← Κύπρος

CH G EMPORIUM CARS LTD, Αρ. Αίτησης: 75/12, 11/5/2012

CH G EMPORIUM CARS LTD, Αρ. Αίτησης: 75/12, 11/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 75/12 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 23/09/2011, ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΜΟΝΟΜΕΡΟΥΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΥΠ' ΑΡΙΘΜΟ 190/2011 ΠΟΥ ΚΑΤΑΧΩΡΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΜΕΣΟΥ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΔΙΑΤΑΧΘΗΚΕ Η ΚΑΤΑΚΡΑΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ ΜΑΡΚΑΣ RANGE ROVER ΜΕ ΑΡ. ΕΓ. ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ CA 5677CM KAI ANΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 25, 26, 27, 32 ΚΑΙ 170 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΝΟΜΟΥ, ΚΕΦ. 155 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 23, 30, 33, 34 ΚΑΙ 35 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ CH & G EMPORIUM CARS LTD, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΜΕΣΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ Ε.Δ. ΛΕΜΕΣΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 23/9/2011 ΚΑΙ/Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΚΑΙ/Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΟΥ ΕΠΙΔΙΚΟΥ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΤΡΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ CH & G EMPORIUM CARS LTD, Αίτηση ημερομηνίας 20.3.2012 Ημερομηνία:

  1. 5.2012 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Α. Χαραλάμπους για Chrysses Demetriades & Co LLC Για τον καθ' ου η αίτηση: κα Γ. Ιωαννίδου (για ν' ακούσει απόφαση κ. Π. Αβρααμίδης) Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού, με μονομερή αίτησή του ημερομηνίας 23.9.2011 ζήτησε από το δικαστήριο και την ίδια μέρα εξασφάλισε διάταγμα για κατακράτηση από την αστυνομία του αυτοκινήτου μάρκας Range Rover, με αριθμό εγγραφής Βουλγαρίας CA5677CM μέχρι τη συμπλήρωση των αστυνομικών εξετάσεων καθώς και την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτό. Η αίτηση βασιζόταν στα άρθρα 25, 26, 27 και 32 της Ποινικής Δικονομίας και σε γεγονότα τα οποία εκτίθενται στο περιεχόμενο σχετικής ένορκης δήλωσης του αστυφύλακα 1954 Χ. Θεμιστοκλέους, ημερομηνίας 23.9.2011, ο οποίος, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Λαμβάνει μέρος στη διερεύνηση υπόθεσης εισαγωγής από τη Μεγάλη Βρετανία, του παραπάνω κλοπιμαίου οχήματος, αδίκημα που διαπράχθηκε στις 21.9.2011 στη Λεμεσό. Συγκεκριμένα, στις 21.9.2011, στα πλαίσια συντονισμένης επιχείρησης για τον εντοπισμό εισαγόμενων κλοπιμαίων οχημάτων, μέλη του ΤΑΕ Λεμεσού και του ΤΑΕ Αρχηγείου, σε συνεργασία με μέλη του τελωνείου Λεμεσού διενήργησαν έρευνα σε δυο αποθήκες αποταμίευσης του τελωνείου Λεμεσού καθώς και στο οχηματαγωγό πλοίο «ΝΟΤΟΣ» το οποίο κατέπλευσε στο λιμάνι Λεμεσού από το λιμάνι Πειραιά στις 14:
  2. Κατά την έρευνα στο πλοίο διαπιστώθηκε μέσω της Interpol ότι το προαναφερθέν όχημα, στις 27.7.2011 καταγγέλθηκε στη Μεγάλη Βρετανία ως κλοπιμαίο. Προέκυψε από τις εξετάσεις που ακολούθησαν, ότι, εισαγωγέας του είναι ο Ανδρέας Αντωνίου από τη Λεμεσό, ιδιοκτήτης της εταιρείας Emporium Cars Ltd, με έδρα τη Λεμεσό. Η κατακράτηση του επίδικου οχήματος, το οποίο στο μεταξύ μεταφέρθηκε σε αποθηκευτικό χώρο του τελωνείου Λεμεσού ζητήθηκε επειδή δεν είχαν συμπληρωθεί οι εξετάσεις για την υπόθεση, μέχρι τη συμπλήρωσή τους καθώς και την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτό. Επισημαίνεται ότι η συνάδελφος που εξέδωσε το σχετικό διάταγμα διέταξε την επίδοσή του εντός δυο ημερών από τη μέρα έκδοσής του. Στις 20.3.2012, η εταιρεία CH & G EMPORIUM CARS LTD (στο εξής «οι αιτητές») καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά τα ακόλουθα: «Α. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Καθ' ου η Αίτηση να επιστρέψει την κατοχή και/ή παραδώσει το πιο πάνω αυτοκίνητο στην Αιτήτρια ως την νόμιμη ιδιοκτήτρια και/ή δικαιούχο και/ή κάτοχο του και/ή Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με βάση το οποίο να ακυρώνεται το διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 23/9/2011 που εκδόθηκε μονομερώς στην αίτηση με αριθμό 190/2011 και/ή Γ. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθή. Δ. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης.» Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 2, 25, 26, 27, 32, 32Α, και 170 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, στο άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 23, 30, 33, 34 και 35 του Συντάγματος, στις αρχές φυσικής δικαιοσύνης και επιείκειας καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στηρίζεται σε γεγονότα τα οποία εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Ανδρέα Αντωνίου από τη Λεμεσό - ιδιοκτήτη και διευθυντή των αιτητών. Συνάγεται από την εν λόγω ένορκη δήλωση, ότι, οι αιτητές καταχώρησαν ανάλογη αίτηση και στις 6.10.2011 (αίτηση 190/11) την οποία όμως, όπως ισχυρίζονται στις 31.10.2011 απέσυραν, επειδή, την περίοδο εκείνη, το τελωνείο Λεμεσού τους επέστρεψε το επίδικο όχημα ώστε να φυλαχθεί εντός της αποθήκης αποταμίευσης (bonded), ιδιοκτησίας τους, οπότε είχαν την εντύπωση, ότι η αστυνομία δεν ενδιαφερόταν πλέον για τη συνέχιση της κατακράτησής του και το μόνο πράγμα που εκκρεμούσε ήταν το θέμα της εκτελώνισής του μέσω του τελωνείου. Ωστόσο, όταν επιχείρησαν να το εκτελωνίσουν, αφού στο μεταξύ το είχαν πωλήσει σε πελάτες τους, το τελωνείο Λεμεσού τους πληροφόρησε ότι απαγορεύεται οποιαδήποτε μετακίνησή του από την αποθήκη αποταμίευσης, επειδή υπάρχουν στοιχεία ότι αυτό είναι κλοπιμαίο και οι ιδιοκτήτες του προτίθενται να το διεκδικήσουν. Ακολούθησε ανταλλαγή σχετικής αλληλογραφίας, μεταξύ των δικηγόρων των αιτητών και του τελωνείου, με τους πρώτους να ζητούν άρση της παραπάνω απαγόρευσης προκειμένου να εκτελωνίσουν το επίδικο όχημα «.για οποιοδήποτε νόμιμο σκοπό.» όπως αναφέρεται καταληκτικά, στην επιστολή του εκ των δικηγόρων τους, Ανδρέα Χαραλάμπους, ημερομηνίας 18.11.2011 (βλ. το τεκμήριο 3, η επιστολή). Με επιστολή του προς τους αιτητές (βλ. το τεκμήριο 7), ημερομηνίας 7.3.2012, ο Ανδρέας Χατζηιωάννου, Ανώτερος Τελωνειακός Λειτουργός τους πληροφορεί ότι το επίδικο όχημα καθώς και ακόμη ένα δεν μπορούν επί του παρόντος να εκτελωνιστούν, παρά μόνο αφού αποδεσμευτούν από την αστυνομία και/ή τη Γενική Εισαγγελία. Ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών, ότι, ο χρόνος των έξι περίπου μηνών που πέρασε - πέραν των λόγων που αναφέρει στην ένορκη του δήλωση, στην οποία εκτίθενται τα γεγονότα, επί των οποίων βασίζεται η πρώτη αίτηση, η οποία έχει αποσυρθεί - είναι τόσο υπερβολικός που δε δικαιολογεί την περαιτέρω κράτηση του επίδικου οχήματος, αφού, ο σκοπός για τον οποίο εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα κατακράτησής του έχει εκλείψει εντελώς. Αυτός είναι και ο λόγος που η αστυνομία παρέδωσε το επίδικο όχημα στο τελωνείο Λεμεσού, από το Νοέμβριο του
  3. Ισχυρίζεται ακόμη, ότι, ουδεμία υπόθεση καταχωρήθηκε μέχρι σήμερα (20.3.2012) εναντίον των αιτητών και ο χρόνος που μεσολάβησε μόνο ζημιά προκαλεί πλέον στα συμφέροντά τους, γεγονός το οποίο αποτελεί και το λόγο που στις 12.3.2012 καταχώρησαν εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα την αγωγή 1067/12 (βλ. το τεκμήριο 8) - με την οποία, μεταξύ άλλων αξιώνουν αποζημιώσεις για ζημιές, απώλειες και έξοδα που υπέστησαν, συνεπεία της παράνομης κατακράτησης του επίδικου οχήματος -. Επειδή τα γεγονότα που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση συμπλέκονται με αυτά που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Ανδρέα Αντωνίου, επί των οποίων βασίζεται η πρώτη αίτηση των αιτητών, ημερομηνίας 6.10.2011 (βλ. το τεκμήριο 1), με την οποία ζητούσαν την έκδοση των ίδιων διαταγμάτων με αυτά που ζητούν και στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης θεωρώ σκόπιμο και αναγκαίο να παραθέσω μερικούς από τους ισχυρισμούς του Ανδρέα Αντωνίου, από την εν λόγω ένορκη δήλωση. Ειδικότερα: Στις 21.9.2011 πληροφορήθηκε από την αστυνομία ότι το επίδικο όχημα είχε κατασχεθεί μετά από έρευνα που έγινε στο εμπορευματοκιβώτιο του πλοίου «ΝΟΤΟΣ», επειδή υπήρχε καταγγελία ότι αυτό ήταν κλοπιμαίο στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ενημερώθηκε ακόμη από κάποιο Δημήτρη Παναγιώτου, ότι η αστυνομία έλαβε στην κατοχή της και τα εκτελωνιστικά έγγραφα του οχήματος. Την επομένη, 22.9.2011 κλήθηκε από την αστυνομία να παρουσιαστεί στο ΤΑΕ για να δώσει τα στοιχεία που είχε στην κατοχή του, ως διευθυντής του εισαγωγέα του οχήματος που είναι οι αιτητές. Κατά την επίσκεψή του στο ΤΑΕ έδωσε στον εξεταστή της υπόθεσης όσα στοιχεία του ζητήθηκαν από τα οποία προκύπτει ότι οι αιτητές είναι νόμιμοι ιδιοκτήτες του οχήματος. Την επομένη, 23.9.2011, προς μεγάλη του έκπληξη, δικαστικός επιδότης του επέδωσε το επίδικο διάταγμα, μαζί με τη σχετική μονομερή αίτηση και τη επισυνημμένη σ' αυτή ένορκη δήλωση. Ισχυρίζεται ακόμη ο ενόρκως δηλών, ότι, όταν κλήθηκε και πήγε στο ΤΑΕ Λεμεσού στις 22.9.2011, ούτε ενημερώθηκε για την πρόθεση της αστυνομίας να ζητήσει διάταγμα κατακράτησης του επίδικου οχήματος μα ούτε και ανακρίθηκε από τον εξεταστή. Είχε όμως αντιδράσει έντονα, τόσο στην έρευνα όσο και στην κατάσχεση του επίδικου οχήματος και ζητούσε συνεχώς εξηγήσεις από τον εξεταστή, για ποιους λόγους έγινε η κατάσχεση, αλλά, ο εξεταστής δεν μπορούσε να το βοηθήσει. Για λόγους που αναφέρει στη συνέχεια, επικαλούμενος και σχετική ενημέρωση του δικηγόρου του ισχυρίζεται ότι, πρώτο, η παραπονούμενη εταιρεία υπόβαλε παράπονο ότι κλάπηκε δήθεν το επίδικο όχημα, προφανώς για να ζητήσει αποζημίωση από ασφαλιστική εταιρεία και δεύτερο, ακόμη κι αν η εταιρεία από την οποία αγόρασαν οι αιτητές το επίδικο όχημα δεν ξόφλησε πλήρως την άλλη εταιρεία από την οποία το αγόρασε εκείνη, δε στοιχειοθετείται το ποινικό αδίκημα της κλοπής, αλλά, «.μόνο το αστικό αδίκημα της παράβασης συμφωνίας.» για το οποίο και θα έπρεπε να εγερθεί πολιτική αγωγή από τους τελευταίους εναντίον των πρώτων. Εν πάση περιπτώσει, οι αιτητές, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήσαν καλή τη πίστη αγοραστές του επίδικου οχήματος. Όλα τα παραπάνω συνηγορούσαν στη μη έκδοση του επίδικου διατάγματος, ωστόσο, η αστυνομία, χωρίς να διερευνήσει επαρκώς την υπόθεση, το εξασφάλισε αδικαιολόγητα και παράνομα, χωρίς να θέσει τα παραπάνω στοιχεία ενώπιον του δικαστηρίου, ουσιαστικά ξεγελώντας το. Ισχυρίζεται ακόμη ο Ανδρέας Αντωνίου, ότι, οι αστυνομικές αρχές, πρώτο, όφειλαν να τον ενημερώσουν για την πρόθεσή τους να καταχωρήσουν την αίτηση, στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα ή έστω να του επέδιδαν την αίτηση για να του δοθεί το δικαίωμα να ενστεί και δεύτερο, σκόπιμα επέλεξαν να μη λάβει γνώση της εκκρεμούσας διαδικασίας, ενώ γνώριζαν καλά πως είχε αντιδράσει, ώστε να παρουσιαστούν στο δικαστήριο και να προβάλουν ελλιπείς ισχυρισμούς, ενώ ταυτόχρονα δεν αποκάλυψαν σημαντικά στοιχεία, έγγραφα και γεγονότα, που αν το έπρατταν, αυτά θα επηρέαζαν την κρίση του δικαστηρίου. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η αστυνομία δεν εξασφάλισε εκ των προτέρων ένταλμα έρευνας του πλοίου «ΝΟΤΟΣ», βάσει του άρθρου 27 της Ποινικής Δικονομίας, ώστε να νομιμοποιείται η κατάσχεση και η επακόλουθη κατακράτηση του επίδικου οχήματος που διέταξε το δικαστήριο με την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Όλα τα παραπάνω στοιχεία και ιδιαίτερα το γεγονός ότι η έρευνα στο πλοίο «ΝΟΤΟΣ» έγινε χωρίς ένταλμα συνιστούν μη αποκάλυψη ουσιωδών στοιχείων, αφού, εάν αποκαλύπτονταν ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε το διάταγμα βάσει μονομερούς αίτησης, πολύ πιθανόν να μην το εξέδιδε ή τουλάχιστον θα διέτασσε όπως προηγουμένως επιδοθεί η αίτηση στους αιτητές, για να τους δοθεί το δικαίωμα να ενστούν. Επομένως, το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Τέλος ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών, ότι, η μη αποκάλυψη από την αστυνομία όλων των στοιχείων και γεγονότων που παραθέτει ο ίδιος, σε συνδυασμό με τη μη επαρκή αποκάλυψη ουσιωδών στοιχείων και εγγράφων, από μόνη της αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας σε σχέση με την κατάσχεση και κατακράτηση αντικειμένων. Μολονότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε ως μονομερής, για λόγους που αναφέρονται στο σχετικό πρακτικό, ημερομηνίας 21.3.2012 διέταξα την επίδοσή της. Έτσι, στις 6.4.2012, ο Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού καταχώρησε την ακόλουθη ένσταση: «Ο καθ' ου η αίτηση φέρει ένσταση στο να επιστραφεί το επίδικο αυτοκίνητο στους αιτητές και ζητεί όπως το Σεβαστό Δικαστήριο εκδώσει: Α. Διάταγμα του δικαστηρίου όπως μη επιστραφεί το αυτοκίνητο στους αιτητές. Β. Οιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθή και/ή διάταγμα ως η ένορκη δήλωση του Α/Αστ. 556 Α. Αποστόλου.» Η νομική βάση της ένστασης είναι η ίδια με τη νομική βάση της αίτησης, ενώ, τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του αρχιαστυφύλακα 556 Α. Αποστόλου, ημερομηνίας 6.4.2012, ο οποίος αναφέρει τα εξής: Διερευνά υπόθεση εισαγωγής από τη Μεγάλη Βρετανία του κλοπιμαίου επίδικου οχήματος. Ακολούθως αναφέρεται σε όσα προηγήθηκαν μέχρι και την έκδοση του επίδικου διατάγματος στις 23.9.2011 καθώς και σ' αυτά που ακολούθησαν σε επίπεδο αστυνομικών εξετάσεων, τα οποία κατατείνουν σε συμπέρασμα, ότι η αστυνομία δέχεται τη θέση της Interpol Σόφιας και Λονδίνου, ότι το επίδικο όχημα είναι κλοπιμαίο. Εξού και όσα ο μάρτυρας αναφέρει στη συνέχεια, τα οποία θεωρώ καταλυτικής σημασίας για την τύχη της υπό κρίση αίτησης, οπότε, το σχετικό μέρος παρατίθεται αυτούσιο: «Μετά την πιο πάνω εξέλιξη ο φάκελος διαβιβάστηκε στην Νομική Υπηρεσία για μελέτη και οδηγίες και στις 14/02/2012 ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας έδωσε οδηγίες όπως ο νόμιμος ιδιοκτήτης του οχήματος ενημερωθεί σχετικά για να διεκδικήσει μέσω Αστικών Αγωγών το όχημα του εντός 3 μηνών, από την ημέρα που θα λάβει γνώσει. Όσον αφορά το όχημα να παραμείνει στην κατοχή του Τμήματος Τελωνείου. Με την λήψη των οδηγιών του Γενικού Εισαγγελέα ενημερώθηκε σχετικά η Ιντερπόλ Λονδίνου για τις οδηγίες και στις 09/03/2012 η Αστυνομία έλαβε απάντηση ότι το αυτοκίνητο ανήκει στην εταιρεία AVIVA INSURANCE LTD η οποία ενημερώθηκε σχετικά και ξεκίνησε την διαδικασία διεκδίκησης του οχήματος και επιστροφή του με τις ανάλογες νομικές διαδικασίες στο πλαίσιο των τριών μηνών όπως καθορίστηκε. (Αντίγραφο μηνύματος από Ιντερπόλ Λευκωσίας προς Ιντερπόλ Λονδίνου επισυνάπτεται ως Παράρτημα ΣΤ). Ενόψει των πιο πάνω από τις ενέργειες που έγιναν φαίνεται ότι το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μέχρι σήμερα από την ημέρα κράτησης του τεκμηρίου έχει αξιοποιηθεί στο μέγιστο για διαλεύκανση της υπόθεσης και ως εκ τούτου η Αστυνομία φέρει ένσταση στο να παραχωρηθεί το όχημα στον Ανδρέα Αντωνίου και ζητά από το δικαστήριο να παρατείνει το διάταγμα κράτησης του τεκμηρίου για τους επόμενους τρεις μήνες αρχομένης από τις 09/03/2012 που ενημερώθηκε ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου για να του δοθεί χρόνος να παρουσιάσει τα πραγματικά στοιχεία που καταδεικνύουν την ιδιοκτησία του και να το διεκδικήσει νόμιμα στα Κυπριακά δικαστήρια. Ως εκ τούτου ζητώ όπως το δικαστήριο απορρίψει την αίτηση των αιτητών με ημερομηνία 20/03/2012 και εκδοθεί διάταγμα ως η παρούσα αίτηση της Αστυνομίας καθότι είναι λογικό, φρόνιμο και δίκαιο όπως το επίδικο αυτοκίνητο επιστραφεί στον νόμιμο δικαιούχο στην Αγγλία όπου του το έχουν κλέψει.» Οι λόγοι για τους οποίους ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών, με τη γραπτή του αγόρευση ζητά την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι οι εξής: Η αστυνομία: Πρώτο, απέκρυψε από το δικαστήριο που εξέδωσε το επίδικο διάταγμα στη βάση μονομερούς αίτησης, ότι το επίδικο όχημα δεν κατασχέθηκε δυνάμει εντάλματος έρευνας, γεγονός το οποίο αποτελεί ρητή προϋπόθεση του άρθρου 32

(1)της Ποινικής Δικονομίας. Δεύτερο, δεν ενημέρωσε εκ των προτέρων τους αιτητές ότι θα καταχωρούσε την αίτηση 190/11 - στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα - για να τους δοθεί το δικαίωμα να ακουστούν. Τρίτο, δεν αποκάλυψε στο δικαστήριο, ότι οι αιτητές έδωσαν πλήρη στοιχεία και εξηγήσεις για την αγορά του συγκεκριμένου οχήματος, σε βαθμό που δεν μπορούσε να στοιχειοθετηθεί εναντίον τους το αδίκημα, έστω της κλεπταποδοχής. Τέταρτο, εδώ και έξι μήνες δεν καταχώρησε ποινική υπόθεση εναντίον οποιουδήποτε και συνεπώς, ο χρόνος που μεσολάβησε έχει εκμηδενίσει την αναγκαιότητα περαιτέρω κράτησης του οχήματος. Πέμπτο, σε συνέχεια του προηγούμενου, δεν μπορεί χωρίς να κάνει οποιαδήποτε ενέργεια ουσίας μετά την έκδοση του επίδικου διατάγματος, με αφορμή την καταχώρηση της παρούσας αίτησης να ζητά διάταγμα παράτασης της κατακράτησης του οχήματος, χωρίς να προβάλλει κανένα λόγο. Αυτό που ζητά είναι καταχρηστικό. Έκτο, δεν έχει απαντήσει στους ισχυρισμούς των αιτητών μα ούτε και αμφισβητεί τα γεγονότα που αυτοί επικαλούνται ή τους λόγους στους οποίους βασίζεται η αίτηση, επομένως, θα πρέπει να θεωρήσω πως δεν υπάρχει ένσταση. Έβδομο, το γεγονός ότι στο πλαίσιο της ένστασης καταχώρησε εντελώς ξεχωριστή και ανεξάρτητη αίτηση, με την οποία ζητά ανανέωση της κράτησης του επίδικου οχήματος, διαδικαστικά είναι λανθασμένο και, με δεδομένο ότι δεν αμφισβήτησε τα γεγονότα της αίτησης θα πρέπει να θεωρήσω ότι τα αποδέχθηκε. Ουσιαστικά, κανένας λόγος ένστασης εγείρεται εκ μέρους της. Με τη σειρά της, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος του καθ' ου η αίτηση, με τη δική της γραπτή αγόρευση, μεταξύ άλλων ισχυρίζεται τα εξής: Πρώτο, η αστυνομία δεν αποδέχεται τους ισχυρισμούς των αιτητών και το ίδιο ισχύει και για τους ισχυρισμούς του δικηγόρου τους, σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής του αγόρευσης. Δεύτερο, το επίδικο διάταγμα διέτασσε την κατακράτηση του επίδικου οχήματος μέχρι τη συμπλήρωση των αστυνομικών εξετάσεων, οι οποίες δεν έχουν ακόμη συμπληρωθεί. Τρίτο, κατά τη διενέργεια των εν λόγω εξετάσεων διαπιστώθηκε από την αστυνομία ότι το επίδικο όχημα είναι κλοπιμαίο. Προς τούτο ενημερώθηκαν οι ιδιοκτήτες του που είναι από το εξωτερικό και προωθείται από αυτούς σε συνεργασία με τις κυπριακές αρχές, η διαδικασία διεκδίκησής του σε χρονικό διάστημα τριών μηνών από τις 9.3.2012 που έλαβαν γνώση. Τέταρτο, οι ισχυρισμοί των παραγράφων 2 και 3 της γραπτής αγόρευσης του δικηγόρου των αιτητών δεν αναφέρονται στην υπό κρίση αίτηση καθώς και στην επισυνημμένη σ' αυτή ένορκη δήλωση, οπότε και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Πέμπτο, ο διευθυντής των αιτητών, στις 22.9.2011 - πριν από την έκδοση του επίδικου διατάγματος - ενημερώθηκε από την αστυνομία για την πρόθεσή της να ζητήσει διάταγμα κατακράτησης του επίδικου οχήματος. Έκτο, η πορεία και το αποτέλεσμα των υποθέσεων ενώπιον άλλων δικαστηρίων στις οποίες με παρέπεμψαν οι αιτητές δε με δεσμεύουν, αφού, οι σχετικές αποφάσεις εκδόθηκαν στο πλαίσιο άσκησης πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας. Έβδομο, δεν είναι ορθό και δίκαιο να επιστραφεί το κλοπιμαίο επίδικο αυτοκίνητο στους αιτητές, επειδή, σε τέτοια περίπτωση, στα πλαίσια των ενεργειών και εξετάσεων που γίνονται, οι νόμιμοι ιδιοκτήτες του δεν θα μπορούν να το παραλάβουν από τις κυπριακές αρχές, αφού αν αυτό επιστραφεί στους αιτητές που δεν το δικαιούνται ενδέχεται να εγγραφεί και πωληθεί παράνομα σε άλλα καλόπιστα πρόσωπα. Για όλους τους παραπάνω λόγους μου ζητείται να απορρίψω την αίτηση και να διατάξω όπως το επίδικο διάταγμα παραμένει σε ισχύ όπως προνοείται σ' αυτό. Η εξουσία του δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος κατακράτησης αντικειμένων που κατασχέθηκαν κατά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας προβλέπεται στο άρθρο 32 της Ποινικής Δικονομίας, το οποίο προνοεί τα εξής: «32
(1)Όταν, κατά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας, κατασχεθεί οτιδήποτε και προσκομιστεί ενώπιον Δικαστή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 27, το πράγμα αυτό, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)του άρθρου αυτού, δύναται να κατακρατηθεί από τέτοιο πρόσωπο ως ο Δικαστής ήθελε ορίσει, λαμβανομένης πάντοτε εύλογης φροντίδας για τη διατήρηση του μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτό.
(2)Όταν οτιδήποτε που κατασχέθηκε δυνάμει εντάλματος έρευνας και προσκομίστηκε ενώπιον Δικαστή υπόκειται σε φθορά ή είναι επιβλαβές, το πράγμα αυτό δύναται αμέσως να διατεθεί με τέτοιο τρόπο όπως ο Δικαστής ήθελε ορίσει.
(3)Αν ο Δικαστής είναι της γνώμης ότι οτιδήποτε που κατασχέθηκε δυνάμει εντάλματος έρευνας δεν απαιτείται πλέον για οποιαδήποτε ποινική διαδικασία, τότε εκτός αν εξουσιοδοτείται ή υποχρεώνεται από αυτόν ή οποιοδήποτε άλλο Νόμο να διαθέσει αυτό διαφορετικά, διατάσσει - (α) όπως το πράγμα ή οποιοδήποτε μέρος του επιστραφεί στο πρόσωπο το οποίο φαίνεται στο Δικαστή ότι έχει δικαίωμα σε αυτό και, αν το εν λόγω πρόσωπο είναι ο κατηγορούμενος, όπως επιστραφεί στον ίδιο ή σε τέτοιο άλλο πρόσωπο ως ο κατηγορούμενος ήθελε ορίσει. ή (β) όπως το πράγμα αυτό, αν ανήκει στον κατηγορούμενο, ή μέρος αυτού, χρησιμοποιηθεί για την πληρωμή οποιωνδήποτε εξόδων ή αποζημιώσεων τα οποία ο κατηγορούμενος διατάχτηκε να πληρώσει.» Ότι πρόκειται για πολιτική διαδικασία η υπό αναφορά διασαφηνίζεται στην εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για καταχώρηση αίτησής για ένταλμα της φύσης certiorari, Πολιτική Αίτηση 90/09, ημερομηνίας 16.2.
  1. Με την ίδια απόφαση, με την οποία συμφωνώ αναγνωρίζεται η δικαιοδοσία στο παρόν δικαστήριο να ακυρώσει διάταγμα κατακράτησης τεκμηρίων. Επί του προκειμένου, όχι μόνο δεν υπάρχει περί αντιθέτου ισχυρισμός, αλλά, αντίθετα φαίνεται να αποτελεί και κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών ότι πρόκειται για πολιτική διαδικασία η ακολουθητέα κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 32, ανωτέρω. Προς τούτο παραπέμπω στον τύπο που χρησιμοποίησαν οι αιτητές για σκοπούς καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης καθώς και ο καθ' ου η αίτηση για σκοπούς καταχώρησης της ένστασής του, η οποία όμως διαπιστώνω πως είναι παράτυπη στα εξής σημεία: Κατά παράβαση της Δ.48 Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι, τηρουμένων των αναλογιών τυγχάνουν εφαρμογής, πρώτο, υποβάλλεται υπό μορφή ένστασης και όχι ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης, σύμφωνα με το σχετικό τύπο 47, δεύτερο, δεν προκύπτει ότι ο καθ' ου η αίτηση φέρει ένσταση στο αίτημα ακύρωσης του επίδικου διατάγματος, τρίτο, περικλείει αυτοτελές αίτημα μη επιστροφής του επίδικου οχήματος στους αιτητές και τέταρτο, δεν περικλείει κανένα λόγο ένστασης. Επιπλέον, ο ενόρκως δηλών για τον καθ' ου η αίτηση, με την προτελευταία παράγραφο της δήλωσής του υποβάλλει εντελώς ανεξάρτητο αίτημα για παράταση του επίδικου διατάγματος, για περίοδο τριών μηνών από τις 9.3.
  2. Αναφορικά με την πρώτη, δεύτερη και τέταρτη παρατυπία δε θεωρώ πως είναι ουσιαστικής μορφής, σε βαθμό που να έχουν επιπτώσεις επί της ένστασης, όχι μόνο εξαιτίας της φύσης τους, αλλά και για τον επιπλέον λόγο, ότι, παρά την ύπαρξή τους, ουδεμία αντίδραση υπήρξε εκ μέρους των αιτητών μετά την καταχώρηση της ένστασης. Οι αιτητές θεωρώ πως όφειλαν να καταχωρήσουν αίτηση παραμερισμού της ένστασης. Υπάρχει όμως και εκ μέρους μου κώλυμα να αγνοήσω την ένσταση, επειδή, παρά το παράτυπό της άφησα την υπόθεση να προχωρήσει σε ακρόαση (βλ. τηρουμένων των αναλογιών την Καραμπέλα v. Αντωνίου
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 718). Εν πάση περιπτώσει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση εκτίθενται ισχυρισμοί γεγονότων που συνδέονται με την ένσταση, οπότε αυτή μπορεί και πρέπει να εξεταστεί εκλαμβάνοντας ως λόγους της, ό,τι μπορεί να θεωρηθεί ως λόγος ένστασης, με βάθρο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Υπό αυτή την έννοια, η θέση των αιτητών ότι θα πρέπει να θεωρήσω πως δεν υπάρχει καμία ένσταση ενώπιόν μου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Εκείνο που σε καμιά περίπτωση μπορεί να γίνει αποδεκτό και κατά συνέπεια απορρίπτεται είναι η έκδοση των δυο διαταγμάτων που ζητά ο καθ' ου η αίτηση, το ένα με την ένσταση και το άλλο με την επισυνημμένη σ' αυτή ένορκη δήλωση. Ο πρώτος λόγος έγκειται στο γεγονός, ότι, η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης σε αίτηση, δεν υπέχει θέση υπεράσπισης σε αγωγή, η οποία μπορεί να περικλείει και ανταπαίτηση. Υπάρχουν όμως και άλλοι - σοβαρότεροι λόγοι για τους οποίους δεν μπορώ να εκδώσω οποιοδήποτε διάταγμα προς όφελος του καθ' ου η αίτηση, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, στους οποίους θα αναφερθώ σε κατοπινό στάδιο. Δε θα συμφωνήσω με τους αιτητές, ότι η αστυνομία απέκρυψε από το δικαστήριο που εξέδωσε το επίδικο διάταγμα, ότι το επίδικο όχημα δεν κατασχέθηκε δυνάμει εντάλματος έρευνας. Έχω δικαστική γνώση, ότι, η αστυνομία, όταν, απευθυνόμενη στο δικαστήριο, στα πλαίσια οποιασδήποτε διαδικασίας αναφέρεται στη διεξαγωγή έρευνας δηλώνει ότι αυτή έγινε είτε δυνάμει σχετικού δικαστικού εντάλματος είτε κατόπιν συγκατάθεσης του κατόχου ή υπεύθυνου του τόπου στον οποίο γίνεται η έρευνα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αστυφύλακας 1954 Χ. Θεμιστοκλέους που προέβη στη σχετική ένορκη δήλωση, επί της οποίας βασίζεται η αίτηση, στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα, σε δυο περιπτώσεις αναφέρεται απλώς σε έρευνα που διενεργήθηκε στο πλοίο «ΝΟΤΟΣ», χωρίς να διευκρινίζει κατά πόσο αυτή έγινε δυνάμει οποιουδήποτε από τους δυο παραπάνω τρόπους. Και η συνάδελφος που εξέδωσε το σχετικό διάταγμα, προφανώς δεν μπορεί να μην είχε προσέξει την απουσία της παραπάνω διευκρίνισης. Επομένως, όχι μόνο δεν τίθεται θέμα απόκρυψης, αλλά, σε περίπτωση που προχωρούσα σε ακύρωση του διατάγματος γι' αυτό το λόγο είναι ως εάν να λειτουργούσα ως εφετείο έναντι του δικαστηρίου που το εξέδωσε. Μολονότι ο ισχυρισμός της ευπαίδευτης εκπροσώπου του καθ' ου η αίτηση, ότι η αστυνομία, στις 22.9.2011 ενημέρωσε το διευθυντή των αιτητών, για την πρόθεσή της να ζητήσει την έκδοση του επίδικου διατάγματος, δεν τεκμηριώνεται με την προσκομισθείσα μαρτυρία, εντούτοις, αυτή η παράλειψη της αστυνομίας, δεν μπορεί να αποτελεί άνευ άλλου λόγο ακύρωσης του διατάγματος. Η αστυνομία δεν υπέχει υποχρέωσης, είτε να ενημερώνει οποιοδήποτε επηρεαζόμενο, για την πρόθεσή της να καταχωρήσει αίτηση δυνάμει του άρθρου 32 της Ποινικής Δικονομίας είτε ακόμη να του επιδώσει τέτοια αίτηση. Το δεύτερο, λόγω των περιπλοκών και αδιεξόδων στη λειτουργία της Ποινικής Δικονομίας, εφόσον θα ετίθετο θέμα επίδοσης πριν από την άσκηση εξουσίας, κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 32 (βλ. Παντελίδης v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 84). Η περίπτωση όπου ένα πρόσωπο ζητά από την αστυνομία να το πληροφορήσει πότε θα αποταθεί στο δικαστήριο για να ζητήσει διάταγμα κατακράτησης τεκμηρίων, επειδή θέλει να παρουσιαστεί και αυτό για ν' ακουστεί και ενώ η αστυνομία δεν ικανοποιεί το αίτημά του δεν αποκαλύπτεται το εν λόγω γεγονός στο δικαστήριο που επιλαμβάνεται μονομερούς αίτησης, οπότε, σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος στη βάση της, παρέχεται εξουσία ακύρωσης του διατάγματος, ουσιαστικά, λόγω απόκρυψης ή μη αποκάλυψης ουσιώδους γεγονότος είναι εντελώς διαφορετική. Όταν η αστυνομία αποτάθηκε στο δικαστήριο είχε στην κατοχή της επαρκή στοιχεία, τα οποία, εξ αντικειμένου στοιχειοθετούσαν το εύλογο των υπονοιών ότι το επίδικο όχημα είναι κλοπιμαίο, οπότε, όσα στοιχεία και να παρουσίασαν οι αιτητές ή εξηγήσεις και να έδωσαν στην αστυνομία για την αγορά του οχήματος, σε βαθμό που, όπως ισχυρίζονται δεν μπορούσε να στοιχειοθετηθεί εναντίον τους, έστω το αδίκημα της κλεπταποδοχής δεν μπορούσαν να έχουν οποιαδήποτε επίδραση στην κρίση του δικαστηρίου που εξέδωσε το διάταγμα, ακόμη κι αν αυτά ετίθεντο ενώπιόν του κατά την εξέταση της σχετικής αίτησης. Η αστυνομία ζήτησε την περαιτέρω κράτηση του επίδικου οχήματος, δυο μόλις μέρες μετά την κατάσχεσή του από το πλοίο «ΝΟΤΟΣ», μέχρι και τη συμπλήρωση των αστυνομικών εξετάσεων καθώς και την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτό. Εν πάση περιπτώσει, το δικαστήριο εξέδωσε το διάταγμα και για τους δυο σκοπούς για τους οποίους αυτό ζητήθηκε και ασφαλώς, δικαιοδοτικά, δεν μπορούσε να αποφανθεί οριστικά σε εκείνο το στάδιο, είτε για τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος είτε για την ενοχή κάποιου σ' αυτό. Τέλος, η αστυνομία διερευνούσε τότε υπόθεση εισαγωγής από το εξωτερικό του κλοπιμαίου επίδικου οχήματος, οπότε, δεν έχει θέση ο ισχυρισμός των αιτητών, ότι στη βάση των στοιχείων και εξηγήσεων που έδωσαν στην αστυνομία δεν μπορούσε να στοιχειοθετηθεί εναντίον τους το αδίκημα της κλεπταποδοχής. Οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι επί των οποίων βασίζεται η αίτηση, σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου των αιτητών είναι βάσιμοι. Οι σχετικές διατάξεις που αφορούν την κατάσχεση και κράτηση αντικειμένου για ανακριτικούς και αποδεικτικούς σκοπούς έτυχαν εκτεταμένης ανάλυσης στην υπόθεση Concrete Mix Ltd v. Aστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 360, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Το άρθρο 32
(3)του νόμου αποτελεί τμήμα των διατάξεων της ποινικής δικονομίας που διέπουν και ρυθμίζουν την κατάσχεση αντικειμένων για τους σκοπούς των αστυνομικών ανακρίσεων, και την προσαγωγή τους ως μαρτυρία σε ποινική δίκη. Οι διατάξεις που αφορούν την κατάσχεση και κράτηση αντικειμένων (για ανακριτικούς και αποδεικτικούς σκοπούς) είναι ταξινομημένες με χρονολογική σειρά η οποία αντανακλά τα τρία ξεχωριστά στάδια που οριοθετούνται και ρυθμίζονται από το νόμο. Το άρθρο 27 διέπει την εξουσία για την κατάσχεση αντικειμένων. Αυτά μπορεί να κατασχεθούν κατά την εκτέλεση εντάλματος ερεύνης εφόσο η εξέτασή τους κρίνεται αναγκαία για τους σκοπούς της αστυνομικής έρευνας. Η κατάσχεση αντικειμένου βάσει του άρθρ. 27, παρέχει μόνο περιορισμένο δικαίωμα κράτησης μέχρι την παρουσίασή του, το συντομότερο δυνατό, ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 32
(1)του νόμου. Κριτής της αναγκαιότητας της περαιτέρω κράτησης του αντικειμένου για τους σκοπούς των ανακρίσεων και μελλοντικής ποινικής διαδικασίας, είναι το Δικαστήριο. Οι πρόνοιες του άρθρ. 32
(1)παρέχουν διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση και φύλαξη κατασχεθέντος αντικειμένου από τις αστυνομικές Αρχές μέχρι και την αποπεράτωση ποινικής διαδικασίας η οποία ήθελε προκύψει από τις αστυνομικές έρευνες.» Πώς απαντά ο καθ' ου η αίτηση στον ισχυρισμό των αιτητών, ότι η αστυνομία κατακρατεί το επίδικο όχημα εδώ και έξι μήνες χωρίς να καταχωρήσει οποιαδήποτε υπόθεση εναντίον οποιουδήποτε, επομένως, δεν υπάρχει αναγκαιότητα περαιτέρω κράτησής του, ως επίσης και ότι με αφορμή την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης ζητά χωρίς λόγο καταχρηστικά, διάταγμα περαιτέρω κράτησης του οχήματος; Ουσιαστικά επιβεβαιώνει πλήρως όλους τους παραπάνω ισχυρισμούς των αιτητών και όχι μόνο. Μια πρώτη παρατήρηση είναι ότι, η αστυνομία, από τις 6.12.2011 που όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του αρχιαστυφύλακα 556 Α. Αποστόλου ενημερώθηκε από την Interpol Λονδίνου ότι το επίδικο όχημα έχει καταγγελθεί ως κλοπιμαίο και οι ιδιοκτήτες του ζητούν την επιστροφή του, σε καμιά άλλη ενέργεια έχει προβεί συναφώς με το λόγο για τον οποίο ζήτησε από το δικαστήριο και εξασφάλισε την έκδοση του επίδικου διατάγματος που είναι - για να επαναλάβω -η συμπλήρωση των εξετάσεων σε σχέση με διερευνώμενη υπόθεση εισαγωγής κλοπιμαίου οχήματος από το εξωτερικό καθώς και η αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτό. Ουδεμία ενέργεια έχει γίνει έκτοτε για σκοπούς συμπλήρωσης των αστυνομικών εξετάσεων μα ούτε και καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση εναντίον οποιουδήποτε. Απεναντίας, ο καθ' ου η αίτηση, με την ένορκη δήλωση του αρχιαστυφύλακα 556 Α. Αποστόλου, ουσιαστικά ομολογεί ότι μετά τις 14.2.2012, κατόπιν οδηγιών του Γενικού Εισαγγελέα κατακρατεί το επίδικο όχημα για αλλότριους σκοπούς. Συγκεκριμένα, όχι για οποιοδήποτε ανακριτικό ή αποδεικτικό σκοπό (βλ. την Concrete Mix Ltd, ανωτέρω) για τον οποίο εξασφάλισε το σχετικό διάταγμα, αλλά, προκειμένου να διευκολυνθούν οι ιδιοκτήτες του επίδικου οχήματος να διεκδικήσουν την επιστροφή του, με τις ανάλογες νομικές διαδικασίες, εντός της προθεσμίας των τριών μηνών που τους έχει καθορίσει ο Γενικός Εισαγγελέας. Αυτός λοιπόν είναι ο λόγος για τον οποίο η αστυνομία φέρει ένσταση στο να επιστραφεί το επίδικο όχημα στους αιτητές και για τον οποίο ζητά παράταση του επίδικου διατάγματος για τρεις μήνες, από τις 9.3.2012 που ενημερώθηκαν οι ιδιοκτήτες του οχήματος και για τον οποίο ζητά από το δικαστήριο να απορρίψει την υπό κρίση αίτηση. Το τελευταίο, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην ένορκη δήλωση του αρχιαστυφύλακα 556 Α. Αποστόλου: «.καθότι είναι λογικό, φρόνιμο και δίκαιο όπως το επίδικο αυτοκίνητο επιστραφεί στον νόμιμο δικαιούχο στην Αγγλία όπου του το έχουν κλέψει.» Είναι σαφές, από τα παραπάνω, ότι για την αστυνομία είναι βέβαιο ότι το επίδικο όχημα είναι κλοπιμαίο, εξού, υποθέτω και δεν αισθάνεται πλέον την ανάγκη να ζητά την περαιτέρω κράτησή του, για οποιοδήποτε από τους λόγους και σκοπούς για τους οποίους εξασφάλισε σε σχέση με αυτό το επίδικο διάταγμα. Αντίθετα είναι επίσης σαφές, ότι, ούτε και προτίθεται να χρησιμοποιήσει το συγκεκριμένο όχημα στα πλαίσια οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας, αφού επιδιώκει την περαιτέρω κράτησή του, όχι για να το παρουσιάσει σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία, αλλά, για να δοθεί χρόνος στους ιδιοκτήτες του, εντός της προθεσμίας που τους έχει ταχθεί να παρουσιάσουν τα πραγματικά στοιχεία που καταδεικνύουν την ιδιοκτησία τους και να το διεκδικήσουν νόμιμα από τα κυπριακά δικαστήρια. Θα έλεγα πως η συμπεριφορά της αστυνομίας, ως ανωτέρω, αποτελεί τον ορισμό της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, αφού, για να επαναλάβω, καθ' ομολογία της, ενώ εξασφάλισε το επίδικο διάταγμα για ανακριτικούς και για αποδεικτικούς σκοπούς, κατόπιν οδηγιών του Γενικού Εισαγγελέα, τουλάχιστον από τις 14.2.2012, το χρησιμοποιεί για αλλότριο σκοπό και όχι μόνο· ζητά και την περαιτέρω κράτηση του επίδικου οχήματος για άλλους τρεις μήνες για το σκοπό αυτό. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Loukos Trading Co. Ltd. κ.ά. v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο. Λτδ
(2000)1 (B) A.A.Δ. 1014): «. τα δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της δικαστικής διαδικασίας. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, ΄Ελληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Re Beogradska D.D.,
(1996)1 A.A.Δ. 911 και Βασιλείου ν. Μακρίδη,
(2000)2 Α.Α.Δ. 133). Στην Περρέλλα, πιο πάνω, σελ. 222, υποδείχθηκε ότι "η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας, που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του".» Ενόψει των ανωτέρω μου φαίνεται ότι η επιλογή μου αναφορικά με την τύχη του επίδικου διατάγματος αποτελεί μονόδρομο. Θα πρέπει να το ακυρώσω αφού μόνο με αυτό τον τρόπο μπορεί να τερματιστεί η κατ' εξακολούθηση κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ότι μου παρέχεται δικαιοδοτικά η εξουσία να ακυρώσω το επίδικο διάταγμα για το συγκεκριμένο λόγο έχει κριθεί στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για καταχώρηση αίτησης για ένταλμα της φύσης certiorari, ανωτέρω. Και κάτι ακόμη. Εάν ο καθ' ου η αίτηση ήθελε να ζητήσει την περαιτέρω κράτηση του επίδικου οχήματος για οποιοδήποτε νόμιμο σκοπό θα έπρεπε να αποταθεί με σχετική αυτοτελή αίτηση στο δικαστήριο, με βάση το άρθρο 32
(1)της Ποινικής Δικονομίας και όχι ευκαιρίας δοθείσης να ενσωματώσει υπό τύπον ανταπαίτησης στην ένστασή του τέτοιο αίτημα. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανέφερα η αίτηση επιτυγχάνει. Το επίδικο διάταγμα ημερομηνίας 23.9.2011 ακυρώνεται. Στο βαθμό που με την αίτηση ζητείται και διάταγμα επιστροφής του επίδικου οχήματος στους αιτητές, η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και κατά συνέπεια απορρίπτεται λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Η εξουσία του δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα αποδέσμευσης του επίδικου οχήματος εδράζεται στο άρθρο 32
(3)της Ποινικής Δικονομίας και σύμφωνα με την ερμηνεία που έχει δοθεί σ' αυτό στην Concrete Mix Ltd, ανωτέρω, η άσκησή της συναρτάται άμεσα με την προσαγωγή του υπόπτου στο δικαστήριο και τη διατύπωση κατηγορίας εναντίον του, προφανώς, σε συνάφεια με το κατακρατηθέν αντικείμενο. Έχοντας υπόψη ότι δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον οποιουδήποτε σε σχέση με το επίδικο όχημα δε νομιμοποιούμαι να εκδώσω διάταγμα επιστροφής του σε οποιοδήποτε. Φυσικά, με δεδομένο ότι το επίδικο διάταγμα ακυρώθηκε εναπόκειται στον καθ' ου η αίτηση τι θα πράξει αφού συνυπολογίσει και τις ενδεχόμενες επιπτώσεις, σε περίπτωση που η αστυνομία εξακολουθήσει να κατακρατεί το επίδικο όχημα, χωρίς να υπάρχει σε ισχύ πια το διάταγμα που διέταξε την κατακράτησή του. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και σε βάρος του καθ' ου η αίτηση. (Υπ.) ............. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΜΠ (Αναφορά: Αίτηση ακύρωσης διατάγματος κατακράτησης τεκμηρίων-Άρθρο 32 Ποινικής Δικονομίας) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.