ΠΟΛΥΞΕΝΗ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ ν. ΗΛΙΑΣ ΧΡ. ΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 263/2011, 21/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A64 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 263/2011 Μεταξύ: ΠΟΛΥΞΕΝΗ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, από τη Λεμεσό Ενάγουσας και ΗΛΙΑΣ ΧΡ. ΙΩΑΝΝΟΥ, από τη Λεμεσό Εναγομένου Ημερομηνία: 21.09.12 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κος Α. Σωτηριάδης Για Εναγόμενο: καμία εμφάνιση Εναγόμενος: απών ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 19.01.11 η Ενάγουσα καταχώρησε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο αξιώνει από τον Εναγόμενο την επιστροφή του ποσού των €7.346,99 (ισότιμο σε Λ.Κ.£4.300,00) που του είχε πληρώσει χωρίς τελικά να λάβει από αυτόν αντάλλαγμα συνεπεία, όπως ισχυρίζεται, άκυρης συμφωνίας που η ίδια είχε συνομολογήσει μαζί του. Παράλληλα, η Ενάγουσα αξιώνει την παροχή θεραπείας κάτω από το μανδύα του αδικαιολόγητου πλουτισμού που όπως ισχυρίζεται ο Εναγόμενος πέτυχε εις βάρος της. Ως επιπρόσθετη θεραπεία η Ενάγουσα αξιώνει την υπέρ της επιδίκαση παραδειγματικών και/ή τιμωρητικών αποζημιώσεων πλέον νόμιμο τόκο επί οποιουδήποτε επιδικαζόμενου ποσού καθώς και τα δικηγορικά έξοδα που θα προκύψουν από τη διαδικασία. Ο Εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και ακολούθως υπεράσπιση δια δικηγόρου ωστόσο στην πορεία ο συνήγορος του αποσύρθηκε κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου. Έκτοτε η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 08.06.12 και στη συνέχεια για ακρόαση στις 11.09.12 και παρόλο ότι κάθε φορά ο Εναγόμενος ειδοποιείτο γραπτώς από το πρωτοκολλητή να βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου για να προβάλει την εκδοχή του εντούτοις ο τελευταίος δεν εμφανιζόταν. Στις 11.09.12, ημερομηνία εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης, ο Εναγόμενος παρέλειψε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο, ως όφειλε να πράξει. Αξίζει να σημειωθεί ότι εκείνη την ημέρα το όνομα του Εναγομένου είχε φωναχθεί τόσο εντός όσο και εκτός της αίθουσας και διαπιστώθηκε ότι απουσίαζε, παρόλο ότι στις 21.06.12 του είχε επιδοθεί μέσω δικαστικού επιδότη γραπτή ειδοποίηση από τον πρωτοκολλητή για να βρισκόταν ενώπιον του Δικαστηρίου αφού η υπόθεση του ήταν ορισμένη για ακρόαση. Ένεκα της απουσίας του Εναγομένου, η Ενάγουσα δια του συνηγόρου της ζήτησε να προχωρήσει την ίδια ημέρα με απόδειξη της υπόθεσης της και το Δικαστήριο, έχοντας από τη μία δώσει ευκαιρίες στον Εναγόμενο για να ακουστεί ενώπιον του στα πλαίσια διασφάλισης του συνταγματικού αυτού δικαιώματος του και από την άλλη έχοντας υποχρέωση να κατοχυρώσει το επίσης συνταγματικό δικαίωμα της Ενάγουσας για εκδίκαση της υπόθεσης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος [άρθρο 30
(2)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας] αποδέχτηκε το αίτημα του δικηγόρου της Ενάγουσας. Ως αποτέλεσμα της εξέλιξης αυτής, κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ήτοι η Ενάγουσα και ο σύζυγος της ενώ παράλληλα κατατέθηκαν οκτώ
(8)τεκμήρια, μεταξύ των οποίων γραπτή μαρτυρική κατάθεση της Ενάγουσας (Τεκμήριο 1), η οποία αποτέλεσε μέρος της όλης μαρτυρίας της. Όπως η Ενάγουσα (ΜΕ1) ανάφερε, τον Σεπτέμβριο του 2006 συνομολόγησε με τον Εναγόμενο γραπτή συμφωνία για την ανέγερση εξοχικής κατοικίας στο χωριό Πέρα Πέδι της επαρχίας Λεμεσού, η οποία βασικά ήταν αποδοχή της προσφοράς που ο Εργολάβος ετοίμασε και της παρέδωσε. Αντίγραφο της συμφωνίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με την Ενάγουσα, ο Εναγόμενος εμφανίστηκε ως αδειούχος και προσοντούχος εργολάβος και αφού παρέπεμψε την ίδια και το σύζυγο της σε διάφορα κτίρια της επαρχίας Λεμεσού, που όπως του είπε είχε ανεγείρει, τους διαβεβαίωσε πως διέθετε την απαιτούμενη επαγγελματική πείρα για να διεκπεραιώσει την εργασία πείθοντας του έτσι να του αναθέσουν το έργο που δυνάμει της συμφωνίας που υπογράφηκε από τους διαδίκους θα ανερχόταν στο συνολικό ποσό των €88.847,27 (ισότιμο σε Λ.Κ.£52.000,00) περιλαμβανομένου της αγοράς και προμήθειας υλικών καθώς και των εργατικών για την κατεδάφιση υφιστάμενης οικοδομής και κατασκευής νέας κατοικίας. Η ανέγερση της νέας κατοικίας θα γινόταν στη βάση αρχιτεκτονικών σχεδίων, τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 2Α και 2Β. Όπως περαιτέρω η Ενάγουσα ανάφερε, από το Σεπτέμβριο του 2006 που το έργο ξεκίνησε μέχρι τον Οκτώβριο του ιδίου έτους κατέβαλε στον Εναγόμενο το ποσό των €10.764,19 (ισότιμο σε Λ.Κ.£6.300,00) με τον τελευταίο μέχρι τότε να είχε απλώς κατεδαφίσει την υφιστάμενη οικοδομή, εργασία που με βάση τη συμφωνία αντιστοιχούσε σε ποσό €3.417,20 (ισότιμο σε Λ.Κ.£2.000,00). Για να ενισχύσει τη θέση της στο σημείο αυτό η Ενάγουσα κατάθεσε ως Τεκμήρια 4Α έως 4Δ τέσσερις αποδείξεις είσπραξης πληρωμών εκδομένες εις το όνομα της, ήτοι την υπ' αριθμό 10371 ημερομηνίας 22.09.06 για το ποσό των €512,58 (ισότιμο σε Λ.Κ.£300,00), την υπ' αριθμό 10372 ημερομηνίας 02.10.06 για το ποσό των €1.708,60 (ισότιμο σε Λ.Κ.£1.000,00), την υπ' αριθμό 10374 ημερομηνίας 22.09.06 για το ποσό των €3.417,20 (ισότιμο σε Λ.Κ.£2.000,00) και την υπ' αριθμό 10375 ημερομηνίας 09.10.06 για το ποσό των €5.125,80 (ισότιμο σε Λ.Κ.£3.000,00). Ακολούθως, η Ενάγουσα ανάφερε ότι τέλη Οκτωβρίου 2006 πληροφορήθηκε από το αρχιτεκτονικό γραφείο που εκπόνησε την αρχιτεκτονική μελέτη του έργου ότι ο Εναγόμενος δεν ήταν εγκεκριμένος εργολήπτης οικοδομών κάτι που ο τελευταίος παραδέχτηκε στην ίδια και στο σύζυγο της. Επ' αυτού η Ενάγουσα κατάθεσε ως Τεκμήριο 5 επιστολή ημερομηνίας 19.12.11 που ο δικηγόρος της έλαβε από το Συμβούλιο Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων με την οποία βεβαιώνεται ότι ο Εναγόμενος δεν είναι και ουδέποτε ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο εργοληπτών ως εργολήπτης οικοδομικών ή τεχνικών έργων. Τότε η Ενάγουσα του ζήτησε να μην προβεί στην εκτέλεση άλλης εργασίας και επειδή, κατά την ίδια, ο Εναγόμενος δεν είχε εκτελέσει οποιαδήποτε άλλη εργασία, πέραν από την κατεδάφιση της υφιστάμενης οικοδομής και επειδή το ποσό που ο Εναγόμενος εισέπραξε ανερχόταν στα €10.764,19, η Ενάγουσα του είπε να κρατήσει το ποσό των €3.417,20 για την εργασία που εκτέλεσε και να της επιστρέψει το ποσό των €7.346,99 για το οποίο δεν προσφέρθηκε αντάλλαγμα. Παράλληλα, ανάθεσε την ολοκλήρωση του έργου σε άλλο προσοντούχο εργολάβο οικοδομών, ο οποίος και ανέγειρε την κατοικία. Παρά τις γραπτές οχλήσεις της Ενάγουσας προς τον Εναγόμενο μέσω των επιστολών του συνηγόρου της ημερομηνίας 30.11.07, 30.08.10 και 21.12.10 με τις οποίες τον καλούσε να της επιστρέψει το αξιούμενο ποσό, τις οποίες επιστολές η Ενάγουσα κατάθεσε ως Τεκμήρια 6, 7Α, 7Β, 8Α και 8Β, ο Εναγόμενος μέχρι σήμερα δεν έπραξε κάτι τέτοιο. Ο σύζυγος της Ενάγουσας, Παναγιώτης Αργυρόπουλος (ΜΕ2), ανάφερε ότι με τον Εναγόμενο γνωρίστηκαν από προηγούμενη συνεργασία τους που αφορούσε την τοποθέτηση διαφημιστικής πινακίδας και αφού του είπε ότι επρόκειτο να αναγείρουν μία κατοικία ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι μπορούσε να την κατασκευάσει σε 'καλή τιμή'. Στη συνέχεια, ο ΜΕ2 ανάφερε ότι η συμφωνία υπογράφηκε στην παρουσία του από τη σύζυγο του και τον Εναγόμενο. Περαιτέρω, ο ΜΚ2 μέσω των σχετικών αποδείξεων είσπραξης χρημάτων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 4Α μέχρι 4Δ και σημείωσε ότι του δόθηκαν από τον Εναγόμενο επιβεβαίωσε την πληρωμή του αξιωμένου ποσού από την Ενάγουσα. Εμπιστεύτηκαν τον Εναγόμενο αλλά όταν μετά από μήνες πληροφορήθηκαν ότι δεν ήταν αδειούχος εργολάβος του ζήτησε να μην συνεχίσει τις εργασίες και αναζήτησαν νέες προσφορές από άλλους εργολάβους για την αποπεράτωση του έργου, το οποίο και κατακυρώθηκε σ' ένα από αυτούς. Ο εν λόγω μάρτυρας επίσης ανάφερε ότι για το αξιούμενο ποσό δεν έλαβαν οποιοδήποτε αντάλλαγμα και ούτε μέχρι σήμερα τους έχει επιστραφεί. Στην τελική αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας ευσεβάστως υπέβαλε ότι ο Εναγόμενος έλαβε χρήματα και προσπορίστηκε όφελος χωρίς να προσφέρει γι' αυτά αντάλλαγμα πλουτίζοντας έτσι αδικαιολόγητα εις βάρος της Ενάγουσας, η οποία ενέργησε καλοπροαίρετα. Ο κύριος Σωτηριάδης εισηγήθηκε πως η Ενάγουσα απέδειξε την υπόθεση της και ζήτησε την επιστροφή του αξιωμένου ποσού πλέον τα δικηγορικά έξοδα όπως αυτά υπολογιστούν. Η μη εμφάνιση του Εναγομένου στο Δικαστήριο και η μη συμμετοχή του κατά την ακρόαση της αγωγής είχε ως συνέπεια τη μη προώθηση της εκδοχής του με αποτέλεσμα οι μαρτυρίες της Εναγομένης και του συζύγου της να παραμείνουν αναντίλεκτες. Ο Εναγόμενος επέλεξε δια της απουσίας του να μην ακουστεί. Η απουσία του Εναγομένου υποδηλώνει πρόθεση εγκατάλειψης και μη προώθησης των θέσεων και ισχυρισμών του, όπως αυτοί περιέχονται στην υπεράσπιση του (σχετική είναι η απόφαση Westside Engineering Ltd, τώρα μετονομασθείσα σε Westside Enterprises Ltd v A. Soulis Enterprises Ltd, Πολιτική Έφεση 11584, ημερομηνίας 23.01.2004). Ωστόσο ανεξαρτήτως του πιο πάνω, το Δικαστήριο προχώρησε σε αξιολόγηση τόσο της προφορικής όσο και της πραγματικής μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του προβαίνοντας παράλληλα σε σχετικά ευρήματα και συμπεράσματα. Σε σχέση με την Ενάγουσα το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας της υποστηρίζεται από πραγματική μαρτυρία. Συγκεκριμένα, το ότι αποδέχτηκε την προσφορά του Εναγομένου για την ανέγερση κατοικίας έναντι του συμφωνημένου ποσού των €88.847,27 (ισότιμο σε Λ.Κ.£52.000,00) αποδεικνύεται από το Τεκμήριο 3 που αποτελεί την υπογραμμένη συμφωνία των διαδίκων, παρόλο ότι το έγγραφο αυτό δεν φέρει οποιαδήποτε ημερομηνία συνομολόγησης του. Το ότι στο συμφωνημένο ποσό για την ανέγερση της κατοικίας περιλαμβάνεται η αγορά και προμήθεια υλικών καθώς και η αξία των εργατικών διαπιστώνεται εύκολα από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Η δε περιγραφή των εργασιών και η αξία που αντιστοιχεί σε κάθε είδους εργασία, όπως αυτά περιέχονται στη συμφωνία, καθιστά αληθή τη θέση της Ενάγουσας ότι η κατεδάφιση της υφιστάμενης οικοδομής συνδέεται με το ποσό των €3.417,20 (ισότιμο σε Λ.Κ.£2.000,00). Ακόμη η θέση της Ενάγουσας ότι πλήρωσε τον Εναγόμενο με το ποσό των €10.764,00 (ισότιμο σε Λ.Κ.£6.300,00) συνάδει αριθμητικά με τις αποδείξεις είσπραξης χρημάτων που εκδόθηκαν εις το όνομα της. Επίσης, τα Τεκμήρια 4Α μέχρι 4Δ σημειώνουν ότι οι πληρωμές αφορούν έναντι εργασίας στο Πέρα Πέδι ενώ το Τεκμήριο 4Δ σημειώνει το όνομα του Εναγομένου ως το άτομο που εισέπραξε τα χρήματα, στοιχεία τα οποία με οδηγούν στο εύρημα ότι η πληρωμή σχετίζεται με το προαναφερόμενο έργο στο Πέρα Πέδι της επαρχίας Λεμεσού με τον Εναγόμενο να έχει εισπράξει από την Ενάγουσα τα ποσά που εμφανίζονται στις πιο πάνω αποδείξεις είσπραξης. Περαιτέρω, δέχομαι ότι ο Εναγόμενος το μόνο που έπραξε στο συγκεκριμένο έργο ήταν να κατεδαφίσει την υφιστάμενη οικοδομή με το έργο τελικά να ολοκληρώνεται από άλλο εργολάβο. Δέχομαι επιπλέον τη θέση της Ενάγουσας ότι ζήτησε επανειλημμένως από τον Εναγόμενο την επιστροφή του αξιωμένου ποσού καθότι αυτό επαληθεύεται μέσα από το περιεχόμενο των επιστολών που ο συνήγορος της απέστειλε (Τεκμήρια 6, 7Α, 7Β, 8Α και 8Β). Επιπροσθέτως, αποδεικνύεται ορθή και αληθή η θέση της Ενάγουσας ότι κατά το χρόνο ανάθεσης εκτέλεσης του έργου στον Εναγόμενο ο τελευταίος δεν ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο εργοληπτών ως εργολήπτης οικοδομικών ή τεχνικών έργων (Τεκμήριο 5). Ωστόσο από την μαρτυρία της Ενάγουσας δεν δέχομαι τον ισχυρισμό της ότι η κατοικία θα κατασκευαζόταν σύμφωνα με τα αρχιτεκτονικά σχέδια που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 2Α και 2Β επειδή έρχεται σε αντίθεση με τον σκοπό για τον οποίο εκπονήθηκαν τα εν λόγω σχέδια, όπως αυτός προκύπτει από τον τίτλο του έργου που εμφανίζεται σ' αυτά. Συγκεκριμένα, ενώ τα εν λόγω τεκμήρια σημειώνουν ότι αφορούν μετατροπές και προσθήκες σε υφιστάμενη οικοδομή κάτι που αυτονόητα και λογικά σημαίνει τη βελτίωση της υπό τη μορφή μετατροπών και προσθηκών, ο ισχυρισμός της Ενάγουσας όπως και η ανάλυση των συμφωνημένων εργασιών (Τεκμήριο 3) παραπέμπουν σε κατεδάφιση υφιστάμενου υποστατικού και κατασκευή νέας κατοικίας. Συνεπεία των πιο πάνω, ουδεμία βαρύτητα προσδίδω στα Τεκμήρια 2Α και 2Β. Επίσης, δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι στα τέλη Οκτωβρίου του έτους 2006 διαπίστωσε μέσω πληροφόρησης που έτυχε ότι ο Εναγόμενος δεν ήταν εγκεκριμένος εργολήπτης και δεν είχε τα απαιτούμενα προσόντα για να εκτελέσει το έργο ως αδειούχος εργολάβος. Κατ' αρχήν η θέση αυτή συγκρούεται με τη θέση του συζύγου της (ΜΚ2), ο οποίος επί του σημείου αυτού δήλωσε μετά από σχετική ερώτηση του συνηγόρου της Ενάγουσας πως υπέπεσε στην αντίληψη τους ότι ο Εναγόμενος δεν ήταν εγκεκριμένος εργολάβος μετά την παρέλευση μηνών από την έναρξη του έργου, σε αντίθεση με το μήνα που η Ενάγουσα προσδιόρισε ως σχετικό χρονικό διάστημα αν από τα λεγόμενα της Ενάγουσας δεχτούμε και δεν υπάρχει οτιδήποτε που να οδηγεί σε αντίθετο εύρημα, ότι το έργο ξεκίνησε το Σεπτέμβριο του
- Επιπλέον όμως η θέση αυτή της Ενάγουσας συγκρούεται πλήρως με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6, η οποία είναι επιστολή του συνηγόρου της Ενάγουσας και φέρει ημερομηνία 30.11.07 και απευθύνεται στον Εναγόμενο όπου στη δεύτερη, τρίτη και τέταρτη παράγραφο αυτής διαβιβάζεται παράπονο της Ενάγουσας ότι παρόλο που ο Εναγόμενος εισέπραξε περί τον Σεπτέμβριο-Οκτώβριο του 2006 το ποσό των Λ.Κ.£6.300,00 εντούτοις αυτό που έπραξε μέχρι την ημερομηνία σύνταξης της επιστολής ήταν να κατεδαφίσει την παλαιά οικοδομή, εκτελεσθείσα εργασία αξίας Λ.Κ.£2.000,
- Σημειώνεται ακόμη ότι η Ενάγουσα προέβηκε σε επανειλημμένες ειδοποιήσεις για εκτέλεση των εργασιών ανέγερσης της νέας κατοικίας, πλην όμως ο Εναγόμενος παρέλειψε να πράξει κάτι τέτοιο με αποτέλεσμα σύμφωνα με την εν λόγω επιστολή να υφίσταται σοβαρές ζημιές και απώλειες. Γίνεται μάλιστα και αναφορά για τερματισμό της συμφωνίας εξ' υπαιτιότητας του Εναγομένου. Εάν ευσταθούσε ο πιο πάνω ισχυρισμός της Ενάγουσας περί αντίληψης της τον Οκτώβριο του 2006 τότε για ποιο λόγο ή με ποια λογική περί τα τέλη Νοεμβρίου του 2007 να δώσει οδηγίες στο δικηγόρο της να συντάξει και να αποστείλει επιστολή προς τον Εναγόμενο με την οποία να παραπονιέται την παράλειψη του να προχωρήσει με την ανέγερση της νέας κατοικίας παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της για εκτέλεση και αποπεράτωση του έργου. Τα όσα ανάφερα για την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Ενάγουσας ισχύουν και για την μαρτυρία του ΜΚ2 στα οποία και παραπέμπω χωρίς να χρειάζεται να τα επαναλάβω. Από τη μαρτυρία του ξεχωρίζει η παραδοχή του ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε του ανάφερε ρητά και επί λέξει ότι ήταν αδειούχος εργολάβος, γεγονός το οποίο και αποδέχομαι. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την προφορική και γραπτή μαρτυρία αλλά και πραγματική μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: - Δυνάμει σχετικής συμφωνίας που υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων η Ενάγουσα ανάθεσε στον Εναγόμενο την κατεδάφιση υφιστάμενης οικοδομής και παράλληλα την ανέγερση νέας εξοχικής κατοικίας στο Πέρα Πέδι της επαρχίας Λεμεσού έναντι του συμφωνημένου ποσού των €88.847,27 (ισότιμο σε Λ.Κ.£52.000,00). Στο εν λόγω ποσό συμπεριλαμβάνονταν η αγορά και προμήθεια των υλικών καθώς επίσης και το κόστος των εργατικών. - Η συμφωνία περιείχε περιγραφή των εργασιών που θα εκτελούνταν και ανάλυση του συμφωνημένου ποσού. Μεταξύ των εργασιών που θα εκτελούνταν ήταν και η κατεδάφιση υφιστάμενης οικοδομής της οποίας η πραγματοποίηση είχε αξία, με βάση τη συμφωνία των διαδίκων, ύψους €3.417,20 (ισότιμο σε Λ.Κ.£2.000,00). - Τον Σεπτέμβριο του έτους 2006 άρχισε η εκτέλεση του έργου και μέχρι τις 30.11.07 ο Εναγόμενος είχε μόνο κατεδαφίσει την υφιστάμενη οικοδομή ενώ παράλληλα εισέπραξε το ποσό των €10.764,00 (ισότιμο σε Λ.Κ.£6.300,00), για το οποίο έκδωσε τέσσερις αποδείξεις πληρωμών εκδομένες εις το όνομα της Ενάγουσας και συγκεκριμένα την υπ' αριθμό 10371 ημερομηνίας 22.09.06 για το ποσό των €512,58 (ισότιμο σε Λ.Κ.£300,00), την υπ' αριθμό 10372 ημερομηνίας 02.10.06 για το ποσό των €1.708,60 (ισότιμο σε Λ.Κ.£1.000,00), την υπ' αριθμό 10374 ημερομηνίας 22.09.06 για το ποσό των €3.417,20 (ισότιμο σε Λ.Κ.£2.000,00) και την υπ' αριθμό 10375 ημερομηνίας 09.10.06 για το ποσό των €5.125,80 (ισότιμο σε Λ.Κ.£3.000,00). - Κατά τον ουσιώδη χρόνο υπογραφής της σύμβασης με την Ενάγουσα, της ανάληψης του έργου αλλά και κατεδάφισης της υφιστάμενης οικοδομής ο Εναγόμενος δεν ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο εργοληπτών ως εργολήπτης οικοδομικών ή τεχνικών έργων καθώς επίσης ούτε κάτοχος ισχύουσας άδειας για εκτέλεση τέτοιων έργων. Κατά συνέπεια, ο Εναγόμενος δεν ήταν αδειούχος εργολήπτης. - Μετά από ενέργειες του συζύγου της Ενάγουσας ο οποίος ενεργούσε εκ μέρους και για λογαριασμό της το έργο τελικά αποπερατώθηκε από άλλο εργολάβο μέσα από διαδικασία προσφορών, ο οποίος και αντικατέστησε τον Εναγόμενο. - Η Ενάγουσα ζήτησε επανειλημμένως από τον Εναγόμενο την επιστροφή του ποσού των €7.346,99, πλην όμως αυτός παρέλειψε να πράξει κάτι τέτοιο. Όπως προκύπτει από πιο πάνω, ένα από τα βασικά ευρήματα του Δικαστηρίου είναι ότι ο Εναγόμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο υπογραφής της σύμβασης, της ανάληψης του έργου αλλά και κατεδάφισης της υφιστάμενης οικοδομής δεν ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο εργοληπτών και κατ' επέκταση δεν ήταν αδειούχος εργολάβος για την εκτέλεση τόσο οικοδομικών όσο και τεχνικών έργων. Το άρθρο 30 του Περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμου του 2001, Ν.29(Ι)/2001 μετά των συναφών τροποποιήσεων, προνοεί ρητά ότι οποιαδήποτε συμφωνία προφορική ή γραπτή, η οποία αφορά την ανάθεση εκτέλεσης οικοδομικού ή τεχνικού έργου σε μη εγγεγραμμένο εργολήπτη ή σε εγγεγραμμένο εργολάβο αλλά μη αδειούχο, είναι άκυρη. Το λεκτικό των διατάξεων του πιο πάνω άρθρου καθιστά άκυρη εξ' υπαρχής οποιαδήποτε συμφωνία συνομολογήθηκε κατά παράβαση του. Αυτό ισχύει και στη δική μας περίπτωση. Εφόσον ο Εναγόμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο υπογραφής της σύμβασης και ανάληψης του έργου δεν ήταν εγγεγραμμένος εργολήπτης ή αδειούχος εργολάβος η σύμβαση των διαδίκων είναι άκυρη εξ' υπαρχής (void ab initio). Περαιτέρω, το άρθρο 25 του Ν.29(Ι)/2001απαγορεύει ρητά σε εργοδότη ή ιδιοκτήτη τεμαχίου να αναθέσει την εκτέλεση οικοδομικού ή τεχνικού έργου σε πρόσωπο που δεν είναι εγγεγραμμένος εργολήπτης ή αδειούχος εργολάβος. Από το περιεχόμενο του άρθρου αυτού καθίσταται σαφές ότι ο εργοδότης έχει καθήκον να λάβει όλα τα αναγκαία και λογικά μέτρα έτσι ώστε να διασφαλίσει την ανάθεση εκτέλεσης του έργου σε εγγεγραμμένο εργολήπτη ή αδειούχο εργολάβο. Σκοπός του νομοθέτη ήταν να βοηθήσει μέσω του άρθρου αυτού και μαζί με άλλα άρθρα του Ν.29(Ι)/2001 στην εξασφάλιση και κατοχύρωση του επαγγέλματος του εργολήπτη. Εναποθέτοντας στον εργοδότη την υποχρέωση επιλογής αδειούχου και νόμιμου εργολήπτη διασφαλίζεται η δημόσια ασφάλεια μέσω της κατασκευής οικοδομικών και τεχνικών έργων από προσοντούχα πρόσωπα. Το δε άρθρο 44 της ίδιας νομοθεσίας τονίζει κατά τρόπο κατηγορηματικό ότι κάθε πρόσωπο που παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με οποιαδήποτε απαγόρευση, καθήκον ή υποχρέωση που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του Ν.29(Ι)/2001 διαπράττει ποινικό αδίκημα και εκτός αν προβλέπεται άλλη ποινή υπόκειται σε χρηματική ποινή. Κατά την αντίληψη μου τα άρθρα 25 και 30 του Ν.29(Ι)/2001 δεν περιορίζονται στο να καταστήσουν άκυρη και μη νομικά εκτελεστή τη γραπτή συμφωνία των διαδίκων. Με το άρθρο 44 της εν λόγω νομοθεσίας η παράβαση του άρθρου 25 καθίσταται ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με χρηματική ποινή. Στην υπόθεση Kanaris v. Tosoun
(1969)1 C.L.R. 637 αποφασίστηκε ότι οι λέξεις 'άκυρη και χωρίς οποιοδήποτε αποτέλεσμα' ('void and of no effect') που περιέχονταν στο άρθρο 7 του Περί Πιστοποιητικών Ζώων Νόμου, Κεφ.29 και σχετίζονταν με τα άρθρα 4 και 5 της ιδίας νομοθεσίας καθιστούσαν το αντάλλαγμα απαγορευμένο από το νόμο και τέτοιας φύσης που αν επιτρεπόταν θα καταστρατηγούσε τις διατάξεις νόμου κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 23(α) και (β) του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 μετά των συναφών τροποποιήσεων, πέραν του ότι καθιστούσε τη συναλλαγή άκυρη και χωρίς οποιοδήποτε νομικό αποτέλεσμα. Το άρθρο 23 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ασχολείται με την έννοια, σημασία και συνέπειες που επιφέρει μια σύμβαση που είναι παράνομη, την οποία και καθορίζει ως τέτοια που ο σκοπός ή η αντιπαροχή της είναι απαγορευμένος από το νόμο ή είναι τέτοιας φύσεως ώστε αν επιτρεπόταν θα καταστρατηγούσε τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου ή συνιστά απάτη ή επιφέρει ή ενέχει βλάβη στο πρόσωπο ή την περιουσία άλλου ή το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτός αντίκειται στα χρηστά ήθη ή τη δημόσια πολιτική. Όπως σημειώνεται ρητά στο ίδιο άρθρο κάθε συμφωνία της οποίας ο σκοπός ή η αντιπαροχή είναι παράνομος είναι άκυρη. Στην προκειμένη περίπτωση η ανάθεση του έργου από την Ενάγουσα στον Εναγόμενο ο οποίος δεν ήταν εγγεγραμμένος εργολήπτης στο μητρώο του Συμβουλίου Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων και κατ' επέκταση δεν ήταν αδειούχος εργολάβος κατά τον ουσιώδη χρόνο, που με βάση την υπόθεση Γρηγορίου και άλλη v. Οικοσυνθέσεις Λτδ
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1932 προσδιορίζεται ως ο χρόνος σύναψης της σύμβασης, οδηγεί εμφανώς σε καταστρατήγηση των διατάξεων του άρθρου 25 του Ν.29(Ι)/2001 αφού διεξάγεται μία πράξη που απαγορεύεται ρητά από την εν λόγω νομοθεσία η οποία συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με χρηματική ποινή. Συνεπώς, η γραπτή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων μολύνεται από στοιχείο έκδηλης παρανομίας, πέραν του ότι με βάση το άρθρο 23 του Κεφ.149 αλλά και άρθρο 30 του Ν.29(Ι)/2001είναι άκυρη εξ' υπαρχής, μη νομικά εκτελεστή και χωρίς οποιοδήποτε νομικό αποτέλεσμα (Δρουσιώτης v. Ιερωνυμίδης
(1990)1 Α.Α.Δ. 1026 και Alam v. Τουμαζίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 968). Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε ανάφερε στην Ενάγουσα και το σύζυγο της ότι ήταν αδειούχος εργολάβος σε συνδυασμό με το ότι η Ενάγουσα ή ο σύζυγος της δεν ζήτησαν από τον Εναγόμενο να τους προσκομίσει την άδεια εγγραφής του ως εργολήπτης καθώς επίσης και το ότι η Ενάγουσα με το σύζυγο της όχι μόνο δεν αποτάθηκαν για να εξασφαλίσουν στοιχεία σχετικά με το θέμα αυτό στο Συμβούλιο Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων ή έστω στον αρχιτέκτονα που εκπόνησε την αρχιτεκτονική μελέτη για την κατασκευή της κατοικίας αλλά αντίθετα αγνόησαν την άρνηση του αρχιτέκτονα τους να επιβλέψει την ανέγερση του έργου με εργολάβο τον Εναγόμενο χωρίς να διερωτηθούν το λόγο ή δίχως να τον ρωτήσουν για να λάβουν εξήγηση μαζί με το μεγάλο χρονικό διάστημα παρουσίας του Εναγομένου στο έργο υπό την ιδιότητα του εργολάβου και χωρίς οποιαδήποτε επίβλεψη από προσοντούχο σύμβουλο αρχιτέκτονα-μηχανικό με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Ενάγουσα με τη στάση της δεν διεκπεραίωσε το καθήκον και υποχρέωση που είχε εκ του άρθρου 25 του Ν.29(Ι)/2001 μετατρέποντας έτσι τον εαυτό της συνυπεύθυνο στην παραβίαση της νομοθεσίας και ταυτόχρονα στη δημιουργία και συντήρηση μιας παράνομης κατάστασης. Συμφωνία η οποία συνομολογείται κατά παράβαση νόμου, όπως στη δική μας περίπτωση η συνομολόγηση σύμβασης της Ενάγουσας με τον Εναγόμενο που ήταν μη αδειούχος εργολάβος κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 25 του Ν.29(Ι)/2001, είναι παράνομη ανεξαρτήτως της έκτασης συμμετοχής εκατέρου των συμβαλλομένων στην επίτευξη της (Perihan v. Απόστολου Γεωργίου, δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Χαράλαμπου Χ. Ζόππου
(2008)1Β Α.Α.Δ. 905 και Alam v. Τουμαζίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 968). Η δε πρόθεση των μερών να παραβούν το νόμο ή όχι είναι άνευ σημασίας ενώ παράλληλα η παράνομη σύμβαση δεν είναι εφαρμοστέα (Glamor Development v. Christodoulou
(1984)1 C.L.R. 444). Από τη στιγμή που έχει κριθεί ότι η σύμβαση μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου είναι παράνομη και άκυρη εξ' υπαρχής με ευθύνες να βαρύνουν και τα δύο μέρη για διαφορετικούς λόγους δεν μπορεί να γίνει ανάκτηση χρημάτων από οποιοδήποτε μέρος (Chr. Mavrikios Constructions Ltd v. Χατζηκωνστάντα
(2009)1Β Α.Α.Δ. 1093). Κατά συνέπεια, η Ενάγουσα δεν δικαιούται την επιστροφή του ποσού των €7.346,99 (ισότιμο σε Λ.Κ.£4.300,00) που έχει πληρώσει στον Εναγόμενο χωρίς να λάβει οποιοδήποτε αντάλλαγμα γι' αυτό ως αποτέλεσμα της μεταξύ τους άκυρης συμφωνίας. Όταν η σύμβαση είναι παράνομη, όπως συμβαίνει στη δική μας υπόθεση, το άρθρο 65 του Κεφ.149 από το οποίο πηγάζει η υποχρέωση του οφειλέτη να αποκαταστήσει το όφελος ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο από το οποίο προσπορίστηκε αυτό, δεν τυγχάνει εφαρμογής. Περαιτέρω, η Ενάγουσα ισχυρίζεται για εις βάρος της αδικαιολόγητο πλουτισμό από μέρους του Εναγομένου. Ο αδικαιολόγητος πλουτισμός, ως έχει νομολογηθεί, δεν αποτελεί αυτόνομη αιτία αγωγής, εντάσσεται όμως στις θεραπείες που δημιουργήθηκαν από το δίκαιο της επιείκειας ώστε να συμπληρώσουν τις ατέλειες και τις ελλείψεις του κοινοδικαίου και παρέχεται κάτω από το γενικότερο πλαίσιο της αποκατάστασης ειδικής θεραπείας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι δίκαιο να διατάξει την επιστροφή χρημάτων ή άλλης περιουσίας (Minerva Finance Investment Ltd v. Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 2173). Στην υπόθεση Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077 λέχθηκε ότι το άρθρο 70 του Κεφ.149 ενσωματώνει τις αρχές του δικαίου της επιείκειας γνωστές ως αδικαιολόγητος πλουτισμός και αποκατάσταση. Όπως ερμηνεύτηκε στην Ismini Kyriakou Hjiloizi & others v. Irini Iona
(1963)2 C.L.R. 11 απαιτείται η απόδειξη όλων των ακόλουθων τεσσάρων προϋποθέσεων για θεμελίωση του δικαιώματος αυτού: (α) Η πράξη πρέπει να είναι νόμιμη, (β) Πρέπει να έγινε για άλλο πρόσωπο, (γ) Πρέπει να έγινε από πρόσωπο το οποίο δεν έχει πρόθεση να πράξει χαριστικά και (δ) Το πρόσωπο προς όφελος του οποίου έγινε η πράξη πρέπει να αποκομίσει όφελος από αυτή. Στη δική μας υπόθεση όπου η σύμβαση είναι παράνομη δεν εκπληρώνεται η πρώτη προϋπόθεση με αποτέλεσμα να μην θεμελιώνεται η απόδειξη του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ο οποίος συνδέεται με την επίδικη συμφωνία. Η ίδια η Ενάγουσα επικαλείται τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βασισμένη στην άκυρη συμφωνία που σύναψε με τον Εναγόμενο, η οποία συμφωνία επιπλέον κρίθηκε παράνομη. Συγκεκριμένα, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το ποσό που θα πρέπει να της επιστραφεί είναι αυτό που προκύπτει από την αφαίρεση στο συνολικό ποσό που ήδη έδωσε στον Εναγόμενο της αξίας της εκτελεσθείσας εργασίας που ήταν η κατεδάφιση της υφιστάμενης κατοικίας την οποία, με βάση την μεταξύ τους συμφωνία, καθορίζει στα €3.417,20 (ισότιμο σε Λ.Κ.£2.000,00). Η παρανομία που εντοπίζεται στην εξ' υπαρχής άκυρη συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου δεν αφήνει περιθώρια αποκάλυψης αγώγιμου δικαιώματος και γενικά με βάση το περιεχόμενο του δικογράφου της απαίτησης σε συνάρτηση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και τη μαρτυρία που προβλήθηκε ενώπιον μου δεν φαίνεται να υπάρχει οποιαδήποτε οδός διεκδίκησης. Συνεπώς, η Ενάγουσα δεν δύναται να εισπράξει το πιο πάνω ποσό στη βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού (unjust enrichment) και/ή ακόμη υπό τη μορφή της αποκατάστασης (restitution). Ούτε όμως υπό τις περιστάσεις δικαιολογείται η επιδίκαση παραδειγματικών και/ή τιμωρητικών αποζημιώσεων υπέρ της Ενάγουσας καθότι δεν τηρούνται οι αρχές και προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Με γνώμονα ότι δεν δικαιολογείται παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα που είναι να μην επιτρέπεται η επανάκτηση ωφελημάτων που προέρχονται από παράνομες συμβάσεις αλλά και στη βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .............................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Proof Αναφορά:Πολιτική Δικονομία/Απόδειξη Αγωγής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο