← Κύπρος

Ιορδάνης Ιορδάνους ν. Alena Doronina, Αρ. Αγωγής: 5495/07, 17/9/2012

Ιορδάνης Ιορδάνους ν. Alena Doronina, Αρ. Αγωγής: 5495/07, 17/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A59 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 5495/07 Μεταξύ: Ιορδάνης Ιορδάνους, από την Λεμεσό Ενάγων και Alena Doronina, από την Λεμεσό Εναγόμενη ........................... Ημερομηνία: 17.9.12 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Χρ. Χατζηλοίζου (για να ακούσει την απόφαση ο κ. Π. Χατζηλοίζου) Για την Εναγόμενη: κ. Πουτζιουρής (για να ακούσει την απόφαση η κα Στέλλα Στυλιανού) ---------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε τροχαίο δυστύχημα που επισυνέβη στις 9.7.07 στην οδό Στρατηγού Τιμάγια στην Λεμεσό με ενεχόμενα το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής EYH 122 το οποίο οδηγείτο από τον Ενάγοντα και το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΧ 587 το οποίο οδηγείτο από την Εναγόμενη. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης το επίδικο δυστύχημα επισυνέβη όταν η Εναγόμενη εξήλθε από ιδιωτικό χώρο στάθμευσης και εισήλθε εντός της οδού Στρατηγού Τιμάγια με αποτέλεσμα να ανακόψει την ελεύθερη πορεία του Ενάγοντα ο οποίος οδηγούσε νόμιμα επί της ιδίας οδού με βόρεια κατεύθυνση. Με την Έκθεση Απαίτησης του ο Ενάγων καταλογίζει στην Εναγόμενη αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Συνεπεία του πιο πάνω δυστυχήματος ο Ενάγων υπέστη σωματικές βλάβες για τις οποίες αξιώνει γενικές αποζημιώσεις καθώς και άλλες ζημίες και απώλειες. Συναφώς αξιώνει ως ειδικές ζημίες το συνολικό ποσό των Ευρώ 1.860,67 σεντ για την ζημιά που υπέστη το αυτοκίνητό του (παράγραφος 8(Α) της Έκθεσης Απαίτησης), το ποσό των Ευρώ 128,15 σεντ για απώλεια χρήσης (παράγραφος 8(Β) της Έκθεσης Απαίτησης), το ποσό των Ευρώ 200,00 σεντ για ιατρικά έξοδα (παράγραφος 8(Γ) της Έκθεσης Απαίτησης) και το ποσό των Ευρώ 85,43 σεντ για αστυνομική έκθεση (παράγραφος 8(Δ) της Έκθεσης Απαίτησης). Με την Υπεράσπισή της η Εναγόμενη αρνείται όλους τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα οι οποίοι εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησής του πλην του ισχυρισμού ότι στις 9.7.07 αυτή ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα μαζί του. Είναι η θέση της ότι ενώ ήταν σταματημένη και ανέμενε μέχρι να ελευθερωθεί ο δρόμος από τα αυτοκίνητα για να εισέλθει ο Ενάγων επέπεσε επί του οχήματός της σκόπιμα και με σκοπό να προκαλέσει δυστύχημα και/ή ενώ οδηγούσε αμελώς και/ή κατά παράβαση των νομίμων καθηκόντων του. Ο Ενάγων είναι άτομο που προκαλεί τροχαία δυστυχήματα συστηματικά και/ή κατ' επανάληψη με σκοπό την ανάκτηση αποζημιώσεων. Προ του επίδικου δυστυχήματος ενεπλάκη σε άλλο και/ή άλλα τροχαία δυστυχήματα για τα οποία διεκδίκησε και/ή εισέπραξε αποζημιώσεις. Είναι, επίσης, η θέση της ότι ο Ενάγων για τα ίδια συμπτώματα και/ή τραυματισμούς ήγειρε απαιτήσεις εναντίον άλλων προσώπων και/ή εισέπραξε αποζημιώσεις. Επίσης, ένα περίπου μήνα πριν το επίδικο δυστύχημα ο Ενάγων ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα για το οποίο υπέβαλε απαίτηση ύψους Λ.Κ.1.020,00 σεντ αναφορικά με την ζημιά που υπέστη το αυτοκίνητό του. Κατά το επίδικο δυστύχημα το αυτοκίνητο του Ενάγοντα ήταν ήδη κτυπημένο στα ίδια σημεία και έχρηζε επιδιόρθωσης. Ανευ βλάβης των πιο πάνω ισχυρισμών της και/ή διαζευκτικά η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι για το επίδικο δυστύχημα ο Ενάγων φέρει αποκλειστική ευθύνη και/ή είναι ένοχος συντρέχουσας αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων του. Υπό το φως των πιο πάνω η Εναγόμενη αιτείται την απόρριψη της αγωγής με έξοδα. Για την πλευρά του Ενάγοντα κατέθεσαν ο Αστ 2960, Κλείτος Νικολαίδης (ΜΕ 1), ο ίδιος ο Ενάγων (ΜΕ 2) και ο ιατρός Κυριάκος Ανδρέου (ΜΕ 3). Για την πλευρά της Εναγόμενης κατέθεσαν η Λένια Θεοδοσίου (ΜΥ 1) και ο Αντρέας Πασχιουρτίδης (ΜΥ 2). Μεσούσης της διαδικασίας ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα απέσυρε τις αξιώσεις υπό παράγραφους 8(Α) και (Β) της Έκθεσης Απαίτησης. Επίσης σε διάφορα στάδια της διαδικασίας έγιναν απο κοινού παραδεκτά τα ακόλουθα γεγονότα: τα ιατρικά έξοδα του Ενάγοντα είναι Ευρώ 200,00 σεντ επί πλήρους ευθύνης. τα έξοδα για αστυνομική έκθεση είναι Ευρώ 85,43 επί πλήρους ευθύνης το περιεχόμενο της παραγράφου 2 της Έκθεσης Απαίτησης ο Ιορδάνης Ιορδάνους που φέρεται ως ενάγων στα πιστά αντίγραφα των κλητηρίων ενταλμάτων στις αγωγές του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αριθμούς 7281/04 (Τεκμήριο 4), 7282/04 (Τεκμήριο 5) και 1723/09 (Τεκμήριο 6) είναι ο Ενάγων στην παρούσα αγωγή. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενόσω έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική τοιαύτη κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Πρώτος μάρτυρας για τον Ενάγοντα κατέθεσε ο Αστ 2960, Κλείτος Νικολαίδης, ο οποίος υπηρετεί στον Κλάδο Διερεύνησης Οδικών Τροχαίων Δυστυχημάτων της Τροχαίας Λεμεσού και είναι ο εξεταστής του επίδικου δυστυχήματος. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο μάρτυρας ανέφερε τις ενέργειες στις οποίες προέβη όταν έφθασε στην σκηνή του δυστυχήματος αφότου ειδοποιήθηκε. Κατέθεσε πρόχειρο σχεδιάγραμμα το οποίο ετοίμασε επί σκηνής (Τεκμήριο 1) και εξήγησε τις σημειώσεις που φαίνονται σε αυτό συμπεριλαμβανομένων των μετρήσεων που έλαβε κατά την διερεύνηση του δυστυχήματος. Σημειώνεται ότι στο πίσω μέρος του Τεκμηρίου 1 καταγράφηκαν υπό του μάρτυρος, μεταξύ άλλων, δηλώσεις των δύο εμπλεκόμενων οδηγών τους οποίους ο μάρτυρας βρήκε όταν έφθασε στην σκηνή του δυστυχήματος. Σύμφωνα με τον μάρτυρα οι εμπλεκόμενοι οδηγοί συμφώνησαν με το περιεχόμενο του πρόχειρου σχεδιαγράμματος (Τεκμήριο 1) και έθεσαν τις υπογραφές τους επ' αυτού. Η υπογραφή δίπλα από το «Α» που φαίνεται επί του Τεκμηρίου 1 είναι της Εναγόμενης και αυτή που φαίνεται δίπλα από το «Β» του Ενάγοντα. Στο σημείο σύγκρουσης, το οποίο σημείωσε με το γράμμα Χ, κατέληξε αφού έλαβε υπόψη τις τελικές θέσεις των ενεχόμενων οχημάτων και τις υποδείξεις των δύο οδηγών. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι στο αριστερό πεζοδρόμιο και πριν το σημείο της σύγκρουσης σύμφωνα με την πορεία του Ενάγοντα υπήρχαν δύο σταθμευμένα οχήματα. Το ένα, το οποίο έφερε αριθμούς εγγραφής ΚΗΑ 118, εξακολουθούσε να βρίσκεται όταν έφθασε στην σκηνή του δυστυχήματος οπότε και το είδε. Το δεύτερο δεν βρισκόταν όταν έφθασε στην σκηνή του δυστυχήματος αλλά για την παρουσία του κατά την στιγμή της σύγκρουσης του αναφέρθηκε από ένα εκ των δύο ενεχόμενων οδηγών. Σύμφωνα με την πληροφορία που έλαβε το όχημα αυτό ήταν σταθμευμένο πίσω από το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΚΗΑ
  1. Ο μάρτυρας σημείωσε τις θέσεις και των δύο αυτών αυτοκινήτων επί του Τεκμηρίου
  2. Το όχημα που είχε ήδη φύγει όταν έφθασε στην σκηνή του δυστυχήματος ο μάρτυρας το σημείωσε επί του Τεκμηρίου 1 με διακεκομμένες γραμμές. Ανέφερε, επίσης, ότι η ορατότητα και για τα δύο ενεχόμενα οχήματα ήταν περιορισμένη. Αναφορικά με το όχημα της Εναγόμενης η ορατότητα από το Χ με κατεύθυνση προς τον νότο, ήτοι με κατεύθυνση την προτιθέμενη τιαύτη της Εναγόμενης, ήταν μικρότερη από 50 μέτρα. Η απόσταση αυτή δεν μετρήθηκε από τον μάρτυρα και ήταν προϊόν δικού του υπολογισμού. Ομοίως περιορισμένη ήταν, σύμφωνα με τον μάρτυρα, και η ορατότητα του Ενάγοντα πριν την αριστερή στροφή που υπήρχε σύμφωνα με την πορεία του ένεκα της στροφής αυτής. Δεν βρήκε ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του Ενάγοντα. Μέσα από την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του τέθηκαν ο μάρτυρας μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Η μαρτυρία του ήταν σαφής και θετική και περιορίσθηκε στις ενέργειες στις οποίες αυτός προέβη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Μέσα δε από τις απαντήσεις του δεν διέκρινα οποιαδήποτε διάθεση ή τάση από μέρους του να αποκρύψει την αλήθεια ή να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την μαρτυρία του μάρτυρα, ούτε και την ποιότητα της διερεύνησης ή την αλήθεια των μετρήσεων που έλαβε και οι ερωτήσεις που τέθηκαν σε αυτόν κατά την αντεξέταση ήταν κυρίως διευκρινιστικού χαρακτήρα. Το μόνο σημείο από την μαρτυρία του μάρτυρα που αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση είναι ο ισχυρισμός του ότι οι ζημιές που υπέστη το αυτοκίνητο του Ενάγοντα δεν ήταν παλιές υπό την έννοια ότι δεν προϋπήρχαν του επίδικου δυστυχήματος. Ο μάρτυρας δέχθηκε, ότι δεν μπορούσε να είναι βέβαιος αναφορικά με το πότε ακριβώς επισυνέβησαν οι ζημιές στο αυτοκίνητο του Ενάγοντα ή αν αυτές είχαν συμβεί 20 ώρες, όπως του υποβλήθηκε από την Υπεράσπιση, πριν το επίδικο δυστύχημα. Πάντως, πεποίθησή του ήταν ότι αυτές δεν ήταν παλιές αφού δεν υπήρχαν σκουριές (αγιώματα). Ερωτηθείς αν γνώριζε από μέταλλα και δη πόσος χρόνος παρέρχεται μέχρι να δημιουργηθεί σκουριά αφότου αυτά υποστούν ζημιά απάντησε αρνητικά. Προδήλως, ο μάρτυρας δεν ήταν ειδικός εμπειρογνώμονας για να καταθέσει επί του τελευταίου ζητήματος. Εν πάση περιπτώσει τα όσα αναφέρθηκαν υπό του μάρτυρα επί του προκειμένου ζητήματος, αν, δηλαδή, οι ζημιές στο αυτοκίνητο του Ενάγοντα προϋπήρχαν του επίδικου δυστυχήματος δεν θα με απασχολήσουν καθότι όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε η αξίωση για τις ζημιές του αυτοκινήτου του Ενάγοντα εγκαταλείφθηκε και επομένως το ζήτημα τούτο δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα. Πάντως, η εντύπωση που μου δημιούργησε ο μάρτυρας προβάλλοντας την πιο πάνω υπό συζήτηση θέση του ήταν ότι αυτή ήταν γνήσια και ειλικρινής και δεν προβλήθηκε με σκοπό να βοηθηθεί ο Ενάγων. Η Υπεράσπιση έθεσε στον μάρτυρα το ερώτημα γιατί δεν έλαβε μετρήσεις με αφετηρία το σημείο Γ που σύμφωνα με τον μάρτυρα ήταν πάσσαλος της ΑΗΚ ώστε η Υπεράσπιση να γνωρίζει τις διάφορες αποστάσεις και από το εν λόγω σημείο. Ο μάρτυρας απάντησε ότι αφ' ης στιγμής τα δύο ενεχόμενα οχήματα βρίσκονταν στην μέση του δρόμου κατά τις τελικές τους θέσεις το ορθότερο ήταν κατά την κρίση του όπως οι μετρήσεις ληφθούν με αφετηρία το σημείο Ο, όπως και έγινε. Η Υπεράσπιση δεν επέμεινε στο πιο πάνω θέμα, ούτε και ήγειρε ζήτημα περί πλημμελούς στην βάση των πιο πάνω διερεύνησης. Συναφώς δεν υποστηρίχθηκε από την Υπεράσπιση ότι το γεγονός ότι ο μάρτυρας δεν έλαβε μετρήσεις από το σημείο Γ επηρέασαν με οποιοδήποτε τρόπο την υπόθεσή της. Υπό το φως όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η ερώτηση που υποβλήθηκε στον μάρτυρα από την Υπεράσπιση δεν είναι σημασίας για την Υπεράσπιση. Αναφορικά με το σημείο σύγκρουσης θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μαρτυρία του μάρτυρα επί του προκειμένου ήταν εξ' ακοής. Το σημείο Χ σημειώθηκε υπό του μάρτυρος επί του Τεκμηρίου 1 κατόπιν υπόδειξης των εμπλεκόμενων οδηγών και με βάση τις τελικές θέσεις των ενεχόμενων οχημάτων. Ο μάρτυρας δεν ανέφερε να κατέληξε στο σημείο σύγκρουσης από μόνος του στην βάση των ευρημάτων του από την σκηνή του δυστυχήματος. Σημειώνεται ότι αν τα οχήματα είχαν μετακινηθεί συνεπεία της σύγκρουσης το σημείο σύγκρουσης δεν θα ήταν το Χ. Πάντως, θετική μαρτυρία ότι μετά την σύγκρουση τα οχήματα μετακινήθηκαν δεν υπάρχει. Αφενός, ο μάρτυρας δεν ρωτήθηκε αν κάτι τέτοιο του διευκρινίσθηκε από τους διαδίκους στην σκηνή, αφετέρου, ο Ενάγων όταν κατά την αντεξέτασή του ρωτήθηκε από την Υπεράσπιση αν τα οχήματα μετακινήθηκαν μετά την σύγκρουση ανέφερε ότι μπορεί και να μετακινήθηκαν πολύ λίγο. Συναφώς ο Ενάγων δεν ήταν θετικός ως προς τον πιο πάνω ισχυρισμό του. Επίσης, σύμφωνα με τον μάρτυρα τόσο ο Ενάγων όσο και η Εναγόμενη συμφώνησαν με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, ισχυρισμός ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Επίσης, η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ούτε την θέση του σημείου σύγκρουσης, ούτε και τις τελικές θέσεις των δύο ενεχόμενων οχημάτων όπως αυτές σημειώθηκαν από τον μάρτυρα επί του Τεκμηρίου
  3. Ο μάρτυρας, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Δέχομαι, λοιπόν, ότι τόσο ο Ενάγων όσο και η Εναγόμενη υπέδειξαν σε αυτόν το σημείο της σύγκρουσης, ότι ο μάρτυρας ορθά σημείωσε επί του Τεκμηρίου 1 τις τελικές θέσεις των ενεχόμενων οχημάτων και ότι και οι δύο οδηγοί συμφώνησαν με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  4. Υπό το φως των πιο πάνω δέχομαι ότι το σημείο της σύγκρουσης είναι αυτό που σημειώθηκε υπό του μάρτυρος επί του Τεκμηρίου 1 με το γράμμα Χ. Τέλος, αναφορικά με την παρουσία του δεύτερου επί του αριστερού σε σχέση με την πορεία του Ενάγοντα πεζοδρομίου σταθμευμένου οχήματος για την οποία αναφέρθηκε στον μάρτυρα, σύμφωνα με την μαρτυρία του, από ένα εκ των δύο ενεχόμενων οδηγών, θα πρέπει να σημειωθεί, ότι κι' αυτή η μαρτυρία είναι εξ' ακοής. Δεν αμφισβητήθηκε, όμως, από την Υπεράσπιση, η δε αλήθεια αυτής επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία του Ενάγοντα. Ούτε και η θέση του αυτοκινήτου αυτού κατά την στιγμή της σύγκρουσης, όπως αυτή σημειώθηκε από τον μάρτυρα επί του Τεκμηρίου 1, ήτοι η εγγύτητα μεταξύ του αυτοκινήτου αυτού και του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΚΗΑ 118, αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Από την μαρτυρία δε του μάρτυρα συνάγεται ευκρινώς ότι στον μάρτυρα υποδείχθηκε όχι μόνο η παρουσία του αυτοκινήτου αυτού αλλά και η θέση του επί του πεζοδρομίου. Επίσης, όπως και πιο πάνω είδαμε, με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 συμφώνησαν και οι δύο ενεχόμενοι οδηγοί, ο δε μάρτυρας κρίθηκε αξιόπιστος, ειλικρινής και μάρτυρας της αλήθειας. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δέχομαι, ότι κατά την στιγμή της σύγκρουσης πίσω από το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΚΗΑ 118 βρισκόταν σταθμευμένο επί του ιδίου πεζοδρομίου και άλλο αυτοκίνητο στην θέση που ο μάρτυρας σημείωσε το αυτοκίνητο αυτό επί του Τεκμηρίου
  5. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δέχομαι την μαρτυρία του μάρτυρα στην ολότητά της. Δεύτερος μάρτυρας κατέθεσε ο Ενάγων. Γεννήθηκε στις 11.11.1973 και μέχρι το επίδικο δυστύχημα δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας. Στις 9.7.07 ενώ οδηγούσε επί της οδού Στρατηγού Τιμάγια με βόρεια κατεύθυνση συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο της Εναγόμενης το οποίο εξερχόταν από χώρο στάθμευσης που βρισκόταν στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του και εμφανίσθηκε ξαφνικά μπροστά του. Μόλις το είδε τράβηκε χειρόφρενο αλλά επειδή η απόσταση που χώριζε το δικό του αυτοκίνητο με το αυτοκίνητο της Εναγόμενης ήταν πολύ μικρή δεν πρόλαβε να σταματήσει με αποτέλεσμα να επιπέσει επί του εν λόγω αυτοκινήτου. Επί του αριστερού σε σχέση με την πορεία του πεζοδρομίου υπήρχαν σταθμευμένα δύο οχήματα που του εμπόδιζαν την ορατότητα με αποτέλεσμα να μην μπορούσε να δει αν από τον πιο πάνω χώρο στάθμευσης εξέρχονταν οχήματα. Η σύγκρουση έγινε μόλις πέρασε τα δύο αυτά αυτοκίνητα. Από την σύγκρουση τραυματίσθηκε. Συγκεκριμένα τραυματίσθηκε στον αστράγαλο του αριστερού του ποδιού, στον αριστερό του ώμο, στον θώρακα και πίσω στον αυχένα. Την ώρα, όμως, του δυστυχήματος δεν αντιλήφθηκε ότι είχε τραυματισθεί καθότι οι ενοχλήσεις που αισθανόταν ήταν πολύ μικρές. Όμως, κατά τις 4 με 5 η ώρα το πρωί της 10.7.07 ξύπνησε και τότε αντιλήφθηκε ότι δεν μπορούσε να κινηθεί από τον πόνο. Γι' αυτό και το ίδιο πρωί όταν πλέον ξημέρωσε επισκέφθηκε τον ιατρό Κυριάκο Ανδρέου. Στον εν λόγω ιατρό πήγε με ταξί καθότι δεν μπορούσε να οδηγήσει. Από το κρεββάτι δε τον βοήθησε να σηκωθεί η σύζυγός του. Ο ιατρός του έδεσε το πόδι στην περιοχή του αστράγαλου και του συνέστησε παυσίπονα και μια κρέμα. Του συνέστησε, επίσης, να αγοράσει κολάρο, πράγμα που έπραξε. Ο αυχένας του εξακολουθεί να τον ταλαιπωρεί μέχρι σήμερα. Τέσσερα και πλέον χρόνια μετά είναι συνέχεια πιασμένος και οι ενοχλήσεις προχωρούν μέχρι και κάτω στον σπόνδυλο. Όταν δε ξαπλώνει στο κρεββάτι για να ξεκουρασθεί αισθάνεται ενόχληση. Έχει πληρώσει τα έξοδα του ιατρού του. Η Υπεράσπιση αμφισβήτησε την εκδοχή του Ενάγοντα. Ήταν η θέση της Υπεράσπισης ότι το αυτοκίνητο της Εναγόμενης ήταν σταματημένο και ανέμενε να ελευθερωθεί ο δρόμος από τα αυτοκίνητα προτού προχωρήσει εντός της Στρατηγού Τιμάγια και ότι εσκεμμένα ο Ενάγων επέπεσε επί του οχήματος της, ότι καμία προσπάθεια δεν έκανε ο Ενάγων για να αποφύγει την σύγκρουση με το αυτοκίνητο της Εναγόμενης, ότι έπρεπε να χρησιμοποιήσει τα φρένα του για να αποφύγει την σύγκρουση, πράγμα που δεν έπραξε, ότι ο λόγος που απέσυρε την αξίωση του για την ζημιά του αυτοκινήτου του είναι γιατί οι ζημιές αυτές προκλήθηκαν από άλλο δυστύχημα στο οποίο είχε εμπλακεί και το οποίο είχε προηγηθεί του επίδικου δυστυχήματος και είναι αυτές που είχαν επιθεωρηθεί από κάποιο εκτιμητή ονόματι Δρουσιώτη στις 6.6.07, ότι τις ζημιές που το αυτοκίνητό του είχε υποστεί από το τροχαίο δυστύχημα που είχε επισυμβεί ένα μήνα πριν το επίδικο δυστύχημα δεν τις είχε επιδιορθώσει, ότι κανένα τραυματισμό δεν υπέστη από το επίδικο δυστύχημα, ότι οι σωματικές βλάβες που ισχυρίζεται ότι υπέστη από το επίδικο δυστύχημα δεν είχαν προκληθεί από αυτό και ότι το πρόβλημα, που, όπως ισχυρίζεται, αντιμετωπίζει ακόμα και σήμερα με τον αυχένα του, αν υφίσταται τέτοιο πρόβλημα, προϋπήρχε του επίδικου δυστυχήματος. Θέση του Ενάγοντα ήταν ότι δεν είχε περιθώριο να κάνει προσπάθεια ή να αντιδράσει με τρόπο ώστε να αποφύγει την σύγκρουση καθότι πριν την σύγκρουση η Εναγόμενη οδηγούσε γρήγορα και το αυτοκίνητο της εμφανίσθηκε απότομα μπροστά του ανακόπτοντας την πορεία του. Συγκεκριμένα υποστήριξε ότι όταν είδε το αυτοκίνητο της Εναγόμενης βρισκόταν σε απόσταση 3 μέτρα περίπου από αυτήν. Πέρασε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα και ακολούθως τράβηξε χειρόφρενο. Όταν τράβηξε χειρόφρενο βρισκόταν σε απόσταση 1 με 2 μέτρα περίπου από το αυτοκίνητο της Εναγόμενης. Υποστήριξε, ακόμα ότι η ενέργειά του να τραβήξει χειρόφρενο ήταν ό,τι ενστικτωδώς σκέφθηκε να κάνει την δεδομένη στιγμή, ότι οι ζημιές που υπέστη το αυτοκίνητό του από το τροχαίο δυστύχημα που είχε επισυμβεί ένα μήνα πριν το επίδικο ήταν διαφορετικές και ότι τις είχε επιδιορθώσει, ότι από το επίδικο δυστύχημα τραυματίσθηκε και ότι το πρόβλημα που σήμερα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει με τον σπόνδυλο και τον αυχένα του τον ταλαιπωρεί 24 ώρες το εικοσιτετράωρο και είναι απότοκο του επίδικου δυστυχήματος. Μέσα από την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του τέθηκαν αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του η εντύπωση που αποκόμισα για τον Ενάγοντα είναι ότι αυτός δεν κατέθεσε την πάσα αλήθεια στο Δικαστήριο. Κατά την αντεξέταση ο Ενάγων απαντούσε με αντιδραστικό και κάπως εχθρικό ύφος προς τον συνήγορο της Υπεράσπισης και αναφορικά με κάποια θέματα οι απαντήσεις του ήταν αόριστες, ασαφείς και με αφαιρετικό περιεχόμενο. Αναφέρομαι στο ζήτημα που η Υπεράσπιση ήγειρε μέσα από τις ερωτήσεις της αν κατά πόσο πριν το επίδικο δυστύχημα ο Ενάγων είχε εμπλακεί σε άλλα τροχαία δυσυχήματα. Ο Ενάγων δεν έδινε σαφείς απαντήσεις, προδήλως, γιατί θεωρούσε ότι με το να καταστήσει σαφές πότε έλαβαν χώρα τα δυστυχήματα αυτά διέτρεχε το κίνδυνο να θεωρηθεί από το Δικαστήριο ότι τόσο η εκδοχή του για κατάλοιπα τραυματισμών όσο και για τις ζημιές του αυτοκινήτου του δεν ήταν απότοκα του επίδικου δυστυχήματος αλλά των δυστυχημάτων που είχαν επισυμβεί προγενέστερα του επίδικου με δεδομένο και το περιεχόμενο της Υπεράσπισης. Σε κάποιες, επίσης, ερωτήσεις δεν έδινε απαντήσεις. Όπως, για παράδειγμα, όταν ρωτήθηκε από την Υπεράσπιση αν είχε αποζημιωθεί από την Ασφάλεια της Εναγόμενης για τις ζημιές του αυτοκινήτου του, η αξίωση για τις οποίες, θα πρέπει να σημειωθεί, είχε σε προγενέστερο στάδιο αποσυρθεί από τον δικηγόρο του. Η απάντησή του ήταν ότι το θέμα αυτό ήταν θέμα του δικηγόρου του. Την ίδια δε απάντηση πρόβαλε όταν με άλλη ερώτηση της Υπεράσπισης ρωτήθηκε αν δεν γνώριζε για το πιο πάνω θέμα. Είναι φανερό ότι ο Ενάγων απέφευγε να απαντήσει. Ασφαλώς και θα γνώριζε αν η Ασφάλεια της Εναγόμενης τον είχε αποζημιώσει και, μάλιστα, μέσα στο πολύ σύντομο χρονικό διάστημα των 7 ημερών που είχε μεσολαβήσει μεταξύ της ολοκλήρωσης της μαρτυρίας του ΜΕ 1, στις 12.9.11, και της δικής του κατάθεσης που άρχισε στις 19.9.
  6. Συναφώς σημειώνεται ότι οι θεραπείες υπό παραγράφους 8(Α) και (Β) της Έκθεσης Απαίτησης απεσύρθηκαν στις 19.9.11 πριν την έναρξη της μαρτυρίας του Ενάγοντα. Από το όλο δε πνεύμα της αντεξέτασης συνάγεται ότι καμία αποζημίωση δεν καταβλήθηκε από την Ασφαλιστική της Εναγόμενης. Αν δε λάμβανε χώρα κάτι τέτοιο ο Ενάγων, προδήλως, θα το ανέφερε εις απάντηση, αφού κάτι τέτοιο εν' όψει και των όσων εκτίθενται στην Υπεράσπιση θα ενδυνάμωνε τα όσα επί του προκειμένου αναφέρονται στις έγγραφές του προτάσεις. Ο λόγος που ο Ενάγων απέφυγε να απαντήσει είναι, εμφανής. Δεν ήθελε να δημιουργήσει εντυπώσεις στο Δικαστήριο ότι η αξίωση του για τις ζημιές του αυτοκινήτου του δεν ήταν γνήσια υπό την έννοια ότι οι ζημιές αυτές δεν ήταν απότοκες του επίδικου δυστυχήματος. Σημειώνεται ότι για σκοπούς ευρημάτων του Δικαστηρίου τα όσα αναφορικά με τις ζημιές του αυτοκινήτου του Ενάγοντα υπεβλήθηκαν στον Ενάγοντα και τα όσα αυτός κατέθεσε δεν θα ληφθούν υπόψη αφού η αξίωση αυτή απεσύρθη υπό του δικηγόρου του και δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα. Επίσης όταν ρωτήθηκε από την Υπεράσπιση αν είχε εξετασθεί από τον ιατρό Κυριάκου καθ' οιονδήποτε χρόνο πριν το επίδικο δυστύχημα και πάλι η απάντηση που έδωσε ήταν ασαφής. Ασαφής ήταν, επίσης, η απάντησή του στην ερώτηση της Υπεράσπισης αν εντός του έτους 2004 είχε επισκεφθεί το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού για σκοπούς περίθαλψης συνεπεία άλλου τροχαίου δυστυχήματος. Υπό το φως των πιο πάνω καθίσταται έκδηλο ότι ο Ενάγων δεν ήταν απόλυτα ειλικρινής και απέκρυψε από το Δικαστήριο γεγονότα εσκεμμένα και με πρόδηλη την σκοπιμότητα. Αναφορικά, όμως, με το μέρος της μαρτυρίας του που αφορά στο πώς επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα θεωρώ πως ο Ενάγων κατέθεσε την αλήθεια. Ήταν σταθερός και θετικός, δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις και απαντούσε αυθόρμητα, με ευθύτητα και χωρίς να δίνει χρόνο στον εαυτό του να υπολογίζει τις απαντήσεις του. Συν τοις άλλοις, η θέση της Υπεράσπισης δεν βρίσκει έρεισμα σε μαρτυρία και παρέμεινε, έτσι, ατεκμηρίωτη αφού η Εναγόμενη δεν κλήθηκε να καταθέσει. Επίσης, το γεγονός και μόνο ότι ο Ενάγων πριν το επίδικο δυστύχημα είχε εμπλακεί σε άλλα τρία τροχαία δυστυχήματα, ήτοι στις 23.12.03, στις 11.1.04, όπως τα Τεκμήρια 4 και 5 αντίστοιχα καταμαρτυρούν, και σε ένα άλλο, που, σύμφωνα με τον Ενάγοντα επισυνέβη ένα μήνα πριν το επίδικο δυστύχημα, καθώς και σε ένα τέταρτο το οποίο σύμφωνα με το Τεκμήριο 6 επισυνέβη μετά το επίδικο δυστύχημα δεν θα μπορούσε να αποτελεί απόδειξη για το ότι ο Ενάγων στην παρούσα υπόθεση εσκεμμένα και σκόπιμα συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο της Εναγόμενης με απώτερο σκοπό την ανάκτηση αποζημιώσεων. Ό,τι με την προσκόμιση της πιο πάνω μαρτυρίας σκοπείτο ήταν η εξαγωγή συμπεράσματος από το Δικαστήριο ότι ο αριθμός των δυστυχημάτων στα οποία ο Ενάγων είχε εμπλακεί είναι τέτοιος που καταδεικνύει ότι ο Ενάγων είναι πρόσωπο με τάση και ροπή να προκαλεί τροχαία δυστυχήματα σκόπιμα και εσκεμμένα και, κατά συνέπεια, σκόπιμα και εσκεμμένα προκάλεσε και το επίδικο δυστύχημα. Είμαι της άποψης ότι ένα τέτοιο συμπέρασμα δεν μπορεί λογικά να εξαχθεί στην βάση και μόνο της πιο πάνω μαρτυρίας και, κατ' επέκταση, ότι ο Ενάγων κατά το επίδικο δυστύχημα εμφορείτο από τα κίνητρα που του καταλόγισε η Υπεράσπιση. Πάντως, στα πλαίσια της παρούσης υπόθεσης τίποτα δεν τέθηκε ενώπιόν μου που να παραπέμπει σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Ο Ενάγων, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, κρίθηκε αξιόπιστος αναφορικά με το μέρος αυτό της μαρτυρίας του και η Υπεράσπιση δεν κατάφερε να κλονίσει την αξιοπιστία του είτε κατά την αντεξέταση είτε με την προσκόμιση μαρτυρίας που να διαψεύδει τους ισχυρισμούς του. Ούτε και υπάρχει οτιδήποτε στο Τεκμήριο 1 που να συνηγορεί με ένα τέτοιο συμπέρασμα. Τουναντίον, το Τεκμήριο 1, το οποίο η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε, διαψεύδει την θέση της Υπεράσπισης ότι ο Ενάγων εσκεμμένα επέπεσε επί του οχήματος της ενώ η Εναγόμενη ήταν σταματημένη και ανέμενε να ελευθερωθεί ο δρόμος από τα αυτοκίνητα προτού προχωρήσει εντός της Στρατηγού Τιμάγια. Πώς θα μπορούσε να ευσταθεί η θέση της Υπεράσπισης ότι η Εναγόμενη κατά την στιγμή της σύγκρουσης δεν είχε εισέλθει εντός της οδού Τιμάγια την στιγμή που σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 το σημείο της σύγκρουσης βρίσκεται εντός της πιο πάνω οδού και απέχει από το αριστερό σε σχέση με την πορεία του Ενάγοντα πεζοδρόμιο απόσταση 1,70 μέτρα; Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 η θέση της Υπεράσπισης δεν ευσταθεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του Ενάγοντα αναφορικά με αυτή την πτυχή της υπόθεσης είναι αποδεκτή. Από την μαρτυρία του δέχομαι, επίσης, ότι δεν γνώριζε ότι στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του υπήρχε ο χώρος στάθμευσης από τον οποίο εξήλθε η Εναγόμενη παρά το ότι κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι γνώριζε την οδό Στρατηγού Τιμάγια. Από το τελευταίο, όμως, δεν προκύπτει απαραίτητα και δίχως άλλο γνώση εκ μέρους του ότι στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του υπήρχε χώρος στάθμευσης. Συν τοις άλλοις, ο πιο πάνω ισχυρισμός του δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Ακόμα, δέχομαι, ότι κατά την στιγμή της σύγκρουσης πίσω από το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΚΗΑ 118 υπήρχε επί του ιδίου πεζοδρομίου άλλο σταθμευμένο αυτοκίνητο. Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι η θέση της Υπεράσπισης αναφορικά με το πώς επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα είναι διφορούμενη. Από την μια, υπεβλήθη στον Ενάγοντα ότι εσκεμμένα επέπεσε επί του οχήματος της Εναγόμενης και, από την άλλη, ότι αιτία της σύγκρουσης ήταν η αμέλεια του. Το τελευταίο είναι ό,τι συνάγεται από τις θέσεις (α) ότι ο Ενάγων δεν έκανε καμία προσπάθεια για να αποφύγει την σύγκρουση και (β) ότι δεν εφάρμοσε τα φρένα του, οι οποίες υπεβλήθηκαν στον Ενάγοντα από την Υπεράσπιση. Συνάδουν δε με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Εναγόμενης οι οποίοι εκτίθενται στην παράγραφο 9 της Υπεράσπισης η οποία αναφέρεται σε ισχυριζόμενη αμέλεια του Ενάγοντα. Από όλα τα πιο πάνω συνάγεται ότι η θέση της Υπεράσπισης ότι ο Ενάγων εσκεμμένα επέπεσε επί του οχήματος της Εναγόμενης δεν είναι βέβαιη. Αναφορικά, όμως, με τα όσα ισχυρίσθηκε σε σχέση με τους τραυματισμούς του από το επίδικο δυστύχημα δεν μπορώ να δώσω εξ' ολοκλήρου πίστη στην μαρτυρία του. Ο Ενάγων δεν μου ενέπνευσε την πεποίθηση ότι αναφορικά με αυτή την πτυχή της υπόθεσης κατέθεσε την πάσα αλήθεια στο Δικαστήριο. Είναι εμφανές μέσα από την μαρτυρία του ότι προσπάθησε να διογκώσει τους τραυματισμούς του με αποτέλεσμα να ισχυρίζεται ότι μέχρι και σήμερα, ήτοι 4 και πλέον χρόνια μετά το επίδικο δυστύχημα, υπάρχουν τα κατάλοιπα που ισχυρίσθηκε. Δέχομαι ότι από το επίδικο δυστύχημα τραυματίσθηκε στα μέρη του σώματός του που υπέδειξε με την μαρτυρία του. Το μέρος αυτό της μαρτυρίας του επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία του ΜΕ 3, ιατρού Κυριάκου Ανδρέου, η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, και ο οποίος ιατρός, σύμφωνα με την δική του μαρτυρία, αλλά και αυτή του Ενάγοντα, εξέτασε τον Ενάγοντα την επομένη του δυστυχήματος. Στο στάδιο αυτό κρίνω σκόπιμο να σχολιάσω τα ακόλουθα. Ο Ενάγων κατά την διά ζώσης μαρτυρία του υποστήριξε ότι οι ενοχλήσεις που αισθανόταν στην σκηνή ήταν πολύ μικρές γι' αυτό και όταν ο αστυνομικός/εξεταστής τον ρώτησε αν είχε τραυματισθεί ο Ενάγων απάντησε αρνητικά. Κατά τις 4 με 5 η ώρα το πρωί, όμως, αισθάνθηκε έντονους πόνους γι' αυτό και το ίδιο πρωί ανέτρεξε στον ιατρό Ανδρέου. Ο εν λόγω ιατρός δεν ρωτήθηκε, όμως, από την Υπεράσπιση κατά πόσο τα πιο πάνω μπορούν να δικαιολογηθούν ιατρικά. Δηλαδή, οι ενοχλήσεις να ήταν τόσο μικρές στην σκηνή και σε σημείο που ο Ενάγων να αναφέρει στον αστυνομικό ότι δεν είχε τραυματισθεί και μετά πάροδο κάποιων ωρών αυτές να έγιναν τόσο έντονες όπως ο Ενάγων ισχυρίσθηκε στην μαρτυρία του που να είχε ανάγκη από ιατρική βοήθεια και, μάλιστα, άμεση. Το ζήτημα τούτο παρέμεινε αδιευκρίνιστο. Υπό το φως τούτου σε συνδυασμό με το ότι ο ιατρός Ανδρέου μέσα από την κλινική, σύμφωνα με την μαρτυρία του, εξέταση διαπίστωσε τους υπό του Ενάγοντα κατά την μαρτυρία του ισχυριζόμενους τραυματισμούς το πιο πάνω σημείο δεν θεωρώ πως κλονίζει την αξιοπιστία του Ενάγοντα, ούτε και αναιρεί τους ισχυρισμούς του αναφορικά με τους τραυματισμούς που σύμφωνα με την εκδοχή του αυτός υπέστη από το επίδικο δυστύχημα. Τα όσα, όμως, ο Ενάγων υποστήριξε αναφορικά με τα κατάλοιπα δεν βρίσκουν έρεισμα στην μαρτυρία του πιο πάνω ιατρού και δεν δικαιολογούνται σύμφωνα με την λογική από την μετέπειτα συμπεριφορά του Ενάγοντα. Συγκεκριμένα, ο ιατρός Ανδρέου κατά την διά ζώσης μαρτυρία του ανέφερε ότι ο Ενάγων θα γινόταν καλά ακόμα και αν δεν τύγχανε ιατρικής περίθαλψης από τον ίδιο και ότι ακόμα και σε μια τέτοια περίπτωση ο Ενάγων θα γινόταν καλά σε διάστημα που δεν θα ξεπερνούσε τους τρεις μήνες, συγκεκριμένα, σε διάστημα μεταξύ 6 εβδομάδων και τριών μηνών, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Τέλος, σε υποβολή ότι σήμερα ο Ενάγων δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα με την υγεία του ο εν λόγω ιατρός εξέφρασε την πεποίθηση ότι δεν είχε καμία αμφιβολία περί τούτου. Αλλά και η συμπεριφορά του Ενάγοντα δεν δικαιολογεί τα όσα αυτός υποστήριξε αναφορικά με τα κατάλοιπα του. Ο Ενάγων εξετάσθηκε από τον ιατρό Ανδρέου όλο και όλο μια φορά. Την επομένη του δυστυχήματος στις 10.7.
  7. Ουδέποτε ανέτρεξε ξανά στον εν λόγω ιατρό. Και στις 30.7.07 που επισκέφθηκε για δεύτερη φορά τον ιατρό Ανδρέου δεν τον επισκέφθηκε για εξέταση, όπως ο εν λόγω ιατρός κατέθεσε, αλλά για να παραλάβει το ιατρικό πιστοποιητικό που προφανώς ο ιατρός ετοίμασε την ημέρα εκείνη. Προφανώς, ο Ενάγων δεν παραπονέθηκε για ενοχλήματα στον ιατρό Ανδρέου κατά τις 30.7.
  8. Κάτι τέτοιο ο ιατρός Ανδρέου δεν υποστήριξε ούτε κατά την κυρίως εξέτασή του ούτε και κατά την αντεξέταση. Αν δε ο Ενάγων κατά την πιο πάνω επίσκεψη στον ιατρό Ανδρέου παραπονείτο για ενοχλήσεις και προβλήματα το λογικό θα ήταν να υποβάλλετο σε ιατρική εξέταση, πράγμα, που, σύμφωνα με τον ιατρό Ανδρέου, δεν έγινε. Επίσης, αν μέχρι σήμερα αντιμετωπίζει πρόβλημα με τον αυχένα και τον σπόνδυλό του, το οποίο είναι τόσο σοβαρό ώστε να είναι συνέχεια πιασμένος, όπως ανέφερε, και να αισθάνεται ενοχλήσεις 24 ώρες το εικοσιτετράωρο, όπως και πάλι ενδεικτικά ανέφερε, δεν θα αναζητούσε ιατρική βοήθεια; Φρονώ πως η απάντηση θα πρέπει να είναι καταφατική. Ο Ενάγων, όμως, για περίοδο 4 και πλέον χρόνων, ήτοι από τις 10.7.07 μέχρι και την ημέρα που κατέθεσε στο Δικαστήριο δεν ανέφερε οτιδήποτε προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Ότι, δηλαδή, ανέτρεξε ξανά στον ιατρό Ανδρέου ή σε οποιοδήποτε άλλο ιατρό ή ότι καθόλο το πιο πάνω χρονικό διάστημα τύγχανε ιατρικής παρακολούθησης ή περίθαλψης ή θεραπείας για τα προβλήματα που ως ισχυρίσθηκε τον ταλαιπωρούν μέχρι σήμερα. Στην βάση όλων των πιο πάνω δεν μπορώ να προσδώσω πίστη στα όσα ο Ενάγων κατέθεσε περί κατάλοιπων από το επίδικο δυστύχημα. Επί του σημείου τούτου η μαρτυρία του δεν είναι αποδεκτή. Θεωρώ ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Ενάγοντα αποτελούν εκ των υστέρων κατασκευάσμά του στην προσπάθειά του να ανακτήσει όσο το δυνατόν περισσότερες αποζημιώσεις. Τουναντίον, υπό το φως της μαρτυρίας του ίδιου του Ενάγοντα σε συνδυασμό με την μαρτυρία του ιατρού Ανδρέου που πιο πάνω αναφέρθηκε θεωρώ ότι σήμερα ο Ενάγων ουδέν πρόβλημα αντιμετωπίζει ως απότοκο του επίδικου δυστυχήματος. Ένα άλλο σημείο από την μαρτυρία του Ενάγοντα που χρήζει σχολιασμού είναι και το εξής. Αν και ο Ενάγων υποστήριξε ότι ο ιατρός Ανδρέου του συνέστησε να αγοράσει και να φορά αυχενικό κολάρο κανένας ισχυρισμός δεν δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης προς την κατεύθυνση ότι ο Ενάγων έκανε χρήση αυχενικού κολάρου. Επίσης, αν και υποστήριξε ότι ο ιατρός Ανδρέου του συνέστησε φάρμακα και μια κρέμα κανένας ισχυρισμός δεν δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης προς την κατεύθυνση ότι ο Ενάγων έκανε χρήση φαρμάκων και κρέμας. Επίσης, αν και στο ιατρικό πιστοποιητικό του ιατρού Ανδρέου ημερομηνίας 30.7.07 - Τεκμήριο 2 - αναφέρεται ότι υπό του εν λόγω ιατρού συνεστήθη, επίσης, φυσιοθεραπεία κανένας ισχυρισμός δεν δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης προς την κατεύθυνση ότι ο Ενάγων υπεβλήθη σε φυσιοθεραπεία. Συναφώς σημειώνεται ότι με την Έκθεση Απαίτησης δεν προβάλλεται αξίωση για αγορά φαρμάκων, κρέμας και αυχενικού κολάρου ή για έξοδα φυσιοθεραπείας. Παρενθετικά σημειώνεται ότι στο Τεκμήριο 2 δεν αναφέρεται για ποιο τραυματισμό συνεστήθη η φυσιοθεραπεία. Ούτε και ο ιατρός Ανδρέου ρωτήθηκε επί του προκειμένου όταν κατέθεσε. Είτε, όμως, η φυσιοθεραπεία συνεστήθη για τον αυχένα είτε για οποιοδήποτε άλλο τραυματισμό η ουσία είναι ότι κανένας ισχυρισμός δεν προβάλλεται στην Έκθεση Απαίτησης προς την κατεύθυνση ότι ο Ενάγων υπεβλήθη σε φυσιοθεραπεία. Αυτό σε συνδυασμό με το ότι ούτε οποιοσδήποτε ισχυρισμός προβάλλεται στην Έκθεση Απαίτησης προς την κατεύθυνση ότι ο Ενάγων έκανε χρήση αυχενικού κολάρου, φαρμάκων και κρέμας καταδεικνύει ότι η κατάσταση της υγείας του Ενάγοντα δεν κατέστη σοβαρή μετά το επίδικο δυστύχημα. Πάντως, με το συμπέρασμα αυτό συνάδει και η δήλωση του ιατρού Ανδρέου ότι ο Ενάγων θα αποθεραπευόταν πλήρως και χωρίς αυτός να ανατρέξει για ιατρική βοήθεια. Σημειώνεται, επίσης, ότι τα πιο πάνω ρίχνουν και σκιά στην αλήθεια του ισχυρισμού του Ενάγοντα ότι είχε προβεί σε αγορά αυχενικού κολάρου. Η πιο πάνω διαπίστωση του Δικαστηρίου δεν κλονίζει, όμως, τα ευρήματα του ιατρού Ανδρέου τα οποία αυτός διαπίστωσε μέσα από την κλινική του εξέταση. Καθότι ό,τι ο εν λόγω ιατρός κατέθεσε ήταν αναφορικά με τα ενοχλήματα που ο ίδιος διαπίστωσε κατά τις 10.7.
  9. Ο ιατρός Ανδρέου δεν παρακολούθησε την μετατραυματική πορεία του Ενάγοντα, αφού ουδέποτε μετά τις 10.7.07 τον εξέτασε ξανά, και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει πώς εξελίχθηκε η κατάσταση της υγείας του, πράγμα που δέχθηκε και ο ίδιος. Μάλιστα, ανέφερε ότι ακόμα και αν ο Ενάγων δεν είχε ανατρέξει σε αυτόν για εξέταση και περίθαλψη θα μπορούσε να είχε αποθεραπευθεί εντελώς σε διάστημα μεταξύ 6 εβδομάδων και 3 μηνών, ήτοι χωρίς ο Ενάγων να κάνει χρήση αυχενικού κολάρου, φαρμάκων ή φυσιοθεραπείας. Επίσης, όπως ευκρινώς συνάγεται από την διά ζώσης μαρτυρία του εν λόγω ιατρού η χρήση φαρμάκων, αυχενικού κολάρου και η υποβολή σε φυσιοθεραπεία συνεστήθησαν στον Ενάγοντα για σκοπούς πιο σύντομης αποθεραπείας του ή για σκοπούς απάλυνσης του πόνου και όχι γιατί η κατάστασή του είχε κριθεί σοβαρή ή τέτοια που τα πιο πάνω να ήταν απαραίτητα για την αποθεραπεία του. Επομένως, από το μέρος εκείνο της μαρτυρίας του Ενάγοντα που αναφέρεται στις σωματικές του βλάβες δέχομαι ότι το επόμενο πρωί ο Ενάγων αισθάνθηκε έντονα ενοχλήματα, ότι σηκώθηκε από το κρεββάτι με την βοήθεια της συζύγου του και ότι δεν μπορούσε να οδηγήσει γι' αυτό και πήγε στον ιατρό Αντρέου με ταξί. Η αλήθεια αυτής της μαρτυρίας επιβεβαιώνεται από τα ευρήματα του ιατρού Ανδρέου στα οποία αυτός κατέληξε ύστερα από την κλινική εξέταση στην οποία υπέβαλε τον Ενάγοντα στις 10.7.
  10. Σημειώνεται ότι ο εν λόγω ιατρός μέσα από την κλινική του εξέταση διαπίστωσε ευαισθησία κατά την πίεση πέριξ του αριστερού ώμου, ευαισθησία κατά την πίεση στην θωρακική μοίρα της σπονδυλικής στήλης, ευαισθησία στην αριστερή ποδοκνημική άρθρωση και ευαισθησία κατά την πίεση στο κάτω μέρος του αυχένα. Οι κινήσεις του αριστερού ώμου, της θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και του αυχένα ήταν επώδυνες και περιορισμένες. Υπήρχε, επίσης, οίδημα (φούσκωμα) και περιορισμός της κινητικότητας της αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης. Σύμφωνα δε με την διάγνωση του εν λόγω ιατρού ο Ενάγων υπέστη διάστρεμμα αριστερού ώμου, διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, διάστρεμμα αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης και θλάση μαλακών μορίων της θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι κατά την διά ζώσης μαρτυρία του ο Ενάγων εκτός από τα ενοχλήματα στον αυχένα δεν ανέφερε να τον ταλαιπώρησε οποιοδήποτε άλλο ενόχλημα μετά τις 10.7.
  11. Στην απουσία μαρτυρίας προς την πιο πάνω κατεύθυνση δεν μπορώ να δεχθώ ότι τα ενοχλήματα που ο Ενάγων ανέφερε στην διά ζώσης μαρτυρία του επέμειναν και μετά την κλινική εξέταση η οποία έλαβε χώρα στις 10.7.
  12. Συνεπώς δεν μπορώ και να δεχθώ και καθ' ολοκληρία τα όσα αναφέρονται στην δεύτερη και τρίτη παράγραφο του Τεκμηρίου 3 υπό τον τίτλο «ΓΝΩΜΗ», συζήτηση επί των οποίων θα ακολουθήσει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ιατρού Ανδρέου. Δέχομαι, όμως, ότι μετά την κλινική εξέταση της 10.7.07 παρέμειναν στον Ενάγοντα κάποια ενοχλήματα στον αυχένα. Αυτό θεωρώ είναι κάτι που συνάγεται ευκρινώς μέσα από την μαρτυρία του, αφού, άλλωστε, θέση του Ενάγοντα είναι ότι τα ενοχλήματα αυτά τον ταλαιπωρούν μέχρι και σήμερα, πράγμα που σημαίνει ότι σύμφωνα με την μαρτυρία του τα ενοχλήματα αυτά υπήρχαν και μετά την κλινική εξέταση της 10.7.
  13. Και αυτό είναι κάτι που δέχομαι. Αφενός, ο Ενάγων μέσα από την μαρτυρία του με έπεισε περί τούτου, αφετέρου, το εύρημά μου αυτό βρίσκει έρεισμα στην πρόγνωση του ιατρού Ανδρέου η οποία αναφέρεται στο Τεκμήριο 3 σύμφωνα με την οποία περιοδικός πόνος και δυσκαμψία του αυχένα θα παραμείνουν για αρκετό χρονικό διάστημα. Δεν δέχομαι, όμως, ότι αυτά εξακολουθούν να ταλαιπωρούν τον Ενάγοντα μέχρι και σήμερα. Ό,τι δε επί του προκειμένου δέχομαι είναι ότι αυτά δεν ταλαιπώρησαν τον Ενάγοντα για περίοδο μεγαλύτερη από αυτήν που ο ιατρός Ανδρέου υπέδειξε με την μαρτυρία του. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Ενάγοντα για πόνο στον σπόνδυλο θα πρέπει να λεχθεί ότι για τον λόγο και μόνο ότι ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν είναι δικογραφημένος δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Τέλος, ερωτηθείς κατά την αντεξέταση τι ώρα έλαβε χώρα το επίδικο δυστύχημα ο Ενάγων απάντησε περί τις 9 η ώρα το βράδυ. Ο ΜΕ 1, όμως, ανέφερε ότι έφθασε στην σκηνή του δυστυχήματος περί τις 11:15 το βράδυ και ότι του πήρε μόνο 15 λεπτά για να φθάσει στην σκηνή αφότου ειδοποιήθηκε. Συναφώς ανέφερε ότι το επίδικο δυστύχημα επισυνέβη γύρω στις 11:00 η ώρα το βράδυ. Ο ΜΕ 1 κρίθηκε αξιόπιστος και η μαρτυρία του έγινε αποδεκτή. Επίσης, δεν υπάρχει οτιδήποτε στην μαρτυρία του ΜΕ 1 που να συνηγορεί με το ότι η Αστυνομία ειδοποιήθηκε με καθυστέρηση. Ούτε και ο Ενάγων υποστήριξε κάτι τέτοιο στην μαρτυρία του. Ο Ενάγων ανέφερε, επίσης, ότι κανείς εκ των δύο εμπλεκόμενων οδηγών δεν υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης στον ΜΕ
  14. Σε αντίθεση με την μαρτυρία του ΜΕ 1 σύμφωνα με την οποία και οι δύο οδηγοί του υπέδειξαν το σημείο σύγκρουσης. Υπό το φως της εντύπωσης που μου έκανε ο Ενάγων αλλά και της πολύ καλής εντύπωσης που μου έκανε ο ΜΕ 1 θεωρώ πιο ασφαλές να αποδεχθώ την μαρτυρία του ΜΕ 1 επί των δύο πιο πάνω ζητημάτων. Δέχομαι, επομένως, ότι το επίδικο δυστύχημα επισυνέβη γύρω στις 11:00 η ώρα το βράδυ της 9.7.07 και ότι και οι δύο εμπλεκόμενοι οδηγοί υπέδειξαν στον ΜΕ 1 το σημείο της σύγκρουσης. Εκτός από τα σημεία εκείνα από την μαρτυρία του Ενάγοντα που δεν αποδέχθηκα όλη η υπόλοιπη μαρτυρία του είναι αποδεκτή. Τρίτος μάρτυρας για τον Ενάγοντα κατέθεσε ο ιατρός Κυριάκος Ανδρέου. Είναι χειρούργος ορθοπεδικός τραυματιολόγος. Το 1964 απεφοίτησε από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Άρχισε ειδικότητα στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου και εργάσθηκε μέχρι το 1967 και, ακολούθως, μετέβη στην Αγγλία όπου και συμπλήρωσε την ειδικότητά του το
  15. Στην Κύπρο ιδιωτεύει από το έτος
  16. Διατηρεί ιδιωτικό ιατρείο στην Λεμεσό και χειρουργεί στην Πολυκλινική Υγεία στην Λεμεσό. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο μάρτυρας κατέθεσε αφού προηγουμένως υιοθέτησε το περιεχόμενό του ιατρικό πιστοποιητικό το οποίο εξέδωσε στις 30.7.07 (Τεκμήριο 2). Σύμφωνα με το εν λόγω τεκμήριο ο Ενάγων υπέστη διάστρεμμα αριστερού ώμου, διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, διάστρεμμα αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης και θλάση μαλακών μορίων της θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας έδωσε λεπτομέρειες της κλινικής εξέτασης στην οποία υπέβαλε τον Ενάγοντα και δικαιολόγησε τα ευρήματά του που φαίνονται στο Τεκμήριο
  17. Δέχθηκε ότι δεν υπέβαλε τον Ενάγοντα σε ακτινολογική εξέταση προβάλλοντας ως δικαιολογία ότι μια τέτοια εξέταση δεν ήταν αναγκαία καθότι δεν θα διέγνωσκε ούτε το διάστρεμμα της αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης ούτε την θλάση των μαλακών μορίων της θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Διασαφήνισε ότι εξέτασε τον Ενάγοντα μόνο μια φορά, ήτοι στις 10.7.
  18. Ο Ενάγων προσήλθε στο ιατρείο του και στις 30.7.07 όχι, όμως, για σκοπούς εξέτασης αλλά για να παραλάβει το ιατρικό πιστοποιητικό - Τεκμήριο 2 - που ο μάρτυρας προδήλως ετοίμασε την ημέρα εκείνη. Από τις 10.7.07 ο μάρτυρας δεν εξέτασε ξανά τον Ενάγοντα και σήμερα δεν γνωρίζει ποια είναι η κατάσταση της υγείας του. Σύμφωνα με τον μάρτυρα οι τραυματισμοί του Ενάγοντα θα μπορούσαν να είχαν προκληθεί το πολύ εντός 48 ωρών πριν την κλινική εξέταση. Παλαιότεροι δεν θα μπορούσαν να είναι. Ερωτηθείς ο μάρτυρας αν είχε εξετάσει σε προγενέστερο στάδιο τον Ενάγοντα και συγκεκριμένα στις 13.1.04 απάντησε ότι δεν θυμόταν. Όταν, όμως, του υποδείχθηκε από την Υπεράσπιση ιατρικό πιστοποιητικό δικό του ημερομηνίας 10.2.04 που αφορούσε τον Ενάγοντα (Τεκμήριο 3) δέχθηκε ότι κατά την πιο πάνω ημερομηνία τον είχε εξετάσει. Ερωτηθείς περαιτέρω αν κατά την κλινική εξέταση της 10.7.07 είχε υπόψη του το Τεκμήριο 3 η γνώμη του για την κατάσταση του Ενάγοντα θα ήταν διαφορετική ο μάρτυρας απάντησε ότι οι τραυματισμοί που αναφέρονται στο Τεκμήριο 3 δεν έχουν καμία σχέση με τους τραυματισμούς για τους οποίους εκδόθηκε το Τεκμήριο
  19. Ερωτηθείς για το τι συνέπειες θα είχε ο Ενάγων αν δεν προσερχόταν στο ιατρείο του στις 10.7.07 για εξέταση και περίθαλψη ο μάρτυρας ανέφερε ότι σε μια τέτοια περίπτωση ο Ενάγων θα ταλαιπωρείτο πιο πολύ και για πιο μεγάλη χρονική περίοδο. Η περίοδος εντός της οποίας ο Ενάγων θα γινόταν καλά και χωρίς να πάει στον ιατρό κυμαίνεται από 6 εβδομάδες μέχρι 3 μήνες. Αυτό ισχύει τόσο αναφορικά με το διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης όσο και με το διάστρεμμα της αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης. Όσον δε αφορά την θλάση των μαλακών μορίων της θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι τραυματισμοί αυτοί εν' όψει του ότι είναι πιο ήπιοι επουλώνονται συνήθως πιο γρήγορα. Σε υποβολή ότι ο Ενάγων σήμερα ουδέν πρόβλημα αντιμετωπίζει από τους τραυματισμούς του ο μάρτυρας εξέφρασε την πεποίθηση ότι δεν είχε καμία αμφιβολία περί τούτου. Η Υπεράσπιση αν και αρχικά έθεσε στον μάρτυρα το ερώτημα ότι δεν θα μπορούσε να γνωρίζει αν ο Ενάγων κατά την κλινική εξέταση προσποιείτο, μετά την απάντηση του μάρτυρα, σύμφωνα με την οποία, τα υποκειμενικά του ευρήματα ανταποκρίνονταν με τα αντικειμενικά, και, επομένως, δεν θα μπορούσε λογικά να είχε ξεγελασθεί από τον Ενάγοντα δεν έδωσε συνέχεια στο πιο πάνω θέμα αν και τον ισχυρισμό του μάρτυρα ότι ο ακτινολογικός έλεγχος δεν ήταν αναγκαίος η Υπεράσπιση τον αμφισβήτησε προβάλλοντας την θέση ότι ο μάρτυρας όφειλε να υποβάλει τον Ενάγοντα σε ακτινολογικό έλεγχο, προδήλως, για σκοπούς εξακρίβωσης της διάγνωσης του. Σημειώνεται ότι εκτός από τον πιο πάνω ισχυρισμό καθώς και τον ισχυρισμό του μάρτυρα ότι οι τραυματισμοί που ο μάρτυρας διαπίστωσε μέσα από την κλινική του εξέταση δεν είχαν προκληθεί πέραν των 48 ωρών πριν την κλινική εξέταση κανένας άλλος ισχυρισμός του μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Αναφορικά με το τελευταίο σημειώνεται ότι θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι οι τραυματισμοί του Ενάγοντα δεν είχαν προκληθεί από το επίδικο δυστύχημα. Θα πρέπει να λεχθεί ότι οι θέσεις της Υπεράσπισης αναφορικά με τους τραυματισμούς του Ενάγοντα δεν ήταν σταθερή. Από την μια, η Υπεράσπιση υπέβαλε στον μάρτυρα ότι κακώς δεν υπέβαλε τον Ενάγοντα σε ακτινολογικό έλεγχο, θέση στην οποία υποβόσκει η θέση ότι τα ευρήματα του μάρτυρα δεν είναι εξακριβωμένα και, επομένως, ότι η διάγνωση του δεν ήταν ακριβής, από την άλλη, θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι οι τραυματισμοί του Ενάγοντα δεν είχαν προκληθεί από το επίδικο δυστύχημα, πράγμα από το οποίο συνάγεται ότι τα ευρήματα του μάρτυρα είναι αποδεκτά από την Υπεράσπιση. Συναφώς σημειώνεται ότι η Υπεράσπιση δεν υπέβαλε στον μάρτυρα ότι ο Ενάγων κατά την κλινική του εξέταση δεν έφερε οποιουσδήποτε τραυματισμούς, ούτε και αμφισβήτησε ευθέως τα ευρήματα του μάρτυρα, όπως αυτά εκτίθενται στο Τεκμήριο 2 και ο μάρτυρας τα εξήγησε κατά την διά ζώσης μαρτυρία του. Σημειώνεται, επίσης, ότι καμία ιατρική μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε από την Υπεράσπιση που να διαψεύδει τον ισχυρισμό του μάρτυρα ότι ο ακτινολογικός έλεγχος δεν θα διέγνωσκε τα ευρήματά του με αποτέλεσμα και η θέση της Υπεράσπισης επί του προκειμένου να έχει παραμείνει εντελώς ατεκμηρίωτη. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεν θεωρώ ότι η Υπεράσπιση με μόνη την υποβολή ότι ο μάρτυρας όφειλε να υποβάλει τον Ενάγοντα σε ακτινολογικό έλεγχο αμφισβήτησε τους τραυματισμούς του Ενάγοντα και τα ευρήματα του μάρτυρα όπως αυτά καταγράφονται στο Τεκμήριο
  20. Ό,τι αναφορικά με τους τραυματισμούς του Ενάγοντα αμφισβήτησε ήταν την θέση του μάρτυρα ότι αυτοί ήταν πρόσφατοι. Μέσα από την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του τέθηκαν καθώς και το περιεχόμενο της διά ζώσης μαρτυρίας του ο μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Θεωρώ ότι σε αντίθεση με το πιστοποιητικό του - Τεκμήριο 2 - στο οποίο θα αναφερθώ πιο κάτω κατά την διά ζώσης μαρτυρία του ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής, αντικειμενικός και μέσα από την όλη στάση του αλλά και το περιεχόμενο της προφορικής του μαρτυρίας έχω ικανοποιηθεί για την ανεξαρτησία της κρίσης του. Ενδεικτικό τούτου είναι ότι δεν προσπάθησε με την προφορική του μαρτυρία να διογκώσει τα τραύματα του Ενάγοντα. Τουναντίον, υπέδειξε στο Δικαστήριο το χρονικό διάστημα εντός του οποίου τα ενοχλήματα του Ενάγοντα αναμένονται να υποχωρήσουν και χωρίς ιατρική βοήθεια και, μάλιστα, εντελώς και δήλωσε την πεποίθηση ότι σήμερα ο Ενάγων δεν αναμένεται να αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του ότι ο ακτινολογικός έλεγχος δεν ήταν αναγκαίος εν' όψει της καλής εντύπωσης που ο μάρτυρας μου έκανε ο ισχυρισμός αυτός είναι αποδεκτός. Άλλωστε, η Υπεράσπιση δεν προσκόμισε, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, οποιαδήποτε ιατρική μαρτυρία που να διαψεύδει την επί του προκειμένου υπό του μάρτυρα δοθείσα μαρτυρία. Η υποβολή δε παρέμεινε γενικόλογη, αόριστη και ατεκμηρίωτη. Όσον αφορά την θέση της Υπεράσπισης ότι οι τραυματισμοί του Ενάγοντα δεν προήλθαν από το επίδικο δυστύχημα σημειώνεται ότι η θέση αυτή παρέμεινε στο επίπεδο ισχυρισμού και δεν βρίσκει έρεισμα σε μαρτυρία. Κατ' αρχή, καμία ιατρική ή άλλη μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε από την Υπεράσπιση που να διαψεύδει τον ισχυρισμό του μάρτυρα ότι τα τραύματα του Ενάγοντα δεν θα μπορούσαν να είχαν προκληθεί σε χρόνο πέραν των 48 ωρών πριν την κλινική εξέταση. Κατά δεύτερο, το Τεκμήριο 3 αφορά τραυματισμούς, όπως και ο μάρτυρας ανέφερε στην μαρτυρία του χωρίς επί του προκειμένου να αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, που δεν σχετίζονται με αυτούς που αναφέρονται στο Τεκμήριο
  21. Τρίτο, η υποβολή τέθηκε στον μάρτυρα γενικά και αόριστα και χωρίς να εξειδικευθεί πότε σύμφωνα με την Υπεράσπιση προκλήθηκαν οι τραυματισμοί στον Ενάγοντα. Τέλος, καμία ιατρική μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε απο την Υπεράσπιση προς την κατεύθυνση ότι ο Ενάγων είχε πριν το επίδικο δυστύχημα υποστεί τους ίδιους τραυματισμούς από άλλο τροχαίο δυστύχημα, είχε εξετασθεί ιατρικά γι' αυτούς και ότι αυτοί ταλαιπωρούσαν τον Ενάγοντα και κατά τον χρόνο που ο μάρτυρας τον εξέτασε. Στο στάδιο αυτό κρίνω σκόπιμο να σχολιάσω τα Τεκμήρια 4-6 τα οποία κατατέθηκαν από την ΜΥ
  22. Στο Τεκμήριο 4 γίνεται λόγος για ένα τροχαίο δυστύχημα που επισυνέβη στις 23.12.03, ήτοι 3 ½ χρόνια πριν το επίδικο δυστύχημα. Κάποιοι από τους τραυματισμούς που αναφέρονται στο εν λόγω τεκμήριο ως να είχε υποστεί ο Ενάγων συνεπεία του δυστυχήματος εκείνου είναι παρόμοιοι με τους τραυματισμούς που υπέστη συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος. Όπως ο τραυματισμός στην αυχενική και θωρακική μοίρα της σπονδυλικής στήλης. Συναφώς αναφέρεται στο εν λόγω τεκμήριο ότι ο Ενάγων υπέστη δυσκαμψία του αυχένα με έντονο πόνο και κακουχία τον πρώτο καιρό που τον ταλαιπώρησε για περίοδο μερικών εβδομάδων, ότι λάμβανε φαρμακευτική αγωγή, όπως παυσίπονα και αντιφλεγμονώδη, ότι του δόθηκε αναρρωτική άδεια για περίοδο ενός μηνός, ότι μετά την αναρρωτική άδεια παρουσίασε δυσκαμψία στον αυχένα και μόνιμο άλγος που τον ανάγκασε να φορεί αυχενικό κολάρο και να εξακολουθεί να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, ότι η κατάστασή του με την πάροδο του χρόνου βελτιώθηκε αλλά δεν είχε αποθεραπευθεί πλήρως, ότι αναμένονταν περαιτέρω βελτιώσεις με την πάροδο του χρόνου, θεραπεία και λήψη φαρμακευτικής αγωγής και ότι δύναται να παραμείνει για αρκετό χρονικό διάστημα περιοδικός πόνος, δυσκαμψία και αδυναμία του αυχένα μετά από κόπωση και αλλαγές του καιρού. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν τέθηκαν, όμως, στον μάρτυρα ώστε αυτός να δώσει την θέση του και την ιατρική του γνώμη για το κατά πόσο αυτοί θα μπορούσαν να εξακολουθούν να ταλαιπωρούν τον Ενάγοντα μέχρι τις 10.7.07 που τον εξέτασε και/ή μέχρι σήμερα. Ό,τι μόνο τέθηκε στον μάρτυρα είναι το Τεκμήριο 3 που, προδήλως, αφορά στην αγωγή με αριθμό 7282/04 και το οποίο αφορά σε τελείως διαφορετικούς τραυματισμούς όπως και ο μάρτυρας υπέδειξε στην μαρτυρία του. Αλλά και να τίθεντο τα πιο πάνω στην προσοχή του μάρτυρα από την Υπεράσπιση τα όσα ο μάρτυρας θα κατέθετε δεν θα βοηθούσαν το Δικαστήριο να καταλήξει στο επιθυμητό για την Υπεράσπιση συμπέρασμα αφ' ης στιγμής οι πιο πάνω τραυματισμοί εκτίθενται στο Τεκμήριο 4 υπό μορφή ισχυρισμών και μόνο. Θεωρώ ότι για να τεκμηρίωνε η Υπεράσπιση την θέση της όφειλε να προσκομίσει μαρτυρία από ιατρό που είχε εξετάσει τον Ενάγοντα μετά το δυστύχημα που αναφέρεται στο Τεκμήριο 4 και/ή από ιατρό που εξακολουθεί να τον παρακολουθεί μέχρι και σήμερα για να καταδείξει με την μαρτυρία του ότι οι τραυματισμοί αυτοί θα μπορούσαν να εξακολουθούν να ταλαιπωρούν τον Ενάγοντα και κατά τις 10.7.07, ημερομηνία κατά την οποία ο Ενάγων εξετάσθηκε υπό του μάρτυρος, αλλά και μέχρι σήμερα, αφού θέση του Ενάγοντα είναι ότι σήμερα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει πρόβλημα με τον αυχένα και τον σπόνδυλό του και θέση της Υπεράσπισης είναι ότι τα ενοχλήματα αυτά είχαν προκληθεί από άλλο τροχαίο δυστύχημα. Τέλος, το ότι σύμφωνα με την ΜΥ 1 η πιο πάνω υπόθεση διευθετήθηκε εξωδίκως δεν προωθεί με κανένα τρόπο την θέση της Υπεράσπισης. Σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να λεχθεί ότι από το πιο πάνω γεγονός και μόνο προκύπτει ότι οι σωματικές βλάβες που αναφέρονται στο Τεκμήριο 4 εξακολουθούσαν να ταλαιπωρούν τον Ενάγοντα κατά τις 10.7.07 ή ότι αυτές εξακολουθούν να τον ταλαιπωρούν μέχρι και σήμερα. Τολμώ, επίσης, να πω ότι και το ότι σύμφωνα με την ΜΥ 1 η πιο πάνω υπόθεση διευθετήθηκε εξωδίκως δεν είναι καν απόδειξη ότι οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα που εκτίθενται στο Τεκμήριο 4 αναφορικά με σωματικές βλάβες είναι αληθινοί. Στο Τεκμήριο 5 γίνεται λόγος για ένα τροχαίο δυστύχημα που επισυνέβη στις 11.1.04, ήτοι και πάλι 3 ½ χρόνια πριν το επίδικο δυστύχημα, ενώ στο Τεκμήριο 6 για ένα τροχαίο δυστύχημα που επισυνέβη στις 6.9.08, ήτοι 13 μήνες μετά το επίδικο δυστύχημα. Στις Λεπτομέρειες Σωματικών Βλαβών του Τεκμηρίου 5 εκτίθενται ισχυρισμοί για τραυματισμούς που αφορούν στον δεξιό καρπό και την στυλλοειδή απόφυση της κερκίδος του Ενάγοντα, ήτοι για τραυματισμούς που καμία σχέση δεν έχουν με τους τραυματισμούς του Ενάγοντα στην παρούσα υπόθεση, όπως και ο μάρτυρας υποστήριξε αναφορικά με το Τεκμήριο 3, από το οποίο προκύπτει ευκρινώς ότι είναι αναφορικά με το πιο πάνω δυστύχημα που αυτό εκδόθηκε. Το ίδιο ισχύει και για το Τεκμήριο
  23. Καμία από τις σωματικές βλάβες για τις οποίες γίνεται ισχυρισμός στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης δεν σχετίζεται είτε με τους τραυματισμούς του Ενάγοντα που ο μάρτυρας διαπίστωσε κατά την κλινική του εξέταση, είτε με τα ενοχλήματα που ο Ενάγων παραπονείται στην μαρτυρία του ότι εξακολουθούν να τον ταλαιπωρούν μέχρι σήμερα. Υπό το φως των πιο πάνω τα Τεκμήρια 5 και 6 και μόνο από το περιεχόμενό τους δεν μπορούν να προωθήσουν την θέση της Υπεράσπισης. Βεβαίως, και για τα πιο πάνω τεκμήρια ισχύουν τα όσα άλλα αναφέρθηκαν για το Τεκμήριο
  24. Ότι, δηλαδή, το Τεκμήριο 6 δεν παρουσιάσθηκε στον μάρτυρα όπως και το ότι τα όσα στα Τεκμήρια 5 και 6 σε σχέση με σωματικές βλάβες αναφέρονται προβάλλονται υπό μορφή ισχυρισμών και μόνο. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως η θέση της Υπεράσπισης παρέμεινε ατεκμηρίωτη και ως τέτοια δεν δύναται να ληφθεί υπόψη. Στο στάδιο αυτό θα ήθελα να κάνω τις ακόλουθες σημαντικές κατά την κρίση μου παρατηρήσεις. Στο Τεκμήριο 2 αναφέρεται ότι «Τα ως άνω επροκάλεσαν έντονον πόνον και οδύνη αρχικώς ...». Η χρήση του χρόνου αορίστου υποδηλοί ότι στο αρχικό στάδιο ο Ενάγων είχε έντονο πόνο ως γεγονός. Αν και η αλήθεια της πιο πάνω δήλωσης δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση θα πρέπει, εντούτοις, να λεχθεί, ότι ο μάρτυρας δεν παρακολούθησε την πορεία του Ενάγοντα, αφού όλο και όλο μια φορά τον εξέτασε, ήτοι στις 10.7.
  25. Συνεπώς και αφού δεν είχε γνώση της μετατραυματικής πορείας του Ενάγοντα δεν μπορεί ο μάρτυρας να αναφέρει ως γεγονός ότι στα αρχικά στάδια ο Ενάγων είχε έντονο πόνο και οδύνη. Τα αρχικά στάδια δεν είναι μόνο η πρώτη μέρα μετά τον τραυματισμό και κατά την οποία ο μάρτυρας εξέτασε τον Ενάγοντα αλλά κάποιος αριθμός συνεχόμενων ημερών ή κάποια άλλη συνεχόμενη περίοδος αμέσως μετά τον τραυματισμό. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι με την πιο πάνω δήλωση προωθείται μια ανακριβής και προς όφελος του Ενάγοντα εικόνα της κατάστασης του. Εικόνα, που ο μάρτυρας δεν μπορούσε λογικά να προωθήσει στην βάση των όσων γνώριζε και είδε. Είναι εξίσου σημαντικό να τονισθεί ότι ο Ενάγων σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν ανέφερε ότι στα αρχικά στάδια αισθανόταν έντονο πόνο και οδύνη, είτε στον αυχένα, είτε στον θώρακα, είτε στον αστράγαλο, είτε στον ώμο. Ό,τι μόνο περιορίσθηκε να αναφέρει ήταν ότι αισθανόταν έντονα ενοχλήματα στις 10.7.07 και ότι ενοχλήματα στον αυχένα εξακολουθούν να τον ταλαιπωρούν μέχρι και σήμερα, ισχυρισμός ο οποίος, όπως είδαμε, δεν έγινε αποδεκτός. Υπό το φως των πιο πάνω στην απουσία μαρτυρίας από τον ίδιο τον Ενάγοντα προς την πιο πάνω κατεύθυνση δεν μπορώ να δεχθώ τα όσα αναφέρονται στην πιο πάνω δήλωση. Στο Τεκμήριο 2 και σε συνέχεια της φράσης η οποία συζητήθηκε στις δύο πιο πάνω παραγράφους αναφέρεται, επίσης, ότι: «... με την πάροδο του χρόνου, με αναλγητικά, αντιφλεγμονώδη φάρμακα και φυσιοθεραπεία θα παρουσιάσει βελτίωση». Κατά την διά ζώσης, όμως, μαρτυρία του ο μάρτυρας δεν μίλησε για βελτίωση αλλά για πλήρη αποθεραπεία. Μάλιστα, όπως και ενωρίτερα υποδείχθηκε, κατά την διά ζώσης μαρτυρία του ανέφερε ότι και αν ακόμα ο Ενάγων δεν προσέτρεχε στον ίδιο για εξέταση και θεραπεία και πάλι ο Ενάγων θα γινόταν καλά πλην όμως η αποκατάσταση θα ήτο πιο αργή. Όταν δε του υποβλήθηκε από την Υπεράσπιση ότι ο Ενάγων σήμερα ουδέν πρόβλημα αντιμετωπίζει ως απότοκο του επίδικου δυστυχήματος δεν διαφώνησε, μάλιστα, εξέφρασε την πεποίθηση ότι περί τούτου δεν διατηρούσε οποιαδήποτε αμφιβολία. Θεωρώ ότι η διά ζώσης μαρτυρία του μάρτυρα έρχεται σε αντίθεση με ό,τι με την πιο πάνω δήλωση από το Τεκμήριο 2 αναφέρεται. Είναι προφανές ότι ο μάρτυρας με το Τεκμήριο 2 προσπάθησε να παρουσιάσει μια διαφορετική εικόνα για την κατάσταση της υγείας του Ενάγοντα από ό,τι εν τέλει υποστήριξε διά ζώσης. Μεταξύ της διά ζώσης μαρτυρίας του μάρτυρα και της πιο πάνω δήλωσης από το Τεκμήριο 2 δέχομαι την πρώτη, ότι, δηλαδή, ό,τι αναμένετο στην περίπτωση του Ενάγοντα δεν ήταν απλά βελτίωση αλλά η πλήρης αποθεραπεία. Το σημαντικό, επίσης, είναι ότι, όπως και ενωρίτερα είδαμε, ο Ενάγων σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν ανέφερε ότι μετά την κλινική εξέταση της 10.7.07 αισθανόταν ενοχλήματα είτε στον θώρακα, είτε στον ώμο. Διαχωρίζω τα ενοχλήματα αυτά από τα υπόλοιπα καθότι στα ενοχλήματα του αυχένα και της αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης γίνεται ειδική αναφορά στην τελευταία παράγραφο του Τεκμηρίου
  26. Στην μαρτυρία του ο Ενάγων αναφέρθηκε μόνο σε ενοχλήματα στον αυχένα. Επομένως, δεν μπορώ να δεχθώ τα όσα εξυπακουόμενα προκύπτουν από την πιο πάνω δήλωση. Ότι, δηλαδή, ο Ενάγων και μετά την κλινική εξέταση της 10.7.07 αισθανόταν ενοχλήματα στον θώρακα ή στον ώμο. Δέχομαι τα ευρήματα του μάρτυρα στα οποία αυτός κατέληξε μέσα από την κλινική του εξέταση. Στην απουσία, όμως, μαρτυρίας από τον ίδιο τον Ενάγοντα προς την πιο πάνω κατεύθυνση και εν' όψει του ότι ο μάρτυρας μια φορά όλο και όλο εξέτασε τον Ενάγοντα, ήτοι την επομένη του δυστυχήματος, και δεν γνώριζε για την μετατραυματική του πορεία δεν μπορώ να δεχθώ τα όσα εξυπακουόμενα προκύπτουν από την πιο πάνω δήλωση ως γεγονός. Άλλωστε, η πιο πάνω δήλωση φέρεται ως πρόγνωση και μόνο του μάρτυρα και όχι ως εύρημά του. Τέλος, στην τελευταία παράγραφο του Τεκμηρίου 2 αναφέρονται τα εξής: Περιοδικός πόνος, δυσκαμψία του αυχένος και της αρ. ποδοκνημικής αρθρώσεως θα παραμείνουν διά αρκετό χρονικό διάστημα». Ο Ενάγων δεν παραπονέθηκε, όμως, ότι το πρόβλημα με τον αστράγαλό του τον ταλαιπώρησε ιδιαίτερα. Ό,τι επί του προκειμένου ανέφερε ήταν ότι από το επίδικο δυστύχημα τραυματίσθηκε στον αστράγαλό του και ότι ο μάρτυρας του έδεσε τον αστράγαλό του. Τίποτα άλλο. Βεβαίως, δεν μου διαφεύγουν τα όσα αναφορικά με τον αστράγαλο αναφέρονται στο Τεκμήριο
  27. Όπως, η ευαισθησία, το οίδημα και ο περιορισμός της κινητικότητας. Ο Ενάγων, όμως, δεν ανέφερε ότι ο πόνος και η δυσκαμψία στον αστράγαλο παρέμειναν και μετά την κλινική εξέταση που έλαβε χώρα στις 10.7.
  28. Ούτε και αν το οίδημα εξακολουθούσε να υπάρχει και μετά τις 10.7.
  29. Για τον ίδιο λόγο στην απουσία μαρτυρίας από τον ίδιο τον Ενάγοντα προς την πιο πάνω κατεύθυνση δεν μπορώ να δεχθώ ότι ο Ενάγων είχε περιοδικούς πόνους και δυσκαμψία στον αστράγαλο και μετά την κλινική εξέταση. Άλλωστε, η πιο πάνω δήλωση φέρεται, όπως και η προηγούμενη, ως πρόγνωση και μόνο του μάρτυρα και όχι ως εύρημά του. Αναφορικά, όμως, με τον περιοδικό πόνο και την δυσκαμψία του αυχένα η δήλωση αυτή είναι αποδεκτή. Όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε από την μαρτυρία του Ενάγοντα προκύπτει ευκρινώς - και έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο - ότι αυτός είχε ενοχλήματα στον αυχένα και μετά την κλινική εξέταση που έλαβε χώρα στις 10.7.
  30. Σημειώνεται ότι η πιο πάνω δήλωση από το Τεκμήριο 2 δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Σημειώνεται, επίσης, ότι ό,τι από την μαρτυρία του Ενάγοντα δεν αποδέχθηκα είναι ότι τα πιο πάνω ενοχλήματα εξακολουθούν να ταλαιπωρούν τον Ενάγοντα μέχρι και σήμερα, όχι ότι ο Ενάγων δεν αισθανόταν ενοχλήματα στον αυχένα και μετά την κλινική εξέταση που έλαβε χώρα στις 10.7.
  31. Υπό το φως και της διά ζώσης μαρτυρίας του μάρτυρα δεν δέχομαι, όμως, ότι αυτά επέμειναν για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από αυτό που ο μάρτυρας υπέδειξε με την μαρτυρία του. Εκτός από τα σημεία εκείνα από την μαρτυρία του μάρτυρα που δεν αποδέχθηκα όλη η υπόλοιπη μαρτυρία του είναι αποδεκτή. Πρώτος μάρτυρας Υπεράσπισης κατέθεσε η κυρία Λένια Θεοδοσίου, η οποία είναι γνωστή στο Δικαστήριο ως υπάλληλος στο Πολιτικό Τμήμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Η εν λόγω μάρτυς προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα έχοντας στην κατοχή της τους φακέλους των πολιτικών αγωγών με αριθμούς 7281/04, 7282/04 και 1723/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Κατέθεσε δε τα ακόλουθα έγγραφα: πιστό αντίγραφο του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου στην πολιτική αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αριθμό 7281/04 στην οποία εναγόμενη ήταν κάποια Μαρία Σαβεριάδου, πιστό αντίγραφο τύπου διορισμού δικηγόρου υπό του ενάγοντα, πιστό αντίγραφο σημειώματος εμφάνισης εναγόμενης, πιστό αντίγραφο τύπου διορισμού δικηγόρου υπό της εναγόμενης και πιστό αντίγραφο Υπεράσπισης. Τα πιο πάνω έγγραφα κατατέθηκαν ως δέσμη εγγράφων και σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο 4 πιστό αντίγραφο του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου στην πολιτική αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αριθμό 7282/04 στην οποία εναγόμενη ήταν κάποια Ελένη Κωνσταντίνου, πιστό αντίγραφο τύπου διορισμού δικηγόρου υπό του ενάγοντα, πιστό αντίγραφο σημειώματος εμφάνισης εναγόμενης, πιστό αντίγραφο τύπου διορισμού δικηγόρου υπό της εναγόμενης και πιστό αντίγραφο Υπεράσπισης. Τα πιο πάνω έγγραφα κατατέθηκαν ως δέσμη εγγράφων και σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο 5 και, τέλος, πιστό αντίγραφο του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου στην πολιτική αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αριθμό 1723/09 στην οποία εναγόμενος είναι κάποιος Δημήτρης Δημητρίου, πιστό αντίγραφο τύπου διορισμού δικηγόρου υπό του ενάγοντα, πιστό αντίγραφο σημειώματος εμφάνισης εναγόμενου, πιστό αντίγραφο τύπου διορισμού δικηγόρου υπό του εναγόμενου, πιστό αντίγραφο της Έκθεσης Απαίτησης και πιστό αντίγραφο της Υπεράσπισης. Τα πιο πάνω έγγραφα κατατέθηκαν ως δέσμη εγγράφων και σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  32. Αναφορικά με τις πιο πάνω αγωγές η μάρτυρας ανέφερε, επίσης, τα ακόλουθα: η αγωγή με αριθμό 7281/04 απερρίφθη στις 22.10.08 κατόπιν δήλωσης των δικηγόρων ότι είχε διευθετηθεί. Η αγωγή με αριθμό 7282/04 απερρίφθη στις 15.2.07 λόγω μη προώθησης. Τέλος, η αγωγή με αριθμό 1723/09 είναι ορισμένη για ακρόαση στις 13.12.
  33. Η υπό της μάρτυρος δοθείσα μαρτυρία ήταν τυπική και προέρχεται από τους φακέλους των υποθέσεων στις οποίες αναφέρθηκε στην μαρτυρία της και τους οποίους, προδήλως, έχει στην κατοχή της υπό την πιο πάνω αναφερόμενη ιδιότητα της. Η μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Ήταν σαφής και θετική και από την όλη συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα μου ενέπνευσε την πεποίθηση ότι η μαρτυρία της ήταν αληθής και ακριβής. Συναφώς σημειώνεται ότι η μάρτυρας δεν είχε οποιοδήποτε κίνητρο για να μην καταθέσει στο Δικαστήριο την αλήθεια. Υπό το φως των πιο πάνω δεν έχω καμία αμφιβολία περί της ορθότητας της υπό αυτής δοθείσας μαρτυρίας. Άλλωστε, αυτή δεν αμφισβητήθηκε αφού η Υπεράσπιση δεν αντεξέτασε την μάρτυρα. Υπό το φως των πιο πάνω η μαρτυρία της μάρτυρος κρίνεται αποδεκτή στην ολότητά της. Αναφορικά με την μαρτυρία του ΜΥ 2 κρίνω ότι αυτή δεν προωθεί με οποιοδήποτε τρόπο τα επίδικα θέματα γι' αυτό και δεν θα ληφθεί υπόψη. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 9.7.07 και περί ώρα 11:00 το βράδυ ο Ενάγων οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής EYH 122 επί της οδού Στρατηγού Τιμάγια στην Λεμεσό με βόρεια κατεύθυνση. Στο αριστερό σύμφωνα με την πορεία του πεζοδρόμιο υπήρχαν δύο σταθμευμένα αυτοκίνητα. Μόλις ο Ενάγων πέρασε τα δύο αυτά αυτοκίνητα είδε μπροστά του ένα αυτοκίνητο να εξέρχεται από χώρο στάθμευσης οχημάτων ο οποίος βρισκόταν στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του. Το αυτοκίνητο αυτό οδηγείτο από την Εναγόμενη και έφερε αριθμούς εγγραφής ΕΝΧ
  34. Ο Ενάγων δεν γνώριζε ότι αριστερά σε σχέση με την πορεία του υπήρχε χώρος στάθμευσης. Η Εναγόμενη εξήλθε από τον πιο πάνω χώρο στάθμευσης και εισήλθε εντός της οδού Στρατηγού Τιμάγια χωρίς προηγουμένως να σταματήσει. Ο Ενάγων αντιλήφθηκε την Εναγόμενη να του ανακόπτει την πορεία του σε απόσταση 3 μέτρων. Όταν βρέθηκε σε απόσταση 1 με 2 μέτρα από την Εναγόμενη ο Ενάγων τράβηξε χειρόφρενο στην προσπάθειά του να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητό του. Μάταια, όμως, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Εναγόμενη. Το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ενάγων συγκρούσθηκε με το μπροστινό του μέρος στο δεξιό μπροστινό φτερό του αυτοκινήτου της Εναγόμενης. Το σημείο της σύγκρουσης απείχε από το αριστερό σε σχέση με την πορεία του Ενάγοντα πεζοδρόμιο απόσταση 1,70 μέτρα. Το πλάτος του δρόμου στο σημείο της σύγκρουσης ήταν 6,50 μέτρα. Κατά τις 4 με 5 η ώρα το πρωί της 10.7.07 ο Ενάγων αισθάνθηκε έντονα ενοχλήματα γι' αυτό και όταν ξημέρωσε επισκέφθηκε τον ιατρό Κυριάκο Ανδρέου. Από το κρεββάτι δεν μπορούσε να σηκωθεί μόνος του και τον βοήθησε η σύζυγός του. Επίσης, δεν μπορούσε να οδηγήσει και για να πάει στον ιατρό πήρε ταξί. Από την κλινική εξέταση του ιατρού Κυριάκου Ανδρέου διαπιστώθηκε ευαισθησία κατά την πίεση πέριξ του αριστερού ώμου, ευαισθησία κατά την πίεση στην θωρακική μοίρα της σπονδυλικής στήλης, ευαισθησία στην αριστερή ποδοκνημική άρθρωση και ευαισθησία κατά την πίεση στο κάτω μέρος του αυχένα. Οι κινήσεις του αριστερού ώμου, της θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και του αυχένα ήταν επώδυνες και περιορισμένες. Υπήρχε, επίσης, οίδημα (φούσκωμα) και περιορισμός της κινητικότητας της αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης. Ο ιατρός Ανδρέου του έδεσε το πόδι στην περιοχή του αστράγαλου. Συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος ο Ενάγων υπέστη διάστρεμμα αριστερού ώμου, διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, διάστρεμμα αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης και θλάση μαλακών μορίων της θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Στον Ενάγοντα συνεστήθη από τον ιατρό Κυριάκο Ανδρέου χρήση αυχενικού κολάρου και κρέμας, αναλγητικά και αντιφλεγμονώδη φάρμακα καθώς και φυσιοθεραπεία και παρακολούθηση. Τα ενοχλήματα του αυχένα επέμειναν και μετά την κλινική εξέταση. Αυτά αναμένονται να εξαλειφθούν πλήρως σε περίοδο μεταξύ 6 εβδομάδων και 3 μηνών ακόμα και αν ο Ενάγων δεν ανέτρεχε στον ιατρό Κυριάκο Ανδρέου για περίθαλψη και θεραπεία. Η έννοια της αμέλειας, όπως καθορίσθηκε από τον Δικαστή Κωνσταντινίδη στη απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 ΑΑΔ 475 ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή, με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού (Βλ. Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 CLR 387) και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το κατά πόσο ένας οδηγός είναι ένοχος αμέλειας ή όχι εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό υπό την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (Βλ. Charalambous v. Police
(1982)2 CLR 134 και Κυριάκου Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30) και καθολικό, εφόσον οφείλεται σε κάθε τρίτο, που, κατά λογική πρόβλεψη, μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του αυτοκινητοδηγού. Δεν είναι υποκειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική θεώρηση της λειτουργίας του οδηγού. Η προσοχή του Δικαστηρίου επικεντρώνεται κυρίως στην εξέταση του κατά πόσο ο οδηγός ενήργησε υπό τις περιστάσεις ως θα ενεργούσε ένας σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και κατά πόσο εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την ίδια με αυτόν οδό. Το καθήκον θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης για να αποφασισθεί η φύση του, και, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει με μέτρο τον προσεκτικό και όχι τον τέλειο οδηγό (Βλ. Panayiotou v. Police
(1972)2 CLR 29 και Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 ΑΑΔ 420 ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ Γ. Πικής, όπως ήταν τότε, εισήγαγε ένα ευρύτερο καθήκον αυτών που χρησιμοποιούν τον δρόμο, ήτοι το καθήκον της επιμέλειας για την ασφάλεια των άλλων η εκπλήρωση του οποίου τους καθιστά υπόλογους για αμέλεια: «Το καθήκον για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ' αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί τον δρόμο την λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειας τους». Αναφερόμενος στο κριτήριο της αμέλειας ανέφερε τα εξής: « . το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί τον δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν τον δρόμο». Η Εναγόμενη εξερχόμενη από τον χώρο στάθμευσης, ο οποίος βρισκόταν στα αριστερά σε σχέση με την πορεία του Ενάγοντα, και προτού εισέλθει εντός της οδού Στρατηγού Τιμάγια όφειλε να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να πράξει τούτο, ήτοι όφειλε να βεβαιωθεί ότι ο δρόμος ήταν ελεύθερος από οχήματα. Εξερχόμενη, όμως, από τον χώρο στάθμευσης η Εναγόμενη δεν σταμάτησε καθόλου με αποτέλεσμα να εισέλθει εντός της πιο πάνω οδού προτού βεβαιωθεί ότι ο δρόμος ήταν ελεύθερος από οχήματα με αποτέλεσμα και επιχειρώντας στροφή προς τα δεξιά επί της οδού Στρατηγού Τιμάγια να ανακόψει την ελεύθερη πορεία του οχήματος του Ενάγοντα ο οποίος οδηγούσε νόμιμα εντός της πορείας του και να συγκρουσθεί με αυτό. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η Εναγόμενη δεν ενήργησε ως ένας σώφρον, ικανός και λογικός οδηγός και απέτυχε να εκπληρώσει το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τους άλλους οδηγούς που χρησιμοποιούσαν την ίδια με αυτήν οδό. Η ενέργειά της να εισέλθει εντός της οδού Στρατηγού Τιμάγια και να επιχειρήσει στροφή δεξιά χωρίς προηγουμένως να σταματήσει για να βεβαιωθεί ότι ο δρόμος ήταν ελεύθερος από οχήματα και, επομένως, ότι ήταν ασφαλές να πράξει τούτο αποτελεί την γενεσιουργό αιτία της σύγκρουσης. Υπό το φως των πιο πάνω η Εναγόμενη συμπεριφέρθηκε αμελώς. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω αν κατά πόσο ο Ενάγων υπέχει συντρέχουσα αμέλεια. Η βασική διαφορά ανάμεσα στο εύρημα για αμέλεια και το εύρημα για συντρέχουσα αμέλεια βρίσκεται στο ότι στην περίπτωση της αμέλειας η ευθύνη συναρτάται με την παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος επιμέλειας προς άλλους, ενώ στην περίπτωση της συντρέχουσας αμέλειας με την παράλειψη του ενάγοντα να λάβει προβλεπτές προφυλάξεις για την δική του ασφάλεια και την ασφάλεια της περιουσίας του (Βλ. Χαραλάμπους κ.α. v. Κασάπη
(1988)1 ΑΑΔ 125). Σύμφωνα με τα ευρήματά μου ο Ενάγων αντιλήφθηκε το όχημα της Εναγόμενης όταν αυτό εμφανίσθηκε μπροστά του και από απόσταση 3 μέτρα από αυτήν. Παρήλθε ένα ανεπαίσθητο χρονικό διάστημα και ακολούθως τράβηξε το χειρόφρενό του σε μια προσπάθειά του να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητό του για να αποφύγει σύγκρουση με το όχημα της Εναγόμενης. Όταν προέβη στην πιο πάνω ενέργεια βρισκόταν σε απόσταση 1 με 2 μέτρα από το όχημα της Εναγόμενης. Υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων μου δεν βλέπω πώς ο Ενάγων συνέβαλε στην πρόκληση του δυστυχήματος. Μέσα στο περιορισμένο χρονικό διάστημα που του παρείχετο πριν την σύγκρουση ο Ενάγων τραβώντας το χειρόφρενό του προέβη και σε αποτρεπτική ενέργεια. Ευθύνη δεν μπορεί να του καταλογισθεί επειδή πλησίασε ένα με δύο μέτρα την Εναγόμενη αφότου την αντιλήφθηκε για πρώτη φορά προτού τραβήξει χειρόφρενο. Θεωρώ ότι ο χρόνος που παρήλθε μέχρι να αντιδράσει ο Ενάγων ήταν λογικός, αναμενόμενος και μέσα στα όρια της ανθρώπινης φύσης. Ούτε και το ότι τράβηξε χειρόφρενο αντί να εφαρμόσει τα φρένα του είναι ικανό να καταλογίσει στον Ενάγοντα συντρέχουσα αμέλεια όπως ήταν η εισήγηση της Υπεράσπισης. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι καμία μαρτυρία δεν προσκόμισε η Υπεράσπιση που να καταδεικνύει ότι αν ο Ενάγων εφάρμοζε τα φρένα του θα κατάφερνε να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητό του και έτσι να αποφύγει την σύγκρουση. Επίσης, η Νομολογία κατέδειξε ότι η συμπεριφορά ενός οδηγού, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια επικείμενη σύγκρουση, δεν πρέπει να κρίνεται μικροσκοπικά, αλλά με ευρύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεών του. Αν η αντίδραση ενός οδηγού είναι τέτοια που παρόλη την αγωνία της στιγμής είναι ικανοποιητική υπό τις περιστάσεις και αναμένεται εύλογα από τον μέσο οδηγό τότε ο οδηγός δεν μπορεί να κριθεί ένοχος αμέλειας (Βλ. Κυριάκου ν. Φιλίππου
(1992)1 ΑΑΔ 642). Έχει, επίσης, λεχθεί, ότι η όλη συμπεριφορά ενός ενάγοντα θα πρέπει να κριθεί μέσα στο στενό περιθώριο χρόνου και την αγωνία της στιγμής (Βλ. Adamis And Another v. Eracleous
(1982)1 CLR 746 και Παπαχριστοδούλου ν. Χ΄΄Νεοφύτου
(1991)1 ΑΑΔ 426). Θεωρώ ότι η ενέργεια του Ενάγοντα να τραβήξει το χειρόφρενο του αυτοκινήτου του κατά την στιγμή που το έπραξε ήταν μια ικανοποιητική υπό τις περιστάσεις και την αγωνία της στιγμής ενέργεια. Υπό το φως της Νομολογίας που πιο πάνω παρατέθηκε τολμώ, επίσης, να πω ότι και αν ακόμα ο Ενάγων δεν προέβαινε σε οποιαδήποτε αποτρεπτική ενέργεια έχω αμφιβολία αν θα ήταν ένοχος συντρέχουσας αμέλειας υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων και την αγωνία της στιγμής η οποία υπαγορεύεται από την πολύ μικρή απόσταση που χώριζε το όχημά του από το όχημα της Εναγόμενης όταν το τελευταίο εμφανίσθηκε ξαφνικά μπροστά του και έγινε αντιληπτό από αυτόν. Ο Ενάγων στην μαρτυρία του ανέφερε ότι τα σταθμευμένα στο αριστερό σε σχέση με την πορεία του πεζοδρόμιο του εμπόδιζαν την ορατότητα του σε βαθμό που δεν μπορούσε να δει αν από τον χώρο στάθμευσης εξερχόταν οποιοδήποτε όχημα. Κατά την αντεξέταση δεν υποβλήθηκε στον Ενάγοντα από την Υπεράσπιση ότι και αν ακόμα γινόταν αποδεκτό ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα με τον τρόπο που την περίγραψε ο Ενάγων ο Ενάγων όφειλε ένεκα του πιο πάνω γεγονότος να οδηγεί με τέτοια ταχύτητα ώστε να αποφύγει σύγκρουση με οχήματα που συμπεριφέρονταν όπως η Εναγόμενη συμπεριφέρθηκε σύμφωνα με την μαρτυρία του και τα οποία δεν είχε την δυνατότητα εκ των προτέρων να αντιληφθεί ένεκα της περιορισμένης ορατότητας που αυτός είχε εντός του χώρου στάθμευσης από τον οποίο εξήλθε η Εναγόμενη. Είμαι, όμως, διατεθειμένος να εξετάσω και αυτό το ζήτημα. Η Νομολογία κατέδειξε ότι δεν αναμένεται από τον σώφρονα και λογικό οδηγό να προνοεί, να μεριμνά και να οδηγεί με τέτοιο τρόπο ώστε να λαμβάνει υπόψη ή να προβλέπει αμελείς συμπεριφορές που ήθελαν τυχόν επιδειχθεί από άλλους οδηγούς που χρησιμοποιούν την ίδια με αυτόν οδό. Κάτι τέτοιο θα εναπόθετε στους οδηγούς ένα ιδιαίτερα επαχθές βάρος. Δεν μου διαφεύγει, επίσης, ότι ακόμα και η οδήγηση με ταχύτητα που δεν ξεπερνά το επιτρεπόμενο από τον Νόμο όριο δύναται σε ορισμένες περιπτώσεις να συνιστά αμέλεια στην περίπτωση που τα περιστατικά είναι τέτοια που ο οδηγός υπέχει καθήκον να οδηγεί με ταχύτητα ακόμα και χαμηλότερη του επιτρεπομένου ορίου, όπως, για παράδειγμα, έξω από σχολικά κτήρια την ώρα που σχολνούν οι μαθητές. Η παρούσα, όμως, περίπτωση δεν είναι τέτοια. Τίποτα δεν τέθηκε ενώπιόν μου από το οποίο να προκύπτει ότι ο Ενάγων υπείχε τέτοιο καθήκον ή τέτοια υποχρέωση. Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων ακόμα και αν τα σταθμευμένα οχήματα του εμπόδιζαν την ορατότητα ο Ενάγων δεν είχε υποχρέωση να προβλέψει ότι η Εναγόμενη θα εξερχόταν από τον χώρο στάθμευσης χωρίς προηγουμένως να σταματήσει ώστε να οφείλει ένεκα της περιορισμένης ορατότητας που είχε εντός του χώρου στάθμευσης να οδηγεί με τέτοιο τρόπο και με τέτοια ταχύτητα για να προλάβει τυχόν σύγκρουση με το όχημά της. Χώρια που σύμφωνα με την μαρτυρία του δεν γνώριζε ότι στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του υπήρχε ο χώρος στάθμευσης από τον οποίο εξήλθε η Εναγόμενη, ισχυρισμός ο οποίος έγινε αποδεκτός από το Δικαστήριο. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως η Εναγόμενη φέρει αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Στο άχαρο δικαστικό έργο της αποτίμησης του ανθρώπινου πόνου και ταλαιπωρίας σε χρήμα βοηθητική είναι η αναφορά σε αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου, όπου επιδικάσθηκαν αποζημιώσεις για παρόμοιους όσο το δυνατόν τραυματισμούς και με ανάλογες συνέπειες. Η επί μέρους Νομολογία είναι σημαντική, ώστε να υπάρχει και συνέπεια και βεβαιότητα (Βλ. Σπύρος Μελής και Ελένη Λτδ v. Μαρίνου Σάββα
(2003)1 ΑΑΔ 590). Υπόψη πρέπει να λαμβάνεται η τάση της Νομολογίας για αύξηση των αποζημιώσεων σε σύγκριση με το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάζονταν στο παρελθόν (Βλ. Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1992)1 C.L.R. 789), τάση που αντανακλά την μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και την ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από τις συνήθεις δραστηριότητες του ανθρώπου. Το ύψος των αποζημιώσεων είναι αλληλένδετο με τα ιδιαίτερα περιστατικά του κάθε τραυματισθέντα. Ισχύει η αρχή ότι στον τομέα των αποζημιώσεων ο ανθρώπινος πόνος και η δυσχέρεια αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερη ευαισθησία. Η υγεία είναι ο κοινός παρονομαστής για την ευημερία του ανθρώπου. Οι αποζημιώσεις είναι το μέσο για την αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και την αντιμετώπιση των λειτουργικών δυσχερειών που επιφέρει ο τραυματισμός (Βλ. Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi, πιο πάνω). Δεν πρέπει, όμως, οι αποζημιώσεις να υπερβαίνουν το μέτρο του κοινωνικά παραδεχτού ή να αφήνεται η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων (Βλ. Μαυροπετρή v. Λουκά
(1995)1 ΑΑΔ 66). Στην υπόθεση Μαυροπετρή v. Λουκά
(1995)1 ΑΑΔ 66 υπογραμμίζεται η σταθερή άνοδος του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων. Παράλληλα τονίζεται ότι σταθερή είναι η αρχή του δικαίου ότι οι αποζημιώσεις δεν πρέπει να υπερβαίνουν το μέτρο του κοινωνικά παραδεχτού. Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία, αλλά την αποκατάσταση. Η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα στην αγόρευσή του παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Παντελής Μεταξάς ν. Χαράλαμπου Ιωάννου, Πολιτική Έφεση 84/07, ημερομηνίας 19.11.10 ως ενδεικτική του ύψους των γενικών αποζημιώσεων που το Δικαστήριο θα πρέπει να επιδικάσει στον Ενάγοντα στην παρούσα αγωγή. Στην πιο πάνω υπόθεση ο ενάγων υπέστη συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος πολύ σοβαρό διάστρεμμα και τραυματική ρήξη των συνδέσμων των αρθρώσεων του καρπού της δεξιάς χειρός, με αποτέλεσμα την διαταραχή της σχέσης του μηνοειδούς και σκαφοειδούς οσταρίου, κάκωση η οποία είχε διαπιστωθεί και από μαγνητική τομογραφία η οποία έγινε έξι περίπου μήνες αργότερα. Ο δεξιός καρπός ακινητοποιήθηκε με γύψο από ιδιώτη ιατρό και αναρτήθηκε σε κρεμαστήρα. Παρακολουθείτο κατά διαστήματα ενώ έγινε αλλαγή του γύψου και του συνεστήθη φαρμακευτική αγωγή και αποφυγή οποιασδήποτε εργασίας. Ενάμιση μήνα μετά τον τραυματισμό ο γύψος αφαιρέθηκε και τοποθετήθηκε επίδεσμος, ενώ ο ενάγων ακολούθησε φυσιοθεραπευτική αγωγή. Λόγω του τραύματος στο δεξιό καρπό η κάμψη είχε μειωθεί σε μεγάλο βαθμό. Η πιθανότητα δημιουργίας μετατραυματικής οστεοαρθρίτιδας δεν αποκλείσθηκε. Τυχόν δε επέμβαση όχι μόνο δεν θα βελτίωνε τη μείωση κάμψης του καρπού, αλλά υπήρχε και η πιθανότητα να την αυξήσει. Ο ενάγων υπέστη, επίσης, διάστρεμμα του αυχένα και θλάση μαλακών μορίων καθώς και σοβαρό διάστρεμμα των ώμων. Κατά το χρόνο της ακρόασης η κινητικότητα του αυχένα ήταν καλή και φυσιολογική. Υπήρχε επίσης πλήρης κινητικότητα της αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης και του ποδός. Έφερε, επίσης, εκδορά αριστερής κνήμης, εκδορά και οίδημα αριστερής ποδοκνημικής και οίδημα και άλγος στη δεξιά πηχιοκαρπική άρθρωση. Ακτινογραφίες που είχαν ληφθεί πριν την ακρόαση έδειξαν οστεοαρθρίτιδα στα δύο οστάρια η οποία όμως βρισκόταν στα αρχικά στάδια, ενώ αναμενόταν ότι σταδιακή επιδείνωση θα ήταν βραδείας εξέλιξης. Η έκταση του καρπού ήταν φυσιολογική και οι στροφικές κινήσεις του αντιβραχίου πλήρεις. Η κινητικότητα των ώμων ήταν επώδυνη μόνο σε ακραίες κινήσεις, ιδιαίτερα, στην απαγωγή, ενώ το εύρος της κάμψης του δεξιού καρπού μειώθηκε κατά το ήμισυ. Ο ενάγων δεν μπορούσε να ασκεί αθλήματα που απαιτούν κάμψη του καρπού πέραν του ήμισυ. Ως προς τη δυνατότητα διεξαγωγής εργασίας ο ενάγων σε παρατεταμένη βαριά χειρωνακτική εργασία θα είχε ενοχλήσεις σε ανεκτό επίπεδο, ενώ σε περιόδους έξαρσης λόγω ιδιαίτερων συνθηκών συνίστατο η λήψη αναλγητικών. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε στον ενάγοντα ποσό Λ.Κ.8.000 ως γενικές αποζημιώσεις επί πλήρους ευθύνης για τον πόνο και την ταλαιπωρία την οποία υπέστη. Το Εφετείο έκρινε το πιο πάνω ποσό χαμηλό και το αύξησε σε Λ.Κ.12.000,00 σεντ. Λέχθηκε ότι ο ενάγων ο οποίος παρουσιάστηκε ως ένας πολύ ενεργητικός και δραστήριος άνθρωπος, σε μια όχι και τόσο μεγάλη ηλικία, υπέστη πόνο και ταλαιπωρία, ενώ αντιμετώπιζε και κάποια δυσκολία κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων του. Κι αυτό παρά την κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι μπορούσε να ασχολείται με αθλήματα στα οποία δεν ήταν απαραίτητη η πλήρης κάμψη του καρπού. Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω ότι οι σωματικές βλάβες που υπέστη ο ενάγων στην πιο πάνω υπόθεση είναι διαφορετικές σε είδος και πολύ πιο σοβαρές από τις σωματικές βλάβες που υπέστη ο Ενάγων στην παρούσα υπόθεση. Με όλο τον σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα δεν θεωρώ πως από την πιο πάνω υπόθεση το Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει καθοδήγηση για το ύψος των γενικών αποζημιώσεων που θα επιδικάσει στην παρούσα υπόθεση. Στην υπόθεση Αρετούλα Μερακλή κ.α. ν. Αυγερινού Ταλιώτη
(1997)1 ΑΑΔ 1148 ο ενάγων συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος υπέστη θλάση του αυχένα και μωλώπισμα του δεξιού ώμου. Η κατάσταση, όμως, είχε επιδεινωθεί και η διάρκεια της αποθεραπείας παρατάθηκε ένεκα προϋπάρχουσων εκφυλιστικών οστεοαρθριτικών αλλοιώσεων του αυχένα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε το ποσό των Λ.Κ.3.500,00 σεντ. Το ποσό αυτό μειώθηκε κατ' έφεση σε Λ.Κ.1.500,00 σεντ. Το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι η αυξητική τάση δεν πρέπει να είναι ανεξέλεγκτη, αλλά πρέπει να περιορίζεται μέσα στα σωστά πλαίσια της λογικής και δίκαιης για όλους τους διαδίκους αποζημίωσης. Στην υπόθεση J. Harmsworth v. Salamis Glory κ.α.
(2003)1 ΑΑΔ 1617 (Συνεκδικαζόμενες Αγωγές Ναυτοδικείου: 79/02, 80/02, 81/02 και 82/02) η ενάγουσα στην αγωγή 81/02 υπέστη διάφορους τραυματισμούς συνεπεία δυστυχήματος που επισυνέβη πάνω σε κρουαζιερόπλοιο. Το δυστύχημα επισυνέβη, όταν ο ανελκυστήρας εντός του οποίου βρισκόταν έπεσε στο κενό. Ένεκα της πτώσης η ενάγουσα υπέστη διάστρεμμα αυχένα και οσφύος, αιμάτωμα αριστερού μηρού και ευαισθησία στην κοιλιακή χώρα κατά την πίεση. Οι κινήσεις του αυχένα και της οσφύος ήταν περιορισμένες και επώδυνες και παρουσίαζε μυϊκό σπασμό. Τοποθετήθηκε αυχενικό κολάρο και της παρασχέθηκαν αναλγητικά και αντιφλεγμονώδη φάρμακα. Μετά την επιστροφή στην πατρίδα της παρακολουθήθηκε από ιατρό και υποβλήθηκε σε φυσιοθεραπεία. Ανέπτυξε μετατραυματικό άγχος και παραπέμφθηκε σε παρακολούθηση. Το Ναυτοδικείο επιδίκασε ως γενικές αποζημιώσεις το ποσό των Λ.Κ.2.500,00 σεντ. Τέλος, στην υπόθεση Στέλιος Δημητρίου ν. Μαρίνα Ιωάννου κ.α.
(2003)1 ΑΑΔ 274 ο εφεσείων συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος υπέστη διάστρεμμα του αυχένα και της οσφυικής μοίρας. Λόγω των τραυματισμών αυτών ταλαιπωρήθηκε για διάστημα 10 εβδομάδων με πόνους, ζάλη, κεφαλαλγία και περιορισμό των κινήσεων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε για τα πιο πάνω τραύματα το ποσό των Λ.Κ.800,00 σεντ. Το εν λόγω ποσό δεν κρίθηκε έκδηλα ανεπαρκές από το Εφετείο. Στην υπό εξέταση περίπτωση κατά την επιδίκαση των γενικών αποζημιώσεων θα ληφθεί υπόψη ότι ο Ενάγων εκτός του ότι αισθανόταν ενοχλήματα στον αυχένα καμία άλλη μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε από τον ίδιο για την μετατραυματική του πορεία. Θα ληφθεί, επίσης, υπόψη ότι ο Ενάγων θα μπορούσε να αποθεραπευθεί και χωρίς ιατρική βοήθεια πράγμα που παραπέμπει στο συμπέρασμα ότι οι τραυματισμοί του δεν ήταν σοβαροί. Στο ίδιο συμπέρασμα παραπέμπουν και τα ακόλουθα: (α) το γεγονός ότι αν και συνεστήθη από τον ιατρό Ανδρέου χρήση φαρμάκων, κρέμας, αυχενικού κολάρου και υποβολή σε φυσιοθεραπεία κανένας ισχυρισμός δεν προβάλλεται με την Έκθεση Απαίτησης προς την κατεύθυνση ότι ο Ενάγων έκανε χρήση φαρμάκων, κρέμας και αυχενικού κολάρου ή ότι υπεβλήθη σε φυσιοθεραπεία και (β) ότι ο Ενάγων εκτός από μια φορά δεν ανέφερε να εξετάσθηκε ξανά για τους τραυματισμούς του από το επίδικο δυστύχημα είτε από τον ιατρό Ανδρέου είτε από οποιονδήποτε άλλο ιατρό. Τέλος, σημειώνεται ότι στις υποθέσεις Ταλιώτη και J. Harmsworth οι τραυματισμοί ήταν, αναμφίβολα, σοβαρότεροι. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι ένα ποσό της τάξης των Ευρώ 2.500,00 σεντ θα ήταν λογικό και δίκαιο για να αποζημιώσει τον Ενάγοντα για τον πόνο και την ταλαιπωρία που αυτός υπέστη συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος. Ως ειδικές αποζημιώσεις επιδικάζω το ποσό των Ευρώ 200,00 σεντ για ιατρικά έξοδα και το ποσό των Ευρώ 85,43 σεντ για την αστυνομική έκθεση, ήτοι το συνολικό ποσό των Ευρώ 285,43 σεντ. Αναφορικά με την επιδίκαση τόκου παρατηρώ τα εξής. Ενώ δεν υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος παρατηρείται μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης. Συγκεκριμένα, ενώ το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 3.10.07 η Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε στις 5.2.09, ήτοι 16 μήνες και πλέον αργότερα χωρίς οποιαδήποτε δικαιολογία να έχει δοθεί γι' αυτό από την πλευρά του Ενάγοντα. Επίσης στις 10.11.09 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση η πλευρά του Ενάγοντα ζήτησε αναβολή για τον λόγο ότι ο Ενάγων βρισκόταν στο εξωτερικό. Το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα και όρισε την υπόθεση για ακρόαση στις 15.6.10, ήτοι 7 μήνες αργότερα. Στις 15.6.10 και πάλι η πλευρά του Ενάγοντα ζήτησε αναβολή για τον λόγο ότι ο Ενάγων βρισκόταν στο εξωτερικό για λόγους υγείας και ο αστυνομικός, προδήλως, ο εξεταστής της υπόθεσης παρά το ότι είχε κλητευθεί ασθενούσε και δεν μπορούσε να παρουσιασθεί στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα και όρισε την υπόθεση ξανά για ακρόαση στις 27.9.10, ήτοι 3 μήνες αργότερα. Στις 5.11.10 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για οδηγίες για σκοπούς έγκρισης προκαταρκτικού συμβιβασμού, ο οποίος, όμως, δεν είχε τύχει της έγκρισης της ασφάλειας της Εναγόμενης, ο δικηγόρος του Ενάγοντα ζήτησε μακρινή ημερομηνία ακρόασης για τον λόγο ότι ο Ενάγων βρισκόταν στο εξωτερικό για θεραπεία και θα επέστρεφε στην Κύπρο την περίοδο του Πάσχα. Το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση εκ νέου για ακρόαση στις 4.4.11, ήτοι μετά πάροδο 5 μηνών. Στις 4.4.11 η υπόθεση αναβλήθηκε για λόγους για τους οποίους κανείς εκ των διαδίκων δεν ευθύνετο, ήτοι λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και ορίσθηκε εκ νέου για ακρόαση στις 12.9.11, ημερομηνία κατά την οποία άρχισε η ακροαματική διαδικασία. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι ο Ενάγων ευθύνεται για καθυστέρηση της τάξης των 31 μηνών. Γι' αυτό θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως επιδικάσω τόκο τόσο επί του επιδικασθέντος ποσού των γενικών αποζημιώσεων όσο και επί του επιδικασθέντος ποσού των ειδικών αποζημιώσεων 31 μήνες μετά το επίδικο δυστύχημα, ήτοι από 9.2.10. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των Ευρώ 2.785,43 σεντ πλέον τόκο προς 5,5% ετησίως επ' αυτού από 9.2.10 μέχρι εξόφλησης πλέον δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στην σχετική κλίμακα και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.