← Κύπρος

Αναφορικά με την Μαρούλα Ηλιάδη, Αρ. Αιτ. Πτώχευσης: 339/11, 11/9/2012

Αναφορικά με την Μαρούλα Ηλιάδη, Αρ. Αιτ. Πτώχευσης: 339/11, 11/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A54 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αιτ. Πτώχευσης: 339/11 Σε πτώχευση Αναφορικά με την Μαρούλα Ηλιάδη, από την Λεμεσό, οδός Αρχιμήδους αρ. 4, AROZA COMPLEX, Αρ. Θύρας 23, Παρεκκλησιά Ημερομηνία: 11.9.12 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Αλ. Αργυρού (για να ακούσει την απόφαση ο κ. Π. Παναγιώτου) Για την Καθ' ης η αίτηση: κ. Αλ. Μελάς -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ο Αιτητής εξαιτείται την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας της Μαρούλας Ηλιάδη / Καθ' ης η αίτηση. Η υπό κρίση αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του ιδίου του Αιτητή και σε αυτήν αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι οι δηλώσεις που αναφέρονται στην αίτηση είναι αληθείς. Σύμφωνα με την αίτηση η Καθ' ης η αίτηση ήταν η ενάγουσα και ο Αιτητής ο εναγόμενος στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αριθμό 4210/06 η οποία στις 20.12.10 απερρίφθη με αποτέλεσμα η Καθ' ης η αίτηση να καταδικασθεί στα έξοδα της αγωγής. Όπως φαίνεται από την συνταγμένη απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία επισυνάπτεται στην αίτηση, εναντίον της Καθ' ης η αίτηση επιδικάσθηκαν Ευρώ 102,00 σεντ έξοδα έκδοσης απόφασης πλέον τα έξοδα της αγωγής «ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο». Τα έξοδα της αγωγής υπολογίσθηκαν από τον Πρωτοκολλητή στο ποσό των Ευρώ 9.233,13 σεντ πλέον τόκο προς 8% ετησίως επ' αυτού από 2.10.06 μέχρι 14.10.08 πλέον τόκο προς 5,5% ετησίως από 15.10.08 μέχρι τελείας εξόφλησης πλέον ΦΠΑ επί ποσού Ευρώ 9.215,17 σεντ. Ειδοποίηση Πτώχευσης που εκδόθηκε δυνάμει της πιο πάνω απόφασης και η οποία έλαβε τον αριθμό 486/11 επιδόθηκε προσωπικά στην Καθ' ης η αίτηση στις 8.6.

  1. Με αυτή τάσσετο επταήμερη προθεσμία για να καταβληθεί από την Καθ' ης η αίτηση το εξ' αποφάσεως χρέος της. Η Καθ' ης η αίτηση δεν συμμορφώθηκε με την Ειδοποίηση Πτώχευσης και κατά συνέπεια διέπραξε πράξη πτώχευσης. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Καθ' ης η αίτηση. Με Ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης σύμφωνα με τον Τύπο 8 στην οποία εκτίθενται 5 λόγοι ένστασης η Καθ' ης η αίτηση ενίσταται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Κατά την ακροαματική διαδικασία έδωσαν μαρτυρία για τον Αιτητή η Τροοδία Ιωαννίδου και ο ίδιος ο Αιτητής. Για την πλευρά της Καθ' ης η αίτηση η ίδια η Καθ' ης η αίτηση. Η Τροοδία Ιωαννίδου είναι υπεύθυνη στο Τμήμα Πτωχεύσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Η εν λόγω μάρτυς κατέθεσε την Ειδοποίηση πτώχευσης με αριθμό 486/11 καθώς και ένορκη δήλωση επίδοσης του ιδιώτη επιδότη, Πανίκου Κλείτου, στην Καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 8.6.
  2. Τα πιο πάνω έγγραφα σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα. Σύμφωνα με την μάρτυρα δεν καταχωρήθηκε ένορκος δήλωση ή άλλης μορφής αίτηση για τον παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης. Στην Ειδοποίηση Πτώχευσης (Τεκμήριο 1) επισυνάπτονται η συνταγμένη απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20.12.10 καθώς και ο κατάλογος εξόδων που υπεβλήθη για υπολογισμό από τον Πρωτοκολλητή. Από τον εν λόγω κατάλογο φαίνεται ότι αυτός υπεβλήθη από τους δικηγόρους του Αιτητή στις 5.1.11 και τα έξοδα τα οποία υπολογίσθηκαν από τον Πρωτοκολλητή εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο στις 27.1.
  3. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 η Ειδοποίηση Πτώχευσης επιδόθηκε προσωπικά στην Καθ' ης η αίτηση στις 8.6.11, ήτοι εντός ενός μηνός από τις 11.5.11, ημερομηνία έκδοσής της. Η μαρτυρία της μάρτυρος δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Καθ' ης η αίτηση αφού η μάρτυρας δεν αντεξετάσθηκε. Ο Αιτητής κατά την κυρίως εξέτασή του υιοθέτησε το περιεχόμενο της αίτησης. Κατά την αντεξέταση ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Με την παρούσα διαδικασία αποσκοπεί στο να πληρώσει η Καθ' ης η αίτηση τα έξοδα του δικηγόρου του. Αυτός ήταν και ο λόγος που έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του για να καταχωρηθεί η υπό κρίση αίτηση. Πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης ζήτησε από τα παιδιά του να μεσολαβήσουν τόσο με τους δικηγόρους της Καθ' ης η αίτηση, η οποία τυγχάνει να είναι η πρώην σύζυγός του, όσο και με τους δικούς του δικηγόρους ώστε να βρεθεί μεταξύ του ιδίου και της Καθ' ης η αίτηση ένας τρόπος διευθέτησης της πληρωμής του εξ' αποφάσεως χρέους της τελευταίας. Τα παιδιά του, όμως, δεν επιθυμούσαν να αναμειχθούν στην διαφορά που έχουν οι γονείς τους. Ο ίδιος, πάντως, δεν θα είχε πρόβλημα αν είχε εξευρεθεί συμβιβαστική λύση διά της πληρωμής του εξ΄αποφάσεως χρέους της Καθ' ης η αίτηση με μηνιαίες δόσεις νοουμένου ότι το ύψος των δόσεων που θα συμφωνείτο ήταν λογικό. Πενήντα, όμως, Ευρώ τον μήνα, που υπεδείχθη από τον συνήγορο της Καθ' ης η αίτηση, δεν θα ήταν λογικό ποσό για να εξοφληθεί το εξ' αποφάσεως χρέος. Μετά την απορριπτική απόφαση του Δικαστηρίου πλήρωσε στον δικηγόρο του το ποσό των Ευρώ 4.000,00 σεντ. Με την υπόθεση, προφανώς εννοούσε την αγωγή με αριθμό 4210/06, ταλαιπωρήθηκε 7 ολόκληρα χρόνια. Η υπόθεση αυτή του κόστισε εκατοντάδες χιλιάδες Αγγλικές Λίρες και σήμερα θέλει τα έξοδα των δικηγόρων του. Το ποσό των εξόδων είναι μικρό και η Καθ' ης η αίτηση μπορεί πολύ εύκολα να το πληρώσει ώστε να δοθεί ένα τέλος σε αυτήν την υπόθεση. Γνωρίζει ότι η Καθ' ης η αίτηση είχε μέχρι που χώρισαν ασφάλεια (private pension) με την ασφαλιστική εταιρεία Abbey Life στην Αγγλία την οποία δικαιούται να εξαργυρώσει με την συμπλήρωση του 50ου έτους της ηλικίας της. Με την εξαργύρωση της ασφάλειάς της η Καθ' ης η αίτηση θα λάβει και το απαιτούμενο για την εξόφληση των δικηγορικών εξόδων ποσό. Δεν γνωρίζει, όμως, αν η Καθ' ης η αίτηση έχει ήδη πωλήσει την ασφάλειά της. Ερωτηθείς αν με την παρούσα διαδικασία προσπαθεί να καταπιέσει την Καθ' ης η αίτηση για να εισπράξει το οφειλόμενο υπό αυτής ποσό απάντησε καταφατικά. Η Καθ' ης η αίτηση καταθέτοντας ανέφερε ότι το μόνο περιουσιακό στοιχείο που διαθέτει είναι ένα σπίτι στην Παρεκκλησιά στο οποίο διαμένει μαζί με την κόρη της. Το σπίτι αυτό είναι υποθηκευμένο στην Τράπεζα Κύπρου έναντι δανείου. Το ύψος της υποθήκης είναι Ευρώ 60.000,00 σεντ. Το έτος 2009 είχε εργατικό ατύχημα το οποίο της προκάλεσε ανικανότητα και ως εκ τούτου σήμερα δεν εργάζεται. Λαμβάνει από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων σύνταξη ανικανότητας ύψους Ευρώ 350,00 σεντ μηνιαίως. Προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών της κατέθεσε χωρίς ένσταση επιστολή του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων ημερομηνίας 10.11.10 (Τεκμήριο 3). Δύο προτάσεις που έκανε μέσω του δικηγόρου της για διευθέτηση της υπόθεσης προσέκρουσε στην ένσταση του δικηγόρου του Αιτητή. Με την πρώτη εισηγήθηκε την σύνταξη εγγράφου που να λέει ότι μόλις ολοκληρωθεί η υπόθεση που αφορά στο εργατικό ατύχημα ο Αιτητής θα είναι ο πρώτος που θα πάρει τα λεφτά του από την ασφάλεια. Με την δεύτερη εισηγήθηκε να πληρώνει το εξ' αποφάσεως χρέος της με μηνιαίες δόσεις των Ευρώ 50,00 σεντ μέχρι ότου λάβει το ποσό από την ασφάλεια. Η μάρτυρας δεν αντεξετάσθηκε από τον δικηγόρο του Αιτητή. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Σύμφωνα με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή προτού το Δικαστήριο εξετάσει την ουσία της αίτησης θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο η ένσταση της Καθ' ης η αίτηση είναι νομότυπη ή όχι. Και αυτό γιατί θέση του είναι ότι η ένσταση δεν πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζει ο Κανονισμός 18 των Περί Πτωχεύσεων Κανονισμών, ο οποίος προνοεί ότι σε περίπτωση που οποιοδήποτε μέρος προτείθεται να ενστεί σε αίτηση (application) η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης θα πρέπει να εκθέτει τον νόμο ή τους κανονισμούς στους οποίους βασίζεται και θα πρέπει να συνοδεύεται από ένορκο δήλωση που να βεβαιώνει τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται. Σημειώνεται, ότι ένα σημείο που έχω παρατηρήσει και που δεν έτυχε αντικείμενο συζήτησης κατά τις τελικές αγορεύσεις είναι ότι η ένσταση καταχωρήθηκε στις 12.10.11 και, επομένως, εκπρόθεσμα, αφού οι οδηγίες του Δικαστηρίου σύμφωνα με το πρακτικό της 6.10.11 ήταν όπως αυτή καταχωρηθεί μέχρι 10.10.
  4. Θεωρώ περιττό να εξετάσω τα δύο πιο πάνω ζητήματα αφού η τύχη της αίτησης θα κριθεί επί του υπό του δικηγόρου της Καθ' ης η αίτηση κατά την τελική του αγόρευση εγερθέντος ζητήματος της κατάχρησης της διαδικασίας, το οποίο, σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Καθ' ης η αίτηση, προέκυψε κατά την ακροαματική διαδικασία. Όπως διαφαίνεται από την Νομολογία που πιο κάτω παρατίθεται η εξέταση του πιο πάνω ζητήματος δεν επηρεάζεται από το νομότυπο ή όχι της ένστασης. Στην ποινική υπόθεση Μιχάλης Χαραλαμπίδης ν. Νικόλαου Κωμοδρόμου

(2002)2 ΑΑΔ 522 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει ή να απορρίψει υπόθεση για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας: «Η αναστολή της δίκης ή η απόρριψη υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας χωρεί μόνο εφόσο απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Η δικαιοδοσία για πάταξη τέτοιων περιπτώσεων είναι σύμφυτη χωρίς να έχει οποιαδήποτε νομοθετική προέλευση. Είναι μια εξουσία αυτονόητη και απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της. Υπήρξε βέβαια αντικείμενο συζητήσεων και πολλών δικαστικών αποφάσεων ποια δικαστήρια έχουν τέτοια αρμοδιότητα και για ποιούς σκοπούς μπορούσαν να την ασκήσουν. Η πληρέστερη ανάπτυξη της θεωρίας της σύμφυτης δικαιοδοσίας έγινε ίσως από τον Sir Jack I.H. Jacob στο άρθρο του "The Inherent Jurisdiction of the Court" [1970] C.L.Ρ. 23, το οποίο άσκησε επιρροή στη διαμόρφωση και εξέλιξη της εξουσίας αυτής: « ... the jurisdiction to exercise these powers was derived, not from any statute or rule of law, but from the very nature of the court as a superior court of law, and for this reason such jurisdiction has been called "inherent" ... the essential character of a superior court of law necessarily involves that it should be invested with a power to maintain its authority and to prevent its process being obstructed and abused. Such a power is intrinsic in a superior court; it is its very lifeblood, its very essence, its immanent attribute ... The jurisdiction which is inherent in a superior court of law is that which enables it to fulfil itself as a court of law. The juridical basis of this jurisdiction is therefore the authority of the judiciary to uphold, to protect and to fulfil the judicial function of administering justice according to law in a regular, orderly and effective manner». Με την πάροδο του χρόνου, η σύμφυτη δικαστική εξουσία εμπεδώθηκε σε διαφορετικούς κλάδους του δικαίου. Ένα παράδειγμα στο οποίο εκδηλώθηκε είναι και η καταχρηστική προσφυγή στις διαδικασίες. Είναι πια εμπεδωμένο ότι επιβάλλεται η περιστολή της χρήσης διαδικασίας όταν διαστρεβλώνεται ο σκοπός ύπαρξής της. Χωρίς να θέλουμε ή να χρειάζεται να καλύψουμε όλη την ιστορία του θέματος είναι αξιοσημείωτο ότι ο προβληματισμός εντάθηκε από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα και παραμένει μέχρι σήμερα ένα ζωντανό θέμα, παρόλο που οι βασικές συνισταμένες έχουν διευκρινιστεί. Στην Metropolitan Bank v. Pooley [1885] 10 App. C. 210
(220)ο Λόρδος Blackburn, χωρίς να αισθανθεί την ανάγκη να προσφύγει σε προηγούμενα, είπε: « ... from early times (I rather think, though I have not looked at it enough to say, from the earliest times) the Court had inherently the right to see that its process was not abused by a proceeding without reasonable grounds, so as to be vexatious and harassing - the court had the right to protect itself against such an abuse .... it was done ... by a summary order to stay the action which was brought under such circumstances as to be an abuse of the process of the Court». Ως προς τη νεώτερη αντίκριση του θέματος από την αγγλική νομολογία χαρακτηριστική είναι η διατύπωση του Λόρδου Diplock στην Hunter ν. Chief Constable of West Midlands and Another [1981] 3 All E.R. 727, 729: « ... this is a case about abuse of the process of the High Court. It concerns the inherent power which any court of justice must possess to prevent misuse of its procedure in a way which, although not inconsistent with the literal application of its procedural rules, would nevertheless be manifestly unfair to a party to litigation before it, or would otherwise bring the administration of justice into disrepute among right-thinking people. The circumstances in which abuse of process can arise are very varied; those which give rise to the instant appeal must surely be unique. It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power." Ας σημειωθεί ότι η παραπάνω ανάπτυξη υιοθετείται από το Εφετείο μας στην Μιχάλη Παπόρη ν. Maskinfabriken «510» Α/S
(1996)1(B) A.A.Δ.
  1. Στην υπόθεση R. v. Norwich Crown Court ex p. Belsham 1 W.L.R. 54 (στη σελ. 66), το Divisional Court θεώρησε (άποψη obiter) ότι ήταν προτιμητέα η θεωρία ότι οι σύμφυτες εξουσίες προέρχονται από το κοινοδίκαιο και είναι ανεξάρτητες από τις δικαιοδοτικές νομοθετικές διατάξεις. Η αρχή εξετάστηκε και στην Walpole v. Partidge and Wilson [1994] 1 All E.R. 385, όπου ο δικαστής Ralph Gibson τόνισε πως το δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση ότι η διαδικασία είναι τόσο καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο διάταγμα. Στην Director of Public Prosecutions v. Humphrys [1977] A.C. 1 ο Λόρδος Salmon σχολιάζοντας την αρχή καθόρισε και τα όριά της (στη σελίδα 46): «I respectfully agree with [Lord Dilhorne] that a judge has not and should not appear to have any responsibility for the institution of prosecutions; nor has he any power to refuse to allow a prosecution to proceed merely because he considers that, as a matter of policy, it ought not to have been brought. It is only if the prosecution amounts to an abuse of the process of the court and is oppressive and vexatious that the judge has the power to intervene. Fortunately, such prosecutions are hardly ever brought but the power of the court to prevent them is, in my view, of great constitutional importance and should be jealously preserved.» Σε πολλές περιπτώσεις η αγγλική νομολογία έχει υπογραμμίσει ότι η άσκηση τέτοιας δραστικής εξουσίας ασκείται φειδωλά. Βλέπε, για παράδειγμα, R. v. Oxford City Justices, ex p. Smith 75 Crim. App. Rep. 200,
  2. Διαφαίνεται επίσης από αυτές ότι η κάθε υπόθεση εξετάζεται υπό το πρίσμα των δικών της πραγματικών περιστατικών. Βλ. Archbold, έκδ. 1995, παραγρ. 4-44β, σελ. 1/439, όπου δίνονται παραδείγματα στα οποία κρίθηκε πως υπήρξε κατάχρηση, καθώς και περιπτώσεις που αποφασίστηκε το αντίθετο. Από αυτές αναφέρουμε δύο. Στην R. v. Brentford Justices, ex. p. Wong, 73 Cr. App. Rep. 65 D.C., θεωρήθηκε κατάχρηση όταν ο κατήγορος κατέθεσε δίωξη, αλλά δεν επέδιδε για μερικούς μήνες την κλήση, με σκοπό να έχει την ευχέρεια να αποφασίσει αν τελικά θα την προωθούσε. Στην R. v. Grays Justices, ex p. Low 88 Crim. App. R. 291 D.C., δεν επιτράπηκε η συνέχιση ιδιωτικής ποινικής δίωξης σε σχέση με κατηγορία για την οποία οι διωκτικές αρχές απέσυραν προηγούμενη δίωξη κατά του κατηγορούμενου, αφού ο ίδιος δεσμεύθηκε να τηρεί την τάξη. Την ίδια εξουσία καταστολής για κατάχρηση των διαδικασιών έχουν τα κυπριακά δικαστήρια. Στη βασική υπόθεση Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, ο Πικής Π., διέγραψε τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα και το σκοπό που τη διαπνέει, υπογραμμίζοντας ότι: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Στην υπόθεση Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 CLR 348 αποφασίστηκε ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα αγγλικά δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής διαδικασίας. Η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές· ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Στην υπόθεση London Clubs Ltd v. Ρόδου Παπαδόπουλου
(2002)1Γ ΑΑΔ 1699 το 1991 εκδόθηκαν υπέρ των εφεσειόντων και εναντίον του εφεσίβλητου δυο αποφάσεις στις αγωγές 10336/90 και 10342/90 για 5.000 και 9.800 στερλίνες αντίστοιχα. Οι εφεσείοντες ήταν αλλοδαπές εταιρείες, οι οποίες, καθώς και η ονομασία τους δηλώνει, διαχειρίζονταν καζίνα. Μετά την έκδοση των αποφάσεων καταχωρίστηκε εναντίον του εφεσίβλητου αίτηση για την πληρωμή των εξ' αποφάσεως χρεών του με μηνιαίες δόσεις. Το Δικαστήριο διέταξε τον εφεσίβλητο να πληρώνει Λ.Κ.100,00 σεντ μηνιαίως για κάθε μια από τις δυο εκκρεμούσες αποφάσεις εναντίον του με την πρώτη δόση να αρχίζει την 1.2.
  1. Ο εφεσίβλητος δεν ήταν συνεπής με την πληρωμή των μηνιαίων δόσεων και γι' αυτό οι εφεσείοντες επέδωσαν σε αυτόν δύο ειδοποιήσεις πτώχευσης, αναφορικά με τις δυο εκκρεμούσες αποφάσεις, με αριθμούς 1157/98 και 1158/98 αντίστοιχα. Οι ειδοποιήσεις αποσύρθηκαν από τους εφεσείοντες στις 11.2.99 αφού ο εφεσίβλητος συμφώνησε να πληρώνει Λ.Κ.300,00 σεντ μηνιαίως. Ο εφεσίβλητος δεν ανταποκρίθηκε πάλι στην πιο πάνω υπόσχεση του με αποτέλεσμα οι εφεσείοντες να καταχωρήσουν και να επιδώσουν σε αυτόν άλλες δύο ειδοποιήσεις πτώχευσης με αριθμούς 76/01 και 77/
  2. Ο εφεσίβλητος με αίτημα του στο Δικαστήριο ζήτησε την ακύρωση των πιο πάνω ειδοποιήσεων με την εισήγηση πως η πτωχευτική διαδικασία που άρχισαν οι εφεσείοντες αποτελούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας δεδομένου ότι εχρησιμοποιείτο για αλλότριους σκοπούς ολωσδιόλου αντίθετους με αυτούς που σκοπεί η πτωχευτική διαδικασία, όπως διαλαμβάνεται στα άρθρα 4, 9 και 19 του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.
  3. Οι εφεσείοντες έφεραν ένσταση στην αίτηση του εφεσίβλητου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο συμφώνησε, και ορθά κατά την γνώμη του Εφετείου, με την εισήγηση του δικηγόρου του εφεσίβλητου και διέταξε την ακύρωση των δύο ειδοποιήσεων. Οι εφεσείοντες καταχώρησαν εφέσεις. Στις σελίδες 1701 - 1702 λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Εφετείο: «Είναι φανερό πως οι εφεσείοντες χρησιμοποίησαν δυο φορές εναντίον του εφεσίβλητου την πτωχευτική διαδικασία για να τον πιέσουν να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του. Η πτωχευτική, όμως, διαδικασία δεν σκοπεί στον εξαναγκασμό του χρεώστη να εξοφλήσει χρέος του προς συγκεκριμένο άτομο. Σκοπός της πτωχευτικής διαδικασίας είναι η προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του υπό πτώχευση ώστε να χρησιμοποιηθεί όπως ο νόμος ορίζει για την ικανοποίηση εξ ολοκλήρου ή μερικώς και κατ' ισονομία όλων των πιστωτών. Δεν εξηγήθηκε στο πρωτόδικο Δικαστήριο γιατί δεν προωθήθηκε η ορθή διαδικασία είσπραξης της εξ αποφάσεως οφειλής του εφεσίβλητου, μετά που προφανώς αμέλησε να καταβάλει τις εξ £100 μηνιαίες δόσεις για το κάθε ένα από τα εξ αποφάσεως χρέη του. Υπήρχε σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο οι ίδιοι οι εφεσείοντες δεν προώθησαν προς εκτέλεση. Και εφόσο υπήρχε αυτό το διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο ο εφεσίβλητος μπορούσε να πληρώνει £200 το μήνα και για τα δυο του χρέη, αιωρείται το ερώτημα πώς η κατάσταση του μεταβλήθηκε, μετά την καταχώρηση των πρώτων ειδοποιήσεων πτώχευσης, ώστε να αναλάβει εκουσίως να πληρώνει £300 το μήνα. Τα πιο πάνω γεγονότα αποδεικνύουν καθαρά την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης. Η διαδικασία που ανελήφθη από τους εφεσείοντες ήταν καταπιεστική εις βάρος του εφεσίβλητου, γιατί δεν απέβλεπε με την ορθή χρήση της δικαστικής διαδικασίας στην εκτέλεση των υπέρ των αποφάσεων, αλλά με την κατάχρηση της να καταπιέσουν τον εφεσίβλητο». Οι εφέσεις κρίθηκαν αβάσιμες και κατ' ακολουθίαν απορρίφθηκαν. Στην υπόθεση Στέλιος Εργατίδης ν. Πανίκου Εργατίδη κ.α.
(2008)1Β ΑΑΔ 741 με αίτηση των εφεσίβλητων / αιτητών ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού εξέδωσε στις 20.10.06 ειδοποίηση πτώχευσης εναντίον του εφεσείοντος / καθ' ου η αίτηση για ποσό Λ.Κ.1.164,25 σεντ που επιδικάστηκε ως έξοδα εναντίον του σε ενδιάμεσο διάταγμα στα πλαίσια αγωγής που εκκρεμούσε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην οποία ο εφεσείων ήταν ένας από τους ενάγοντες. Εναγόμενοι στην αγωγή, που πέτυχαν στην ενδιάμεση απόφαση, ήταν οι εφεσίβλητοι, οι οποίοι και εξέδωσαν την ειδοποίηση πτώχευσης εναντίον του εφεσείοντος, όταν αυτός δεν κατέβαλε το ποσό των επιδικασθέντων εξόδων. Ο εφεσείων καταχώρησε ένσταση στην ειδοποίηση πτώχευσης αναφέροντας ότι στην προαναφερθείσα αγωγή απαιτούσε εναντίον της εταιρείας Panikkos Ergatides Motors Ltd, που προφανώς ήταν οικογενειακή επιχείρηση των διαδίκων, Λ.Κ.100.000,00 σεντ, εναντίον του πρώτου εφεσίβλητου προσωπικά Λ.Κ.200,000,00 σεντ, και της δεύτερης εφεσίβλητης Λ.Κ.20.000,00 σεντ. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στον Κανονισμό 40.2 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών και κατέληξε πως ο εφεσείων δεν έδειξε κανένα λόγο γιατί να μην προχωρήσει η πτωχευτική διαδικασία. Συγκεκριμένα, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως ο εφεσείων δεν αποκάλυψε ότι είχε ανταπαίτηση κατά την ημερομηνία καταχώρησης ή εκδίκασης της ειδοποίησης πτώχευσης. Σύμφωνα, επίσης, με το πρωτόδικο Δικαστήριο αν πετύχαινε η αγωγή του θα είχε να παίρνει από τους εφεσίβλητους τα ποσά που θα επιδικάζονταν υπέρ του. Ο εφεσείων εφεσίβαλε την απόφαση. Το Εφετείο επέτρεψε την έφεση με το εξής σκεπτικό (σελίδα 743): «Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως η πτωχευτική διαδικασία δεν χρησιμοποιείται, κατά κανόνα, ως μέθοδος εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων μεταξύ των διαδίκων. Στην περίπτωση που εξετάζουμε οι εφεσίβλητοι, χρησιμοποιώντας τη πτωχευτική διαδικασία, επιδιώκουν την είσπραξη επιδικασθέντων εξόδων σε ενδιάμεση αίτηση προτού αποφασιστεί η ουσία της αγωγής, στην οποία ενδεχομένως ο εφεσείων να επιτύχει. Επιπλέον, αυτό, που καθιστά τη διαδικασία ακόμη πιο ενστάσιμη είναι που απολήγει σε εκβιασμό του εφεσείοντος παρεμβάλλοντας εμπόδια στην προώθηση της αγωγής που έχει καταχωρίσει. Τέτοια διαδικασία οφείλει το Δικαστήριο όχι μόνο να τη σταματήσει, αλλά και στιγματίσει». Τέλος στην υπόθεση Πέτρος Μ. Πετράκης ν. Πέτρου Κίμωνος
(2006)1Β ΑΑΔ 1311 λέχθηκε από το Εφετείο στην σελίδα 1317 ότι: «Το όλο θέμα είναι θέμα γεγονότων. Εκεί όπου δεν υπάρχουν στοιχεία δόλου ή αθέμιτης εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος του συγκεκριμένου αιτητή-πιστωτή και εις βάρος του χρεώστη και των άλλων πιστωτών του, αίτηση εκδόσεως διατάγματος παραλαβής δεν θεωρείται ότι γίνεται για παράλληλο και αθέμιτο σκοπό ή κατά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, έστω και αν έχει σαν συνεπαγόμενο αποτέλεσμα κάποιο πλεονέκτημα για τον πιστωτή». Από την μαρτυρία του Αιτητή προκύπτει με ευκρίνεια ότι αυτός απαιτεί την πληρωμή των εξόδων του δικηγόρου του. Μέχρι και στα παιδιά του αποτάθηκε παρακαλώντας τα να μεσολαβήσουν ώστε να βρεθεί ένας τρόπος διευθέτησης της πληρωμής του εξ' αποφάσεως χρέους της μητέρας τους. Η προσπάθειά του, όμως, αυτή δεν καρποφόρησε γιατί τα παιδιά του δεν επιθυμούσαν ανάμειξη στην διαφορά των γονιών τους. Πρόταση δε που ακολούθησε από την Καθ' ης η αίτηση για πληρωμή του εξ' αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις των Ευρώ 50,00 σεντ δεν έγινε αποδεκτή καθότι το ύψος των δόσεων κρίθηκε από τον Αιτητή πολύ μικρό. Πάντως, θα συναινούσε σε έκδοση διατάγματος μηνιαίων πληρωμών εναντίον της Καθ' ης η αίτηση αν το ύψος των δόσεων ήταν ικανοποιητικό για την πληρωμή του εξ' αποφάσεως χρέους. Έτσι, ο Αιτητής, αφού είδε πως η πληρωμή του οφειλόμενου σε αυτόν ποσού δεν μπορούσε να διευθετηθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, έδωσε οδηγίες στον δικηγόρο του να προβεί στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Δεν είναι επιλήψιμο που ο Αιτητής επιζητεί και απαιτεί την πληρωμή των εξόδων του δικηγόρου του από την Καθ' ης η αίτηση. Τουναντίον, αυτό είναι απόλυτα δικαιολογημένο αφού η Καθ' ης η αίτηση είναι υπόλογη για την πληρωμή τους δυνάμει δικαστικής απόφασης. Αυτό, όμως, που είναι επιλήψιμο είναι ότι ο Αιτητής χρησιμοποιεί την πτωχευτική διαδικασία για να εξαναγκάσει την Καθ' ης η αίτηση να πληρώσει τα έξοδα αυτά. Αυτό είναι που προκύπτει δίχως άλλο από την όλη μαρτυρία του. Ενδεικτικό τούτου είναι ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε κατόπιν οδηγιών του επειδή η πληρωμή του εξ' αποφάσεως χρέους από την Καθ' ης η αίτηση δεν μπορούσε να επιτευχθεί με τρόπο αποδεκτό στον ίδιο. Δήλωσε, επίσης, ότι απαιτεί την πληρωμή των εξόδων του δικηγόρου του καθότι στον ίδιο η υπόθεση κόστισε πάρα πολλά χρήματα. Τέλος, ενδεικτική είναι η δήλωσή του ότι η Καθ' ης η αίτηση θα μπορούσε να πωλήσει την ασφάλειά της στην Αγγλία και με τα χρήματα που θα πάρει να ξοφλήσει το υπό αυτής προς αυτόν οφειλόμενο ποσό αναγνωρίζοντας, μάλιστα, και αυτό είναι σημαντικό, ότι ενόσω η Καθ' ης η αίτηση δεν εξαργυρώνει την ασφάλειά της το ποσό που θα δικαιούται θα μεγαλώνει μέρα με την μέρα. Ως επιστέγασμα δε δήλωσε αυτό που με ενάργεια προκύπτει από την μαρτυρία του. Ότι, δηλαδή, με την υπό κρίση αίτηση στόχος του είναι να καταπιέσει την Καθ' ης η αίτηση για να εισπράξει το ποσό που αυτή του οφείλει. Όπως είδαμε, η πτωχευτική διαδικασία δεν σκοπεί στον εξαναγκασμό του χρεώστη να εξοφλήσει χρέος του προς συγκεκριμένο άτομο. Σκοπός της πτωχευτικής διαδικασίας είναι η προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του υπό πτώχευση ώστε αυτή να χρησιμοποιηθεί όπως ο νόμος ορίζει για την ικανοποίηση εξ ολοκλήρου ή μερικώς και κατ' ισονομία όλων των πιστωτών. Από την μαρτυρία, όμως, του Αιτητή προκύπτει ότι η υπό κρίση αίτηση δεν καταχωρήθηκε για να προωθήσει τον σκοπό για τον οποίο είναι ταγμένη η πτωχευτική διαδικασία. Τουναντίον, αυτή καταχωρήθηκε ώστε να αποτελέσει μοχλό πίεσης προς την Καθ' ης η αίτηση για να αποπληρώσει το εξ' αποφάσεως χρέος της και, έτσι με τον τρόπο αυτό, ο Αιτητής να εξασφαλίσει για τον εαυτό του αθέμιτο, παράλληλο πλεονέκτημα. Υπό το φως των πιο πάνω η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει μια τέτοια συμπεριφορά ώστε να προστατεύσει και περιφρουρήσει το κύρος του. Όπως είδαμε πιο πάνω όταν διαστρεβλώνεται ο σκοπός της ύπαρξης μιας διαδικασίας επιβάλλεται η περιστολή της χρήσης της. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος καθίσταται περιττή. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Αιτητή όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.