Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μόρφου ν. Κωστάκης Χριστοφίδης κ.α., Γενική Αίτηση: 64/11, 24/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A65 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Γενική Αίτηση: 64/11 Μεταξύ: Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μόρφου, από την Λεμεσό Αιτητές και
- Κωστάκης Χριστοφίδης, από την Λεμεσό
- Λίλη Χριστοφίδη από την Λεμεσό
- Προκόπης Σπύρου από την Λεμεσό
- Γιώργος Παττίχης από την Λεμεσό
- Μέλιος Γιάννακας από την Λεμεσό
- Μάρκος Μάρκαρης από την Λεμεσό
- Παναγιώτης Κοντίδης από την Λεμεσό Καθ' ων η αίτηση ...................... Ημερομηνία: 24.9.12 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Σ. Σωφρονίου (για να ακούσει την απόφαση ο κ. Χρ. Μιχαήλ) Για τον Καθ' ου η αίτηση 7: κ. Αλ. Μελάς Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υπεβλήθη υπό των Αιτητών εναντίον των Καθ' ων η αίτηση με την οποία ζητείται η άδεια του Δικαστηρίου με την οποία να επιτρέπεται η εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 23.10.07 κατά τον ίδιο τρόπο ως αυτή να ήταν απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου. Η αίτηση στηρίζεται στον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, όπως τροποποιήθηκε, άρθρο 21, στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, Ν. 22/85, όπως τροποποιήθηκε, άρθρο 52, στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς, θ.79, στην Δ.48, θθ1-3 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας καθώς και στην σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του Λοίζου Κονόμου ο οποίος είναι υπάλληλος των Αιτητών και δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Καθ' ου η αίτηση 7, από τώρα και στο εξής «ο Καθ' ου η αίτηση». Με Ειδοποίηση Ένστασης στην οποία παρατίθενται 9 λόγοι ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ενίσταται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η νομική βάση της Ένστασης είναι όπως αναφέρεται στην ίδια την Ένσταση «η ίδια με αυτή των Αιτητών» και επιπλέον τα άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος, το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η Δ.48, θ.4, η Δ.55 και η Δ.40 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του ιδίου του Καθ' ου η αίτηση. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση του Λοίζου Κονόμου που συνοδεύει την αίτηση στις 23.10.07 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση υπέρ των Αιτητών και εναντίον όλων των Καθ' ων η αίτηση για το ποσό των Λ.Κ.19.192,46 σεντ πλέον τόκους προς 9,25% ετησίως από 1.7.07 μέχρι εξόφλησης πλέον Λ.Κ.15,00 σεντ έξοδα διαιτησίας. Οι Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν εφεσιβάλει και μέχρι σήμερα δεν άσκησαν οποιοδήποτε ένδικο μέσο εναντίον της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης παρά το ότι αντίγραφο αυτής επιδόθηκε σε όλους τους Καθ' ων η αίτηση με αποτέλεσμα η διαιτητική απόφαση να έχει καταστεί τελεσίδικη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους είναι ορθό και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως το Δικαστήριο παραχωρήσει την αιτούμενη άδεια ώστε να μπορέσουν οι Αιτητές να προχωρήσουν με μέτρα εκτέλεσης εναντίον των Καθ' ων η αίτηση. Ο Καθ' ου η αίτηση γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης και προέβη στην ένορκό του δήλωση εξ' όσων καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει καθώς και από νομική συμβουλή του δικηγόρου του. Εξ' όσων ο δικηγόρος του τον έχει συμβουλεύσει η αίτηση πρέπει να απορριφθεί εκ προοιμίου χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέλθει στην ουσία της για τους ακόλουθους δύο λόγους: (α) η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη καθώς αναφέρεται σε θεσμούς που αφορούν σε ενδιάμεσες αιτήσεις και όχι πρωτογενείς όπως είναι η παρούσα και (β) η αίτηση δεν έχει συνταχθεί δικονομικά ορθά και/ή πάσχει τυπικά και/ή δεν έχει περιληφθεί με τον ορθό δικονομικό τύπο και/ή μορφή και ως εκ τούτου είναι ανυπόστατη και/ή άκυρη και/ή ανύπαρκτη σύμφωνα με σταθερή και πάγια νομολογία. Ο δικηγόρος του τον έχει, επίσης, συμβουλεύσει ότι η όλη διαδικασία από τον διορισμό του διαιτητή μέχρι και την έκδοση της διαιτητικής απόφασης πάσχει νομικά γιατί έρχεται σε αντίθεση με θεμελειώδεις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης που προστατεύονται συνταγματικά καθώς και από την Ευρωπαϊκή Συνθήκη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ο διορισμός του διαιτητή έγινε μονομερώς με πρωτοβουλία των Αιτητών χωρίς να του δοθεί η ευκαιρία να ακουσθεί επί του θέματος πράγμα που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις πρόνοιες του Περί Διαιτησίας Νόμου. Παραβιάσθηκε, επίσης, το δικαίωμά του για πρόσβαση σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο Δικαστήριο για την διάγνωση του ισχυριζόμενου αστικού του χρέους όπως προνοεί το Σύνταγμα. Τέλος, η διαιτητική απόφαση δεν του επιδόθηκε νομότυπα, έγκυρα και έγκαιρα, γεγονός που καθιστά την όλη διαδικασία παράνομη και άκυρη. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση με την αγόρευσή του προώθησε μόνο τον πρώτο και τον τρίτο λόγο ένστασης. Συνεπώς μόνο τους δύο αυτούς λόγους ένστασης θα εξετάσω αφού οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης θεωρώ πως εν' όψει του ότι δεν προωθήθηκαν με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνήγορου του Καθ' ου η αίτηση αυτοί εγκαταλείφθησαν. Αναφορικά με τον πρώτο λόγο ένστασης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση. Το ορθό δικονομικό μέτρο για την εγγραφή μιας διαιτητικής απόφασης είναι η γενική αίτηση. Η γενική αίτηση δεν είναι ενδιάμεση διαδικασία αλλά τρόπος έναρξης διαδικασίας ενώπιον Δικαστηρίου. Συνεπώς, η Διάταξη 48 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας στην οποία στηρίζεται η αίτηση δεν μπορεί να προσδώσει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο για να ασχοληθεί με την ουσία της. Η Διάταξη 48, θεσμός 1 αφορά σε αιτήσεις προς τον Πρωτοκολλητή ενώ οι θεσμοί 2 και 3 της εν λόγω Διάταξης που αναφέρονται στην νομική βάση της αίτησης έχουν να κάνουν με ενδιάμεσες αιτήσεις και όχι με πρωτογενείς. Στην περίπτωσή μας έχομε μια γενική αίτηση, δηλαδή, στην ουσία, μια αγωγή η οποία έχει ως νομικό βάθρο την Διάταξη
- Η αίτηση ως πρωτογενής θα έπρεπε να βασίζεται στην Διάταξη 55 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεν έχει ενεργοποιηθεί η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και, κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν μπορεί και δεν πρέπει να εξετάσει την ουσία της αίτησης. Όσον αφορά τον τρίτο λόγο ένστασης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση. Η παρούσα διαδικασία έχει μεν ενεργοποιηθεί με το ορθό δικονομικό διάβημα, ήτοι με γενική αίτηση, πλην όμως ο τύπος, δηλαδή, η δικονομική μορφή (φόρμα) του διαβήματος είναι λανθασμένη, αντικανονική και, συνεπώς, άκυρη και ανυπόστατη. Ο τύπος της αίτησης είναι ο τύπος που χρησιμοποιείται σε ενδιάμεσες αιτήσεις σε εκκρεμούσες διαδικασίες που στηρίζονται στην Διάταξη 48 και όχι σε πρωτογενείς αιτήσεις με τις οποίες ξεκινά μια διαδικαστική διαδικασία. Η αίτηση πάσχει από ακυρότητα η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί. Ως εκ τούτου θα πρέπει να θεωρηθεί ως ανύπαρκτη. Η νομική διαδικαστική της αντιμετώπιση είναι σαν να υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μια απλή επιστολή. Επίσης, η Διάταξη 64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας δεν βοηθά τους Αιτητές καθότι αυτοί σε κανένα διορθωτικό μέτρο δεν προέβησαν. Καταλήγοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση αναφέρει ότι η αίτηση πάσχει εκ βάθρων από θεμελιακές αδυναμίες σε διαδικαστικά θέματα ουσίας τα οποία την καθιστούν ελαττωματική και αντικανονική και με δεδομένο ότι οι Αιτητές δεν προέβηκαν σε δικονομικά διαβήματα για να περισώσουν την αίτηση το Δικαστήριο θα πρέπει να την απορρίψει. Με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση τέθηκαν σε προσοχή του Δικαστηρίου περικοπές από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England καθώς και αποφάσεις πρωτόδικων Δικαστηρίων και του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αναφορικά με τον πρώτο λόγο ένστασης έχω να αναφέρω τα ακόλουθα: και αν ακόμη η συμπερίληψη της Διάταξης 48 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας ήθελε κριθεί ότι λανθασμένα συμπεριλήφθηκε στην νομική βάση της αίτησης αυτό δεν καταργεί την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αφ' ης στιγμής στην νομική βάση της αίτησης αναφέρονται, μεταξύ άλλων, ο Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος, Ν. 22/85, όπως τροποποιήθηκε, άρθρο
- Το πιο πάνω άρθρο προνοεί ως ακολούθως:
(1)Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά αφορώσα τας εργασίας εγγεγραμμένης εταιρείας - (α) μεταξύ μελών, πρώην μελών, προσώπων αξιούντων μέσω μελών καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους∙ ή (β) μεταξύ μέλους, πρώην μέλους ή προσώπου αξιούντος μέσω μέλους, πρώην μέλους ή αποβιώσαντος μέλους και της εταιρείας, της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής ή οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας∙ ή (γ) μεταξύ της εταιρείας ή της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής και οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας∙ ή (δ) μεταξύ της εταιρείας και οιασδήποτε ετέρας εγγεγραμμένης εταιρείας, η τοιαύτη διαφορά θα παραπέμπηται υφ' οιουδήποτε εξ' αυτών εις τον Έφορον: ..........................................................................................................................
(4)Οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του ηδικημένον από την απόφασιν οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλη έφεσιν εις το Δικαστήριο εντός είκοσι και μίας ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως
(5)Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών με βάση το εδάφιο
(2)δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο σύμφωνα με το εδάφιο
(4)ή αν η έφεση κατ' αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου». Υπό το φως των πιο πάνω και αφ' ης στιγμής το ισχύον για την περίπτωση δικαιοδοτικό πλαίσιο αναφέρεται στην νομική βάση της αίτησης ο λόγος αυτός ένστασης κρίνω πως δεν ευσταθεί. Αναφορικά με τον τρίτο λόγο ένστασης έχω να αναφέρω τα ακόλουθα: Αν ορθά έχω αντιληφθεί θέση του ευπαίδευτου συνήγορου του Καθ' ου η αίτηση είναι ότι η αίτηση έπρεπε να λάβει τον τύπο 50 ή 51 στην βάση της Διάταξης 55 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η πιο πάνω Διάταξη προνοεί τα ακόλουθα:
- «Any person claiming to be interested under a deed, will, or other written instrument, may apply to the Court, by originating summons (Forms 50 and 51) for the determination of any question of construction arising under the instrument, and for a declaration of the rights of the persons interested.
- The Court or Judge may direct such persons to be served with the summons as they or he may think fit.
- The application shall be supported by such evidence as the Court or Judge may require.
- The Court or Judge shall not be bound to determine any such question of construction if in their or his opinion it ought not to be determined on originating summons». Σε ελεύθερη μετάφραση:
- «Οποιοδήποτε πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι έχει συμφέρον σε έγγραφο μεταβίβασης, διαθήκη ή άλλη γραπτή πράξη δύναται να αιτηθεί στο Δικαστήριο με εναρκτήρια κλήση (Τύποι 50 και 51) για την επίλυση οποιουδήποτε ζητήματος ερμηνείας η οποία αναφύεται από την πράξη και για δήλωση των δικαιωμάτων των ενδιαφερόμενων προσώπων
- Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται να δώσει οδηγίες όπως η κλήση επιδοθεί στα πιο πάνω πρόσωπα όπως κρίνει πρέπον
- Η αίτηση θα συνοδεύεται από τέτοια μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται να ζητήσει
- Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δεν θα είναι υποχρεωμένος να αποφασίσει ένα τέτοιο ζήτημα ερμηνείας αν κατά την γνώμη του αυτό δεν θα πρέπει να αποφασισθεί με εναρκτήρια κλήση». Από τα πιο πάνω καθίσταται έκδηλο ότι η εγγραφή διαιτητικής απόφασης δεν εμπίπτει εντός του εύρους της Διάταξης
- Η Διάταξη 55 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας αφορά σε εντελώς διαφορετικά ζητήματα και δεν καλύπτει την εγγραφή διαιτητικής απόφασης. Η θέση, επομένως, του ευπαίδευτου συνήγορου του Καθ' ου η αίτηση ότι για τον λόγο ότι στην παρούσα περίπτωση ισχύει η Διάταξη 55 θα πρέπει η αίτηση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης να γίνει στον Τύπο 50 ή 51 θεωρώ με όλο τον σεβασμό προς αυτόν ότι είναι λανθασμένη και δεν ευσταθεί. Έχω μελετήσει τις περικοπές από το Αγγλικό σύγγραμμα Halsbury's Laws of England στις οποίες ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση με παρέπεμψε. Δεν μου διαφεύγει ότι σύμφωνα με τις πιο πάνω περικοπές η αίτηση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης στην Αγγλία γίνεται με εναρκτήρια κλήση (originating summons). Αυτό, όμως, γιατί, όπως φαίνεται από τις πιο πάνω περικοπές, συγκεκριμένος θεσμός των Αγγλικών Κανονισμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Rules of the Supreme Court) προνοεί για κάτι τέτοιο και ο οποίος θεσμός, βεβαίως, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην Κύπρο. Στους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας δεν εντόπισα οποιαδήποτε διάταξη που να προνοεί για την διαδικασία που ακολουθείται στην περίπτωση εγγραφής διαιτητικής απόφασης. Ούτε και στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, Ν. 22//85, όπως τροποποιήθηκε, εντόπισα αντίστοιχη πρόνοια. Επίσης, οι αποφάσεις στις οποίες με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση δεν διαφωτίζουν ως προς το εγερθέν ζήτημα, μέσα δε από την δική μου έρευνα δεν εντόπισα άλλη απόφαση διαφωτιστική επί του θέματος. Αναμφίβολα ο τύπος που χρησιμοποιήθηκε από τους Αιτητές στην έναρξη της διαδικασίας είναι ταυτόσημος με αυτόν ενδιάμεσης αίτησης. Υπό το φως, όμως, όλων των πιο πάνω δεν μπορώ να θεωρήσω ότι αυτός είναι αντικανονικός και, επομένως, ότι αυτό καθιστά την διαδικασία παράτυπη ή άκυρη. Συνακόλουθα ούτε ο τρίτος λόγος ένστασης ευσταθεί. Η παραπομπή διαφοράς σε διαιτησία ρυθμίζεται γενικά από τον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.
- Όταν, όμως, προκύψει διαφορά μεταξύ της εταιρείας, της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής και μέλους της, πρώην μέλους, προσώπου αξιούντος μέσω μέλους καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους αναφορικά με εργασίες συνεργατικής εταιρείας εφαρμόζεται ο Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος, Ν. 22/85, όπως τροποποιήθηκε, από τώρα και στο εξής «ο Νόμος», σε συνάρτηση με τους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς του 1987, ΚΔΠ 142/87, όπως τροποποιήθηκε. Σχετικό είναι το άρθρο 52
(1)του Ν. 22/85, όπως τροποποιήθηκε, το περιεχόμενο του οποίου παρατέθηκε ενωρίτερα. Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του διαιτητή μπορεί να την εφεσιβάλει στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών από της γνωστοποίησης σε αυτόν της διαιτητικής απόφασης. Σε περίπτωση, όμως, που η εκδοθείσα διαιτητική απόφαση δεν εφεσιβληθεί εντός της πιο πάνω χρονικής προθεσμίας ή η έφεση που έχει υποβληθεί εναντίον αυτής έχει εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, τότε η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου. Στα πλαίσια αίτησης για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης δεν παρέχεται η δυνατότητα αναθεώρησης ή ακύρωσης μιας διαιτητικής απόφασης. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο εξετάζοντας αίτηση, όπως είναι η υπό κρίση, δεν μπορεί να προχωρήσει σε δικαστικό έλεγχο της ουσίας και της ορθότητας της διαιτητικής απόφασης. Αντικείμενο της αίτησης είναι μόνο η λήψη άδειας για εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης του διαιτητή. Παραπέμπω σχετικά στην Αίτηση της Σωτηρούλλας Κωνσταντινίδου, αρ. 110/95
(1995)1 ΑΑΔ 827 όπου στη σελ.831 τονίσθηκαν τα ακόλουθα: «Αντικείμενο της αίτησης είναι το διάταγμα που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο για την καταχώριση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή . . Δεν έχει εξηγηθεί όμως ποιά είναι η σύνδεση της δικαστικής απόφασης, η οποία αφορούσε μόνο στην καταχώριση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή και συνακόλουθα της παροχής άδειας για εκτέλεση, με το πιο πάνω ζήτημα ουσίας που εγείρεται. Δεν έχει υποστηριχθεί καν ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας, εξέτασης τέτοιου θέματος ή οποιουδήποτε θέματος αναφερομένου στο περιεχόμενο της απόφασης του Διαιτητή και τελικά δεν έχει υποδειχθεί με ποιο τρόπο, κατά την αντίληψη της αιτήτριας, πάσχει η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η αιτήτρια παρέπεμψε στην απόφαση του Διαιτητή για να υποστηρίξει πως περιέχει το σπέρμα της αξίωσης τόκου πέραν του επιτρεπομένου. Δεν είναι αντικείμενο αυτής της διαδικασίας η απόφαση του Διαιτητή και, εν πάση περιπτώσει, επισημαίνω πως το άρθρο 52
(4)του Ν. 22/85 παρέχει σε όποιον θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του Διαιτητή δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που τάσσει». Επίσης στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη και άλλοι
(2008)1 ΑΑΔ 716 επισημάνθηκαν τα ακόλουθα στην σελ.719: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί" δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι΄αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου ο,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης». Στην ένορκο δήλωση του Λοίζου Κονόμου που συνοδεύει την αίτηση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α πιστό αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης της οποίας με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται η εγγραφή και ως Τεκμήριο Β δέσμη αποτελούμενη από 7 ένορκες δηλώσεις επίδοσης της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης από ιδιώτη επιδότη σε καθένα από τους Καθ' ων η αίτηση. Περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, ένορκος δήλωση του Πανίκου Κλείτου, ιδιώτη επιδότη, σύμφωνα με την οποία η διαιτητική απόφαση επιδόθηκε στον Καθ' ου η αίτηση προσωπικά στις 21.5.10. Η προθεσμία των 21 ημερών από της γνωστοποίησης προς τον Καθ' ου η αίτηση της διαιτητικής απόφασης εντός της οποίας ο Καθ' ου η αίτηση είχε την δυνατότητα να εφεσιβάλει την εν λόγω απόφαση έχει εκπνεύσει. Σύμφωνα δε με την ένορκο δήλωση του Λοίζου Κονόμου εντός της πιο πάνω προθεσμίας καμία έφεση δεν ασκήθηκε κατά της διαιτητικής απόφασης, ισχυρισμός ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε από τον Καθ' ου η αίτηση. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί και εγκρίνεται. Συνακόλουθα δίδεται άδεια όπως η διαιτητική απόφαση υπέρ των Αιτητών και εναντίον του Καθ΄ ου η αίτηση 7 ημερομηνίας 23.10.07 εγγραφεί ώστε να καταχωρισθεί σαν δικαστική απόφαση και εκτελεσθεί. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον του Καθ'ου η αίτηση 7 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως με τους Καθ' ων η αίτηση 3-6 όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο