← Κύπρος

Alexander Shakhlamov ν. Vasily Koshelev κ.α., Αρ. Αγωγής? 1756/05, 16/8/2012

Alexander Shakhlamov ν. Vasily Koshelev κ.α., Αρ. Αγωγής? 1756/05, 16/8/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A49 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομ. 22/9/2010 Αρ. Αγωγής׃ 1756/05 Mεταξύ: Alexander Shakhlamov Ενάγοντα και

  1. Vasily Koshelev
  2. Mare Co Marine (Cyprus) Ltd
  3. Silverland Shipping Ltd Eναγομένων Hμερομηνία: 16/8/2012 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα׃ κ. Α. Γιωρκάτζιης ( για την απαγγελία της απόφασης κα Φ. Χριστοδουλίδου) Για Εναγομένους 1-3׃ κ. Α. Γλυκής (για την απαγγελία της απόφασης κ. Κ. Κουρίδης) ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας αξιώνει από τους εναγόμενους 1-3 το ποσό των 91.300= Δολαρίων Αμερικής (Δ.Α.). Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης όπως τροποποιήθηκε μετά από διάταγμα του Δικαστηρίου, ο ενάγοντας κατά καιρούς, κατόπιν παράκλησης του εναγόμενου 1 και με την εγγύηση των εναγομένων 2 και 3, χρηματοδοτούσε τους εναγομένους παρέχοντας τους χρήματα για κάλυψη των αναγκών τους. Στις 20/10/1999 ο ενάγοντας και μετά από παράκληση του εναγομένου 1, έμβασε σε τραπεζικό λογαριασμό των εναγομένων 3 που διατηρούσαν στη Λαική Τράπεζα το ποσό των 100.000= Δ.Α.. Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα γινόταν από τον εναγόμενο 1 με την εγγύηση των εναγομένων 2 και 3 μέχρι τις 25/1/
  4. Επειδή υπήρξε παράβαση της συμφωνίας αυτής, στις 8/1/2002 ο ενάγοντας και ο εναγόμενος 1, συνήψαν συμφωνία για διευθέτηση των διαφορών τους η οποία αποτυπώνεται σε έγγραφο αυτής της ημερομηνίας. Το έγγραφο αυτό αποτελεί σύμφωνα με τον ενάγοντα δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των μερών και με αυτήν ο εναγόμενος 1, αναγνωρίζει ότι του οφείλει το ποσό των 100.000= Δ.Α.. Σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα το έγγραφο αυτό συνομολογήθηκε μεταξύ του ιδίου και του εναγομένου 1, με σκοπό την διευθέτηση όλων των δοσοληψιών που είχε με τους εναγομένους 1-
  5. Με το έγγραφο αυτό είναι η θέση του ενάγοντα ότι συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα. Πρώτον ότι, ο ενάγοντας θα προχωρούσε σε δανειοδότηση του εναγομένου 1 για το ποσό των 15.000= Δ.Α. με έμβασμα που θα έκανε σε λογαριασμό του εναγομένου 1 και το οποίο ο τελευταίος δεσμευόταν να επιστρέψει το αργότερο μέχρι τις 11/2/2002, κάτι που έπραξε. Σύμφωνα με το δεύτερο μέρος της ισχυριζόμενης συμφωνίας που υπήρξε και το αμφισβητούμενο, ο εναγόμενος 1 αναγνωρίζει ότι οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των 100.000= Δ.Α. και δεσμευόταν να του το επιστρέψει μετά από ειδοποίηση 60 ημερών. Το ποσό αυτό των 100.000= Δ. Α., είναι σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα το ποσό που εμβάσθηκε στις 20/10/1999 σε λογαριασμό των εναγομένων 3 μετά από παράκληση του εναγομένου 1 και το οποίο θα αποπληρωνόταν από τον εναγόμενο 1 με την εγγύηση των εναγομένων 2 και
  6. Στις 14/7/2004 οι εναγόμενοι 3 κατέβαλαν στον ενάγοντα το ποσό των 8.700= Δ. Α., αλλά παρέλειψαν να ξοφλήσουν το υπόλοιπο ποσό των 91.300= και έτσι ο ενάγοντας απέστειλε σε αυτούς ειδοποίηση ημερομηνίας 25/1/2005, με την οποία ζητούσε την αποπληρωμή του ποσού αυτού, το οποίο μετά την άρνηση και/ή παράλειψη των εναγομένων να καταβάλουν αξιώνουν με την παρούσα αγωγή. Αντίθετα οι εναγόμενοι με την Υπεράσπιση τους ισχυρίζονται ότι, το έγγραφο ημερομηνίας 8/1/2002, δεν αποτελεί συμφωνία αλλά όπως και ο τίτλος του αναφέρει, «Πρωτόκολλο Διαπραγματεύσεων» που συνήφθη μεταξύ του ενάγοντα και του εναγομένου 1 σε σχέση με την καταβολή 15.000= Δ.Α. ποσό που πράγματι ο ενάγοντας δάνεισε στον εναγόμενο 1 και το οποίο αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι έχει εξοφληθεί. Αρνούνται οι εναγόμενοι ότι το έγγραφο αυτό αποτελεί συμφωνία μεταξύ των μερών, δηλαδή του ενάγοντα και του εναγόμενου 1 για την καταβολή του ποσού των 100.000= Δ.Α. και ισχυρίζονται ότι τούτο είναι το αποτέλεσμα των προσπαθειών του ενάγοντα να συνδέσει την δανειοδότηση της εναγομένης 3 με τους εναγόμενους 1 και
  7. Οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι κατά καιρούς ο ενάγοντας και η σύζυγος του χρηματοδοτούσαν την εναγόμενη 3 όχι όμως και τους εναγομένους 1 και 2, εκτός μόνο μίας φοράς που ο ενάγοντας χρηματοδότησε τον εναγόμενο 1 με ποσό 15.000= Δ.Α., ποσό που όπως και πιο πάνω αναφέρεται είναι παραδεκτό ότι έχει ξοφληθεί. Ισχυρίζονται δε ότι η χρηματοδότηση της εναγομένης 3 γινόταν με την επιβολή παράνομου επιτοκίου που ξεπερνούσε το 4%. Σε σχέση δε με το ποσό των 100.000= παραδέχονται ότι στις 20/10/1999 εμβάστηκε από λογαριασμό του ενάγοντα και της συζύγου του το ποσό αυτό σε λογαριασμό της εναγόμενης 3, όμως τούτο έγινε κατόπιν ρητών οδηγιών της τελευταίας μέσω του εναγόμενου 1 ο οποίος ενεργούσε μόνο ως διευθυντής της εναγόμενης 3 και χωρίς την παροχή εγγύησης είτε εκ μέρους του, είτε της εναγόμενης
  8. Ισχυρίζονται ακόμα ότι το ποσό των 100.000= Δ.Α. εξοφλήθηκε πλήρως από την εναγόμενη 3 η οποία μάλιστα κατέβαλε πολύ μεγαλύτερο ποσό χρημάτων ως παράνομους τόκους. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι στις 14/7/2004 η εναγόμενη 3 κατέβαλε στον ενάγοντα επιπλέον ποσό 8.700= καθ' υπόδειξη του ενάγοντα και με την διαβεβαίωση του, ότι με την καταβολή του ποσού αυτού όλες οι μεταξύ του ενάγοντα και της εναγόμενης 3 δοσοληψίες θα θεωρούνταν εξοφληθείσες. Κατά την ακροαματική διαδικασία και προς υποστήριξη της υπόθεσης των εναγόντων, κατέθεσαν ο ίδιος ο ενάγοντας, η σύζυγος του Oxana Shakhlamova και ο Ανδρέας Κυριάκου, λογιστής και μέλος του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου (Μ. Ε. 1-3), ενώ από πλευράς υπεράσπισης κατέθεσε μόνο ο εναγόμενος
  9. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων επιχειρηματολόγησαν υπέρ της θέσης του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί, προβάλλοντας ο καθένας αντίστοιχες θέσεις και επιχειρήματα. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σχολιασθεί αυτό που ο συνήγορος του ενάγοντα εκφράζει στην γραπτή αγόρευση που παρουσίασε στο Δικαστήριο και στην οποία αναφέρει ότι δεν είχε την ευκαιρία να ακούσει την αγόρευση των εναγομένων, κάτι το οποίο δεν αληθεύει. Και αυτό γιατί πριν οι συνήγοροι επιχειρηματολογήσουν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων παραδίδοντας παράλληλα και γραπτό κείμενο αυτών, ζητήθηκε από τον κ. Γιωρκάτζιη και του παραδόθηκε από τον δικηγόρο των εναγομένων η γραπτή αγόρευση των τελευταίων, ενώ επίσης του δόθηκε με τη σύμφωνη γνώμη του δικηγόρου των εναγομένων χρόνος έτσι ώστε να την μελετήσει και να είναι έτοιμος εάν επιθυμούσε, να προσθέσει άλλα επιχειρήματα πέραν των όσων εκτίθενται στις γραπτές αγορεύσεις που είχε ετοιμάσει. Έχοντας κατά νου τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, ότι πρόκειται για υπόθεση πολιτικής φύσης που κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικά ή εξ' ολοκλήρου (βλ. Αγαπίου v. Παναγιώτου 1983

(1)ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη 1995
(2)ΑΑΔ 207, Χάρης Χρίστου v. Eυγενία Khoreva 2002 (1Α) 454, Theomaria Estates Mason 2005 (1A)), αλλά και το σύνολο της δοθείσας μαρτυρίας όπως αυτή είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και την οποία για το λόγο αυτό, δεν θεωρώ απαραίτητο να παραθέσω θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκαν από τον ενάγοντα και τον εναγόμενο 1 που ήταν και οι ουσιαστικότεροι μάρτυρες, γι' αυτό και θα προχωρήσω πρώτα με την αξιολόγηση της δικής τους μαρτυρίας, δύο διαφορετικές εκδοχές. Παρακολουθώντας και τους δύο να καταθέτουν, παρατηρώντας προσεκτικά την όλη στάση και συμπεριφορά τους από το εδώλιο του μάρτυρα, κρίνω ως πλέον αξιόπιστο τον ενάγοντα. Και αυτό χωρίς να μου διαφεύγει ότι όχι μόνο ο εναγόμενος 1 αλλά και ο ενάγοντας έδιδε σε πολλές περιπτώσεις και χωρίς να συντρέχει λόγος μακροσκελείς απαντήσεις, οι οποίες σε αρκετές περιπτώσεις ήταν γενικόλογες και ασαφείς. Εν πάση περιπτώσει από την προσκομισθείσα εκ μέρους και των δύο μαρτυρία, προκύπτει ότι υπήρξε μεταξύ τους μια μακρά συνεργασία η οποία ξεκίνησε με προφορική συμφωνία και χωρίς να γίνει οτιδήποτε γραπτώς και που να προσδιορίζει τι ακριβώς συμφωνήθηκε, μεταξύ ποίων προσώπων κ.λ.π.. Η συνεργασία αυτή συνεχίσθηκε χωρίς επίσης να τηρούνται με ακρίβεια λογαριασμοί και σχετικές καταστάσεις για τα ποσά που δίδονταν, για το ακριβές ποσό του επιτοκίου που το ποσό αυτό θα έφερε, επιτόκιο το οποίο και όπως προέκυψε δεν ήταν πάντοτε το ίδιο, για το ποσό που καταβαλλόταν έναντι ή προς εξόφληση των οφειλομένων ποσών, έτσι ώστε και οι δύο πλευρές να είναι σε θέση ανά πάσα στιγμή, να γνωρίζουν αν υπήρχαν οφειλές και το ακριβές υπόλοιπο τους. Η ασάφεια αλλά και «ακαταστασία» ας μου επιτραπεί η έκφραση που επικρατούσε στις μεταξύ τους συναλλαγές, προκύπτει και από το γεγονός ότι όπως και οι δύο διάδικοι ανέφεραν καταθέτοντας, όταν διαφάνηκε να υπάρχει διαφορά μεταξύ τους ως προς την ύπαρξη ή όχι οφειλόμενου χρηματικού ποσού, χρειάσθηκαν μεγάλο και μακρύ χρόνο συζητήσεων και επαφών για να μπορέσουν να καταλήξουν εάν υπάρχει και ποιό οφειλόμενο ποσό, κάτι το οποίο δεν πέτυχαν τελικά με αποτέλεσμα την έγερση της παρούσας αγωγής. Χαρακτηριστικό της ασάφειας και της αβεβαιότητας που επικρατούσε στις μεταξύ τους οικονομικές σχέσεις είναι ότι ο ενάγοντας δεν μπορούσε να καθορίσει με ακρίβεια ούτε το ποσό που σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του οφείλεται. Με την αγωγή του αξιώνει ποσό 91.300= Δ. Α. πλέον νόμιμους τόκους. Με την γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο Α
(1)και Α
(2)) που κατατέθηκε ως μέρος της κύριας του εξέτασης, ισχυρίζεται ότι μετά από έρευνες που έκαμε διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος 1 κατέβαλε επιπλέον ποσό 1.000 Δολαρίων και έτσι το ποσό που οφείλεται μειώνεται στις 90.300=Δ.Α.. Αντεξεταζόμενος όμως και αναφερόμενος στο ποσό που παραμένει οφειλόμενο έλεγε ότι αυτό ήταν 73.000= Δ.Α., χωρίς να προσδιορίσει πότε έγιναν οι πληρωμές αυτές και εάν βέβαια έγιναν μετά την κατάθεση του στο Δικαστήριο και την ετοιμασία της γραπτής του δήλωσης. Σε κάποιο μάλιστα σημείο της αντεξέτασης και σε ερώτηση ποιές πληρωμές έγιναν από τους εναγομένους έναντι του ποσού των 100.000= Δ.Α., ανάφερε ότι υπάρχουν έγγραφα που δεικνύουν ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο ανέρχεται στις 73.000=Δ.Α.. Εκτός του ότι δεν μπορούσε να προσδιορίσει το ποσό που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του παραμένει οφειλόμενο δεν μπορούσε να καθορίσει με ακρίβεια ούτε το ποσό του επιτοκίου. Αναφερόμενος στο θέμα αυτό, ανέφερε ότι το επιτόκιο αρχικά είχε συμφωνηθεί στο 4% μηνιαία αλλά στη συνέχεια διαφοροποιήθηκε, μη μπορώντας όμως να υποδείξει με ακρίβεια τις τροποποιήσεις που έγιναν. Ήταν όμως σαφής ότι από τον Οκτώβριο του 2003 συμφωνήθηκε ρητά μεταξύ του ιδίου και του εναγόμενου 1 ότι, το οφειλόμενο ποσό δεν θα επιβαρυνόταν με τόκο. Δεν μπορούσε επίσης να προσδιορίσει ποιό συνολικό ποσό δάνεισε στους εναγομένους στα πλαίσια της όλης συνεργασίας που είχαν. Σε μια περίπτωση είπε ότι «περισσότερες από 300.000, μπορεί να ήταν 330.000, μπορεί 340.000, βέβαια έχω στοιχεία, είναι όλα έγγραφα τραπεζικά». Άλλη τέτοια περίπτωση που καταδεικνύει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνεχιζόταν η μεταξύ τους συνεργασία, ήταν αυτή όταν κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του έγιναν υποβολές ότι η Mareco ουδέποτε έλαβε χρήματα, είτε από τον ίδιο είτε από τη σύζυγο του, ερώτηση στην οποία και πάλι δεν μπόρεσε να απαντήσει συγκεκριμένα. Σε υποβολή που του έγινε ότι η εναγόμενη 2 ουδέποτε έλαβε οποιοδήποτε ποσό δανείου είτε από τον ίδιο είτε από τη σύζυγο του, απάντησε κατά λέξη «Δεν μπορώ να εξηγήσω αν ήταν η Mareco που έπαιρνε ή αν το έμβασμα ήταν στην Mareco, επειδή η Μareco δεν είναι φυσικό πρόσωπο, μιλώ για εναγόμενο1 και επειδή είναι φυσικό πρόσωπο, αυτός που έδινε οδηγίες που να εμβάζεται το ποσό και επειδή η Mareco και η Silverland, εμένα δεν με ενδιαφέρει ποιός θα με πληρώσει, αυτός μου χρωστά και πρέπει να μου τα επιστρέψει, έχω αλληλογραφία με εναγόμενο1, ενάμιση μήνα είχαμε συζητήσεις». Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης και πάλι ερωτώμενος σε σχέση με την εναγομένη 2, απάντησε «....υπάρχει πιθανότητα να μην έχω εμβάσει κάποιο συγκεκριμένο ποσό στη Mareco, αλλά πάντα έπραττα ως οι οδηγίες του εναγομένου 1». Θεωρώ ότι οι ελλείψεις αυτές αλλά και άλλες που παρουσιάζονται στη μαρτυρία του, δεν οφείλονται σε πρόθεση του να παραποιήσει την αλήθεια, αλλά είναι αποτέλεσμα της ασαφούς κατάστασης που υπήρχε στις μεταξύ τους δοσοληψίες, αλλά και της παρέλευσης πολύ μεγάλου χρονικού διαστήματος από τότε, στοιχείο που είναι φυσικό και αναμενόμενο ότι αποδυναμώνει την μνήμη. Και αυτό γιατί η γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα γι' αυτόν παρακολουθώντας τον να καταθέτει ήταν ότι διεκδικούσε το ποσό που πράγματι θεωρούσε ότι του οφείλεται και τίποτε περισσότερο. Τούτο καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι ενώ με την αγωγή του αξιώνει ποσό 91.300= Δ.Α. και με τη γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο Α
(1)και Α
(2)) το περιορίζει σε 90.300=, δεν δίστασε κατά την ένορκο του μαρτυρία να το περιορίσει ακόμα περισσότερο κατά αρκετές χιλιάδες δολάρια, δηλαδή σε 73.000=. Ακόμα μια τέτοια περίπτωση που καταδεικνύει ότι δεν διεκδικεί τίποτε περισσότερο από αυτό που πιστεύει ότι του οφείλεται είναι η περίπτωση όπου σε μέρος της μαρτυρίας του, ρητά δήλωσε ότι από τον Οκτώβριο του 2003 συμφώνησε με τον εναγόμενο 1 ότι κανένα ποσό τόκου δεν θα χρεώνεται στο οφειλόμενο ποσό. Τα όσα υποστήριξε ο ενάγοντας ενισχύονται και από την έγγραφη μαρτυρία που έχει προσκομισθεί στο Δικαστήριο. Σημαντικότερο έγγραφο είναι το Τεκμήριο 4, στη σημασία όμως του οποίου θα γίνει αναφορά στη συνέχεια, αλλά και άλλα τεκμήρια τα οποία ενισχύουν τους ισχυρισμούς τους οποίους ο ενάγοντας προέβαλε, έγγραφα τα οποία παράλληλα αποδυναμώνουν την αξιοπιστία του εναγομένου
  1. Σε μερικά από αυτά, θα αναφερθώ στη συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του τελευταίου. Ο ενάγοντας και προς επιβεβαίωση του ισχυρισμού του ότι η εναγόμενη 2 εγγυήθηκε την αποπληρωμή του ποσού των 100.000= Δ.Α., επικαλέσθηκε το Τεκμήριο
  2. Τούτο, είναι μία ανυπόγραφη επιστολή της εναγόμενης 2 προς τον ενάγοντα και στην οποία εκτός από το δακτυλογραφημένο κείμενο υπάρχουν και χειρόγραφες σημειώσεις. Από τη στιγμή που το έγγραφο αυτό δεν έχει υπογραφεί δεν είναι ικανό από μόνο του να αποδείξει ότι πράγματι η εναγόμενη 2 εγγυήθηκε την αποπληρωμή οποιουδήποτε ποσού. Προκύπτει όμως από το περιεχόμενο της ότι υπήρξαν πράγματι κάποιες συζητήσεις μεταξύ του ενάγοντα και της εναγομένης 2 για εγγύηση από την εναγομένη 2 οφειλών της εναγομένης 3, στοιχείο που ενισχύει την αξιοπιστία του ενάγοντα γενικότερα αλλά και επί του συγκεκριμένου σημείου. Η υπεράσπιση προσπάθησε να κλονίσει την αξιοπιστία του ενάγοντα παρουσιάζοντας τα Τεκμήρια 12 Α και Β, 13 Α και Β, τα οποία φαίνεται να αποτελούν αποδείξεις τις οποίες ο ενάγοντας δέχθηκε ότι υπόγραψε κατόπιν υποδείξεων όπως είπε του εναγόμενου
  3. Όπως προκύπτει από αυτές φαίνεται ότι ο ενάγοντας εισέπραξε από κάποιον Μιομίρ κάποια ποσά χρημάτων και συγκεκριμένα Λίρες Κύπρου 650=, 627=, 700= και πάλι 700= στις 10/8/2001, στις 13/9/01, στις 6/6/01, ενώ στη τελευταία απόδειξη δεν υπάρχει οποιαδήποτε ημερομηνία. Διαφάνηκε επίσης από τη μαρτυρία ότι κάποιος Μιομίρ Μπλαντένοβιτς και ο εναγόμενος 1, είχαν μεταξύ τους κάποια σχέση συνεργασίας και ο εναγόμενος 1 είχε να λαμβάνει από τον Μπλαντένοβιτς κάποια χρηματικά ποσά. Λαμβάνοντας υπόψη ότι όπως έχει διαφανεί ο εναγόμενος 1 προσπάθησε να συνδέσει την αποπληρωμή οφειλομένων προς τον ενάγοντα ποσό, με τα ποσά που ο ίδιος είχε να λαμβάνει από τον Μπλαντένοβιτς, σε συνάρτηση με την γενικότερη θετική εντύπωση που σχημάτισα για τον ενάγοντα κρίνεται ότι τα όσα προέβαλε επί του σημείου αυτού μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Εν πάση περιπτώσει οι αποδείξεις αυτές, φαίνεται να έχουν υπογραφεί πριν την υπογραφή του Τεκμηρίου 4 και να αφορούν χρηματικά ποσά πολύ μικρά σε σχέση με το ύψος των δοσοληψιών που φαίνεται να έλαβαν χώραν. Για τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία του ενάγοντα εκτός μόνο και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από τη νομολογία, από το σημείο στο οποίο αναφέρθηκε στο ύψος του οφειλόμενου ποσού. Και αυτό λόγω του ότι επί του σημείου αυτού δεν υπήρξε σταθερός ως προς το υπόλοιπο που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του παραμένει οφειλόμενο και οι οποίοι πιο πάνω αναφέρονται, στοιχείο που καταδεικνύει ότι και ο ίδιος δεν ήταν βέβαιος γι' αυτό. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να σχολιασθεί η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων που προέβαλε κατά τη διάρκεια της κύριας εξέτασης του ενάγοντα, ότι οι ισχυρισμοί που εκτίθενται στις παραγράφους 18-26 της γραπτής δήλωσης του ενάγοντα (Τεκμήριο Α
(1)και Α
(2)) δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο καθότι αυτοί δεν περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση αυτή του κ. Γλυκή. Και αυτό γιατί τα όσα περιέχονται στις παραγράφους αυτές δεν αποτελούν ουσιώδη γεγονότα που θα έπρεπε βέβαια να είχαν δικογραφηθεί, αλλά αποτελούν μαρτυρία που αφορά τις διαπραγματεύσεις για επίλυση των διαφορών. Παρακολουθώντας τον εναγόμενο 1 να καταθέτει ενόρκως, δεν έχω πειστεί ότι αυτός ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Δεν απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, αλλά προβάλλοντας γενικόλογους και αόριστους ισχυρισμούς, ενώ σε πολλές περιπτώσεις με μακροσκελέστατες απαντήσεις δεν απαντούσε ουσιαστικά στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Παρατηρώντας την όλη στάση και συμπεριφορά του κατά τη διάρκεια της ένορκης του κατάθεσης, το ύφος και τον τρόπο που απαντούσε και ο οποίος σε πολλές περιπτώσεις ήταν έντονος και εριστικός, κάτι βέβαια που δεν εμφαίνεται από τα στυγνά πρακτικά, σχημάτισα την εντύπωση ότι με τα όσα προέβαλε, προσπάθησε να αποφύγει την έκδοση απόφασης τόσο εναντίον του, όσο και εναντίον των εταιρειών του. Επικαλούμενος το Τεκμήριο 1, προσπάθησε να καταδείξει ότι η χρηματοδότηση του ποσού των 100.000=, αφορούσε μόνο την εναγόμενη 3 και ότι ο ίδιος καμία απολύτως σχέση δεν είχε με το ποσό αυτό. Όπως προκύπτει από το τεκμήριο αυτό που είναι μία επιστολή της εναγόμενης 3 προς τον ενάγοντα, με αυτήν, η εναγόμενη 3 πληροφορεί και δίδει στον ενάγοντα ένα αριθμό λογαριασμού, κατόπιν συζήτησης/συμφωνίας όπως αναγράφεται της ίδιας ημερομηνίας για κάποιο έμβασμα. Ότι δηλαδή ξεκάθαρα προκύπτει από την επιστολή αυτή είναι ότι αυτής, προηγήθηκε κάποια συζήτηση ή συμφωνία. Καταδεικνύεται έτσι ότι το Τεκμήριο 1, δεν αποτέλεσε τη βάση της συμφωνίας για την παραχώρηση του ποσού των 100.000= Δ.Α., αλλά υποδηλοί ότι κάτι άλλο είχε προηγηθεί, χωρίς όμως να προκύπτει ξεκάθαρα τι περιελάμβανε η συμφωνία αυτή και έτσι το περιεχόμενο του να βοηθήσει στην εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος. Υποστήριξε κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του ότι το Τεκμήριο 4 το οποίο είναι γραμμένο στη Ρωσική γλώσσα και η μετάφραση του οποίου στην Ελληνική κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5, δεν αποτελεί συμφωνία, αλλά «Πρωτόκολλο Διαπραγματεύσεων», το οποίο σύμφωνα με τη θέση του δεν έχει καμία απολύτως νομική ή οικονομική ισχύ. Επικαλέσθηκε μάλιστα για ενίσχυση της θέσης αυτής που εξέφρασε, κάποια γνωμάτευση που έλαβε όπως είπε, από τη Νομική Ακαδημία της Μόσχας, χωρίς όμως να δώσει στοιχεία που να επαληθεύουν τουλάχιστον ότι πράγματι ζήτησε μια τέτοια γνωμάτευση. Βεβαίως η οποιαδήποτε τέτοια γνωμάτευση αποδεικνυόταν ότι είχε λάβει χώρα θα ήταν χωρίς σημασία αφού η ερμηνεία του συγκεκριμένου εγγράφου, αποτελεί έργο του Δικαστηρίου και μόνο, η επισήμανση όμως αυτή, γίνεται σε σχέση μόνο με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του. Η άποψη επίσης που εξέφρασε ο εναγόμενος 1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού αυτός δεν διαφάνηκε να είναι ούτε νομικός, ούτε και οικονομολόγος έτσι ώστε να εκφράσει οποιαδήποτε άποψη ως εμπειρογνώμονας και η άποψη του αυτή να αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα. Θα πρέπει πάντως να λεχθεί ότι παρά το ότι με ιδιαίτερα έντονο ύφος και τόνο στη φωνή του προσπάθησε να μειώσει την σημασία του εγγράφου αυτού λέγοντας μάλιστα σε κάποιο σημείο ότι «μπορώ άνετα να πάρω αυτό το χαρτί και να το πετάξω στον σκουπιδοτενεκέ», σε κάποιο άλλο σημείο προέβαλε ότι «το έγγραφο αυτό είναι πολύ σημαντικό, διότι το Πρωτόκολλο αυτό των διαπραγματεύσεων πάντοτε πρέπει να συντάσσεται μετά τις διαπραγματεύσεις και το έγγραφο αυτό δείχνει τις προθέσεις των μερών στις διαπραγματεύσεις.....», δεχόμενος δηλαδή τελικά ότι με το έγγραφο αυτό καταδεικνύονται τουλάχιστον «οι προθέσεις των μερών στις διαπραγματεύσεις», χωρίς να εξηγήσει ποιά ήταν η πρόθεση του αυτή σε σχέση με την επίδικη παράγραφο 2.1 και σε ποιές διαπραγματεύσεις αναφερόταν, αφού σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του υποστήριξε ότι η υπογραφή του εγγράφου τούτου έγινε χωρίς να προηγηθούν οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις και σε χρονικό διάστημα δέκα μόνο λεπτών κατόπιν πιέσεων του ενάγοντα ο οποίος εκμεταλεύτηκε την οικονομική ανάγκη που είχε ο εναγόμενος
  1. Αντεξεταζόμενος περαιτέρω επί του Τεκμηρίου 4, δεν έδωσε καθόλου επαρκείς εξηγήσεις γιατί αποδέχθηκε και το υπόγραψε αφού όπως υποστήριξε ουδέποτε συμφώνησε και ουδέποτε αποδέχθηκε ότι ο ίδιος οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των 100.000= Δ.Α.. Ισχυρίσθηκε ότι υπόγραψε το έγγραφο αυτό, μόνο σε σχέση και με ότι αφορά το ποσό των 15.000=, που δέχεται ότι έλαβε ως προσωπικό δάνειο από τον ενάγοντα, αλλά όμως ουδέποτε συμφώνησε με το δεύτερο του μέρος. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, γιατί δεν μπορεί και δεν είναι αναμενόμενο από ένα άτομο που ασχολείται με επιχειρήσεις και δοσοληψίες μεγάλων χρηματικών ποσών, είτε προσωπικά είτε ως διευθυντής εταιρείας, δεν έχει σημασία, να υπογράφει ένα έγγραφο με μέρος του οποίου δεν συμφωνεί. Και ιδιαίτερα όταν με την υπογραφή του αυτή, δυνατόν να θεωρηθεί ότι αναλαμβάνει την υποχρέωση πληρωμής μεγάλου χρηματικού ποσού το οποίο σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του δεν οφείλει. Και αυτό μάλιστα παρά το ότι όπως δέχθηκε αντεξεταζόμενος διάβασε το έγγραφο προτού το υπογράψει και αντιλήφθηκε το περιεχόμενο του. Ούτε και η δικαιολογία που προσπάθησε να προβάλει για να δικαιολογήσει την υπογραφή του και ήταν όπως είπε η μεγάλη ανάγκη που είχε των 15.000=, μπορεί να κριθεί αποδεκτή. Και αυτό γιατί και πάλι δεν είναι αναμενόμενο ούτε καν από τον μέσο άνθρωπο, όχι ιδιαίτερα από ένα επιχειρηματία που ασχολείται με δοσοληψίες εκατοντάδων χιλιάδων δολαρίων, όση ανάγκη και να έχει κάποια συγκεκριμένη στιγμή κάποιου ποσού χρημάτων που δεν είναι μάλιστα ιδιαίτερα μεγάλο, να αποδέχεται και να υπογράφει έγγραφο το οποίο έστω και πιθανό μπορεί να δίδει σε κάποιον τη δυνατότητα να στραφεί εναντίον του αξιώνοντας πληρωμή πολλαπλάσιου ποσού, αυτού των 100.000=. Προέβαλε επίσης και σε σχέση με το ίδιο τεκμήριο, ισχυρισμό που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Είπε συγκεκριμένα ότι υπόγραψε κάτω από το περιεχόμενο των παραγράφων 1.1 και 1.2 γιατί δεν συμφωνούσε με την άλλη παράγραφο, προφανώς εννοώντας την παράγραφο 2.
  2. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός καταρρίπτεται και από το περιεχόμενο του συγκεκριμένου εγγράφου όπου εμφαίνεται ότι η υπογραφή του εναγόμενου 1 τέθηκε κανονικά στο τέλος ολόκληρου του κειμένου του Τεκμηρίου 4 και όχι μόνο κάτω από τις παραγράφους 1.1 και 1.
  3. Θα πρέπει επί του σημείου αυτού να λεχθεί ότι ο εναγόμενος 1 προσπαθώντας να πείσει για την αλήθεια των όσων ανέφερε, ισχυρίσθηκε ότι ο ενάγοντας κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του, επιβεβαίωσε τον δικό του ισχυρισμό, κάτι όμως που δεν ευσταθεί, αφού κάτι τέτοιο ποτέ δεν λέχθηκε από τον ενάγοντα. Στοιχείο που δημιουργεί πρόσθετα ερωτηματικά ως προς την αξιοπιστία του και ειδικότερα τον ισχυρισμό του ότι κανένα ποσό χρημάτων δεν οφείλεται στον ενάγοντα, είναι ο λόγος που έγιναν διαπραγματεύσεις και προσχέδια συμφωνιών για επίλυση των μεταξύ τους οικονομικών διαφορών. Όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια 6 και 7 μεταξύ ενάγοντα και εναγομένου 1 έγιναν διάφορες συζητήσεις και προσπάθεια για επίλυση οικονομικών διαφορών. Οι συνομιλίες αυτές ήταν μεταξύ των δύο αυτών προσώπων και κανενός άλλου και ειδικότερα των εταιρειών του εναγομένου
  4. Στο Τεκμήριο 6 που ετοιμάσθηκε από τον ενάγοντα γίνεται αναφορά σε δανειστή για τον ενάγοντα και δανειζόμενο για τον εναγόμενο 1, ενώ στο Τεκμήριο 7 που ετοιμάσθηκε από τον εναγόμενο 1, γίνεται αναφορά σε πιστωτή και οφειλέτη αντίστοιχα. Και με τα δύο, αναγνωρίζεται ότι υπάρχει οφειλή από τον εναγόμενο 1 προς τον ενάγοντα, έστω και για διαφορετικό ποσό. Στο Τεκμήριο 6 που ετοίμασε ο ενάγοντας ως οφειλόμενο ποσό αναγράφεται το ποσό των 74.000= Δ.Α., ενώ στο Τεκμήριο 7 ως τέτοιο οφειλόμενο ποσό αναγράφεται αυτό των 57.700= Δ.Α.. Εάν πράγματι κανένα ποσό δεν υπήρχε οφειλόμενο τότε για ποιό λόγο ο εναγόμενος 1, δεχόταν και συζητούσε; Προς επίτευξη ποίου σκοπού; Δεν μου διαφεύγει ότι τα έγγραφα αυτά ουδέποτε έχουν υπογραφεί, όμως είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι αποτέλεσαν μέρος προσπάθειας για επίλυση διαφορών. Το στοιχείο αυτό είναι πολύ σημαντικό και κλονίζει καίρια την αξιοπιστία του εναγόμενου 1 αφού δεν είναι δυνατό ένας επιχειρηματίας να διαπραγματεύεται την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού που ο ίδιος δεν οφείλει και στο έγγραφο που ετοιμάζει ο ίδιος να χαρακτηρίζει τον εαυτό του και όχι κάποια από τις εταιρείες του ως οφειλέτη. Αξίζει δε να λεχθεί ότι στο Τεκμήριο 7 γίνεται αναφορά σε ένα επιπρόσθετο ποσό 25.000= Δ.Α. το οποίο όμως σύμφωνα με το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού θα παρέμενε προς συζήτηση σε μεταγενέστερο στάδιο. Αλλά ακόμα και αν γινόταν δεκτός ο ισχυρισμός που προέβαλε ότι σε μεταγενέστερο στάδιο αντιλήφθηκε ότι η εναγόμενη 3, κανένα ποσό δεν όφειλε στον ενάγοντα, γιατί προχωρούσε με τα προσχέδια αυτά, χωρίς σε κανένα από αυτά να αναφέρει ότι ενεργούσε σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της εναγομένης 3 και όχι προσωπικά; Ούτε τα όσα προέβαλε ότι τότε, δεν είχε αντιληφθεί ότι κανένα ποσό δεν οφειλόταν στον ενάγοντα μπορεί να γίνει αποδεκτό αφού δεν είναι αναμενόμενο να ετοίμασε προσχέδιο συμφωνίας χωρίς προηγουμένως να ελέγξει και υπολογίσει και ο ίδιος τα ποσά που λήφθηκαν και τα ποσά που καταβλήθηκαν στον ενάγοντα και έτσι να είναι σε θέση να επαληθεύσει αν υπήρχε ή όχι οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό και να το προτείνει προς εξόφληση. Ενώ σε όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του επέμενε και με έντονο μάλιστα ύφος ότι η εναγόμενη 2 δεν έλαβε ποτέ από τον ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, ενώ ο ίδιος προσωπικά μόνο μία φορά έλαβε το ποσό των 15.000= Δ. Α. το οποίο εξόφλησε, σε κάποιο σημείο αντεξεταζόμενος και πιθανότατα χωρίς να το αντιληφθεί είπε ότι η εναγόμενη 3 κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 8.700= μετά από υποσχέσεις του τελευταίου ότι μετά την πληρωμή του ποσού αυτού, «όλα τα προβλήματα της εναγομένης 3 θα λυθούν». Στη συνέχεια και σε ερωτήσεις που ακολούθησαν σε ποιό πρόσωπο ο ενάγοντας έδωσε τις υποσχέσεις αυτές, απάντησε ότι δόθηκαν και στους τρείς εναγομένους, δημιουργώντας το ερώτημα γιατί οι υποσχέσεις αυτές να δοθούν και στους τρείς εναγόμενους και όχι μόνο στην εναγομένη 3 με την οποία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του υπήρχε η διαφορά; Σε άλλη δε ερώτηση είπε κατά λέξη. «Ο Shakhlamov απαιτούσε χρήματα και από τα τρία πρόσωπα. Δηλαδή από εμένα, από την εναγομένη 2 και από την εναγομένη 3 και το ποσό των 8.700= ήταν το υπόλοιπο του χρέους που είχε από τα τρία πρόσωπα. Εγώ μιλούσα με Shakhlamov ως εκπρόσωπος της εναγομένης 3 και ως διευθυντής της Mareco Marine και μιλούσαμε για το υπόλοιπο του ποσού διότι αυτός απαιτούσε τα χρήματα μετά την πληρωμή του ποσού των 8.700= από εμένα, την εναγομένη 2 και την εναγομένη
  5. Αυτό το θέμα έπρεπε να κλείσει αλλά ο Shakhlamov με ξεγέλασε όπως έκανε σε πολλές άλλες περιπτώσεις ως απόδειξη των πράξεων του είναι η απαίτηση των 100.000= δολαρίων το οποίο ποσό εγώ δεν χρωστούσα ποτέ». (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Με την πιο πάνω απάντηση του ο εναγόμενος 1 δηλώνει ότι το ποσό των 8.700= ήταν το υπόλοιπο του χρέους που ο ενάγοντας είχε να λαμβάνει από τα τρία πρόσωπα, εννοώντας προφανώς τον ίδιο και τις εναγόμενες εταιρείες 2 και 3, αφού σε αυτά τα πρόσωπα έκανε αναφορά. Εν τη ρήμη δηλαδή του λόγου και προφανώς χωρίς να το αντιληφθεί δέχθηκε ότι το χρέος το είχε όχι μόνο η εναγόμενη 3 όπως υποστήριζε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, αλλά και οι τρεις εναγόμενοι. Και η απάντηση αυτή του εναγόμενου 1 καταδεικνύει την αναλήθεια της θέσης που προσπάθησε να προωθήσει. Παρά το ότι επέμενε ότι η εναγομένη 2 ποτέ δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων από τον ενάγοντα, συμφώνησε με υποβολή που του έγινε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης ότι η εναγόμενη 2 κατέβαλε στις 27/3/2002 και στις 7/8/2001 ποσά 32.800= και 5.000= αντίστοιχα, έναντι των δοσοληψιών που υπήρχαν, λέγοντας ότι η εναγόμενη 2 προέβη σε αυτές τις πληρωμές μετά από παράκληση της εναγομένης 3 γιατί εκείνο τον χρόνο η εναγομένη 3 δεν είχε τα χρήματα που «απαιτούσε» ο ενάγοντας. Παρόλο που υποστήριξε ότι τα χρήματα αυτά επεστράφησαν από την εναγομένη 3 στην εναγόμενη 2 και μάλιστα μετά από απόφαση που λήφθηκε στο «συμβούλιο των διευθυντών» και μετά από άδεια που έλαβε από τους συνεταίρους του, κανένα στοιχείο δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο που να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του αυτούς. Σε απάντηση δε ερωτήσεων που ακολούθησαν εάν υπάρχει γραπτή απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας προέβαλε ότι, η απόφαση λήφθηκε μετά από τηλεφωνική συνομιλία που είχε ο ίδιος με ένα από τους διευθύνοντες συμβούλους, επικοινωνία που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ήταν αρκετή για να ληφθεί η απόφαση. Η πληρωμή από την εναγόμενη 2 του πιο πάνω ποσού καταδεικνύει τον τρόπο που λάμβανε χώρα η μεταξύ των διαδίκων συνεργασία και η οποία δεν ήταν σαφώς διαχωρισμένη, ποιά δηλαδή πρόσωπα αφορούσε, ότι δηλαδή π.χ. ο ενάγοντας χρηματοδότησε αποκλειστικά την εναγόμενη 3 η οποία και ήταν αποκλειστικά υπεύθυνη για την αποπληρωμή του συγκεκριμένου ποσού, αλλά γινόταν όπως υποστήριξε ο ενάγοντας κατόπιν οδηγιών του εναγόμενου 1 και όπου αυτός υποδείκνυε και με σαφή την υποχρέωση αποπληρωμής των οφειλομένων ποσών από οποιονδήποτε από τους εναγομένους. Ενώ αρχικά σε ερώτηση που του υποβλήθηκε εάν δέχεται ότι το Τεκμήριο 4 είναι το μοναδικό έγγραφο που υπάρχει υπογεγραμμένο μεταξύ του ενάγοντα και του ιδίου, απάντησε αρνητικά, στη συνέχεια δέχθηκε ότι πράγματι δεν υπάρχει άλλο τέτοιο έγγραφο και ότι τα λοιπά έγγραφα που υπάρχουν είναι μόνο τραπεζικά. Ισχυρίσθηκε ότι για την επίλυση των οικονομικών διαφορών με τον ενάγοντα ο ίδιος και ως διευθυντής της εναγομένης 3 συμφώνησε με τον ενάγοντα, να του καταβάλει το ποσό των 8.700= Δολαρίων προς πλήρη διευθέτηση των διαφορών αυτών, κάτι που έπραξε εμβάζοντας στον ενάγοντα το χρηματικό αυτό ποσό στις 14/7/
  6. Παρά την ισχυριζόμενη όμως αυτή συμφωνία, δέχθηκε ότι στη συνέχεια του κατέβαλε το ποσό των 1.000=, γεγονός που δεν κατάφερε να δικαιολογήσει με λογικά αποδεκτό τρόπο. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν την ποιότητα της μαρτυρίας του εναγομένου 1 η οποία στερείται πειστικότητας. Η ποιότητα αυτή, σε συσχετισμό με το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια αλλά και τη γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα για τον εναγόμενο 1 παρακολουθώντας τον να καταθέτει από το εδώλιο του μάρτυρα, δεν μου επιτρέπουν να αποδεχθώ τη μαρτυρία του. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι κάποιοι από τους ισχυρισμούς που ο εναγόμενος 1 προέβαλε καταθέτοντας ενόρκως, βρίσκονται εκτός των δικογραφημένων του θέσεων και για το λόγο αυτό δεν θα μπορούσαν σε καμία περίπτωση να ληφθούν υπόψη. Μια τέτοια περίπτωση είναι αυτή κατά την οποία αντεξεταζόμενος ισχυρίσθηκε ότι ο λόγος που υπέγραψε το Τεκμήριο 4 είναι γιατί ο ενάγοντας του είπε ότι αν δεν το υπογράψει δεν θα του δώσει το ποσό των 15.000= Δ. Α. που ο εναγόμενος 1 είχε τότε μεγάλη ανάγκη και ότι ο ενάγοντας κατάφερε να τον παγιδεύσει. Τέτοια θέση ότι δηλαδή ο εναγόμενος 1 εκβιάσθηκε από τον ενάγοντα να υπογράψει το Τεκμήριο 4, υποβλήθηκε και στον ενάγοντα κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του, όμως ακριβώς για τους ίδιους λόγους δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω πλήρως τη μαρτυρία του εκτός μόνο και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από τη νομολογία από τα ακόλουθα σημεία. Ότι οι εναγόμενες εταιρείες 1 και 2 είναι δεόντως εγγεγραμμένες στην Κύπρο και ότι ο εναγόμενος 1 είναι ένας από τους διευθυντές και μετόχους τους. Ότι ο εναγόμενος 1 πριν υπογράψει το Τεκμήριο 4 το διάβασε και αντιλήφθηκε το περιεχόμενο του. Ότι ο εναγόμενος 1 συζητώντας με τον ενάγοντα για επίλυση των οικονομικών τους διαφορών, συζητούσε για το υπόλοιπο του χρέους που είχαν και οι τρείς εναγόμενοι με τον ενάγοντα. Η πληρωμή των 15.000= που ο εναγόμενος 1 έλαβε από τον ενάγοντα καταβλήθηκε στον τελευταίο όχι από τον ίδιο προσωπικά, αλλά από την εναγομένη
  7. Η εναγόμενη 2 στις 27/3/2002 και 7/8/2001 κατέβαλε στον ενάγοντα τα ποσά των 32.800= και 5.000=. Ότι το γραφείο του βρίσκεται στην πολυκατοικία Άγιος Παύλος, Μπλοκ Β΄, στο γραφείο 511 επί της Λεωφόρου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στη Λεμεσό. Κάποια άλλα έγγραφα που παρουσιάστηκαν στον εναγόμενο 1 κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του, αναγνωρίστηκαν από αυτόν και κατατέθηκαν ως τεκμήρια, δεν θα ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Και αυτό γιατί ενώ αυτά βρίσκονταν στην κατοχή του ενάγοντα και συνεπώς είχε την ευχέρεια να τα καταθέσει και να δώσει την δική του εκδοχή επί αυτών, έτσι ώστε με τον τρόπο αυτό να δοθεί και στην πλευρά των εναγομένων η δυνατότητα να τον αντεξετάσουν δεν το έπραξε. Ως Μ.Ε.2 κατάθεσε η σύζυγος του ενάγοντα. Η μαρτυρία της περιορίστηκε στην κατάθεση δύο τραπεζικών εγγράφων (Τεκμήρια 15 και 16), από τα οποία εμφαίνεται ότι αυτή και από δικό της λογαριασμό προχώρησε σε δύο εμβάσματα προς την εναγόμενη 3 συνολικού ύψους 74.933.48=, γιατί της το ζήτησε όπως είπε ο σύζυγος της. Αυτή απαντούσε με αμεσότητα και σταθερότητα στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν ακόμα και κατά το στάδιο της αντεξέτασης, χωρίς σε κανένα σημείο να διακρίνω οτιδήποτε ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία της. Και τούτο παρά το γεγονός ότι πριν η ίδια καταθέσει ως μάρτυρας στη διαδικασία, βρισκόταν στις περισσότερες, αν όχι όλες, δικασίμους παρούσα εντός της αίθουσας όπου διεξαγόταν η ακρόαση της υπόθεσης. Δεν θεωρώ ότι είτε η παρουσία της αυτή στην αίθουσα του Δικαστηρίου, είτε η συζυγική σχέση που έχει με τον ενάγοντα την επηρέασαν με οποιοδήποτε τρόπο να αλλοιώσει την αλήθεια, γι' αυτό και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία της. Θα πρέπει πάντως να λεχθεί επίσης, ότι η ίδια δήλωσε ότι δεν γνώριζε αν τα ποσά αυτά είχαν ή όχι εξοφληθεί, αφού αυτό ήταν θέμα που το χειριζόταν ο σύζυγος της. Μ.Ε.3 ήταν ο Ανδρέας Κυριάκου, λογιστής και μέλος του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου. Αυτός κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως εμπειρογνώμονας και η εμπειρογνωμοσύνη του δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες οι μαρτυρίες και των κοινών μαρτύρων (βλ. Κώστας Ψάλτης v Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113). Σύμφωνα με τη νομολογία οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο Δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με τη μαρτυρία (βλ. Cybarco Ltd v Kovascik
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 2013). Όπως σημειώνεται στο σύγγραμμα Phipson on Evidence,14η έκδοση, παρ. 32-14, «An expert may give his opinion upon facts which are either admitted, or proved by himself, or other witnesses in his hearing, at the trial, or are matters of common knowledge as well as upon an hypothesis bases thereon». (βλ. επίσης Ανδρέας Θεοδούλου Μιχαήλ v Γιαννάκη Ηλία Κυριάκου
(2004)1 ΑΑΔ 1825). Στην παρούσα υπόθεση, η μαρτυρία του Μ.Ε.3 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για τους ακόλουθους λόγους. Ο μάρτυρας προχώρησε στους υπολογισμούς του, βασιζόμενος αποκλειστικά σε κάποια στοιχεία και δεδομένα που του είχε παρουσιάσει ο ενάγοντας και τα οποία όπως ο τελευταίος του είχε αναφέρει, τα είχε ετοιμάσει ο εναγόμενος, κάτι όμως που ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει. Όπως ανέφερε με βάση τα δεδομένα αυτά, ο υπολογισμός του είναι ορθός, αν όμως τα δεδομένα αυτά ήταν διαφορετικά τότε διαφορετικός θα ήταν και ο υπολογισμός του. Όπως προέκυψε λοιπόν από τη μαρτυρία του η αποκλειστική βάση των δεδομένων που χρησιμοποίησε, προήλθε από τον ενάγοντα ο οποίος του παρέδωσε τα στοιχεία αυτά και τα οποία αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία. Η εξ' ακοής αυτή μαρτυρία, δεν αποκλείεται πλέον για τον λόγο αυτό, η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί εναπόκειται στο Δικαστήριο, το οποίο μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες, οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο Νόμο, Κεφ.
  1. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, στην εξ' ακοής αυτή μαρτυρία, δεν θα προσδοθεί καμία απολύτως βαρύτητα καθότι κρίνεται ότι η αποδοχή της θα οδηγούσε σε άκρως επικίνδυνες ατραπούς. Και αυτό γιατί δεν μπορεί να εξακριβωθεί η ορθότητα και η ακρίβεια των δεδομένων αυτών που παραδόθηκαν στον μάρτυρα και επί των οποίων βασίσθηκε και προχώρησε στους υπολογισμούς του. Παρόλο που σύμφωνα με τον λογιστή τα στοιχεία αυτά του παραδόθηκαν από τον ενάγοντα, ο τελευταίος καταθέτοντας όχι μόνο δεν τα παρουσίασε, αλλά ούτε καν αναφέρθηκε στην ύπαρξη τους. Η αποδοχή της μαρτυρίας αυτής μετά την παράλειψη αυτή του ενάγοντα, θα αποστερούσε σε περίπτωση αποδοχής της τους εναγομένους της δυνατότητας να αντεξετάσουν επί του ισχυρισμού πρώτον, εάν πράγματι αυτά παραδόθηκαν στον μάρτυρα από τον εναγόμενο και δεύτερο επί του περιεχομένου τους, έτσι ώστε μέσω της αντεξέτασης να ελεχθεί η ορθότητα και ακρίβεια των στοιχείων αυτών. Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι ο Μ.Ε. 3 βασίσθηκε σε δεδομένα για τα οποία ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση, στα οποία δεν έγινε αναφορά από άλλο μάρτυρα στη διαδικασία, ούτε και ήταν παραδεκτά, ούτε και αποτελούσαν ζητήματα για τα οποία ο καθένας μπορεί να έχει γνώση, όπως απαιτείται σύμφωνα με τον Phipson, πιο πάνω. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνεται ότι η μαρτυρία του καθώς και τα αποτελέσματα στα οποία κατέληξε δεν μπορούν να αποτελέσουν ασφαλές βάθρο για την εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος. Ως αποτέλεσμα στη μαρτυρία του δεν θα προσδοθεί καμία απολύτως βαρύτητα. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Ο ενάγοντας και ο εναγόμενος 1, είναι επιχειρηματίες από τη Ρωσία οι οποίοι κατά τον ουσιώδη χρόνο βρίσκονταν στην Κύπρο και είχαν μεταξύ τους επιχειρηματική συνεργασία. Ο εναγόμενος 1 ήταν ένας από τους μετόχους και διευθυντές των εναγομένων εταιρειών 2 και 3 οι οποίες είναι δεόντως εγγεγραμμένες στην Κύπρο. Η συνεργασία αυτή ξεκίνησε το 1999 όταν ο ενάγοντας αποδέχθηκε την πρόταση του εναγομένου 1 και συμφώνησε μαζί του να χρηματοδοτεί τον ίδιο και τις εταιρείες του με διάφορα ποσά με την παροχή δανείων για την άσκηση των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων. Σύμφωνα με την πρόταση του εναγομένου 1 την οποία ο ενάγοντας αποδέχθηκε η αποπληρωμή των οφειλομένων ποσών θα γινόταν από τον ίδιο αλλά και από τις εναγόμενες εταιρείες 2 και 3 οι οποίες εγγυούνταν την αποπληρωμή των οφειλομένων ποσών. Ο εναγόμενος 1, ζητούσε από τον ενάγοντα συγκεκριμένα ποσά χρημάτων τα οποία ο ενάγοντας ενέβαζε σε λογαριασμούς που του υποδείκνυε ο εναγόμενος
  2. Οι δοσοληψίες αυτές αφορούσαν ψηλά χρηματικά ποσά πέραν των 300.000= Δ. Α. και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 9, αντανακλά μέρος των δοσοληψιών που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους. Το ύψος αλλά και το γενικότερο πλαίσιο της χρηματοδότησης που γινόταν κάθε φορά, οι όροι αυτής σε σχέση με τον χρόνο αποπληρωμής των δανείων, το ύψος του επιτοκίου κ.λ.π. καθορίζονταν με συμφωνία μεταξύ ενάγοντα και εναγομένου
  3. Έτσι και κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους ποσό 15.000= Δ.Α. που ο εναγόμενος 1 έλαβε από τον ενάγοντα καταβλήθηκε στον τελευταίο όχι από τον εναγόμενο 1 προσωπικά, αλλά από την εναγομένη
  4. Η εναγόμενη 2 επίσης κατέβαλε στον ενάγοντα και έναντι οφειλομένων ποσών στις 27/3/2002 και 7/8/2001 τα ποσά των 32.800= και 5.000= Δ.Α.. Μία από τις πολλές δοσοληψίες, αφορούσε μεταφορά 100.000= Δ.Α. που έγινε από τον ενάγοντα από λογαριασμό που διατηρούσε μαζί με τη σύζυγο του σε λογαριασμό της εναγόμενης 3 στις 20/10/1999 και κατόπιν προφορικής συμφωνίας μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενου
  5. Της συμφωνίας αυτής ακολούθησε επιστολή της εναγόμενης 3, με την οποία γνωστοποίησε στον ενάγοντα τον λογαριασμό της στον οποίο επιθυμούσε να γίνει το έμβασμα για την μεταφορά των 100.000= Δ.Α.. Το ποσό αυτό ήταν πληρωτέο στις 25/1/2000 και έφερε μέχρι την τελευταία αυτή ημερομηνία τόκο 4% μηνιαία. Στη συνέχεια και με συμφωνία του ενάγοντα και του εναγόμενου 1, το επιτόκιο αυτό υπέστη κατά καιρούς διάφορες τροποποιήσεις και όπως συμφωνήθηκε στη συνέχεια, από τις 20 Οκτωβρίου του 2003 δεν θα έφερε κανένα επιτόκιο. Επειδή το ποσό αυτό δεν ξοφλήθηκε την καθορισμένη ημερομηνία, ο ενάγοντας και ο εναγόμενος 1 υπόγραψαν στις 8/1/2002 το Τεκμήριο
  6. Επειδή μεταξύ ενάγοντα και εναγομένου 1 προέκυψε διαφορά ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο, μεταξύ του Μαίου και του Ιουλίου του 2004 έγιναν μεταξύ του ενάγοντα και του εναγομένου 1 διάφορες επαφές για διευθέτηση της διαφοράς και προς τούτο ανταλλάγησαν μεταξύ ενάγοντα και εναγομένου 1 προσχέδια συμφωνιών. Περί τις 14/7/04 η εναγόμενη 3, κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 8.700= Δ.Α. και στις 23/9/04 ποσό 1.000=. Παρά το ότι οι διαβουλεύσεις μεταξύ ενάγοντα και εναγομένου 1 συνεχίσθηκαν, οι προσπάθειες αυτές δεν τελεσφόρησαν και έτσι ο ενάγοντας στις 25/1/2005 απέστειλε στο γραφείο του εναγόμενου 1 στη Λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου Γ΄, στην πολυκατοικία Άγιος Παύλος, Μπλοκ Β΄, γραφείο 511, ταχυδρομικό κιβώτιο 58519, 3030 στη Λεμεσό, επιστολή με την οποία αξίωνε όπως το ποσό των 91.300= Δ.Α. του καταβληθεί εντός 60 ημερών. Σημαντικό και καθοριστικό για την έκβαση της υπόθεσης είναι το Τεκμήριο 4 του οποίου αμφισβητούμενη υπήρξε όπως και πιο πάνω αναφέρεται, η φύση του. Γι' αυτό λοιπόν και το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτιστα να ερμηνεύσει το έγγραφο αυτό και να αποφασίσει τι αυτό συνιστά. Στο σημείο αυτό θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω αυτούσιο και όπως ακριβώς είναι καταγραμμένο, το κείμενο του επίδικου εγγράφου ημερομ. 8/1/2002, το πρωτότυπο του οποίου στη Ρωσσική γλώσσα έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο 4 και μετάφραση του στην Ελληνική ως Τεκμήριο
  7. Η μετάφραση του στην Ελληνική έχει ως ακολούθως: « Πρωτόκολλο Διαπραγματεύσεων 8 Ιανουαρίου 2002 Αναφορικά: Τηλεμειότυπο ημερομηνίας 7/1/02 από V. Koshelev Μέρη που λαμβάνουν μέρος στις διαπραγματεύσεις: V. Koshelev και A. Shakhlamov ΘΕΜΑ Διαπραγματεύσεων:
  8. Έμβασμα 15.000 Δολαρίων Αμερικής από τον προσωπικό λογαριασμό του κ. Shakhlamov στον προσωπικό λογαριασμό του κ. Koshelev στην τράπεζα ALPHA στην Λεμεσό.
  9. Εξέταση πιθανής συμμετοχής των μερών σε κοινές δοσολογίες αναφορικά με την προμήθεια διαφόρων εξαρτημάτων και μηχανημάτων σε πλοία που διαχειρίζονται από διάφορες εταιρείες. ΣΥΜΦΩΝΗΘΗΚΑΝ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ: 1.1 O Α. Shakhlamov συμφωνεί να εμβάσει το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό των 15.000 Δολαρίων Αμερικής στον λογαριασμό του V. Koshelev χωρίς οποιοδήποτε τόκο. 1.2 Ο V. Koshelev αναλαμβάνει να επιστρέψει το εν λόγο ποσό στον τραπεζικό λογαριασμό του A. Shakhlamov όχι αργότερα από την 11 Φεβρουαρίου του
  10. 2.1 Το ποσό των 100.000 Δολαρίων Αμερικής (από σήμερα) που δόθηκε από τον A. Shakhlamov στον V. Koshelev εξακολουθεί να παραμένει στην κυριότητα του για περίοδο όχι λιγότερη των 6 μηνών και αν ζητηθεί (μετά τον τερματισμό της συγκεκριμένης περιόδου) θα επιστραφεί στον A. Shakhlamov με ειδοποίηση 60 ημερών.
  11. Σχέδιο και τηλεμοιότυπα 15/12/01 επισυνάπτονται. Vasily Koshelev Alexander Shakhlamov» Όλα όσα πιο πάνω αναφέρονται αποτελούν το περιεχόμενο του επίδικου εγγράφου, το οποίο το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει με βάση τις αρχές που καθορίζουν το πλαίσιο άσκησης της εξουσίας αυτής του Δικαστηρίου και οι οποίες είναι καλά νομολογημένες. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι τα όσα ο εναγόμενος 1 προέβαλλε για τη φύση του εγγράφου τούτου, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά αφού η ερμηνεία του, αποτελεί όχι έργο δικό του αλλά του Δικαστηρίου. Σχετικά είναι τα όσα αποφασίσθηκαν στην υπόθεση Μούρτζινος v. Πλοίου "Galaxiaς" κ.α. 1997 (1A) AAΔ.80 : «Εν πρώτοις μέγα μέρος αποτελεί σχόλιο του μάρτυρα με το οποίο προσπαθεί να ερμηνεύσει ο ίδιος το τεκμ. 18 και ιδιαίτερα τις δικές του προθέσεις. Φυσικά δεν είναι έργο του μάρτυρα η ερμηνεία ή η νοηματοδότηση ενός γραπτού κειμένου έστω και αν ο ίδιος ήταν ο συντάκτης του: "Construction is usually a matter of law for the judge to decide, not a matter of fact on which evidence of the intention of a party to the document will be heard" (βλ. G. D. Nokes "An Introduction to Evidence" 4η έκδοση, σελ. 257). Χρήσιμη αναφορά μπορεί επίσης να γίνει στην παράγραφο 15 της σελ. 42 του ιδίου συγγράμματος που έχει τον εύγλωττο τίτλο "Interpretation and Construction of Documents": "Any doubt as to the meaning or effect of a document which has been admitted in evidence or is otherwise before the court, must be resolved by the judge."» Σε σχέση με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα και όπως λέχθηκε στην απόφαση Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Ετ. Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407:- (σελ. 413): «Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες και δεν χρειάζεται να τις επαναλάβουμε. (Βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499). Πρέπει να σημειώσουμε ότι, συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Μαρτυρία που αναφέρεται στους υποκειμενικούς παράγοντες μπορεί να γίνει δεκτή μόνο σε αγωγή για διόρθωση του εγγράφου (rectification). (Βλ. ICS v. West Bromwich BS
(1998)1 All E.R. 98 (HL)). Το αντικείμενο βέβαια της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. Η έννοια, η οποία μεταδίδεται σ΄ αυτόν, για τα συμφωνηθέντα». Όπως δε πρόσφατα λέχθηκε στην υπόθεση Γιολάντα Χατζησωτηρίου v. Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτ. Εφ. 257/08, ημερομ. 14/7/2011, με αναφορά σε προγενέστερη νομολογία: «Η ερμηνεία των εγγράφων, όπως είναι νομολογημένο, είναι έργο του δικαστηρίου, το οποίο, μέσα από το λεκτικό τους, αναζητεί τις προθέσεις των συμβαλλομένων. Κριτήριο για τα όσα διατυπώνονται σ' αυτά είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο - (βλ. Εθνική Τράπεζα ν. Χατζηνέστορος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204· Γεωργ. Ετ. Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος Λτδ.
(1993)1 Α.Α.Δ. 168· Λάμπρου ν. Παράσχου κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 397 και Οικονόμου κ.ά. ν. Ττοφίνη κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 436). ΄Οπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Ετ. Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407:- (σελ. 413) «..., συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων.» Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω και ειδικότερα ότι ουσιαστικό αντικείμενο της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας που δίδεται από το μέσο λογικό άνθρωπο, θα προχωρήσω να εξετάσω το ζήτημα, τι δηλαδή καταδεικνύουν τα όσα περιέχονται στην παράγραφο 2.1 του επίδικου εγγράφου. Διαβάζοντας τον συγκεκριμένο όρο προκύπτει ότι με αυτό αναγνωρίζεται ότι ο ενάγοντας, A. Shakhlamov, έδωσε στον εναγόμενο 1 V. Koshelev, ποσό 100.000= Δ. Α.. Προκύπτει ακόμα ότι το ποσό αυτό είχε δικαίωμα ο εναγόμενος 1 να το κρατήσει για περίοδο 6 μηνών τουλάχιστον από την ημερομηνία υπογραφής του εγγράφου και ότι μετά την πάροδο του χρόνου αυτού των 6 μηνών δηλαδή και εάν η πληρωμή του ποσού ήθελε ζητηθεί με ειδοποίηση 60 ημερών, τότε θα έπρεπε να επιστραφεί στον ενάγοντα. Στα όσα καταγράφονται στον όρο αυτό, δεν μπορεί να δοθεί καμία άλλη ερμηνεία. Όταν ο μέσος λογικός άνθρωπος διαβάζει τα πιο πάνω, αυτή και μόνο ως έννοια των συμφωνηθέντων θα του μεταδοθεί, ότι δηλαδή με αυτό ο εναγόμενος 1 αποδέχεται ότι κρατά το ποσό των 100.000= Δ.Α. και ότι είναι υπόχρεος να το επιστρέψει στον ενάγοντα μετά από την πάροδο των 6 μηνών και μετά από ειδοποίηση 60 ημερών. Το γεγονός ότι το ποσό αυτό εμβάσθηκε στην εναγόμενη 3, δεν αλλοιώνει την σημασία της δέσμευσης που ο εναγόμενος 1 ανέλαβε, αφού τούτο έγινε προφανώς σύμφωνα και με τη συμφωνία που συνομολογήθηκε αρχικά μεταξύ ενάγοντα και εναγομένου 1, ότι δηλαδή ο ενάγοντας, θα χρηματοδοτούσε τον εναγόμενο 1 για την άσκηση των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων, παραχωρώντας είτε στον ίδιο είτε στις εταιρείες του εναγόμενες 2 και 3 και ανάλογα με τις οδηγίες του εναγόμενου 1 ποσά χρημάτων. Στην υπόθεση Νικόλας και Χρήστος Ιγνατίου ως διαχειριστές της περιουσίας του Απόστολου Ιγνατίου v. Ν. Λεμονάρη
(2004)1Γ ΑΑΔ 1562 λέχθηκε ότι : «Κατ' αρχή και σύμφωνα με τη νομολογία όσον αφορά εναλλακτική βάση αγωγής, αυτή της αναγνώρισης χρέους, ούτε αναγνωρίζεται ούτε συνιστά αυτοτελή βάση. Έγγραφο που περιέχει δήλωση η οποία συνιστάαναγνώριση χρέους θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί κατά τη δίκη για την απόδειξη κάποιας αιτίας αγωγής ως π.χ. για παράβαση συμφωνίας δανείου. Το ίδιο όμως το έγγραφο δεν συνιστά βάση αγωγής. (Βλέπε: D & G Products Ltd. ν. Χαράλαμπου Αναστασίου, Πολιτική Έφεση 10744, ημερ. 13.9.2002). Μόνο ονομαστικά αναφέρεται η άλλη αιτία αγωγής αυτή της αναγνώρισης χρέους, απογυμνωμένη από οποιαδήποτε γεγονότα. Ο δικηγόρος του εφεσίβλητου στο περίγραμμα του εισηγείται ότι στην Έκθεση Απαίτησης υπήρχε ισχυρισμός για ύπαρξη χρέους που δεν εξοφλήθηκε. Αυτό δεν είναι ορθό. Δεν υπάρχει ισχυρισμός για κανένα γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι αιτία της αγωγής ήταν οτιδήποτε άλλο εκτός από τα έγγραφα που αναφέρθηκαν ως ενσωματώνοντα αυτή την απαίτηση με την περιγραφή τους ως γραμμάτια συνήθους τύπου ή χρεωστικά ομόλογα ή έγγραφα αναγνώρισης χρέους». Στην υπόθεση Ελπίδα Χατζηβασιλείου v. Reliable Motor Cars Ltd,
(2004)1Γ AAΔ1685, λέχθηκε ότι: «Η πρωτόδικη απόφαση ερείδεται βασικά στη διαπίστωση ότι το έγγραφο τεκμήριο 5 συνιστά γραπτή αναγνώριση χρέους και όχι συναλλαγματική. Ωστόσο, η αναγνώριση χρέους δεν αποτέλεσε ανεξάρτητη αιτία αγωγής. Εδώ, ως αιτία αγωγής προβλήθηκε η συναλλαγματική η οποία όμως απέτυχε. Το έγγραφο τεκμήριο 5 θα μπορούσε ενδεχομένως να εκληφθεί ότι αποτελούσε γραπτή αναγνώριση χρέους αν οι εφεσείοντες έθεταν ταυτόχρονα στην έκθεση απαίτησης το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο. Από τη στιγμή που το πρωτόδικο δικαστήριο διαπίστωσε ότι το τεκμήριο 5 δεν συγκέντρωνε τα χαρακτηριστικά αξιόγραφου θα έπρεπε χωρίς άλλο να απορρίψει την απαίτηση των εφεσιβλήτων εφόσον, καθώς αναφέραμε, δεν υπήρχε άλλη ανεξάρτητη αιτία αγωγής. Βλ. D. & G. Products Ltd ν. Χαράλαμπου Αναστασίου, Π.Ε. 10744, ημερ. 13.9.2002, Λαϊκή Κυπρ. Τρ. (Χρημ.) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(2001)1(Β) 1432 και Λαϊκή Κυπρ. Τρ. (Χρημ.) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.ά., Π.Ε. 11220, ημερ. 20.12.2002». Στην παρούσα υπόθεση ο ενάγοντας επικαλέσθηκε το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού για να αποδείξει την παράβαση της συμφωνίας δανείου που είχε προηγηθεί και την προσωπική δέσμευση που ανέλαβε ο εναγόμενος 1 να καταβάλει το ποσό που είχε παραχωρηθεί ως δάνειο στην εναγόμενη
  1. Από τη στιγμή που ο εναγόμενος 1 δέχθηκε ότι υπέγραψε το Τεκμήριο 4 κρίνεται ότι με την υπογραφή του αναγνώρισε και αποδέχθηκε ότι οφείλει στον ενάγοντα το συγκεκριμένο ποσό χρημάτων το οποίο είχε δοθεί ως δάνειο στην εναγόμενη 3 και κατόπιν προηγούμενης συμφωνίας και οδηγιών του εναγομένου
  2. Με την υπογραφή από τον εναγόμενο 1 του Τεκμηρίου 4, επιβεβαιώνεται ότι αυτός αναγνώρισε και αποδέχθηκε ότι φέρει προσωπική ευθύνη για την πληρωμή του συγκεκριμένου ποσού. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Vasily Koshelev v. Miomir Mlandenovich, Πολιτ. Εφ. 276/07, ημερομ. 15/9/2010, «Από τη στιγμή που ο εφεσίβλητος κρίθηκε αναξιόπιστος ούτως ώστε ο ισχυρισμός του ότι υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο λόγω απειλών εκ μέρους του εφεσείοντα είχε απορριφθεί, τότε έπρεπε να καταλήξει ότι η απαίτηση του εφεσείοντα έχει αποδειχθεί, ανεξάρτητα αν τα χρήματα που πήρε ο εφεσίβλητος από τον εφεσείοντα προορίζονταν για τις εταιρείες του εφεσίβλητου». Δεν μου διαφεύγει ότι το έγγραφο αυτό τιτλοφορείται ως «Πρωτόκολλο Διαπραγματεύσεων». Όμως η ονομασία και ο τίτλος τον οποίο οι συμβληθέντες δίδουν σε κάποιο έγγραφο, είναι χωρίς σημασία για το Δικαστήριο, το οποίο καλείται να αποφασίσει για την πραγματική έννοια και σημασία του. Έτσι και στην παρούσα περίπτωση ο τίτλος που οι συμβαλλόμενοι έδωσαν στο έγγραφο τούτο, είναι χωρίς καμία απολύτως σημασία. Προβλήθηκε κατά το στάδιο των αγορεύσεων ότι το Τεκμήριο 4 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έγκυρη συμφωνία για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων και λόγω έλλειψης αντιπαροχής. Κρίνεται ότι τα ζητήματα αυτά βρίσκονται εκτός των δικογραφημένων θέσεων των εναγομένων αφού πουθενά δεν δικογραφούνται ισχυρισμοί για μη έγκυρη ή παράνομη σύμβαση. Το μόνο που δικογραφείται στην Έκθεση Υπεράσπισης των εναγομένων είναι η άρνηση τους ότι το συγκεκριμένο έγγραφο αποτελεί συμφωνία, αλλά «Πρωτόκολλο Διαπραγματεύσεων» με ότι αυτό μπορεί να σημαίνει. Όμως άλλο είναι κάποιος διάδικος να ισχυρίζεται ότι κάποιο έγγραφο δεν αποτελεί σύμβαση αλλά «Πρωτόκολλο Διαπραγματεύσεων» και άλλο να προβάλλει ισχυρισμούς για παρανομία ή μη εγκυρότητα μιας σύμβασης. Έντονη αμφισβήτηση υπήρξε επίσης στο ζήτημα του επιβληθέντος και πληρωθέντος επιτοκίου. Όμως με την υπογραφή του Τεκμηρίου 4, ο ενάγοντας μαζί με τον εναγόμενο 1 καθόρισαν επακριβώς τα οφειλόμενα ποσά, αυτά δηλαδή των 15.000= και 100.000= Δ.Α.. Από τη στιγμή που διαπιστώθηκε ότι με το Τεκμήριο 4 ο εναγόμενος 1 αναγνώρισε την οφειλή του ποσού των 100.000= Δ.Α., το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει την υπόθεση με αυτή ως κυρίαρχη βάση και δεν θα πρέπει να υπεισέλθει στην εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος που επισυνέβη πριν την ημερομηνία αυτή, συμπεριλαμβανομένων και των οποιονδήποτε χρεώσεων τόκων που έγιναν πριν την υπογραφή του συγκεκριμένου εγγράφου. Οι ισχυρισμοί για οποιεσδήποτε χρεώσεις παράνομου επιτοκίου πριν την υπογραφή του Τεκμηρίου 4, δεν μπορούν να αποτελέσουν ζήτημα προς εξέταση. Και αυτό γιατί με την υπογραφή του Τεκμηρίου 4 από τον ενάγοντα και τον εναγόμενο 1 στις 8/1/2002, το οφειλόμενο ποσό συμφωνήθηκε και καθορίσθηκε ρητά ότι εκείνη την ημερομηνία ανερχόταν στις 100.000= Δ.Α.. Από τη στιγμή υπογραφής του εγγράφου αυτού οτιδήποτε προηγήθηκε είναι χωρίς σημασία και δεν μπορεί να εξετασθεί. Από τη στιγμή που η φύση του Τεκμηρίου 4 έχει όπως πιο πάνω κριθεί, τούτο είναι αρκετό για να ληφθεί πλέον υπόψη και ως δεδομένο ότι τη συγκεκριμένη ημερομηνία οφειλόταν το συγκεκριμένο ποσό. Με το έγγραφο αυτό συμφωνήθηκε και καθορίσθηκε το οφειλόμενο ποσό την ημερομηνία υπογραφής του και με αυτό, ο εναγόμενος 1 αναγνώρισε ότι φέρει προσωπική ευθύνη για την πληρωμή του. Σε σχέση δε με γενικότερες χρεώσεις τόκων που δυνατόν να συμπεριλαμβάνονται στο αξιούμενο ποσό αναφορά θα γίνει πιο κάτω. Για την πληρωμή του ποσού αυτού ευθύνη επίσης φέρει και η εναγόμενη 3 σε λογαριασμό της οποίας εμβάσθηκαν τα χρήματα αυτά, αλλά και η εναγόμενη 2 αφού σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου η συμφωνία που έγινε αρχικά μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενου 1 σε σχέση με την συνεργασία ήταν ότι ο ενάγοντας θα χρηματοδοτούσε είτε τον εναγόμενο 1, είτε τις εταιρείες του εναγόμενες 2 και 3 για την άσκηση των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων, παραχωρώντας είτε στον ίδιο, είτε στις εταιρείες του εναγόμενες 2 και 3 ποσά χρημάτων των οποίων η αποπληρωμή θα γινόταν από τον ίδιο τον εναγόμενο 1 αλλά και από τις εναγόμενες εταιρείες 2 και 3 οι οποίες εγγυούνταν την αποπληρωμή των χρεών. Ότι ο εναγόμενος 1 ήταν διευθυντής των εναγομένων 2 και 3 εταιρειών, δεν αμφισβητήθηκε και αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης ότι αυτός μπορούσε να δεσμεύσει τις εταιρείες αυτές. Όμως το ότι αυτή ήταν η αρχική συμφωνία με τον ενάγοντα και οι τρείς εναγόμενοι θα είχαν ευθύνη για την καταβολή του συγκεκριμένου ποσού συνάγεται και από την απάντηση που ο ίδιος ο εναγόμενος 1 έδωσε κατά την αντεξέταση του και η οποία πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του παρατίθεται, ότι δηλαδή όταν συζητούσαν με τον ενάγοντα ««Ο Shakhlamov απαιτούσε χρήματα και από τα τρία πρόσωπα. Δηλαδή από εμένα, από την εναγομένη 2 και από την εναγομένη 3 και το ποσό των 8.700= ήταν το υπόλοιπο του χρέους που είχε από τα τρία πρόσωπα». Παραδέχθηκε δηλαδή ο εναγόμενος με την απάντηση του αυτή ότι και οι τρείς εναγόμενοι έφεραν ευθύνη οφειλής έναντι του ενάγοντα. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 4 γίνεται αποδεκτό ότι το ποσό των 100.000= Δ.Α. θα εξακολουθήσει να κρατείται από τον εναγόμενο 1, για περίοδο όχι λιγότερη των 6 μηνών. Καθορίζεται επίσης ότι τότε μόνο θα επιστραφεί στον ενάγοντα εάν ζητηθεί μετά τον τερματισμό της συγκεκριμένης περιόδου και αφού δοθεί ειδοποίηση 60 ημερών. Θα πρέπει λοιπόν να εξετασθεί κατά πόσον έχει πληρωθεί ο όρος αυτός. Προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτού του ενάγοντα ότι δόθηκε η ειδοποίηση αυτή των 60 ημερών, κατατέθηκε η επιστολή ημερομ.25/1/2005 (Τεκμήριο 8) την οποία ο ενάγοντας ισχυρίσθηκε ότι απέστειλε. Παρά το ότι ο εναγόμενος 1 τόσο στην Υπεράσπιση του όσο και στη μαρτυρία του αρνήθηκε την αποστολή και κατά ακολουθία και την παραλαβή της επιστολής αυτής, η θέση αυτή, ότι δηλαδή η συγκεκριμένη επιστολή δεν έχει αποσταλεί και δεν έχει παραληφθεί από τον εναγόμενο 1, ποτέ δεν υποβλήθηκε στον ενάγοντα, ούτε και o τελευταίος αντεξετάσθηκε επί του ισχυρισμού του αυτού. Αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου ότι o ενάγοντας απέστειλε τη συγκεκριμένη επιστολή στην διεύθυνση του εναγομένου 1, δηλαδή στην Λεωφ. Αρχιεπ. Μακαρίου Γ΄ 228, Πολυκατοικία Άγιος Παύλος, Μπλοκ Β΄, Γραφείο 511, Τ.Κ. 58519, 3030 στη Λεμεσό. Θα πρέπει λοιπόν τώρα να εξετασθεί εάν η αποστολή της επιστολής αυτής είναι στοιχείο αρκετό για να αποδειχθεί και η παραλαβή της επιστολής αυτής από τον εναγόμενο 1 και έτσι να ικανοποιηθεί ο όρος που τίθεται στο Τεκμήριο 4 ότι δηλαδή το αξιούμενο ποσό θα πρέπει να ζητηθεί. Στην υπόθεση Barclays Bank Plc v. J.G.L. (Constructions) Ltd
(2000)1Γ ΑΑΔ 1726, αναφέρεται πως καθ' όσον δεν γνωστοποιείται οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης ή αποστολή επιστολών στην διεύθυνση που αναγράφεται στην σύμβαση ενοικιαγοράς, όπως ήταν εκεί η περίπτωση, συνιστά νόμιμο τερματισμό της. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχει έγγραφο που να καταδεικνύει ποιά ήταν η διεύθυνση του εναγομένου 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο. Υπάρχει όμως η ίδια η μαρτυρία του εναγομένου 1 που επί του σημείου τούτου έγινε αποδεκτή, ότι δηλαδή η διεύθυνση στην οποία η επιστολή έχει αποσταλεί είναι η διεύθυνση του. Υπάρχει επίσης και η μαρτυρία του ενάγοντα που έγινε αποδεκτή, χωρίς επί του σημείου αυτού να αμφισβητηθεί ότι, απέστειλε την συγκεκριμένη επιστολή στη διεύθυνση του εναγομένου
  1. Έτσι και στην παρούσα περίπτωση θα πρέπει να τεκμαίρεται πως ο εναγόμενος 1 παρέλαβε την αναφερόμενη επιστολή και η λήψη της επιστολής από τον εναγόμενο 1 θεωρείται γεγονός. Γεγονός επίσης αποτελεί ότι αυτή στάληκε μετά την πάροδο 6 μηνών από την υπογραφή του Τεκμηρίου 4, το οποίο έδιδε στον εναγόμενο 1 το δικαίωμα να κρατήσει τα χρήματα κατά την περίοδο αυτή των έξη μηνών, αφού το Τεκμήριο 4 υπογράφηκε στις 8/1/2002 ενώ η επιστολή στάληκε 25/1/
  2. Γεγονός αποτελεί επίσης ότι η αγωγή καταχωρήθηκε μετά την πάροδο των 60 ημερών, στις 5/4/2005, χρόνος που επίσης καθορίζεται στο Τεκμήριο 4 για την αποπληρωμή του οφειλομένου ποσού. Με βάση τα πιο πάνω, το οφειλόμενο ποσό κατέστη απαιτητό με την αποστολή της ειδοποίησης, Τεκμήριο 8 στον εναγόμενο
  3. Τέτοια ειδοποίηση δεν έχει αποσταλεί στους εναγομένους 2 και 3 και ούτε υπάρχει τέτοιος ισχυρισμός. Θα πρέπει όμως να εξετασθεί κατά πόσον ήταν αναγκαία η αποστολή της επιστολής αυτής και στις εναγόμενες 2 και 3 οι οποίες ενάγονται ως εγγυήτριες του εναγομένου
  4. Από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν διαφάνηκε να υπάρχει οποιοσδήποτε όρος στην μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου 1 συμφωνία για την παροχή χρηματοδοτήσεων για αποστολή ειδοποίησης στους εγγυητές. Τέτοιος όρος δεν φάνηκε επίσης να έχει τεθεί σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο. Ελλείψει λοιπόν τέτοιου ειδικού όρου που να επιβάλλει την αποστολή ειδοποίησης στους εγγυητές, κρίνεται ότι αυτή δεν ήταν αναγκαία. Στην υπόθεση Lombard Natwest Ltd v. Παναγιώτη Λαζαρίδη, 1999(1Β) ΑΑΔ 1465 και σε σχέση με την υποχρέωση αποστολής ειδοποίησης απαίτησης στους εγγυητές, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην Savvides ν. Christottdes
(1978)1 C.L.R. 303 διαπιστώνεται ότι εφόσον το χρέος καταστεί πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη ο εγγυητής καθίσταται παράλληλα υπόλογος για την αποπληρωμή του χωρίς να παρίσταται ανάγκη εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου υποβολής αξίωσης από τον δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Και τούτο γιατί σύμφωνα με την αγγλική νομολογία την οποία το Δικαστήριο πραγματεύεται σε έκταση η υποχρέωση του εγγυητή έγκειται κατά πρώτο λόγο στη διασφάλιση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη. Εφόσον στοιχειοθετείται η υποχρέωση του καθίσταται υπόλογος και ο εγγυητής να εξασφαλίσει την αποπληρωμή της οφειλής του. Μπορεί όμως όπως αναγνωρίζεται και στην Savvides ν. Christofides όπως και στην Bradford Old Bank v. Sutcliffe (ανωτέρω) τα μέρη να καταστήσουν την παροχή ειδοποίησης από το δανειστή στον εγγυητή να αποπληρώσει το χρέος μέρος της συμφωνίας για την ανάκτησή του. Και σε εκείνη την περίπτωση η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την γένεση του δικαιώματος αλλά δευτερεύοντα όρο για την εκτελεστότητα του χρέους δηλαδή της ευχέρειας ανάκτησής του. Αυτό εξηγείται με σαφήνεια στην πολύ πρόσφατη απόφαση του αγγλικού εφετείου στην Stimpson ν. Smith [1999] 2 All E.R.
  1. Ο όρος για την παροχή ειδοποίησης προς τον εγγυητή να καταβάλει το χρέος του πρωτοφειλέτη σηματοδοτεί, όπως αναφέρει ο Tuckey L.J. στην απόφαση του " ... the time from which the liablitity can be enforced". Και στην προκείμενη υπόθεση ο όρος 2 της συμφωνίας μεταξύ εφεσειόντων και εφεσίβλητου είχε αυτή τη συνέπεια». Παραμένει τώρα να εξετασθεί εάν υπάρχει οποιοδήποτε υπόλοιπο από το ποσό των 100.000= Δ.Α. και εάν υπάρχει ποιό είναι το ύψος του. Όπως προαναφέρθηκε η μαρτυρία του ενάγοντα που δόθηκε επί του σημείου αυτού απορρίφθηκε, καθώς επίσης και του εναγομένου
  2. Για τον υπολογισμό του ποσού αυτού αφετηρία θα πρέπει να αποτελέσει η αναγνώριση της οφειλής που έγινε με την υπογραφή του Τεκμηρίου
  3. Θα πρέπει επίσης να υπολογισθούν οι πληρωμές που έγιναν και προκύπτουν από το Τεκμήριο
  4. Ο τρόπος αυτός αποτελεί σύμφωνα με την κρίση μου τον ασφαλέστερο τρόπο υπολογισμού οποιουδήποτε τυχόν υπολοίπου αφού σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου το Τεκμήριο 9, αποτελεί μέρος των δοσοληψιών που έλαβαν χώρα μεταξύ των διαδίκων ενώ τα τραπεζικά έγγραφα που το αποτελούν, είναι το μοναδικό στοιχείο που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου το γεγονός ότι μετά τον Οκτώβρη του 2003 και σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα μεταξύ ενάγοντα και εναγομένου 1 στο οφειλόμενο υπόλοιπο δεν θα χρεωνόταν οποιοδήποτε ποσό ως τόκος. Οι οποιεσδήποτε τυχόν χρεώσεις επιτοκίου θα ήταν δυνατό να υπήρξαν μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου 4, δεν μπορούν εν πάση περιπτώσει να υπολογισθούν αφού και όπως προαναφέρεται και επί του σημείου αυτού η μαρτυρία του ενάγοντα ήταν ασαφής και όχι συγκεκριμένη. Όπως προκύπτει από τα τραπεζικά έγγραφα του Τεκμηρίου 9, μετά τις 8/1/02, ημερομηνία υπογραφής του Τεκμηρίου 4 έγιναν οι ακόλουθες πληρωμές προς τον ενάγοντα. Στις 25/4/02, 28/5/02, 17/12/02, 15/7/03, 27/10/03, 23/12/03, 20/4/04, 24/2/04, 24/5/04 και 14/7/04 τα ποσά των 1.000=, 1.000=, 6.500=, 4.500=, 5.000=, 1.000=, 2.000=, 2.000=, 2.930= και 8.700= αντίστοιχα και οι οποίες αντιστοιχούν στο συνολικό ποσό των Δ.Α.. Αποτέλεσε επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι στις 23/9/04 ποσό 1.000= καταβλήθηκε έναντι του χρέους, το οποίο και παρά το ότι δεν υπάρχει αντίστοιχη απόδειξη θα πρέπει επίσης να αφαιρεθεί εφόσον αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου. Αφαιρουμένων λοιπόν όλων των πιο πάνω ποσών καταλήγω ότι το οφειλόμενο σήμερα από τους εναγομένους 1-3 ποσό ανέρχεται στα 64.370= Δ.Α.. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι η αξίωση του ενάγοντα θα έχει επιτυχή κατάληξη σε σχέση με το ποσό των 64.370= Δ.Α.. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 1 έως 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ισόποσο σε Ευρώ του ποσού των 64.370= Δ.Α., πλέον δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην αντίστοιχη κλίμακα. Υπ............. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.