ΣΤΑΥΡΟΥ ΜΕΤΑΞΑ ν. ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ Α. ΜΕΤΑΞΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1456/08, 8/8/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1456/08 Μεταξύ: ΣΤΑΥΡΟΥ ΜΕΤΑΞΑ Ενάγοντα -και-
- ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ Α. ΜΕΤΑΞΑ
- ΒΡΥΩΝΗΣ ΣΤΑΥΡΙΝΙΔΗΣ Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση ημερομηνίας 15.6.12 για τροποποίηση έκθεσης υπεράσπισης Ημερομηνία: 8 Αυγούστου, 2012 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια/Εναγόμενη 1: κ. Γιωρκάτζης (για να ακούσει απόφαση κα Χριστοδουλίδου) Για Καθ΄ου η αίτηση 1/Ενάγοντα: κ. Π"Χριστοδούλου (για να ακούσει απόφαση κα Δημάκη) Για Καθ' ου η αίτηση 2/Εναγόμενο 2: κ. Α. Γεωργίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά τη συμπλήρωση της υπόθεσης για την εναγόμενη 1 καταχωρήθηκε εκ μέρους της η παρούσα αίτηση με την οποία επιζητείται η τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης με την προσθήκη της πιο κάτω παραγράφου. Παρατίθεται αυτολεξεί η αιτούμενη θεραπεία: «14 Α. Εναλλακτικά η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ανεξάρτητα από το αν το πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 09/11/00 φέρει την υπογραφή του Ενάγοντα ή όχι, ο Ενάγοντας εμποδίζεται να αξιώνει την ακύρωση της εγγραφής του ½ μεριδίου των τεμαχίων γης 371 και 598 που βρίσκονται στην περιοχή Κοντοβάθκια στην Λεμεσό επ΄ονόματι της Εναγομένης 1 και/ή διάταγμα διατάττον την επαναγγραφή των πιο πάνω αναφερομένων ακινήτων στον Ενάγοντα κατά ½ μερίδιο και/ή οποιαδήποτε από τις υπόλοιπες θεραπείες που ο Ενάγοντας αξιώνει με την αγωγή του ενόψει του ότι ο Αντρέας Μεταξά είχε στη βάση του πληρεξούσιου εγγράφου ημερομηνίας 29.03.1986 (ΠΛ 504/95) την εξουσιοδότηση όπως προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια που αφορούσε την περιουσία που βρισκόταν εγγεγραμμένη στο όνομα του και κατά συνέπεια την δια δωρεάς μεταβίβαση στην Εναγόμενη 1 του ½ μεριδίου των τεμαχίων γης 371 και 598.» Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση της κας Φρόσως Χριστοδουλίδου, δικηγόρου, η οποία συνεργάζεται με τους δικηγόρους που εκπροσωπούν την εναγομένη
- Αναφέρει συγκεκριμένα πως το πληρεξούσιο έγγραφο ΠΛ 504/95 κατατέθηκε από την ΜΕ2, υπάλληλο του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού ως τεκμήριο 7, με βάση το περιεχόμενο του οποίου ο ενάγοντας τον Μάρτιο του 1986 παραχώρησε δικαίωμα στον Αντρέα Μεταξά να εκτελεί για λογαριασμό του διάφορες συναλλαγές σε σχέση με την ακίνητη του περιουσία και να υπογράφει πάσης φύσεως έγγραφο για διεκπεραίωση των υποθέσεων του ενάγοντα. Σημειώνεται με την ίδια ένορκο δήλωση ότι τη γνησιότητα του τεκμηρίου 7 ουδέποτε αμφισβήτησε ο ενάγων ούτε στο παρελθόν αλλά ούτε και κατά την ακροαματική διαδικασία παρά το ότι του δόθηκε η δυνατότητα να τοποθετηθεί επί της γνησιότητας και ισχύος του εν λόγω τεκμηρίου. Εκφράζεται η πεποίθηση ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για να συνάδουν τα δικόγραφα με τη δοθείσα μαρτυρία και πως ο ενάγων δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Αναφέρεται περαιτέρω ότι η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται καλόπιστα και ότι η ύπαρξη της συγκεκριμένης μαρτυρίας ενώ ήταν γνωστή στον ενάγοντα έγινε γνωστή στην εναγομένη κατά το στάδιο της αντεξέτασης μάρτυρα που κλήθηκε από τον ενάγοντα. Η ρηθείσα αίτηση συνάντησε την ένσταση του ενάγοντα-καθ' ου η αίτηση 1, ο οποίος με την ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης εγείρει τρεις λόγους ένστασης. 1) Ότι η παρούσα αίτηση αντίκειται στο άρθρο 30 του συντάγματος, 2) ότι είναι καταχρηστική, παράτυπη, κακόπιστη και/ή εκπρόθεσμη και ανεπίτρεπτη στο παρόν στάδιο, 3) ότι θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά και θα επηρεάσει δυσμενώς την υπόθεση του ενάγοντα. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν τους λόγους ένστασης προσφέρονται με την ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Γιατρού, δικηγόρου, η οποία συνεργάζεται με τους δικηγόρους του ενάγοντα. Αναφέρεται, συγκεκριμένα, πως αντίγραφο του πληρεξουσίου εγγράφου (Τεκμήριο 7) κατατέθηκε από την ΜΕ2 η οποία έδωσε μαρτυρία πριν από τον ενάγοντα. Υποδεικνύει πως το συγκεκριμένο ζήτημα όπως τίθεται με το αιτητικό Α της αίτησης δεν τέθηκε στον ενάγοντα κατά την αντεξέταση του παρόλο που η κατάθεση του εγγράφου στο Δικαστήριο έγινε πριν καταθέσει ο ενάγοντας. Αναφέρεται περαιτέρω πως ακόμη και αν το εν λόγω έγγραφο περιέπεσε στην αντίληψη της εναγομένης 1 κατά την ακροαματική διαδικασία, ακόμη και τότε θα έπρεπε η εναγομένη 1 να καταχωρήσει αμέσως την αίτηση για τροποποίηση πριν να δώσει μαρτυρία ο ενάγοντας. Αντίθετα η εναγόμενη 1 προώθησε το σχετικό αίτημα μετά το κλείσιμο της δικής της υπόθεσης και μετά τη μαρτυρία του ενάγοντα, με αποτέλεσμα εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση να επηρεαστεί δυσμενώς η υπόθεση του ενάγοντα εφόσον ούτε ο ενάγοντας και οι μάρτυρες του αλλά ούτε οι κτηματολογικοί λειτουργοί είχαν την ευκαιρία να σχολιάσουν την εγκυρότητα, την ισχύ και τη δυνατότητα χρήσης του πληρεξουσίου εγγράφου. Υπογραμμίζεται περαιτέρω πως η αιτούμενη τροποποίηση δεν αφορά τυπικό ζήτημα αλλά επιπρόσθετα και ουσιαστικά διαφορετικό ισχυρισμό από αυτούς που προβλήθηκαν μέχρι τώρα και προβάλλεται δυόμιση χρόνια μετά την καταχώριση της απάντησης στην έκθεση υπεράσπισης της εναγομένης
- Θεωρούν πως ο νέος αυτός ισχυρισμός είναι αντιφατικός με τους μέχρι τώρα δικογραφημένους ισχυρισμούς και επιπρόσθετα τον χαρακτηρίζουν και άσχετο με τα επίδικα θέματα καθότι το εν λόγω έγγραφο δεν χρησιμοποιήθηκε για τις μεταβιβάσεις οι οποίες εκκαλούνται με την παρούσα αγωγή. Ο καθ΄ου η αίτηση 2-εναγόμενος 2 συγκατατίθεται και συναινεί στο αίτημα της εναγομένης 1 για τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης της. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις γραπτές αγορεύσεις τους προώθησαν ο καθένας την εκδοχή την οποία υποστηρίζει και παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Σχετική αναφορά επί των εκατέρωθεν θέσεων γίνεται κατωτέρω. Νομική πτυχή Έχει νομολογηθεί ότι η τροποποίηση της δικογραφίας είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και ότι εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (δέστε Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707). Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Έχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (δέστε Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934. Η προσέγγιση αυτή συνάδει με εκείνη που διατυπώθηκε στην Assosiated Leisure Ltd and others v. Assosiated Newspapers Ltd
(1970)2 All ER 754, Jamal Khan v. Δημοκρατίας του Πακιστάν Πολ. ΕΦ. 295/10 ημερ. 11.7.11. Οι αρχές οι οποίες διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνοψίζονται στη Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1 (Ε) ΑΑΔ 33 και έχουν ως εξής: "
(1)H τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέρονται του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Προτού εξεταστούν τα επιμέρους θέματα επιβάλλεται να γίνει μια συνοπτική αναδρομή και μνεία στην υπάρχουσα δικογραφία και τις μέχρι τώρα προσδιορισθείσες διαφορές. Ο ενάγων επιδιώκει με την αγωγή του ακύρωση της επ' ονόματι της εναγομένης 1 εγγραφής του ½ μεριδίου των ακινήτων με αρ. εγγραφής 371 και 598 τα οποία βρίσκονται στη Λεμεσό, περιοχή Κοντοβάθκια. Αποτελεί βασικό ισχυρισμό του πως οι γενόμενες μεταβιβάσεις επ' ονόματι της εναγόμενης 1 η οποία είναι ετεροθαλής αδελφή του και έγιναν από τον πατέρα τους, κατέστησαν δυνατές με τη χρήση πληρεξουσίου εγγράφου (Τεκμήριο 4) επί του οποίου παρουσιάζεται η υπογραφή του ενάγοντα με το οποίο παρέχει σχετική εξουσιοδότηση στον πατέρα τους και η οποία είναι πλαστή, αφού, όπως ισχυρίζεται, ουδέποτε τέθηκε από τον ίδιο. Ο εναγόμενος 2 φέρεται να πιστοποίησε την υπογραφή του ενάγοντα. Η εναγόμενη 1 αρνείται τους ισχυρισμούς του ενάγοντα για το μη γνήσιο της υπογραφής του επί του πληρεξουσίου και ισχυρίζεται μεταξύ άλλων πως «. ακόμα και αν αποδειχθεί ότι το πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 09/11/00 δεν φέρει την υπογραφή του Ενάγοντα, γεγονός που η Εναγομένη αρνείται, ο Ενάγοντας κατά πάντα ουσιώδη χρόνο γνώριζε την ύπαρξη του πληρεξουσίου εγγράφου και/ή αποδέχθηκε την ύπαρξη του και/ή εν γνώσει του και/ή με την συγκατάθεση του και/ή με την ανοχή του πραγματοποιήθηκαν στην βάση του συγκεκριμένου πληρεξουσίου εγγράφου σειρά πράξεων και/ή μεταβιβάσεων και/ή ενεργειών δια του αποβιώσαντα Αντρέα Μεταξά και/ή ο ενάγοντας εν όψει των ρητών ή δια της συμπεριφοράς παραστάσεων του εμποδίζεται να ισχυρίζεται τα όσα ισχυρίζεται σε σχέση με το πληρεξούσιο έγγραφο και/ή να αξιώνει τις θεραπείες που αξιώνει.» Η ανωτέρω αναφορά στην έκθεση υπεράσπισης, αποτελεί την κύρια βάση της επιχειρηματολογίας του συνηγόρου της εναγομένης 1, περί ήδη δικογραφημένων ισχυρισμών της ύπαρξης κωλύματος του ενάγοντα να ισχυρίζεται και να επικαλείται πλαστότητα υπογραφής. Για τούτο θεωρεί πως δεν επιδιώκεται οτιδήποτε το νέο ή διαφορετική βάση υπεράσπισης, εν αντιθέσει με ό,σα υποστηρίζει ο συνήγορος του ενάγοντα. Η προσθήκη νέων υπερασπίσεων, δεν έχει την ίδια δυναμική ως η νέα βάση αγωγής, εφόσον ο ενάγων έχει πάντοτε τη δυνατότητα να αντικρούσει τους όποιους ισχυρισμούς με την Απάντηση του στην Υπεράσπιση (δέστε Annual Practice 1958, σελ. 627). Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η οποία δεν έχει παραγραφεί, η οποία θεωρείται πολύ πιο σοβαρή δικονομική ενέργεια από την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία. (Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, 707, Κ. Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. ΕΦ. 204/09 ημερ. 25.4.12). Εκείνο που σαφέστατα προκύπτει είναι πως η κάθε περίπτωση εξετάζεται με τα δικά της περιστατικά και ιδιαιτερότητες. Επανερχόμενη στα γεγονότα της κρινόμενης περίπτωσης παρατηρείται πως η επικαλούμενη δικογραφημένη ύπαρξη κωλύματος εστιάζεται σε γεγονότα, πράξεις και ενέργειες οι οποίες ακολούθησαν και σχετίζοντο με το επίμαχο κατ' ισχυρισμό πλαστό πληρεξούσιο τεκμήριο
- Οι προτεινόμενοι να προστεθούν ισχυρισμοί εκφεύγουν αυτών των γεγονότων και επιδιώκουν να δώσουν μια νέα διάσταση και υπεράσπιση όπως κατ' ισχυρισμό αναδεικνύεται και ερμηνεύεται το τεκμήριο
- Ότι δηλαδή αυτό το πληρεξούσιο έδιδε δικαίωμα για υπογραφή εγγράφων και διά δωρεάς μεταβιβάσεις της περιουσίας του ενάγοντα και ότι όντως έδωσε έρεισμα και δικαίωμα για την επίδικη μεταβίβαση. Τα γεγονότα όμως διαφοροποιούνται εδώ αφού: Οι επίδικες μεταβιβάσεις δεν έγιναν δυνάμει του πληρεξουσίου, τεκμήριο 7, αλλά δυνάμει του τεκμηρίου
- Επομένως εάν το τεκμήριο 7 έδιδε, που εκ πρώτης όψεως φαίνεται να έδιδε εξουσία στον πατέρα του ενάγοντα για διενέργεια πράξεων επί της περιουσίας του τελευταίου, τότε, θα θεωρείτο ότι αποτελούσε μέρος της ίδιας γραμμής υπεράσπισης, εάν ο πατέρας του ενάγοντα προέβαινε δυνάμει εκείνου του πληρεξουσίου (τεκμήριο 7) στην δια δωρεάς μεταβίβαση των κτημάτων. Όμως μεσολάβησε η ετοιμασία, η ύπαρξη και υπογραφή του πληρεξουσίου τεκμηρίου
- Ο κ. Γιωρκάτζης ισχυρίζεται στην αγόρευση του, πως, το τεκμήριο 7 δίδοντας δικαίωμα για υπογραφή εγγράφων, έδιδε ουσιαστικά δικαίωμα για υπογραφή και του τεκμηρίου 4 (επίδικου). Όμως το τεκμήριο 4 φέρεται υπογραμμένο από τον ενάγοντα και όχι τον πατέρα του ενάγοντα, με πιστοποιημένη την υπογραφή του από πιστοποιούντα υπάλληλο, τον εναγόμενο
- Συνεπώς κρίνεται πως επιδιώκεται η προβολή μιας νέας διαφορετικής γραμμής υπεράσπισης, η αποδοχή της οποίας θα σήμαινε επαναπροσδιορισμού των επιδίκων θεμάτων και εκ νέου κλήση του ενάγοντα και τυχόν μαρτύρων του, για επεξήγηση και λήψη μαρτυρίας. Να σημειωθεί πως το τεκμήριο 7, δηλαδή εκείνο το οποίο κατ' ισχυρισμό παρείχε εξουσία για υπογραφή του τεκμηρίου 4, είναι ημερομηνίας 29 Μαρτίου 1986 ενώ το τεκμήριο 4 φέρει ημερομηνία 9 Νοεμβρίου
- Σύμφωνα δε με την ΜΕ2, συνήθως δεν αποδέχονται πληρεξούσια έγγραφα μετά πάροδο 15 ετών από την σύνταξη τους, παρά το γεγονός ότι ένα πληρεξούσιο θεωρείται σε ισχύ μέχρι ανάκλησης του. Συνεπώς η αποδοχή της τροποποίησης θα καθιστούσε αναγκαία την εκ νέου λήψη μαρτυρίας από διάφορους μάρτυρες. Κάτι που δεν ενδείκνυται στο στάδιο της δίκης που βρίσκεται η υπόθεση, όπου όλοι οι διάδικοι έχουν κλείσει την υπόθεση τους. [δέστε και Jamal Khan v. Δημοκρατίας του Πακιστάν, (ανωτέρω)]. Γεγονός αποτελεί πως το τεκμήριο 7 κατατέθηκε από την ΜΕ2, δηλαδή κατά τη διάρκεια που εδίδετο μαρτυρία εκ μέρους του ενάγοντα. Όμως: του εγγράφου τούτου ζητήθηκε η κατάθεση από το συνήγορο της εναγομένης 1 κατά την αντεξέταση της ΜΕ2, η οποία επεσήμανε το γεγονός πως το έγγραφο ήταν φωτοαντίγραφο και σίγουρα αποτελούσε ευθύνη του δικηγόρου εάν δεν ανταποκρινόταν στο πρωτότυπο. Τελικά η κατάθεση του ως τεκμηρίου έγινε αποδεκτή μόνο επειδή αποτελούσε μέρος του τεκμήριου 6, δηλαδή του εγγράφου υποθήκης. Η ύπαρξη του δεν συνδέθηκε ούτε κατ' εκείνο το στάδιο, αλλά ούτε αργότερα κατά την αντεξέταση του ενάγοντα, του οποίου η μαρτυρία ακολούθησε της κατάθεσης του τεκμηρίου 7, με τις γενόμενες επίδικες μεταβιβάσεις, ώστε να είναι αποδεκτή η θέση του κ. Γιωρκάτζη πως η προτεινόμενη τροποποίηση καλύπτεται από την ήδη δοθείσα μαρτυρία. Έχει προβληθεί ως λόγος ένστασης η καθυστέρηση στην καταχώριση της κρινόμενης αίτησης δεδομένου πως το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο κατατέθηκε ως τεκμήριο στις 2.4.12 ενώ η κρινόμενη αίτηση στις 15.6.12 αφού ήδη συμπληρώθηκε και η υπόθεση για την εναγόμενη
- Ο συνήγορος της εναγόμενης 1 υπέδειξε πως στις 15.6.12 κατατέθηκε ως τεκμήριο το 7Α, χωρίς ένσταση, για τούτο αυθημερόν καταχώρησε την παρούσα αίτηση. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 λέχθηκε πως η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η πιο πάνω αρχή όμως, φαίνεται να περιορίστηκε στην Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Α. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560 όπου τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Παρατηρείται πως: Το τεκμήριο 7 κατατέθηκε από το συνήγορο της εναγομένης 1 στις 2.4.12. Ήδη, ήταν γνωστό σε αυτόν το κείμενο και περιεχόμενο του. Ακολούθησε η μαρτυρία και αντεξέταση του ενάγοντα, η συμπλήρωση της υπόθεσης της εναγόμενης 1, χωρίς μέχρι τότε να καταχωρηθεί η αίτηση για τροποποίηση. Το γεγονός πως στις 15.6.12 κατατέθηκε το τεκμήριο 7Α τούτο δεν αποτελεί ικανό λόγο που να δικαιολογεί την κατ' εκείνη τη χρονική στιγμή και όχι ενωρίτερο, δηλαδή από τις 2.4.12 καταχώρηση της αίτησης για τροποποίηση αφού τίποτα το νέο δεν πρόσθεσε το τεκμήριο 7Α . Το εν λόγω τεκμήριο κατατέθηκε χωρίς ένσταση αφού αυτό ήταν το πρωτότυπο έγγραφο του τεκμηρίου 7 που είχε ήδη κατατεθεί. Συνεπώς για όλους τους ανωτέρω λόγους κρίνεται πως δεν μπορεί να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης 1 όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............ Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΚ Subject: Civil / Interim Αnafora: Ενδιάμεση / αίτηση τροποποίησης έκθεσης υπεράσπισης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο