη διατήρησης του διατάγματος σε ισχύ, ο εναγόμενος θα μπορεί να έρθει σε επαφή με την αιτήτρια οπουδήποτε και οποτεδήποτε με αποτέλεσμα να διαταράσσεται η ησυχία και η ασφάλεια της. Αν ακόμη ο εναγόμενος υλοποιήσει τις απειλές του, δηλαδή τη σκοτώσει, τότε καμία αποζημίωση δεν θα έχει αξία για την ενάγουσα. Από την άλλη πλευρά, ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ' ου η αίτηση εισηγήθηκε ότι η αιτήτρια δεν απέσεισε το βάρος που της αναλογεί σε τέτοιες ενδιάμεσες αιτήσεις, έχοντας δε υπόψη τους ισχυρισμούς οι οποίοι τέθηκαν από τον καθ' ου η αίτηση κλονίστηκαν οι θέσεις της αιτήτριας η οποία δεν επέλεξε να τον αντεξετάσει. Επισήμανε ως γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας ουδείς ισχυρισμός υπάρχει εκ μέρους της περί παρενόχλησης, παρακολούθησης ή άλλου τέτοιου στοιχείου το οποίο να δικαιολογεί τη διατήρηση σε ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος. Αποδεχόμενη η πλευρά του καθ΄ ου η αίτηση ότι υπάρχει μαρτυρία, η οποία δεν θα αξιολογηθεί βέβαια σε αυτό το στάδιο ως προς την αλήθεια της, περί επίθεσης και απειλών εκ μέρους του, εισηγείται ότι αυτά δεν είναι στοιχεία ικανοποιητικά για έκδοση και διατήρηση διατάγματος με περιεχόμενο τέτοιο ως έχει το επίδικο διάταγμα. Η πλευρά του καθ' ου αίτηση ωστόσο εγκατέλειψε κατά την αγόρευση της τη θέση περί κακής επίδοσης του διατάγματος και της αίτησης σε ότι αφορά μόνο την παρούσα διαδικασία, με επιφύλαξη να εγερθεί τέτοιο ζήτημα αν και εφόσον δεν ακυρωθεί το διάταγμα και εφόσον ακολουθήσει αίτηση παρακοής διατάγματος εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση. Τέλος, με βάση τις θέσεις της, η πλευρά του καθ' ου αίτηση ζήτησε την ακύρωση του διατάγματος και την απόρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον της αιτήτριας. Νομική πτυχή: Η αίτηση στηρίζεται τόσο στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όσο και στα άρθρα 4 έως 9 του Κεφ.
  2. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην αγόρευση τους οι δικηγόροι των Αιτητών δεν έκαναν αναφορά, και ορθά πρέπει να λεχθεί, στα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6, γι' αυτό το λόγο ούτε το Δικαστήριο θα ασχοληθεί με το θέμα που αυτά αφορούν, εκτός από του να παραπέμψει στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδη,

(1994)1 ΑΑΔ 694 από τη σελίδα 701. «... Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, που προσδιορίζει, όπως είπαμε πιο πριν το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων.» Το άρθρο 32
(1)έχει ως εξής: «Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστακτικόν), ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας το δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον, καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ΄ αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθή ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ΄ ακροατηρίου διαδικασίαν, ότι υπάρχει πιθανότης ότι ο ενάγων δικαιούται εις θεραπείαν, και ότι εκτός εάν εκδοθή παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δύσκολον ή αδύνατον να απονεμηθή πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον.». Ως πρόδηλη διαπίστωση προκύπτει ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 αναλύθηκε σε σωρεία αποφάσεων και συγκεκριμενοποιήθηκαν οι προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Οι υποθέσεις Karydas Taxi Co Ltd v. Andreas Komodikis
(1975)1 CLR 321, Constantinides v. Makriyiorghou and another
(1978)1 CLR 585, ιδιαίτερα η Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557, είναι μόνο μερικές που ενδεικτικά αναφέρονται. Έχει νομολογιακά αποσαφηνισθεί ότι οι ακόλουθες τρεις βασικές προϋποθέσεις θα πρέπει να συντρέχουν πριν το Δικαστήριο αποφασίσει ν΄ ασκήσει τη διακριτική του εξουσία με βάση το ισοζύγιο των επιπτώσεων υπέρ της έκδοσης ή μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και κατ΄ επέκταση στη διατήρηση του σε ισχύ μέχρι την εκδίκαση της αγωγής: (α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή. (γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Αναφορικά με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις έχει εξηγηθεί ότι ως προς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, δεν περιλαμβάνεται οτιδήποτε πέραν από του να αποδειχθεί ότι πρόκειται περί συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα ή τη μαρτυρία. Για δε την ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγοντας σε θεραπεία, επεξηγείται στη νομολογία ότι αφορά την απόδειξη ύπαρξης υπόθεσης πέραν από απλή πιθανότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Ειδικότερα σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση είναι χρήσιμα τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Α. Κυτάλα ν. Άννα Χρυσάνθου και άλλοι
(1996)1 Α.Α.Δ. 253 και είναι τα εξής: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos v. Pieris Estated Ltd and Others
(1982)1 CLR 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 CLR 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 ALL E.R. 417 (σελ. 430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Gyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας.» Μετά την εξέταση των πιο πάνω προϋποθέσεων και εφόσον αυτές πληρούνται, το Δικαστήριο θα πρέπει επιπλέον να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Είναι προφανές ότι σκοπός της εξασφάλισης προσωρινού διατάγματος είναι η προστασία του Ενάγοντα για να αποζημιωθεί σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής του μετά την ακρόαση. Η ανάγκη προστασίας του Ενάγοντα δεν μπορεί παρά να σταθμίζεται πάντοτε με την αντίστοιχη ανάγκη να προστατευθεί ο Εναγόμενος από ζημιά που θα ήταν δυνατό να υποστεί κατά την άσκηση των δικών του δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο συνεπώς θα πρέπει πάντοτε να σταθμίζει τα δύο πιο πάνω στοιχεία και να καθορίσει εάν είναι δυνατό ποιος από τους δύο διάδικους, θα υποστεί τη μεγαλύτερη ταλαιπωρία από την έκδοση ή όχι του διατάγματος (Βλέπε υπόθεση American Cinamid Co. v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E.R. 504, 509-510). Ένα άλλο θέμα το οποίο εξετάζεται πριν την έκδοση του διατάγματος είναι κατά το πόσο οι αποζημιώσεις στις οποίες δυνατό να δικαιούται ο Ενάγοντας, θα ήταν εύκολο ή δυνατό να υπολογισθούν με αρκετή βεβαιότητα. Η δυσκολία ή αδυναμία υπολογισμού αποτελεί παράγοντα ο οποίος συνηγορεί προς την έκδοση τέτοιου διατάγματος. Βλέπε υπόθεση Καρυδάς Ταξί Co Ltd ν. Ανδρέας Κωμοδίκης
(1975)1 Α.Α.Δ 321. Μια άλλη αρχή, την οποία το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας στο να εκδώσει ή μη ένα προσωρινό διάταγμα, είναι το ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με αυτή της αγωγής, ούτως ώστε να μην αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα σε δύο περιπτώσεις. (Βλ. γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 21, παράγρ. 763, Michael v. Brenivos Ltd
(1969)1 CLR 578, Bhimjiyani v. Gregoriou
(1980)1 CLR 14 και η υπόθεση Re Χ΄΄ Κωνσταντή, Αίτ. 89/98 της 8.10.98). Περαιτέρω σύμφωνα με την υπόθεση C.T. TOBACCO LIMITED v. Της Εταιρείας Εκδόσεις ΑΡΚΤΙΝΟΣ Λτδ κ.α. Πολιτική Έφεση 11133 ημερομηνίας 29.06.2003, το Δικαστήριο δεν μπορεί στο στάδιο της έκδοσης ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας των προσώπων που τυχόν αντεξετάσθηκαν, για να καταλήξει σε εύρημα κατά πόσο ήταν αξιόπιστοι ή όχι. Αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών και συμπέρασμα: Λαμβανομένων υπόψη όλων των πιο πάνω νομικών αρχών και κανόνων, τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τις δύο πλευρές, χωρίς να διενεργείται οποιαδήποτε αξιολόγηση ως προς την αξιοπιστία αυτής, αλλά κατά αφηρημένο και αντικειμενικό κριτήριο, εξετάζεται στη συνέχεια κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, εφ΄ όσον αυτές αμφισβητούνται και κατά ακολουθία εάν δικαιολογείται η διατήρηση σε ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος. (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση: Στηριζόμενο το Δικαστήριο στα όσα προβλήθηκαν στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας, η οποία απαιτεί αποζημιώσεις για επίθεση στη βάση των ισχυρισμών με συγκεκριμένες λεπτομέρειες ότι ο καθ΄ ου η αίτηση της επιτέθηκε και την τραυμάτισε ως επίσης την απείλησε ότι θα την σκοτώσει κρίνεται ότι η πλευρά της αιτήτριας έχει ικανοποιήσει ότι όντως ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει ένα σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα η αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία: Εξετάζοντας την πιθανότητα να δικαιούται η αιτήτρια σε θεραπεία και την προοπτική επί αυτού του θέματος, κρίνεται πως, εφόσον το Δικαστήριο σ΄ αυτό το στάδιο δεν αποφαίνεται κατά πόσο οι ισχυρισμοί της αιτήριας αληθεύουν ή δεν αληθεύουν, έχοντας κατά νου ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό ως προς τη διαπίστωση ορατής προοπτικής για επιτυχία, σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο οφείλει να επισημάνει και να διακρίνει πως τα γεγονότα και οι ισχυρισμοί επί της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας ουδόλως σχετίζονται με στοιχεία ανησυχίας ή παρενόχλησης ή επέμβασης στην προσωπική της ζωή, αλλά μόνο σχετίζονται με το ζήτημα της επίθεσης που αυτή ισχυρίζεται ότι υπέστηκε στις 16.06.
  1. Συνακόλουθα οποιαδήποτε προοπτική επιτυχίας αφορά μόνο στο ζήτημα της επίθεσης ή και ενόχλησης ή ανησυχίας στα πλαίσια πάντοτε του περιστατικού της 16ης Ιουνίου
  2. Συνακόλουθα προκύπτει πως δεν υπάρχει το πραγματικό υπόβαθρο σε επίπεδο ισχυρισμών ή γεγονότων που να δικαιολογεί οποιαδήποτε προοπτική για επιτυχία ή θεραπεία στη βάση παρενόχλησης οποιασδήποτε μορφής ως την διεκδικεί η αιτήτρια τόσο στη βάση του περιεχομένου της γενικής οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος αλλά και του περιεχομένου του επίδικου διατάγματος. Εύλογα πλέον διαπιστώνεται πως ως προς το τελευταίο ζήτημα δεν στοιχειοθετείται η προϋπόθεση για πιθανότητα σε επιτυχία στην αγωγή. Κρίνεται δε περαιτέρω πως στο θέμα της επίθεσης έστω ότι ο καθ΄ ου η αίτηση έχει θέσει τους ισχυρισμούς του ενόρκως και χωρίς να αντεξετασθεί δεν έχει κλονίσει την δυναμική που έχει η εκδοχή της αιτήτριας πάντοτε ειδωμένη αντικειμενικά, αφού στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται ποιος λέει την αλήθεια για τα γεγονότα, ως εκ τούτου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι συντρέχει η υπό συζήτηση προϋπόθεση όσον αφορά όμως μόνο για την επίθεση της 16ης Ιουνίου
  3. (γ) Δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη στο μέλλον: Τίθεται δε περαιτέρω το εύλογο ερώτημα υπό αυτή την εξέλιξη κατά πόσο υπάρχει υπόβαθρο για να αποφανθεί το Δικαστήριο εάν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη στο μέλλον, εφόσον ως προς το θέμα της επίθεσης υπάρχει προοπτική επιτυχίας. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί θέση πως στα πλαίσια επίθεσης έστω με σωματικές βλάβες δεν μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη μετά την εκδίκαση της αγωγής, εφόσον το θέμα των αποζημιώσεων είναι εύκολο και εφικτό να υπολογισθεί, δεν τέθηκε άλλωστε θέση ή επιχείρημα από την αιτήτρια ενώπιον του Δικαστηρίου περί δυσκολίας υπολογισμού των οποιωνδήποτε αποζημιώσεων ήθελαν επιδικασθεί. Προχωρώντας τέλος στο ζήτημα κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να παραμείνει σε ισχύ το εκδοθέν διάταγμα, με βάση το ισοζύγιο των επιπτώσεων στους διαδίκους το Δικαστήριο παρατηρεί ότι εν όψει των προαναφερθέντων δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα καθότι δεν συντρέχει η προϋπόθεση για πιθανότητα επιτυχίας ειδικότερα αναφορικά με ισχυρισμούς περί παρακολούθησης, παρενόχλησης ή ανησυχίας ή επέμβασης στην ιδιωτική ζωή της αιτήτριας. Επιπλέον δεν συντρέχει η προϋπόθεση για δυσκολία ή αδυναμία απόδοσης δικαιοσύνης στο μέλλον. Το θέμα εξετάζεται εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιείται από τις τρεις προϋποθέσεις. Επιπλέον, λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω νομολογηθέντων, κρίνεται ότι η μη διατήρηση του εκδοθέντος διατάγματος δεν ενέχει άμεσα υπαρκτούς κινδύνους για την αιτήτρια καθότι εκείνο το οποίο επιζητείται με το διάταγμα, είναι η εξάλειψη κάθε απομακρυσμένης φοβίας ή ανησυχίας που φαίνεται αυτή να έχει, χωρίς όμως προηγούμενο ιστορικό παρενόχλησης με οποιοδήποτε τρόπο, είτε στην οικία της είτε στην εργασία της, σημειωτέον δε ότι η αιτήτρια ζει και εργάζεται στη Λευκωσία ενώ ο καθ΄ ου η αίτηση ζει στη Λεμεσό. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει τη σοβαρότητα που ενέχουν οι ισχυρισμοί της αιτήτριας περί της επίθεσης αλλά ούτε και την απειλή που ισχυρίζεται ότι δέχθηκε από τον καθ΄ ου η αίτηση ωστόσο πρόκειται περί μεμονωμένων στοιχείων χωρίς να φαίνεται ότι δίδεται συνέχεια από πλευράς του καθ΄ ου η αίτηση. Επιπρόσθετα μέσα από το τεκμήριο-έγγραφο που έχει καταθέσει ο καθ΄ ου η αίτηση στην ένορκη δήλωση του, διαφαίνεται πως και μετά την καταχώρηση της αγωγής και της επίδικης αίτησης με βάση την οποία εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα, η αιτήτρια αποστέλλει μηνύματα και επικοινωνεί με τον καθ΄ ου η αίτηση, τα στοιχεία αυτά με βάση και το περιεχόμενο των μηνυμάτων δεν συνηγορούν ότι παρενοχλείται από τον καθ΄ ου η αίτηση, αντίθετα αποδεικνύουν επιθυμία της αιτήτριας τουλάχιστον για επικοινωνία μαζί του, δεν υπάρχει κάποιο μήνυμα ως θα ήταν αναμενόμενο λογικά το οποίο να καλεί τον καθ΄ ου η αίτηση να μην την ξαναενοχλήσει. Το γεγονός ότι όντως διαφαίνεται πως στις 23 του μήνα Ιουνίου είναι ο καθ΄ ου η αίτηση που έστειλε ευχετήριο μήνυμα στην αιτήτρια και όχι το αντίθετο ως ισχυρίζεται ο καθ΄ ου η αίτηση, πάλι το στοιχείο αυτό αξιολογείται ως ανωτέρω έχει προλεχθεί, η δε αιτήτρια δεν φαίνεται να ενοχλείται. Κρίνεται εν όψει των πιο πάνω πως η διατήρηση του εκδοθέντος διατάγματος προβάλλει ως περιττή και άνευ αντικειμένου. Εν όψει όλων των πιο πάνω το διάταγμα ημερομηνίας 21.06.2012 ακυρώνεται και η επίδικη αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της αιτήτριας και προς όφελος του Καθ΄ ου η Αίτηση, ως θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, για να πληρωθούν στο τέλος της δίκης στην αγωγή. (Υπ.) ............. Δ. Ι. Κίτσιος, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΓΙ-ΤΑ Subject: Civil/Other actions/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Προσωρινό διάταγμα - Επίθεση - παρενόχληση - παρέμβαση στην προσωπική ζωή. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.