Alpha Bank Ltd ν. Φίλιππος Ραπτόπουλος κ.α., Αρ. Αγωγής 2256/04, 16/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A12 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2256/04 Μεταξύ: Alpha Bank Ltd, από Λεμεσό Εναγόντων και Φίλιππος Ραπτόπουλος, από Λεμεσό
- Γιώργος Κουλαππής, από Λεμεσό
- Χριστίνα Περικλέους, από Λεμεσό.
- Χαρίκλεια Αντωνίου Περικλέους, από Λεμεσό Εναγομένων ----------------------------- Αίτηση Εναγόμενου 2, ημερ. 20.10.11, για αναστολή εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης εφέσεως Ημερομηνία: 16.5.2012 Για Εναγόμενο 2/Αιτητή: κ. Δ. Μιχαήλ Για Ενάγοντες/Καθ' ων η αίτηση: κα Παναγιώτου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η O Aιτητής με την παρούσα αίτηση του ζητά από το Δικαστήριο: «Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεση της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγής, στις 31.05.2011 μέχρι τέλειας εκδίκασης και αποπεράτωσης της Έφεσης, με αρ.337/11, που καταχωρήθηκε από τους Εναγόμενους - Αιτητές στις 12.7.11 και/ή μέχρι οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία ήθελε ορίσει το Σεβαστό Δικαστήριο.» Στηρίζει την αίτηση του στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, άρθρα 4 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 31, 32, 43 και 47, στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.35 θ.18, θ.19, Δ.40 θ.7 και 11, Δ.48 θθ.1-4 και 8
(1)(ee), 9, στις αρχές της επιείκειας, στη διακριτική ευχέρεια και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση φαίνονται στην επισυνημμένη σ' αυτή ένορκο δήλωση του ίδιου του Αιτητή. Λέγει στην ένορκη του δήλωση ότι υπάρχουν βάσιμοι και πολλοί καλοί λόγοι έφεσης οι οποίοι διαγράφουν ισχυρές προοπτικές για ανατροπή της τελεσίδικης απόφασης και με βεβαιότητα επιτυχίας. Καθίσταται ξεκάθαρο πως σε περίπτωση που δεν εκδοθεί η αιτούμενη θεραπεία και η έφεση που έχει καταχωρήσει επιτύχει, το αποτέλεσμα της θα καταστεί άνευ αντικειμένου αν αναγκαστεί να καταβάλει το ποσό που αναφέρεται στην πιο πάνω απόφαση και δεν θα μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη. Επιπλέον θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά εάν αναγκαστεί να καταβάλει το ποσό που αναφέρεται στην απόφαση αφού για να καταβάλει το ποσό αυτό θα πρέπει να υποβάλει αίτηση για δάνειο και θα πρέπει να καταβάλλει τους τόκους στην τράπεζα και επίσης να καταβάλλει μηνιαίως δόσεις προς την τράπεζα επηρεάζοντας έτσι την όλη οικονομική του κατάσταση και εάν επιτύχει η έφεση η ζημιά που θα υποστεί δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί ενώ αντίθετα οι Ενάγοντες δεν θα υποστούν ζημιά αφού εάν αποτύχει η έφεση θα καταβάλει το ποσό της απόφασης με τους τόκους. Επίσης σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα πιθανότατα θα αναγκαστεί να υποστεί διάφορες νομικές διαδικασίες, δοκιμασίες και ταλαιπωρία αφού κάποια πιθανά μέτρα εναντίον του θα επηρεάσουν δυσμενώς την καθημερινή του προσωπική και οικογενειακή κατάσταση καθώς επίσης και την επαγγελματική του σταδιοδρομία. Υπάρχει μεγάλο ενδεχόμενο να χάσει τη δουλειά του. Στη δε αγόρευση του ο Αιτητής υποστηρίζει ότι δεν αντιμετωπίζει οικονομικές δυσχέρειες και δεν θεωρεί ορθό να τεθεί όρος όπως παρέχει εγγυήσεις για το λόγο ότι εφόσο αδυνατεί τη δεδομένη στιγμή να καταβάλει το ποσό της απόφασης τότε δεν θα μπορεί να καταβάλει ούτε εγγύηση στο ύψος του ποσού αυτού χωρίς να υποστεί ανεπανόρθωτες ζημιές. Η τραπεζική εγγύηση ανέρχεται σε 1,8% του οφειλόμενου ποσού δηλαδή θα αναγκαστεί να καταβάλει σχεδόν το ποσό των €2.000 για την εξόφληση της. Οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην πιο πάνω αίτηση την οποία στήριξαν στη Δ.35 θ.18, Δ.48 θθ.1 - 4, 8 και 9, Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, στις αρχές της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης καταγράφονται στην ειδοποίηση ένστασης και είναι οι ακόλουθοι: «1. Κατάχρηση διαδικασίας από τον Αιτητή, Οι ισχυρισμοί οι οποίοι εκτίθενται στην Ένορκη Δήλωση η οποία υποστηρίζει την παρούσα Αίτηση συγκρούονται με τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου 2 ως αυτοί εκτίθενται στην Έκθεση Υπεράσπισης του, Καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας Αίτησης, Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής επιδιώκει την πρόκληση καθυστέρησης στην καταβολή του επιδικασθέντος ποσού και εξόδων προς τους Ενάγοντες, Δεν παρατίθενται οποιαδήποτε και/ή επαρκή στοιχεία τα οποία να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, Ο Ενόρκως Δηλών επικαλείται ανακριβή και αναληθή γεγονότα προς υποστήριξη της αίτησης του, Τυχόν έγκριση του αιτήματος του Εναγομένου 2 θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες καθότι θα παρεμποδιστούν από το να εισπράξουν το εξ' αποφάσεως λαβείν τους.» Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκο δήλωση του Νεόφυτου Παρέα, υπαλλήλου των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες, λέγει στην ένορκο του δήλωση, αποτελούν ένα από τους μεγαλύτερους τραπεζικούς οργανισμούς στην Κύπρο, φερέγγυο και η δυνατότητα τους να επιστρέψουν τα ποσά που θα εισπράξουν είναι δεδομένη. Οι λόγοι έφεσης από μόνοι τους δεν καταδεικνύουν πιθανότητα επιτυχίας καθότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, στοιχεία ή επιχειρηματολογία που να επιτρέπει στο Δικαστήριο οιανδήποτε πρόγνωση για την επιτυχία της έφεσης. Δεν υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης αφού η πρωτόδικη απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη. Οι Εναγόμενοι αποσκοπούν στην πρόκληση καθυστέρησης στο δικαίωμα των Εναγόντων για άμεση είσπραξη των ποσών της απόφασης. Είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να μην εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Νομική Πτυχή Η παρούσα αίτηση μπορεί να γίνει μονομερώς και σύμφωνα με τους Θεσμούς Δ.48 Θ.8
(2)δεν είναι αναγκαίο να υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 4
(2)της Διαταγής 48 όπως τροποποιήθηκε από τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.3) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999: «Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στη αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη διαταγή 39» Οι αρχές που διέπουν την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει αναστολή έχουν αποφασιστεί σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην απόφαση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 1147, αναφέρθηκαν από τον Δικαστή κ. Πική (όπως ήταν τότε) και τα εξής: «Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης. Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο Δικαστήριο από τη Δ.35 Θ.18. Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχή παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Στο πλαίσιο της διαδικασίας για εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων των διαδίκων επισημαίνω τα εξής γεγονότα: α) Οι Εναγόμενοι δεν έχουν μέχρι σήμερα συμμορφωθεί με την εφεσιβληθείσα απόφαση. β) Η αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης θα αποστερήσει τους Ενάγοντες του ευεργετήματος της απόφασης και ειδικά της είσπραξης των επιδικασθέντων ποσών. γ) Μη αναστολή της απόφασης θα έχει ως αποτέλεσμα την εκτέλεση της απόφασης και είσπραξης των επιδικασθέντων ποσών. Σε μια τέτοια περίπτωση οι Ενάγοντες, όπως είναι ο ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση του Νεόφυτου Παρέα, ο οποίος δεν αντεξετάστηκε, έχουν την οικονομική δυνατότητα να επιστρέψουν τα ποσά που τυχόν θα εισπραχθούν ή καταβληθούν από τον Εναγόμενο στους Ενάγοντες. Ο ενόρκως δηλών δεν αντεξετάστηκε επί του θέματος αυτού δηλαδή της φερεγγυότητας ή της ύπαρξης οικονομικής δυνατότητας επιστροφής των επιδικασθέντων ποσών που τυχόν θα καταβληθούν από τον Εναγόμενο στους Ενάγοντες. δ) Υπάρχει, απ' ότι φαίνεται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή, η δυνατότητα δανειοδότησης και αποπληρωμής του εξ' αποφάσεως χρέους. Η καταβολή τόκων και μηνιαίων δόσεων για την αποπληρωμή του δανείου δεν είναι λόγος για αναστολή της απόφασης. Ούτε θεωρούνται ζημιά τόσο σοβαρή που να οδηγήσει το Δικαστήριο στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. ε) Δεν έχει αποκαλυφθεί οποιοσδήποτε άλλος σοβαρός λόγος για αναστολή της απόφασης. στ) Η αποτελεσματικότητα του δικαιώματος για άσκηση έφεσης ενόψει των πιο πάνω δεν επηρεάζεται. ζ) Η οποιαδήποτε ζημιά από την καταβολή τόκων σε δάνειο, σε περίπτωση που καταβάλουν το ποσό και ακυρωθεί η πρωτόδικη απόφαση, πετύχει δηλαδή η έφεση, θα εξαλειφθεί με την επιστροφή του ποσού στον Εναγόμενο από τους Ενάγοντες εντόκως. Στην απόφαση Βογαζιανού ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. σελίδα 591 στις σελίδες 594 και 595 αποφασίστηκαν τα εξής: «Δεν είναι πρόθεσή μας να σχολιάσουμε τους λόγους έφεσης για να συναγάγουμε συμπεράσματα που άπτονται του επίδικου θέματος. Δεν χρειάζεται. Όπως επαναβεβαιώθηκε πρόσφατα στην απόφαση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν είναι ο δεσπόζων και αποφασιστικός παράγων στην επίλυση ενός τέτοιου ζητήματος. Το ορθό κριτήριο για την παροχή δικαστικής αναστολής έγκειται στην εξισορρόπηση δύο παραγόντων. Πρώτον, της φυσιολογικής προσδοκίας του ενάγοντα να δρέψει άμεσα τους καρπούς της νίκης του στο δικαστικό αγώνα που διεξήγαγε. Και, δεύτερον, την ανάγκη η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μη χάσει τη σημασία της μένοντας χωρίς κανένα αντίκρυσμα: βλέπε I. Aristidou v. N. Aristidou
(1985)1 C.L.R. 649, Christofi and Others v. Iacovidou
(1985)1 C.L.R. 713, Charalambous v. Nicolaides & Neophytou
(1985)1 C.L.R. 737, Νεοφύτου ν. Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 592 και Π.Ε. 9033 ABP Holdings Ltd και Άλλος ν. Κιταλίδη και Άλλων, ημερ. 20/4/94. Οι οικονομικές δυσχέρειες του εξ αποφάσεως οφειλέτη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από την απόφαση δεν μπορούν να προβληθούν ως λόγοι για τη χορήγηση αναστολής. Ιδιαίτερα στην προκείμενη περίπτωση που ο αιτητής διαθέτει και ακίνητη περιουσία. Αν γινόταν δεκτή αυτή η πρόταση ως θέμα αρχής τότε οι επιπτώσεις, ιδιαίτερα σε μακρούς δικαστικούς αγώνες, θα ήταν επικίνδυνα αρνητικές στην αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Από την άλλη πρέπει να λεχθεί ότι δεν τίθεται θέμα επιστροφής του ποσού της απόφασης αν χάσει η Δημοκρατία.» Μετά από συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων και υπό το φως των αρχών που διέπουν την άσκηση της διακριτικής μου εξουσίας κρίνω ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και θα πρέπει να απορριφθεί. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ. ........... Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΚ Subject: Civil/Appl. Αναφορά: Αίτηση για αναστολή εκτέλεσης απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο