George Smith-Γεώργιου Λουκά, Αρ. Αίτησης: 2/12, 8/6/2012 την έκδοση του καθ' ου η αίτηση με βάση τις πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως Φυγοδίκων, που κυρώθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία με τον ομότιτλο Νόμο 95/70 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 2/12 Αναφορικά με τον περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμο 97/70 και Αναφορικά με την Αίτηση για έκδοση του George Smith-Γεώργιου Λουκά στη Νότιο Αφρική ------------------- Ημερομηνία: 8 Ιουνίου, 2012 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια Χώρα: κα Ό. Σοφοκλέους Για Καθ' ου η Αίτηση: κ. Σ. Σωφρονίου Καθ' ου η Αίτηση παρών ----------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα διαδικασία αφορά αίτημα της Δημοκρατίας της Νοτίου Αφρικής για την έκδοση του καθ' ου η αίτηση με βάση τις πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως Φυγοδίκων, που κυρώθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία με τον ομότιτλο Νόμο 95/
- Η διαδικασία διέπεται επίσης από τον περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμο του 1970, Ν. 97/70, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 97/
- Σύμφωνα με το περιεχόμενο του Πιστοποιητικού που εκδόθηκε από το Υπουργείο Εξωτερικών, κατ' εφαρμογή του περί Αποδείξεως Διεθνών Συμβάσεων Νόμου 103(Ι)/2002, ημερ. 10.4.2012, Τεκμήριο 4, η Νότιος Αφρική έχει προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως Φυγοδίκων που έχει συναφθεί στο Παρίσι στις 31.12.1957, καθώς επίσης στα δύο Πρόσθετα Πρωτόκολλα της εν λόγω Σύμβασης που έχουν συναφθεί στο Στρασβούργο στις 15.10.1975 και στις 17.3.1978, με τις επιφυλάξεις που φαίνονται στο συνημμένο Παράρτημα Ι. Η προαναφερόμενη Σύμβαση και τα Πρωτόκολλα της ισχύουν καθ' όσον αφορά τη Νότιο Αφρική από τις 13.5.
- Η εξουσιοδότηση για την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης υπογράφηκε από τον Υπουργό Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού στις 27.4.2012, Τεκμήριο
- Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι με την κατάθεση του Τεκμηρίου 1, η συνήγορος της αιτήτριας κατέθεσε Απόσπασμα από τα Πρακτικά της Συνεδρίας του Υπουργικού Συμβουλίου ημερ. 11.3.2008, δυνάμει του οποίου κατά την απουσία του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως στο εξωτερικό τον αναπληρώνει ο Υπουργός Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, για να δικαιολογήσει την υπογραφή της εξουσιοδότησης από τον εν λόγω Υπουργό. Η εν λόγω εξουσιοδότηση αναφέρεται στην αίτηση που υποβλήθηκε από τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα της Νοτίου Αφρικής προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας για την έκδοση του καθ' ου η αίτηση και στα έγγραφα τα οποία διαβιβάστηκαν με την εν λόγω αίτηση μέσω της διπλωματικής οδού. Σύμφωνα πάντα με το περιεχόμενο της εξουσιοδότησης, στα εν λόγω έγγραφα καταγράφεται ότι από τον Νοέμβριο 2006 μέχρι και τον Ιούλιο 2010 ο καθ΄ ου η αίτηση προέβη στη διάπραξη αριθμού εγκληματικών πράξεων σε 4 διαφορετικές περιπτώσεις. Συγκεκριμένα, στην πρώτη περίπτωση, τον Νοέμβριο 2006, σε συνεργασία με άλλα πρόσωπα, ο καθ' ου η αίτηση παραβίασε αποθήκη της εταιρείας Sky Footwear και με βία απέσπασε περιουσία συνολικής αξίας 1,5 εκατομμυρίων Ρατ Αφρικής (154.000 ευρώ). Στη δεύτερη περίπτωση, τον Μάιο 2007, ενώ ο καθ' ου η αίτηση παρέμεινε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους, παράνομα κατείχε σε αποθήκες που ενοικίαζε κλοπιμαία περιουσία. Στην τρίτη περίπτωση, τον Μάιο 2010, με τη χρήση πυροβόλου όπλου, ο καθ' ου η αίτηση πυροβόλησε και σκότωσε τον Emmanuel Jackson. Στην τέταρτη περίπτωση, εναντίον του καθ' ου η αίτηση εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης αναφορικά με την περίοδο Ιουλίου 2008 μέχρι Ιουλίου 2010 σχετικά με υπόθεση διαφθοράς και χρηματισμού δημόσιου λειτουργού σε σχέση με αγορά αυτοκινήτων για λογαριασμό υψηλόβαθμου μέλους της αστυνομίας της Νοτίου Αφρικής καθώς επίσης για την εξασφάλιση αδειών παραμονής με το καθεστώς του πολιτικού πρόσφυγα. Με βάση το περιεχόμενο της εξουσιοδότησης του Υπουργού, οι προαναφερόμενες εγκληματικές πράξεις, εκτός από παράβαση της νομοθεσίας της Νοτίου Αφρικής, συνιστούν και παράβαση της Κυπριακής νομοθεσίας, και συγκεκριμένα των άρθρων 100 (δεκασμός δημόσιου λειτουργού), 203 (φόνος εκ προμελέτης), 205 (ανθρωποκτονία), 297 και 298 (απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις), 255 (κλοπή), 262 (ποινή κλοπής), 300 (απάτη), 371 (συνομωσία για διάπραξη κακουργήματος), και 372 (συνομωσία για διάπραξη πλημμελήματος), του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, αδικήματα τα οποία επιφέρουν ποινή φυλάκισης πέραν του ενός έτους. Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας της παρούσας αίτησης, προσκομίστηκε μαρτυρία μόνο για την πλευρά της αιτήτριας. Η πρώτη μάρτυρας ήταν η Μαρία Μούντη, η οποία εργάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και είναι μέλος του τομέα διεθνών σχέσεων νομικής συνεργασίας που ασχολείται μεταξύ άλλων με την έκδοση φυγοδίκων. Η Μ.Α.1 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι το Υπουργείο ενημερώθηκε με πρακτικό του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 22.3.2012, και ως η Κεντρική Αρχή για το θέμα έκδοσης φυγοδίκων, έλαβε το πρωτότυπα έγγραφα της έκδοσης μέσω της διπλωματικής οδού και αφού τα μελέτησε, ετοιμάστηκε η εξουσιοδότηση που απαιτείται από το Νόμο 97/70 για την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης, Τεκμήριο
- Η Μ.Α.1 αναγνώρισε και επικαλέστηκε τα πρακτικά της Συνεδρίας του Υπουργικού Συμβουλίου ημερ. 11.3.2008, για να δικαιολογήσει την υπογραφή του Τεκμηρίου 1 από τον Υπουργό Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού. Η δέσμη των εγγράφων κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Η Μ.Α.1 είπε ότι τα έγγραφα στάληκαν από την Πρεσβεία της Νοτίου Αφρικής στην Αθήνα στην Πρεσβεία της Κύπρου στην Αθήνα, και ακολούθως στο Υπουργείο Εξωτερικών στην Κύπρο. Η σχετική αλληλογραφία που συνόδευε τα έγγραφα μέχρι και τη διαβίβαση τους στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Κατά την αντεξέταση της ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση αμφισβήτησε τη νομιμότητα της εξουσιοδότησης λόγω του ότι αυτή δεν είναι υπογραμμένη από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, ενώ η Μ.Α.1 έκανε αναφορά στα Πρακτικά της Συνεδρίας του Υπουργικού Συμβουλίου προσθέτοντας ότι τέτοια πρακτική έχει υιοθετηθεί ξανά στο παρελθόν και είναι καθ' όλα έγκυρη. Ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση αμφισβήτησε επίσης την εγκυρότητα του τρόπου διαβίβασης των εγγράφων, λέγοντας ότι η οδός που ακολουθήθηκε δεν είναι διπλωματική οδός, θέση με την οποία η Μ.Α.1 διαφώνησε, εξηγώντας ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε, δηλαδή της αποστολής των εγγράφων μέσω της Πρεσβείας της Κύπρου στην Αθήνα, είναι ο αποδεκτός τρόπος αποστολής των εγγράφων μέσω της διπλωματικής οδού. Περαιτέρω ήταν η θέση του συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση ότι το ένταλμα σύλληψης δεν ήρθε στην Κύπρο μέσω της διπλωματικής οδού, και η Μ.Α.1 αρκέστηκε να πει ότι το ένταλμα πρέπει να στάληκε στην αστυνομία της Κύπρου, ενώ αυτό βρίσκεται και στη δέσμη των εγγράφων, Τεκμήριο
- Τέλος, ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση υπέβαλε στη μάρτυρα ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν μπορεί να διατάξει την έκδοση Κύπριου πολίτη, καθότι η επιφύλαξη στη Σύμβαση εξακολουθεί να υπάρχει. Η Μ.Α.1 διαφώνησε με αυτή τη θέση, λέγοντας ότι μετά την Πέμπτη Τροποποίηση του Συντάγματος, είναι δυνατή πλέον η έκδοση Κυπρίων πολιτών για πράξεις ή αδικήματα που συνέβηκαν μετά τη δημοσίευση της εν λόγω Τροποποίησης. Ο επόμενος μάρτυρας ήταν ο Παναγιώτης Αριστείδου, ο οποίος εργάζεται στη Διεύθυνση Προξενικών Υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών. Ο Μ.Α.2 αναγνώρισε το Τεκμήριο 3, καθότι ο ίδιος συνέταξε και υπέγραψε την επιστολή ημερ. 12.4.2012 προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, και επεξήγησε τα υπόλοιπα έγγραφα του εν λόγω Τεκμηρίου το περιεχόμενο των οποίων μιλά αφ' εαυτού. Ο Μ.Α.2 εξήγησε ότι το Διπλωματικό Σώμα περιλαμβάνει το Υπουργείο Εξωτερικών και επειδή η Νότιος Αφρική δεν διαθέτει διπλωματική αποστολή στην Κύπρο, επέλεξε άλλη διπλωματική αποστολή. Στην αντεξέταση του ο Μ.Α.2 διευκρίνισε ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ της Πρεσβείας και της Υπάτης Αρμοστείας και ότι η τελευταία αφορά τις χώρες - μέλη της Κοινοπολιτείας. Ο Μ.Α.2 εξήγησε ότι η χώρα επιλέγει τη διπλωματική οδό αποστολής των εγγράφων, και η διαδικασία που ακολουθήθηκε στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί διπλωματική πρακτική καθότι ο συνδετικός κρίκος μεταξύ Νοτίου Αφρικής και Κύπρου είναι η Πρεσβεία της Κύπρου στην Αθήνα. Η Μιχαηλία Αβανή, επίσης του Υπουργείου Εξωτερικών, που ασχολείται με προξενικά θέματα και μεταξύ άλλων την έκδοση φυγοδίκων, κατέθεσε το Πιστοποιητικό, Τεκμήριο
- Η Μ.Α.3 είπε ότι η Νότιος Αφρική έχει Πρεσβεία στην Κύπρο με έδρα την Αθήνα και ότι η πρακτική που ακολουθήθηκε για την αποστολή των εγγράφων αποτελεί διπλωματική οδό και τη συνήθη πρακτική μεταξύ των διαφόρων κρατών. Η Μ.Α.3, στο πλαίσιο της αντεξέτασης της, επέμενε ότι η διαδικασία αποστολής των εγγράφων είναι η ορθή. Η Μ.Α.3 διαφώνησε με τη θέση του συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση ότι το Υπουργείο Εξωτερικών της Νοτίου Αφρικής θα μπορούσε να στείλει τα έγγραφα στην Πρεσβεία της Κύπρου στη Νότιο Αφρική αντί να τα στείλει στην Αθήνα, καθότι το θέμα αφορά τη Νότιο Αφρική και επομένως τα έγγραφα αποστέλλονται στη δική τους Πρεσβεία και όχι στην Πρεσβεία της Κύπρου στη Νότιο Αφρική. Ο αστ. 1954 Χάρης Θεμιστοκλέους, του ΤΑΕ Λεμεσού, ήταν ο επόμενος μάρτυρας. Ο Μ.Α.4 κατέθεσε ότι ορίστηκε ανακριτής για την εκτέλεση του διεθνούς εντάλματος σύλληψης του Γεώργιου Λουκά. Αρχικά λήφθηκε μήνυμα από τη διεθνή αστυνομία της Νοτίου Αφρικής ότι εκκρεμεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του George Smith, κατόχου διαβατηρίου Νοτίου Αφρικής, ή του Γεώργιου Λουκά, με αριθμό ταυτότητας 708906, για να εκδοθεί για τα αδικήματα του φόνου, παράνομης κατοχής πυροβόλου όπλου και πυρομαχικών, παράνομης κατοχής περιουσίας, διαφθοράς και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Το μήνυμα που στάληκε από την Interpol και επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α στον όρκο του μάρτυρα που συνοδεύει το αίτημα του για την έκδοση τοπικού εντάλματος σύλληψης του, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5, και τα γεγονότα που στηρίζουν τον όρκο και επισυνάπτονται ως Παράρτημα Β στον όρκο του μάρτυρα, κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα πάντα με τον Μ.Α.4, ζητήθηκαν περισσότερες λεπτομέρειες από τις αρχές της Νοτίου Αφρικής και στάληκε CD Rom με όλη τη δικογραφία και ό,τι ήταν αναγκαίο για την έκδοση του τοπικού εντάλματος σύλληψης. Το CD Rom βασικά περιέχει όλα όσα περιέχονται στη δέσμη εγγράφων, Τεκμήριο 2, σε ηλεκτρονική μορφή, και με βάση το περιεχόμενο του ο μάρτυρας προχώρησε στην ετοιμασία του όρκου για την έκδοση του εντάλματος σύλληψης. Το Παράρτημα Γ που επισυνάπτεται στον όρκο του μάρτυρα που συνοδεύει το αίτημα του για την έκδοση τοπικού εντάλματος σύλληψης, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7 και δείχνει ότι τόσο η Νότιος Αφρική όσο και η Κύπρος είναι συμβαλλόμενα μέρη στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για έκδοση φυγοδίκων. Ο όρκος του μάρτυρα που συνόδευε την αίτηση για έκδοση τοπικού εντάλματος σύλληψης του καθ' ου η αίτηση κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8, το ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε στις 19.3.2012 και εκτελέστηκε από τον μάρτυρα στις 20.3.2012 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9, και σχετική αλληλογραφία με το CD Rom κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ο Μ.Α.4 είπε ότι μετά την έκδοση του εντάλματος σύλληψης του καθ' ου η αίτηση, αυτός αναζητήθηκε και συνελήφθηκε, του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος επικοινωνίας με δικηγόρο και συγγενικά του πρόσωπα, και οδηγήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Πριν την έκδοση του διεθνούς εντάλματος σύλληψης, ζητήθηκε από τις αρχές της Νοτίου Αφρικής όπως ο καθ' ου η αίτηση εντοπιστεί στην Κύπρο, και ο μάρτυρας προσωπικά τον εντόπισε και συνομίλησε μαζί του, όμως τότε δεν εκκρεμούσε το διεθνές ένταλμα σύλληψης εναντίον του και αρχικά η πρόθεση των αρχών της Νοτίου Αφρικής ήταν να έρθουν στην Κύπρο για ανάκριση. Ο μάρτυρας ενημέρωσε τις αρχές της Νοτίου Αφρικής και ακολούθως στάληκε το διεθνές ένταλμα σύλληψης. Ο καθ' ου η αίτηση δεν κατείχε ταξιδιωτικό έγγραφο ούτε διαβατήριο, η ταυτότητα του ήταν δηλωθείσα ως απωλεσθείσα και από το προσωπικό εκλογικό βιβλιάριο του, που αποτελεί επίσημο έγγραφο, ταυτοποιήθηκε ότι πρόκειται για το συγκεκριμένο άτομο. Το εκλογικό βιβλιάριο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Α.4 είπε ότι αρχικά η επιστολή της Interpol ήταν του 2010 όταν ο καθ' ου η αίτηση δεν εντοπίστηκε στις δηλωθείσες διευθύνσεις του, ενώ κατόπιν νέων εξετάσεων, ο μάρτυρας ενημέρωσε τις αρχές της Νοτίου Αφρικής στις 6.5.2011 ότι μίλησε τηλεφωνικώς με τον καθ' ου η αίτηση. Ο Μ.Α.4 επισκέφθηκε την οικία του καθ' ου η αίτηση, όπου μίλησε με τη σύζυγο του χωρίς να την ενημερώσει για τον λόγο της επίσκεψης του εκεί. Ο καθ' ου η αίτηση επικοινώνησε αργότερα με τον μάρτυρα ο οποίος τον κάλεσε να πάει στον σταθμό, χωρίς να του πει τον λόγο, και εκεί τον συνέλαβε. Ο καθ' ου η αίτηση ήταν συνεργάσιμος και ομιλητικός. Ο τελευταίος μάρτυρας ήταν ο Νέαρχος Παλάς, πληρεξούσιος Υπουργός και Διευθυντής Εθιμοτυπίας στο Υπουργείο Εξωτερικών. Εργάζεται στο Υπουργείο Εξωτερικών εδώ και 28 χρόνια. Ο Μ.Α.5 είπε ότι υπάρχουν διπλωματικές σχέσεις μεταξύ Νοτίου Αφρικής και Κύπρου και Πρεσβείες εκατέρωθεν. Υπάρχουν δύο τύποι Πρεσβειών, η Πρεσβεία που λέγεται resident embassy, που είναι η Πρεσβεία με έδρα της στη χώρα όπου είναι διαπιστευμένος ο Πρέσβης, και η Πρεσβεία που λέγεται parallel accreditation, που είναι η Πρεσβεία μίας χώρας που είναι διαπιστευμένη με έδρα σε άλλη χώρα. Η Πρεσβεία της Νοτίου Αφρικής στην Αθήνα καλύπτει και την Κυπριακή Δημοκρατία, δηλαδή η Κύπρος είναι διαπιστευμένη στη Νότιο Αφρική ως Υπάτη Αρμοστεία με έδρα την Αθήνα. Ο Μ.Α.5 επεξήγησε ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ Πρεσβείας και Υπάτης Αρμοστείας, παρά μόνο ότι η τελευταία αφορά χώρες της Κοινοπολιτείας. Ο Μ.Α.5 κατέθεσε Απόσπασμα από τα Πρακτικά της Συνεδρίας του Υπουργικού Συμβουλίου ημερ. 27.9.2010, για την έγκριση Διαπίστευσης του κ. Sophonia Rapulane Makgeta ως νέου Ύπατου Αρμοστή της Δημοκρατίας της Νότιας Αφρικής στην Κύπρο με έδρα την Αθήνα, Τεκμήριο 12, και Επίσημο Ανακοινωθέν του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών για την επίδοση των Διαπιστευτηρίων του νέου Ύπατου Αρμοστή από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ημερ. 29.9.2011, Τεκμήριο
- Η Διαπίστευση του νέου Ύπατου Αρμοστή φαίνεται και στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εξωτερικών, Τεκμήριο
- Τέλος, ο Μ.Α.5 κατέθεσε και πάλι αντίγραφο της ιστοσελίδας του Υπουργείου Εξωτερικών, που δείχνει την εγκαθίδρυση Επίτιμου Προξένου της Νοτίου Αφρικής στην Κύπρο, του κ. Ανδρέα Αρτέμη, από το 1996, Τεκμήριο
- Ακολούθως ο Μ.Α.5 ανέφερε ότι η διπλωματική οδός είναι η διαδικασία αποστολής εγγράφων που συνήθως ανταλλάσσεται μεταξύ Υπουργείων Εξωτερικών για διάφορα θέματα. Ο Μ.Α.5 εξήγησε ότι ένας τρόπος αποστολής εγγράφων για έκδοση φυγοδίκων είναι μία χώρα να στέλλει τα έγγραφα μέσω της μόνιμης αντιπροσωπείας της στα Ηνωμένα έθνη και η χώρα που στέλλει τα έγγραφα αποφασίζει επί της διπλωματικής οδού που θα ακολουθήσει. Ο Μ.Α.5 σχολίασε τη μέθοδο αποστολής των εγγράφων στην υπό κρίση υπόθεση ως τον πλέον αναγνωρισμένο και ενδεδειγμένο τρόπο, διεθνώς αποδεκτό και διεθνή πρακτική. Τέλος, ο Μ.Α.5 ανέλυσε τη διαφορά μεταξύ Πρεσβείας και Ύπατου Αρμοστή από τη μια και Επίτιμου Πρόξενου από την άλλη. Συγκεκριμένα οι πρεσβείες και οι Υπάτες Αρμοστείες στελεχώνονται από διπλωμάτες καριέρας που είναι εξειδικευμένοι με γνώσεις και εμπειρία στα θέματα με τα οποία ασχολούνται, ενώ ο Επίτιμος Πρόξενος δεν είναι διπλωμάτης καριέρας και μπορεί να εκτελεί τα διπλωματικά του καθήκοντα απλώς σαν διαβιβαστικό όργανο. Επίσης ο Πρέσβης απολαμβάνει ασυλία και προνόμια, σε αντίθεση με τον Επίτιμο Πρόξενο που δεν έχει προνόμια, παρά μόνο προστατεύεται η αλληλογραφία που είναι απαραβίαστη. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Α.5 είπε ότι η αποστολή των εγγράφων από το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Νοτίου Αφρικής στην Πρεσβεία της Κύπρου στη Νότιο Αφρική και ακολούθως στο Υπουργείο Εξωτερικών της Κύπρου δεν είναι διπλωματική οδός, και είναι πάγια διπλωματική αρχή ότι η χώρα που αποστέλλει τα έγγραφα αποφασίζει ποια διπλωματική οδό θα ακολουθήσει, νοουμένου ότι συμφωνεί και το Υπουργείο Εξωτερικών, και η Πρεσβεία της ξένης χώρας είναι υπεύθυνη να παρουσιάσει τα έγγραφα στη ξένη χώρα και όχι το αντίθετο. Ο Μ.Α.5 αρνήθηκε επίμονα τη θέση του συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση ότι ο Ύπατος Αρμοστής της Νοτίου Αφρικής στην Κύπρο έχει πρεσβευτική οικία ή πρεσβευτικό γραφείο στην Κύπρο και ανέφερε ότι δεν δικαιούται να έχει κάτι τέτοιο. Τέλος, ο Μ.Α.5 σχολίασε την οδό που ακολουθήθηκε στην προκειμένη περίπτωση ως την καλύτερη που θα μπορούσε να υπάρξει. Κατά την αγόρευση της η συνήγορος της αιτήτριας παρέπεμψε το Δικαστήριο στις πρόνοιες των Νόμων 95/70 και 97/70, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 97/90, και στη σχετική νομολογία που διέπει το θέμα έκδοσης φυγοδίκων, και ειδικότερα στο άρθρο 12 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την ΄Εκδοση Φυγοδίκων, και ισχυρίστηκε ότι τηρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει το εν λόγω άρθρο σε σχέση με την απαιτούμενη διαδικασία και έγγραφα στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης έκδοσης. Η κα Σοφοκλέους επικαλέστηκε την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου για τη νομιμότητα της εξουσιοδότησης που έχει υπογραφεί από τον Υπουργό Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, και αναφέρθηκε στη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για να υποστηρίξει τη θέση ότι τα έγγραφα έφθασαν στην Κύπρο μέσω της ενδεδειγμένης διπλωματικής οδού. Επιπρόσθετα, η συνήγορος της αιτήτριας αναφέρθηκε στα άρθρα 3 - 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και εξέφρασε τη θέση ότι δεν συντρέχουν λόγοι που να δικαιολογούν την άρνηση έκδοσης του καθ' ου η αίτηση, καθότι εν πάση περιπτώσει δεν έγινε σχετική εισήγηση από πλευράς του καθ' ου η αίτηση. Η κα Σοφοκλέους εισηγήθηκε ότι με την Πέμπτη Τροποποίηση του Συντάγματος, είναι πλέον δυνατή η έκδοση Κυπρίων πολιτών για αδικήματα που φέρεται να έχουν διαπραχθεί μετά τις 28.7.2006, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, και η ύπαρξη της επιφύλαξης στο Νόμο αυτόματα αναιρείται με την τροποποίηση του Συντάγματος και παύει να ενεργεί απαγορευτικά προς μη έκδοση Κυπρίων πολιτών. Ήταν η τελική θέση της κας Σοφοκλέους ότι στην παρούσα αίτηση τηρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση του καθ' ου η αίτηση στη Νότιο Αφρική. Αντίθετη ήταν η εισήγηση του συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση, ο οποίος αρχικά αναφέρθηκε στον τρόπο αποστολής των εγγράφων στην Κύπρο λέγοντας ότι αυτός δεν αποτελεί διπλωματική οδό και υπάρχει σπάσιμο της αλυσίδας στη διακίνηση των εγγράφων με την αποστολή τους στην Πρεσβεία της Νοτίου Αφρικής στην Αθήνα. Επίσης, ήταν βασική θέση του καθ' ου η αίτηση ότι με την Πέμπτη Τροποποίηση του Συντάγματος είναι πλέον δυνατή η έκδοση Κυπρίων πολιτών, όμως η ύπαρξη της επιφύλαξης στον ειδικό Νόμο ο οποίος είναι κυρωτικός Διεθνούς Σύμβασης, που έχει αυξημένη ισχύ, δεν εξαλείφεται ούτε ακυρώνεται με την τροποποίηση του Συντάγματος. Επομένως, από τη στιγμή που δεν έγινε τροποποίηση του Νόμου για να απαλειφθεί η επιφύλαξη, αυτή εξακολουθεί να ισχύει και έτσι η έκδοση του καθ' ου η αίτηση δεν είναι επιτρεπτή. Ο κ. Σωφρονίου εισηγήθηκε ακόμα ότι το μαρτυρικό υλικό προς υποστήριξη της αίτησης για έκδοση είναι ελλιπές. Συγκεκριμένα, ο κ. Σωφρονίου επεσήμανε την έλλειψη εντάλματος σύλληψης από τη Νότιο Αφρική και την ύπαρξη μόνο μηνύματος που λήφθηκε από την αστυνομία της Κύπρου, και ακόμα τη μη αποστολή του εντάλματος σύλληψης της Νοτίου Αφρικής μέσω της διπλωματικής οδού. Επίσης ο κ. Σωφρονίου αναφέρθηκε στη μη ύπαρξη ικανοποιητικής μαρτυρίας εναντίον του καθ' ου η αίτηση για την ανάμειξη του στα αδικήματα που του καταλογίζονται. Ειδικότερα, αναφορικά με το αδίκημα του φόνου, υπάρχει μαρτυρία ότι αμέσως μετά τη διάπραξη του, ο καθ' ου η αίτηση ομολόγησε τη διάπραξη αυτού σε αστυνομικό, ενώ στο μαρτυρικό υλικό που βρίσκεται στο Τεκμήριο 2 δεν υπάρχει κατάθεση του εν λόγω αστυνομικού που να επιβεβαιώνει αυτή τη θέση. Για το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας, η μαρτυρία καταδεικνύει ότι ο καθ' ου η αίτηση είναι ο ενοικιαστής της αποθήκης, χωρίς να περιέχεται στο Τεκμήριο 2 μαρτυρία που να το επιβεβαιώνει, ενώ η είσοδος της αστυνομίας στην αποθήκη έγινε μέσω του ιδιοκτήτη και όχι του ενοικιαστή, επομένως τίθεται και θέμα νομιμότητας της έρευνας της αστυνομίας. Όσον αφορά το αδίκημα της διαφθοράς, η μαρτυρία καταδεικνύει μία καθ' όλα νόμιμη πράξη παράδοσης αυτοκινήτου στη σύζυγο ενός αστυνομικού, η οποία όμως δεν μπορούσε να εγγράψει αυτό στο όνομα της γιατί δεν ήταν κάτοχος άδειας οδηγού, και έτσι αυτό ενεγράφη στο όνομα του συζύγου της ο οποίος μάλιστα το χρησιμοποίησε και για υπηρεσιακούς λόγους. Αυτή η ενέργεια δεν αποκαλύπτει τη διάπραξη των αδικημάτων της διαφθοράς και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Τέλος, ο κ. Σωφρονίου επικαλέστηκε την καθυστέρηση που παρατηρείται στην υποβολή του αιτήματος των αρχών της Νοτίου Αφρικής για την έκδοση του καθ' ου η αίτηση, τόσο σε σχέση με τα αδικήματα που φέρονται να διαπράχθηκαν το 2006, όσο ακόμα και για το αδίκημα του φόνου που φέρεται να διαπράχθηκε το 2010, ειδικότερα εφόσον από το 2006 είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης του καθ' ου η αίτηση 3 φορές ο οποίος είχε αφεθεί ελεύθερος με εγγύηση. Ο κ. Σωφρονίου εισηγήθηκε ότι αυτή η καθυστέρηση αποτελεί παράφορη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του καθ' ου η αίτηση και κάλεσε το Δικαστήριο να αρνηθεί να διατάξει την έκδοση του. Η διαδικασία έκδοσης βασίζεται στις διεθνείς υποχρεώσεις από αμοιβαίες συμφωνίες μεταξύ διαφόρων χωρών. Οι υποχρεώσεις συνεπάγονται πλήρη ευθύνη και δέσμευση από την κάθε συμβαλλόμενη χώρα. Η περί Έκδοσης Φυγοδίκων Νομοθεσία έχει σκοπό να εμποδίσει φυγόδικο, ο οποίος διέπραξε αδίκημα σε μία χώρα να βρει άσυλο σε άλλη και στην οποία καταφεύγει και, έτσι, να αποφύγει τη δίκη και την τιμωρία. Βασίζεται πάνω στις παλαιές αρχές της δικαιοσύνης. Η νομοθεσία αυτή είναι υψίστης σπουδαιότητας για τη δημόσια απονομή της δικαιοσύνης και της εσωτερικής ασφάλειας μεταξύ των χωρών. Αυτά έχουν λεχθεί στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας (Αρ. 1)
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 136. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Hachem
(1991)1 Α.Α.Δ. 723, συμβάσεις για την έκδοση φυγοδίκων δεν υπόκεινται στους συνήθεις κανόνες ερμηνείας του ημεδαπού δικαίου. Επιβάλλεται η φιλελεύθερη ερμηνεία διεθνών συμφωνιών για την έκδοση φυγοδίκων προς ευόδωση του στόχου στον οποίο αποβλέπουν, και που είναι η καταπολέμηση του εγκλήματος σε διεθνή κλίμακα. Στην υπόθεση Μελάς v. Αρχηγού Αστυνομίας κ.ά.
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2261, αποφασίστηκε ότι η αίτηση για την έκδοση φυγόδικου ανάγεται στην πολιτική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου, η οποία όμως δεν εξομοιώνεται με αστική αγωγή ούτε και ταυτίζεται με τα επίδικα θέματα τους. Η διαδικασία που διέπει την έκδοση φυγόδικου ρυθμίζεται από τον περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμο του 1970, Ν. 97/70, ιδιαίτερα το Μέρος ΙΙΙ, και πρόκειται για μία ειδική διαδικασία, προσαρμοσμένη στη φύση του αντικειμένου της αίτησης για την έκδοση φυγόδικου. Κύριος σκοπός της είναι η διαπίστωση της ύπαρξης των προϋποθέσεων για την έκδοση του. Σύμφωνα με την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας (Αρ. 1) (ανωτέρω), το Δικαστήριο ακολουθεί κατά το πλησιέστερο δυνατό την ίδια διαδικασία όπως αυτή της προανάκρισης, και δεν προβαίνει σε διάγνωση των αστικών αδικημάτων ή υποχρεώσεων του φυγόδικου ή οποιασδήποτε κατ' αυτού κατηγορίας. Η διαταγή του Δικαστηρίου στο τέλος της διαδικασίας μπορεί να οδηγεί στην έκδοση του φυγόδικου για να υποστεί τη δίκη του στη χώρα που διέπραξε το αδίκημα ή να εκτίσει την ποινή του. Τέλος, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Golov v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 1109, από την οποία κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το ακόλουθο απόσπασμα: «Το θέμα διέπεται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την έκδοση Φυγοδίκων που κυρώθηκε με τον περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως Φυγοδίκων (Κυρωτικό) Νόμο, του 1970, Ν. 95/70και τον περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμο του 1970, Ν. 97/70, όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 97/90. Ο μεν Νόμος 97/70 ρυθμίζει γενικά τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία για την έκδοση φυγοδίκων, ενώ ο Νόμος 95/70 καθορίζει τις προϋποθέσεις για έκδοση φυγοδίκων μεταξύ των χωρών που προσχώρησαν στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση. Ο περί Εκδόσεως Φυγοδίκων (Τροποποιητικός) Νόμος του 1990, Ν. 97/90, βεβαιώνει ότι το απαιτούμενο για τους σκοπούς έκδοσης αποδεικτικό υλικό, σε χώρες όπου ισχύει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση, είναι εκείνο που προβλέπεται από τη Σύμβαση. Ο Νόμος 97/70 καθιστά την έκθεση γεγονότων που υποβάλλεται από την αιτούσα χώρα το απαιτούμενο αποδεικτικό υλικό για έκδοση σε χώρες που προσυπόγραψαν την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης Φυγοδίκων ( In re El-Bustani
(1991)1 Α.Α.Δ. 736, 742). Στην υπόθεση In re Hachem
(1991)1 Α.Α.Δ. 723 αποφασίστηκε ότι η μαρτυρία για έκδοση φυγόδικου εξετάζεται με αναφορά στα αδικήματα που προσδιορίζονται στην εξουσιοδότηση, τα οποία δεν είναι απαραίτητο να συμπίπτουν στα τυπικά τους στοιχεία με εκείνα που αναγράφονται στο ένταλμα σύλληψης. Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Jennings v. United States [1982] 3 All E.R. 104 (HL), που υιοθετήθηκε στην υπόθεση Hachem, καθοριστικό για την έκδοση φυγόδικου είναι το δίκαιο της χώρας από την οποία επιζητείται η έκδοσή του, σε συσχετισμό με τα αδικήματα που στοιχειοθετεί η μαρτυρία. Στην απόφαση Hachem v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1992)1 Α.Α.Δ. 191 με την οποία η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με βάση αγγλική νομολογία, στις σελ. 197, 198, επιβεβαίωσε την αρχή ότι το κριτήριο κατά την απόφαση έκδοσης φυγόδικου δεν είναι το κατά πόσο το αδίκημα που αναφέρεται στο αλλοδαπό ένταλμα σύλληψης είναι ουσιαστικά παρόμοιο με αδίκημα του ημεδαπού νόμου, αλλά κατά πόσο η συμπεριφορά του φυγόδικου, αν αυτή παρατηρηθεί στη χώρα από την οποία ζητείται η έκδοση, θα συνιστούσε αδίκημα σύμφωνα με το νόμο της χώρας αυτής. Η έρευνα της μαρτυρίας συγκεντρώνεται στα αδικήματα για τα οποία παρασχέθηκε η εξουσιοδότηση. Στην ίδια απόφαση γίνεται ανεπιφύλακτα δεκτή η θέση ότι ο χαρακτηρισμός των αδικημάτων στο αλλοδαπό ένταλμα δεν έχει καθοριστική σημασία, αρκεί όμως το αδίκημα για το οποίο αξιώνεται η έκδοση να αναγνωρίζεται ως ουσιαστικά παρόμοιο και στις δύο χώρες.» Στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης, αποτέλεσε αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης Φυγοδίκων και τα δύο Πρωτόκολλα της ισχύουν καθ' όσον αφορά τη Νότιο Αφρική από τις 13.5.2003, με τις επιφυλάξεις που φαίνονται στο συνημμένο Παράρτημα Ι του Πιστοποιητικού ημερ. 6.4.2012 που υπογράφεται από την Υπουργό Εξωτερικών και είναι μέρος του Τεκμηρίου 4. Η παρούσα αίτηση παρουσιάζει ιδιαιτερότητα καθότι ζητείται η έκδοση πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας μετά την Πέμπτη Τροποποίηση του Συντάγματος. Η δυνατότητα έκδοσης του καθ' ου η αίτηση ως Κύπριου πολίτη είναι το πρώτο θέμα που πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης, καθότι η απόφαση του Δικαστηρίου επί τούτου θα καθορίσει την περαιτέρω πορεία της αίτησης. Πριν την Πέμπτη Τροποποίηση του Συντάγματος, με την οποία τροποποιήθηκε το άρθρο 11
(2)του Συντάγματος, και με δεδομένη την ύπαρξη του περιορισμού στο άρθρο 6 του Νόμου 97/70, η έκδοση Κύπριου πολίτη δεν ήταν δυνατή. Η Πέμπτη Τροποποίηση του Συντάγματος, που έγινε με το Νόμο 127(Ι)/2006 ημερ. 28.7.2006, επέφερε την τροποποίηση, μεταξύ άλλων, του άρθρου 11
(2)(στ) του Συντάγματος, ως ακολούθως: «11. ...........................
(2)Ουδείς στερείται της ελευθερίας αυτού, ειμή ότε και όπως ο νόμος ορίζη εις τας περιπτώσεις: ............................ (στ) σύλληψης ή κράτησης ατόμου προς παρεμπόδιση της χωρίς άδεια εισόδου στο έδαφος της Δημοκρατίας ή σύλληψης η κράτησης αλλοδαπού εναντίον του οποίου έγιναν ενέργειες προς το σκοπό απέλασης ή έκδοσης ή σύλληψης ή κράτησης πολίτη της Δημοκρατίας προς το σκοπό έκδοσης ή παράδοσης του, με την επιφύλαξη των ακόλουθων διατάξεων: ............................ (ii) Η σύλληψη ή κράτηση πολίτη της Δημοκρατίας προς το σκοπό έκδοσης ή παράδοσης του σύμφωνα με διεθνή σύμβαση που δεσμεύει τη Δημοκρατία είναι δυνατή μόνο αναφορικά με γεγονότα που επεσυνέβησαν ή πράξεις που τελέστηκαν μετά τη δημοσίευση του περί της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμου του 2006. (iii) Η σύλληψη ή κράτηση οποιουδήποτε προσώπου προς το σκοπό έκδοσης του σύμφωνα με διεθνή σύμβαση δεν είναι δυνατή, εάν το αρμόδιο κατά νόμο όργανο ή αρχή έχει λόγο να πιστεύει ότι το αίτημα της έκδοσης ή παράδοσης έγινε με σκοπό την ποινική δίωξη ή την τιμωρία προσώπου συνεπεία της φυλής, της θρησκείας, της εθνικότητας, της εθνοτικής καταγωγής, των πολιτικών πεποιθήσεων ή των νομίμων κατά το διεθνές δίκαιο διεκδικήσεων συλλογικών ή ατομικών δικαιωμάτων.» Η εν λόγω τροποποίηση κατέστη αναγκαία εν όψει της προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Μαΐου 2004 και της δέσμευσης και υποχρέωσης της να εφαρμόζει τις Συνθήκες περί Ιδρύσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως επίσης τις πράξεις των οργάνων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι ο υπέρτατος Νόμος της Δημοκρατίας, και η ιεραρχία στο δικό μας νομικό σύστημα είναι πρώτα το Σύνταγμα, μετά οι διεθνείς συμβάσεις και μετά οι εθνικοί νόμοι, όπως αναγνωρίστηκε στην υπόθεση Malachtou v. Armefti
(1987)1 C.L.R.
- Με την προσχώρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και επειδή υπήρχαν πρόνοιες στο Σύνταγμα ασυμβίβαστες με την ικανότητα της Δημοκρατίας να συμμορφώνεται με τις δεσμεύσεις και υποχρεώσεις της ως κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την Πέμπτη Τροποποίηση τροποποιήθηκαν επίσης τα άρθρα 140, 169 και 179 του Συντάγματος, έτσι ώστε πλέον το Κοινοτικό Κεκτημένο να είναι ιεραρχικά πάνω από το Σύνταγμα της Δημοκρατίας για να της επιτρέπει να λειτουργεί ομαλά ως κράτος μέλος της Ευρωπαικής Ένωσης. Αυτός ακριβώς είναι ο σκοπός της Πέμπτης Τροποποίησης, που αναφέρεται ρητά στο προοίμιο του Νόμου, όπου γίνεται επίσης ειδική αναφορά στη συμβατική υποχρέωση της Κυπριακής Δημοκρατίας να εκδίδει ή παραδίδει πολίτες της που διέπραξαν ποινικά αδικήματα στην αλλοδαπή στο πλαίσιο της διεθνούς δικαστικής συνεργασίας σε ποινικά θέματα. Η τροποποίηση του άρθρου 11 του Συντάγματος καθιστά δυνατή, και όχι υποχρεωτική, την έκδοση Κύπριου πολίτη, καθότι υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι οι οποίοι προσδιορίζονται σαφώς στο ίδιο το άρθρο για τους οποίους το αρμόδιο όργανο ή αρχή μπορεί να αρνηθεί την έκδοση του και εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να ικανοποιούνται και οι προϋποθέσεις που τίθενται τόσο στο Νόμο 95/70 όσο και στο Νόμο 97/70, όπως τροποποιήθηκε, για να επιτραπεί η έκδοση του. Η δυνατότητα έκδοσης περιορίζεται σε γεγονότα ή πράξεις που έγιναν μετά τη δημοσίευση του Νόμου, δηλαδή στις 28.7.2006, και η υπό κρίση περίπτωση εμπίπτει εντός αυτής της εν λόγω χρονικής περιόδου εφόσον όλες οι πράξεις που καταλογίζονται στον καθ' ου η αίτηση έγιναν μεταξύ Νοεμβρίου 2006 και Ιουλίου
- Η βασική θέση της υπεράσπισης ότι έστω και με την εν λόγω τροποποίηση του Συντάγματος, η έκδοση Κύπριου πολίτη δεν είναι δυνατή εν όψει της ύπαρξης της επιφύλαξης στο Νόμο 97/70, βρήκε την αντίθετη άποψη της συνηγόρου της αιτήτριας, η οποία εισηγήθηκε ότι η Πέμπτη Τροποποίηση κατάργησε αυτόματα την εν λόγω επιφύλαξη. Ο κ. Σωφρονίου μάλιστα επεσήμανε ότι μόνο με την τροποποίηση της εν λόγω επιφύλαξης, θα είναι δυνατή πλέον η έκδοση Κύπριου πολίτη. Η τροποποίηση της εν λόγω επιφύλαξης στο άρθρο 6
(1)του Νόμου 97/70 είναι όμως γεγονός. Αυτή έγινε με τον τροποποιητικό Νόμο 154(Ι)/2011, η οποία επήλθε ακριβώς για να άρει πλέον τον περιορισμό που υπήρχε στο Νόμο και να συνάδει πλήρως τόσο με τις πρόνοιες του Συντάγματος όσο και με τις υποχρεώσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κράτος μέλος της Ευρωπαικής Ένωσης στον τομέα αυτό. Το εν λόγω άρθρο αναφέρει τα ακόλουθα: «6.-
(1)Ουδείς θέλει εκδοθή δυνάμει του παρόντος Νόμου εις Κράτος συνάψαν συνθήκην εκδόσεως μετά της Δημοκρατίας ή εις καθωρισμένην χώραν της Κοινοπολιτείας ουδέ δύναται να κρατηθή ή να εκδοθή ένταλμα κρατήσεως αυτού διά τους σκοπούς της τοιαύτης εκδόσεως, εάν ούτος είναι πολίτης της Δημοκρατίας εξαιρουμένων των περιπτώσεων που επιτρέπεται από το Σύνταγμα ή εάν ο Υπουργός...» Με δεδομένη την Πέμπτη Τροποποίηση του Συντάγματος και την προαναφερόμενη τροποποίηση του άρθρου 6 του Νόμου 95/70, που επήλθε στις 2.12.2011, και εφόσον η παρούσα διαδικασία έκδοσης άρχισε μεταγενέστερα, και συγκεκριμένα στις 21.3.2012, ανεξάρτητα του ότι οι πράξεις που αποδίδονται στον καθ' ου η αίτηση φέρεται να έγιναν πριν την εν λόγω ημερομηνία, η έκδοση του καθ' ου η αίτηση είναι δυνατή, νοουμένου βέβαια ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις προς τούτο. Με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο τηρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του καθ' ου η αίτηση. Οι διαδικαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση φυγοδίκου καθορίζονται στο άρθρο 12 του Κυρωτικού Νόμου 95/70, το οποίο προνοεί ότι η αίτηση διατυπώνεται γραπτώς και υποβάλλεται μέσω της Διπλωματικής Οδού και πρέπει να υποστηρίζεται από όλα τα σχετικά έγγραφα που αναφέρονται στη Σύμβαση. Το άρθρο 12
(2)του Νόμου παραθέτει τα έγγραφα που πρέπει να συνοδεύουν το αίτημα για έκδοση, ως ακολούθως: «(α) το πρωτόκολλον ή επίσημον αντίγραφον, είτε εκτελεστής καταδικαστικής αποφάσεως, είτε εντάλματος συλλήψεως ή ετέρας τινός πράξεως, εχούσης την αυτήν ισχύν, και εκδιδομένης κατά τους τύπους τους καθοριζομένους υπό της Νομοθεσίας του αιτούντος Μέρους (β) έκθεσις των πράξεων δι' ας ζητείται η έκδοσις, ο τόπος και χρόνος της πράξεως, ο κατά Νόμον χαρακτηρισμός και αι παραπομπαί εις τας νομοθετικάς διατάξεις αίτινες έχουσιν εφαρμογήν και αίτινες δέον να εμφαίνωνται κατά το δυνατόν ακριβέστερον γ) αντίγραφο των κατ΄ εφαρμογήν διατάξεων ή, εφ΄ όσον τούτο δεν καθίσταται εφικτόν, δήλωσις περί του εν εφαρμογή δικαίου, ως και ο κατά το δυνατόν ακριβέστερος χαρακτηρισμός του καταζητούμενου ατόμου και πάσα ετέρα πληροφορία δυναμένη να καθορίση την ταυτότητα και την εθνικότητα τούτου.» Για τον σκοπό εξέτασης αυτού του θέματος, το Δικαστήριο θα πρέπει να ανατρέξει στη μαρτυρία της Μ.Α.1, η οποία, εν όψει της ιδιότητας της, κατέθεσε τα σχετικά έγγραφα που αφορούν την παρούσα αίτηση. Η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο καθότι αυτή ήταν τυπικής μορφής και περιορίστηκε μόνο στις ενέργειες της, ενώ εξέφρασε τη θέση της σε κάποια θέματα με βάση την εμπειρία της και την πρακτική που ακολουθείται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως. Ακόμα η Μ.Α.1 διευκρίνισε ευθαρσώς ότι δεν είχε οποιαδήποτε άλλη γνώση ή ανάμειξη σε σχέση με συναφή θέματα που ήγειρε ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης, όπως το θέμα της αποστολής του εντάλματος σύλληψης από τη Νότιο Αφρική και την έκδοση τοπικού εντάλματος σύλληψης. Η πρώτη εισήγηση της υπεράσπισης ήταν ότι η παρούσα διαδικασία έκδοσης δεν έχει ξεκινήσει νομότυπα εφόσον η σχετική εξουσιοδότηση έχει υπογραφεί από τον Υπουργό Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, ενώ αυτή μπορεί να υπογραφεί μόνο από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως. Στην ίδια την εξουσιοδότηση, Τεκμήριο 1, αναφέρεται ρητά ότι «ο Υπουργός Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, ως αναπληρών τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, με βάση την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αρ. 66.993 της 11ης Μαρτίου 2008, διά του παρόντος, εξουσιοδοτεί την έναρξιν της διαδικασίας εκδόσεως υπό του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού του ρηθέντος GEORGE SMITH εις την ρηθείσαν χώρα, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμων του 1970 - 1990.» Με την εν λόγω εξουσιοδότηση κατατέθηκε αντίγραφο του Αποσπάσματος από τα Πρακτικά της Συνεδρίας του Υπουργικού Συμβουλίου ημερ. 11.3.2208, στο οποίο φαίνεται η Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου για την αναπλήρωση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, όταν αυτός απουσιάζει στο εξωτερικό, από τον Υπουργό Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού. Η εν λόγω Απόφαση δεν περιορίζει την αναπλήρωση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, ή οποιουδήποτε άλλου Υπουργού, με οποιονδήποτε τρόπο όσον αφορά τα καθήκοντα του, αλλά αφορά γενικά στην αναπλήρωση του. Επομένως, με βάση το περιεχόμενο της εν λόγω εξουσιοδότησης που παρατίθεται αυτούσιο πιο πάνω, είναι πρόδηλο ότι κατά τον χρόνο υπογραφής αυτής της εξουσιοδότησης ο αρμόδιος Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως απουσίαζε στο εξωτερικό, και δυνάμει της εν λόγω Απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου, ο Υπουργός Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού τον αναπληρώνει και έχει την αρμοδιότητα να υπογράψει την εξουσιοδότηση. Ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση ισχυρίστηκε ότι η αίτηση έκδοσης δεν υποβλήθηκε μέσω της ορθής Διπλωματικής Οδού, καθότι η αιτούσα χώρα όφειλε να στείλει τα έγγραφα μέσω του Υπουργείου Εξωτερικών της χώρας στην Πρεσβεία της Κύπρου στη Νότιο Αφρική και από εκεί αυτά να διαβιβαστούν στο Υπουργείο Εξωτερικών της Κύπρου. Για να αποφασιστεί αυτό το θέμα, το Δικαστήριο θα πρέπει να προβεί σε αξιολόγηση των 3 μαρτύρων που κατέθεσαν και προέρχονται από το Υπουργείο Εξωτερικών. Παρόλο που παρατηρείται μία διαφοροποίηση στις θέσεις των 3 αυτών μαρτύρων αναφορικά με την ύπαρξη ή μη Πρεσβείας της Νοτίου Αφρικής στην Κύπρο, εν τούτοις και οι 3 δήλωσαν ευθαρσώς στο Δικαστήριο ότι η διαδικασία αποστολής των εγγράφων είναι η ενδεδειγμένη, διεθνώς αναγνωρισμένη και θεωρείται Διπλωματική Οδός. Θεωρώ ότι ο βασικός λόγος παρουσίας των Μ.Α.2 και 3 στο Δικαστήριο ήταν για την κατάθεση εγγράφων για τα οποία είχαν ιδίαν ανάμειξη και γνώση. Ο Μ.Α.2 αναγνώρισε το Τεκμήριο 3 και εξήγησε τη διαδικασία αποστολής των εγγράφων στην προκειμένη περίπτωση και μίλησε για τη Διπλωματική Οδό, ενώ η Μ.Α.3 κατέθεσε το Πιστοποιητικό, Τεκμήριο
- Ο πλέον αρμόδιος για να καταθέσει επί του θέματος της ύπαρξης Υπάτης Αρμοστείας της Νοτίου Αφρικής στην Κύπρο και της Διπλωματικής Οδού είναι ο Μ.Α.5, εν όψει της ιδιότητας του και της μακρόχρονης εμπειρίας του στον σχετικό κλάδο του Υπουργείου Εξωτερικών. Μάλιστα, οι θέσεις του μάρτυρα περί ύπαρξης Επίτιμου Προξενείου της Κύπρου στη Νότιο Αφρική και Υπάτης Αρμοστείας της Νοτίου Αφρικής στην Κύπρο με έδρα την Αθήνα επιβεβαιώθηκαν με την κατάθεση των σχετικών εγγράφων, Τεκμηρίων 12 -
- Ο Μ.Α.5 ήταν σε θέση να δώσει ολοκληρωμένη την εικόνα επί του θέματος και να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τις διαφορές μεταξύ Πρεσβείας και Υπάτης Αρμοστείας, από τη μια, και του Επίτιμου Προξενείου, από την άλλη, δίνοντας όλες τις απαραίτητες εξηγήσεις σε σχέση με τη Διπλωματική Οδό. Ακόμα ο Μ.Α.5 ήταν σε θέση να δώσει σαφείς απαντήσεις σε κάποια ερωτήματα και θέσεις της υπεράσπισης, όπως για το κατά πόσο ο Πρέσβης της Νοτίου Αφρικής στην Κύπρο διατηρεί Πρεσβευτική οικία ή διπλωματικό γραφείο στην Κύπρο. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι αυτές οι υποβολές της υπεράσπισης παρέμειναν μετέωρες εφόσον η πλευρά του καθ΄ ου η αίτηση δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία προς ενίσχυση των ισχυρισμών της, ενώ αυτές αντικρούστηκαν και αμφισβητήθηκαν από την πλευρά της αιτήτριας. Επομένως, ικανοποιούμαι ότι και οι 3 μάρτυρες από το Υπουργείο Εξωτερικών ήταν αξιόπιστοι, και αποδέχομαι και υιοθετώ τη μαρτυρία τους όπως επεξηγείται πιο πάνω. Ειδικότερα, για το θέμα της Διπλωματικής Οδού, αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Α.5 ως του πλέον αρμόδιου να καταθέσει για το εν λόγω θέμα. Ως εκ τούτου, βρίσκω ότι η Κύπρος και η Νότιος Αφρική διατηρούν διπλωματικές σχέσεις, και ότι έχουν Πρεσβείες εκατέρωθεν. Ο κ. Sophonia Rapulane Makgetla διαπιστεύτηκε ως ο Ύπατος Αρμοστής της Νοτίου Αφρικής στην Κύπρο με έδρα την Αθήνα, από τις 29.9.20011, εις αντικατάσταση της κας Mandisa Dona Marasha. Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 12 -
- Ο κ. Makgetla είναι ο Ύπατος Αρμοστής, λόγω του ότι οι δύο χώρες ανήκουν στην Κοινοπολιτεία, και η ιδιότητα του αυτή δεν έχει διαφορά με την ιδιότητα του Πρέσβη. Επίσης η Κύπρος διατηρεί Επίτιμο Προξενείο στη Νότιο Αφρική από το
- Ακόμα, σύμφωνα με το Τεκμήριο 15, ο κ. Ανδρέας Αρτέμης είναι ο Επίτιμος Πρόξενος της Νοτίου Αφρικής στην Κύπρο. Η διαφορά του Πρέσβη και του Ύπατου Αρμοστή από τον Επίτιμο Πρόξενο είναι ότι οι δύο πρώτοι είναι διπλωμάτες καριέρας και έχουν όλα τα προνόμια, ενώ ο Επίτιμος Πρόξενος έχει τον τίτλο για να ασκεί τα διπλωματικά του καθήκοντα αλλά δεν απολαμβάνει προνόμια. Όμως το απαραβίαστο της διπλωματικής αλληλογραφίας υπάρχει και στις δύο αυτές περιπτώσεις. Με βάση το περιεχόμενο του Τεκμήριου 3 και τη μαρτυρία του Μ.Α.3, η αποστολή των εγγράφων, Τεκμήριο 2, έγινε ως ακολούθως. Τα έγγραφα διαβιβάστηκαν από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Συνταγματικής Ανάπτυξης της Νοτίου Αφρικής στο Υπουργείο Εξωτερικών της χώρας. Από εκεί τα έγγραφα αποστάληκαν στην Πρεσβεία της Νοτίου Αφρικής στην Αθήνα, η οποία είναι επίσης η Υπάτη Αρμοστεία της Νοτίου Αφρικής στην Κύπρο με έδρα την Αθήνα. Από εκεί τα έγγραφα διαβιβάστηκαν στην Πρεσβεία της Κύπρου στην Αθήνα και από εκεί στάληκαν στο Υπουργείο Εξωτερικών στην Κύπρο και ακολούθως στάληκαν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως. Ο τρόπος αποστολής των εγγράφων δεν αμφισβητήθηκε. Εκείνο που αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση είναι η νομιμότητα αυτού. Αποδεχόμενη τη μαρτυρία των μαρτύρων της αιτήτριας, Μ.Α.2 και 5, ικανοποιούμαι ότι η διαδικασία αποστολής των εγγράφων αποφασίζεται από την αιτούσα χώρα και αυτή που ακολουθήθηκε στην υπό κρίση περίπτωση είναι η καθ' όλα ενδεδειγμένη και διεθνής πρακτική και αποτελεί τη νόμιμη διπλωματική οδό αποστολής των εγγράφων. Το γεγονός ότι υπάρχουν και άλλοι τρόποι αποστολής εγγράφων μέσω της διπλωματικής οδού, όπως αναγνώρισε ο Μ.Α.5, δεν καθιστά τον τρόπο αποστολής των εγγράφων που ακολουθήθηκε στην προκειμένη περίπτωση τρωτό με οποιονδήποτε τρόπο. Από τη στιγμή που τα έγγραφα διαβιβάστηκαν από το Υπουργείο Εξωτερικών της Νοτίου Αφρικής στην Πρεσβεία της χώρας στην Αθήνα, που είναι και η έδρα της Υπάτης Αρμοστείας της Νοτίου Αφρικής στην Κύπρο, και από εκεί τα έγγραφα διαβιβάστηκαν στην Πρεσβεία της Κύπρου στην Αθήνα και ακολούθως στάληκαν στο Υπουργείο Εξωτερικών της Κύπρου, δεν υπάρχει κενό στην αλυσίδα της διπλωματικής οδού, εφόσον τα έγγραφα διακινήθηκαν πάντοτε από και σε διπλωματικά σώματα. Επομένως, σύμφωνα με το Τεκμήριο 3, η παρούσα αίτηση για έκδοση του καθ' ου η αίτηση στάληκε με τη Ρηματική Διακοίνωση αρ. BL1/04/2012, ημερ. 4.4.2012, μαζί με επιστολή αρ. φακ. 9/11/3, ημερ. 24.3.2012, του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Συνταγματικής Ανάπτυξης της Νοτίου Αφρικής, με την παράκληση διαβίβασης των εγγράφων στον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πράγματι, στις 4.4.2012 τα έγγραφα διαβιβάστηκαν από το Υπουργείο Εξωτερικών της Νοτίου Αφρικής στην Πρεσβεία της Νοτίου Αφρικής στην Ελλάδα, που είναι η έδρα της Υπάτης Αρμοστείας της Νοτίου Αφρικής στην Κύπρο, από εκεί διαβιβάστηκαν στην Πρεσβεία της Κύπρου στην Αθήνα, στις 11.4.2012 αποστάληκαν από εκεί στο Υπουργείο Εξωτερικών της Κύπρου, όπου και παραλήφθηκαν στις 12.4.2012, και στις 12.4.2012 διαβιβάστηκαν από εκεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, όπου και παραλήφθηκαν στις 17.4.
- Ακολούθησε η Εξουσιοδότηση του Υπουργού Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού για την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης, ημερ. 27.4.2012, Τεκμήριο
- Επομένως, η παρούσα αίτηση υποβλήθηκε μέσω της ορθής Διπλωματικής Οδού και η έναρξη της διαδικασίας έκδοσης του καθ' ου η αίτηση έγινε νομότυπα με την εξουσιοδότηση, Τεκμήριο
- Η υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι η αιτούσα χώρα δεν παρουσίασε το πρωτότυπο ένταλμα σύλληψης, ούτε και αυτό διαβιβάστηκε μέσω της διπλωματικής οδού. Στη δέσμη εγγράφων του Τεκμηρίου 2, περιέχεται η επιστολή από τον Ανώτερο Δικηγόρο της Δημοκρατίας κ. Isaac Senyakabela Thindisa, του Τμήματος Δικαιοσύνης και Συνταγματικής Ανάπτυξης της Νοτίου Αφρικής, ημερ.12.3.2012, στην οποία πιστοποιεί την υπογραφή του κ. Masenayne Andrew Chauke, Γενικού Εισαγγελέα του South Gauteng της Νοτίου Αφρικής, και επισυνάπτεται σχετικό έγγραφο Πιστοποίησης με τις σφραγίδες και υπογραφές. Η Μ.Α.1 ανέφερε ότι το ένταλμα σύλληψης του καθ' ου η αίτηση που εκδόθηκε από τις αρχές της Νοτίου Αφρικής περιέχεται στη δέσμη εγγράφων του Τεκμηρίου 2 που αποστάληκε μέσω της διπλωματικής οδού. Υπάρχει επίσης η μαρτυρία του Μ.Α.4 επί τούτου. Ο Μ.Α.4 περιορίστηκε στις ενέργειες του αναφορικά με την παρούσα διαδικασία, καταθέτοντας όλα τα σχετικά έγγραφα, και η μαρτυρία του ουδόλως αμφισβητήθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης, η οποία αρκέστηκε σε κάποιες διευκρινίσεις από τον μάρτυρα κατά την αντεξέταση του κυρίως σε σχέση με τον εντοπισμό, τη συμπεριφορά και τη συνεργασία του καθ' ου η αίτηση με την αστυνομία. Επομένως, ικανοποιούμαι ότι και ο Μ.Α.4 είναι αξιόπιστος μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Ο Μ.Α.4 παρέλαβε αρχικά το μήνυμα από την Αστυνομία της Πρετόριας της Νοτίου Αφρικής στο οποίο γίνεται αναφορά στο ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του καθ' ου η αίτηση με αρ. ISH 167/2007, ημερ. 25.10.2011, για τα αδικήματα που αναφέρονται πιο πάνω. Επειδή τα εν λόγω στοιχεία κρίθηκαν ως μη επαρκή, ζητήθηκαν περισσότερες λεπτομέρειες από τις αρχές της Νοτίου Αφρικής και στάληκε το CD Rom με όλη τη δικογραφία, Τεκμήριο 10, στο οποίο περιλαμβάνονται τα έγγραφα του Τεκμηρίου
- Στα εν λόγω έγγραφα γίνεται αναφορά στη σελ. 32 της ένορκης δήλωσης του Γενικού Εισαγγελέα, και επισυνάπτονται σε αυτή τα εντάλματα σύλληψης που εκδόθηκαν εναντίον του καθ' ου η αίτηση για όλα τα αδικήματα που αφορούν την παρούσα αίτηση, ως Παραρτήματα MAC 30 -
- Αυτά φέρονται να έχουν εκδοθεί δυνάμει της νομοθεσίας που ισχύει στην αιτούσα χώρα και φέρουν πρωτότυπη υπογραφή από Δημόσιο Κατήγορο και Δικαστή και σφραγίδα του Δικαστηρίου. Επομένως, με αυτά τα δεδομένα ικανοποιούμαι ότι τηρούνται οι πρόνοιες του άρθρου 12
(2)(α) της Σύμβασης. Θα προχωρήσω τώρα να ασχοληθώ με τις πρόνοιες του άρθρου 12
(2)(β) της Σύμβασης. Στη δέσμη εγγράφων που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2, δεν περιέχεται οποιοδήποτε έγγραφο που να τιτλοφορείται ως «Έκθεση Πράξεων» ή «Έκθεση Γεγονότων». Σε αυτά υπάρχει ένορκη δήλωση του Γενικού Εισαγγελέα, στην οποία μεταξύ άλλων περιέχονται τα γεγονότα που αφορούν και τα 4 επεισόδια, η σχετική νομοθεσία και ακόμα αντίγραφα των καταθέσεων των μαρτύρων, αντίγραφα αποσπασμάτων από βιβλίο για τα συστατικά των αδικημάτων και ακόμα αντίγραφα των σχετικών άρθρων της νομοθεσίας της Νοτίου Αφρικής. Στην υπόθεση Mechanov (Αρ. 2)
(2001)1 Β Α.Α.Δ. 1228, έχει λεχθεί ότι το άρθρο12
(2)(β) δεν περιέχει διάταξη για ειδικό έγγραφο στο οποίο να αναφέρονται όλα μαζί τα γεγονότα. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό: «Από τη σχετική διάταξη του νόμου δεν συνάγεται υποχρέωση από τη χώρα που ζητά την έκδοση να συγκεντρώνει τα γεγονότα σε ένα μοναδικό και τυποποιημένο έγγραφο. Δυσκολεύομαι να αποδώσω τέτοια πρόθεση στους συντάκτες της Σύμβασης να δημιουργήσουν τέτοια στεγανά. Δεν έχει θέση, κατά τη γνώμη μου, η προτεινόμενη συσταλτική ερμηνεία. Θα μπορούσε για παράδειγμα να γίνει παραπομπή σε άλλο έγγραφο, το οποίο περιέχει συμπληρωματικούς ισχυρισμούς. Ως ένα βαθμό αυτό έγινε στην παρούσα περίπτωση, όπως μπορεί να συναχθεί από την παράγραφο την οποία αντέγραψα από την απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα για την ποινική δίωξη του αιτητή.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση Δημοκρατία v. Kolesnikov
(2008)1(A) A.A.Δ. 594, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η προσαγωγή της έκθεσης των πράξεων αποτελεί βασική προϋπόθεση για την έκδοση φυγοδίκων. Η μη προσαγωγή του συγκεκριμένου αυτού στοιχείου, χωρίς δυνατότητα λογικής υποκατάστασής του από άλλα αξιόπιστα στοιχεία που προσάγονται για σκοπούς έκδοσης αναπόφευκτα καθιστά απορριπτέα την αίτηση έκδοσης. Στην προκείμενη περίπτωση ο πρωτόδικος δικαστής ορθά διέκρινε τη Mechanov (Αρ.2)
(2001)1 Α.Α.Δ. 1228 από την παρούσα υπόθεση καθότι στη Mechanov υπήρχε ένα δισέλιδο έγγραφο που δεν είχε επικεφαλίδα τη φράση «Έκθεση πράξεων». Ωστόσο, το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου αποτελούσε ουσιαστικά «έκθεση πράξεων» στην έννοια του άρθρου 12
(2)(β) της Σύμβασης, ικανοποιώντας έτσι τη σχετική προϋπόθεση. Στην υπό εξέταση υπόθεση η παραπομπή στα επισυνημμένα έγγραφα για τον εντοπισμό των ποινικά επιλήψιμων πράξεων του Κολέσνικοφ οι οποίες συνιστούν τα αδικήματα της παραποίησης αποδείξεων και απάτης δεν είναι αρκετή καθότι ολόκληρο το υλικό προς το οποίο γίνεται η παραπομπή, αποτελείται από διάφορα έγγραφα. Το πρωτόδικο δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να επιλέξει σε ποια από αυτά τα έγγραφα θα μπορούσε ενδεχομένως να εντοπιστεί η λεπτομερής περιγραφή των πράξεων ούτε και να ταξινομήσει, σύμφωνα με τη δική του κρίση, τις όποιες πράξεις θεωρούσε ότι ενδεχομένως συνιστούν τα ποινικά αδικήματα για τα οποία αντιμετωπίζει κατηγορίες ο εκζητούμενος. Αυτή η υποχρέωση βαρύνει αποκλειστικά το μέρος το οποίο ζητά την έκδοση. Στην προκείμενη περίπτωση η παράλειψη της Ρωσικής Ομοσπονδίας να υποβάλει την έκθεση των πράξεων ως είχε υποχρέωση, άφησε κενό που δεν μπορούσε υπό τις περιστάσεις να συμπληρωθεί με άλλο τρόπο, όπως ορθά έκρινε ο πρωτόδικος δικαστής.» Θεωρώ ότι στην υπό κρίση αίτηση η δέσμη εγγράφων, Τεκμήριο 2, περιέχει αναλυτικά και σε μεγάλη έκταση όλο το φάσμα των ενεργειών που αποδίδονται στον καθ' ου η αίτηση, έτσι ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να εντοπίσει και αντιληφθεί με ευκολία την αξιόποινη συμπεριφορά που αποδίδεται στον καθ' ου η αίτηση και ποια ποινικά αδικήματα κατ' ισχυρισμό διαπράττονται με βάση τις πρόνοιες της ισχύουσας Νομοθεσίας της Νοτίου Αφρικής. Επίσης το άρθρο 12
(2)(β) και (γ) του Νόμου καθιστά αναγκαία την παραπομπή στη νομοθετική πρόνοια η οποία έχει εφαρμογή σε σχέση με την πράξη για την οποία ζητείται η έκδοση, καθ' ον χρόνο βέβαια τελείται η εν λόγω πράξη, και την παράθεση αυτής είτε με αντίγραφο είτε με δήλωση. Αυτό συμβαδίζει και συναρτάται πλήρως με την αρχή της διπλής εγκληματικότητας που ισχύει σε τέτοιας φύσης αιτήσεις. Η υπόθεση Σταμάτης Νικολαίδης
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1964, στην οποία υιοθετήθηκε η απόφαση στην υπόθεση Ex p Pinochet Ugarte (No 3)
(1999)2 All E.R. 97, αναφέρει ότι το στοιχείο της διπλής εγκληματικότητας στο περί Φυγοδίκων Νόμο ήταν πάντα αλληλένδετο με τον χρόνο διάπραξης του εγκλήματος, όπως προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές πράξεις που οδήγησαν στον καταρτισμό της Σύμβασης περί Εκδόσεως Φυγοδίκων. Το άρθρο 6
(2)του Νόμου 97/70 συνδέει το στοιχείο της διπλής εγκληματικότητας με τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος και αυτό είναι βασικό γιατί είναι το στοιχείο του κοινού σοβαρού εγκλήματος που καθιστά τη δίκη του φυγόδικου κοινή υπόθεση της κοινότητας των κρατών. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι οι πράξεις που αποδίδονται στον καθ' ου η αίτηση έγιναν κατά τα έτη 2006 - 2010. Για όλα τα αδικήματα που καταλογίζονται ότι διέπραξε ο καθ' ου η αίτηση, στις σελίδες 23 - 31 της ένορκης δήλωσης του κ. Chauke αναφέρονται τα συγκεκριμένα άρθρα της νομοθεσίας που προνοούν για τα εν λόγω αδικήματα και τις προβλεπόμενες ποινές, τα συστατικά στοιχεία των εν λόγω αδικημάτων, καθώς επίσης ότι οι εν λόγω νομοθετικές διατάξεις ήταν αυτές που ίσχυαν κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων και εξακολουθούν να είναι σε ισχύ μέχρι σήμερα. Επιπλέον, αντίγραφα των εν λόγω νομοθετικών διατάξεων όσο και αντίγραφο αποσπασμάτων από συγκεκριμένο βιβλίο, στο οποίο αναλύονται τα συστατικά των αδικημάτων και γίνεται σχολιασμός κάποιων από τις εν λόγω νομοθετικές διατάξεις, επισυνάπτονται ως Παραρτήματα MAC 6 - 29 στην ένορκη δήλωση του κ. Chauke. Επομένως, στο Τεκμήριο 2 περιέχεται ο ακριβής καθορισμός των νομοθετικών διατάξεων και η παραπομπή σε αυτές και στη νομική ανάλυση αυτών, όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων. Ως εκ τούτου καταλήγω ότι οι πρόνοιες του άρθρου 12
(2)(β) και (γ) του Νόμου έχουν ικανοποιηθεί. Τέλος, θεωρώ ότι οι πρόνοιες του άρθρου 12
(2)(γ) ικανοποιούνται αναφορικά με τον χαρακτηρισμό και την ταυτότητα του καθ' ου η αίτηση, καθότι στο Τεκμήριο 2, και συγκεκριμένα στις σελίδες 10 - 11 της ένορκης δήλωσης του κ. Chauke, περιλαμβάνονται στοιχεία για την ταυτότητα του καθ΄ ου η αίτηση, επισυνάπτεται ακόμα η φωτογραφία του ως Παράρτημα MAC 1, και επιπρόσθετα υπάρχει η μαρτυρία του Μ.Α.4, η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο για την ταυτότητα του καθ' ου η αίτηση με την κατάθεση και του εκλογικού του βιβλιαρίου, Τεκμήριο 11. Άλλωστε η ταυτότητα του καθ' ου η αίτηση ουδόλως αμφισβητήθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, ικανοποιούμαι ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 12
(2)της Σύμβασης. Ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση αμφισβήτησε την επάρκεια της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Στο πλαίσιο εξέτασης της παρούσας αίτησης, το Δικαστήριο οφείλει να ικανοποιηθεί ότι η μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του είναι τέτοια που να δικαιολογεί την παραπομπή του καθ' ου η αίτηση σε δίκη για τα αδικήματα εφόσον αυτά διαπράττονταν εντός της δικαιοδοσίας της Κύπρου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Hachem (ανωτέρω), Altieri (Αρ. 2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 576, και Petrov
(1996)1 Β Α.Α.Δ. 856. Στην προκειμένη περίπτωση στο Δικαστήριο έχει προσκομισθεί η ένορκη δήλωση του κ. Chauke καθώς επίσης οι καταθέσεις των μαρτύρων που επισυνάπτονται στην εν λόγω ένορκη δήλωση ως Παραρτήματα, που στοιχειοθετούν τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα αίτηση, όπως έγινε στην υπόθεση El-Bustani
(1991)1 Α.Α.Δ. 736. Στην εν λόγω υπόθεση λέχθηκε ότι ο Νόμος 97/90 βεβαιώνει ότι το απαιτούμενο για τους σκοπούς έκδοσης αποδεικτικό υλικό, σε χώρες όπου ισχύει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση, είναι εκείνο το οποίο προβλέπεται από τη Σύμβαση. Χρήσιμη καθοδήγηση γι΄ αυτό το θέμα προσφέρει η υπόθεση Fallah
(2004)1 Β Α.Α.Δ. 793, η οποία παραπέμπει στην απόφαση Hachem v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1992)1 Α.Α.Δ. 191, από την οποία κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το ακόλουθο απόσπασμα: «Το επαρχιακό δικαστήριο αποφαίνεται κατά πόσον η μαρτυρία αυτή είναι επαρκής για να παραπεμφθεί ο συλληφθείς σε δίκη εφόσον το αδίκημα έχει διαπραχθεί στην Κύπρο. Αναφορικά με το επίπεδο ή το βαθμό απόδειξης εισάγεται το κριτήριο του άρθρ. 94 του Κεφ. 155 που ισχύει για τις προανακρίσεις. Είναι αρκετό δηλαδή, για να διαταχθεί η έκδοση αν η προσαχθείσα μαρτυρία δημιουργεί, όπως ορίζει το άρθρ. 94, πιθανό τεκμήριο ενοχής. Βλέπε Re Jean Gabriel Hayek
(1983)1 C.L.R. 266. Και για το σκοπό αυτό η προσφερόμενη μαρτυρία θεωρείται ότι παρέμεινε αναντίλεκτη. Αναμφίβολα οι πρόνοιες αυτές, θεσμοθετώντας το κριτήριο για την αξιολόγηση των πράξεων του συλληφθέντα, συντελούν στην προστασία του, διότι η ικανοποίηση του πιο πάνω κριτηρίου αποτελεί προϋπόθεση για την απόδοση του φυγόδικου. Από τη συνολική θεώρηση της νομολογίας συνάγεται ότι το δικαστήριο μπορεί να βασισθεί μόνο σε μαρτυρικά στοιχεία που συνιστούν παραδεκτή μαρτυρία. .. ....... Αναγνωρίζεται, όμως, από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η εξουσία να διαπιστώσει κατά πόσο υπάρχει, από αντικειμενική θεώρηση, επαρκής μαρτυρία για την έκδοση όπως αναφέρεται πιο πάνω. (Βλέπε: Hachem (πιο πάνω), Schtraks v. Government of Israel
(1962)1 All E.R. 529, Re Osman
(1988)Crim. L. R. 611). ... Το πρωτόδικο Δικαστήριο επίσης, ορθά, απεφάνθη ότι υπήρχε πληθώρα άμεσης μαρτυρίας που δημιουργούσε πιθανό τεκμήριο ενοχής, όπως ορίζει το άρθρο 94 του Κεφ.
- .. ... ..Το Επαρχιακό Δικαστήριο στην πολυσέλιδη απόφαση του αναφέρεται στη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του την οποία ορθά αξιολόγησε μόνο στο βαθμό που απαιτείτο σε σχέση με τα θέματα που εγείροντο για την έκδοση ιδίως από την υπεράσπιση. Αναφέρεται στους σχολιασμούς του εφεσείοντα που προβάλλονται στη μαρτυρία του τους οποίους και σχολιάζει αντιπαραβάλλοντας τους προς τη μαρτυρία που προσήγαγε η Δημοκρατία.» Στη δέσμη εγγράφων, Τεκμήριο 2, και ειδικότερα στην ένορκη δήλωση του κ. Chauke, παρουσιάζεται μία σύνοψη των γεγονότων που αφορούν όλα τα αδικήματα που καταλογίζονται στον καθ' ου η αίτηση, και παρατίθεται αυτούσια η μαρτυρία προς υποστήριξη των εν λόγω ισχυρισμών, δηλαδή οι καταθέσεις των μαρτύρων. Αναφορικά με το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας, ο κ. Σωφρονίου εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο καθ' ου η αίτηση ήταν ο ενοικιαστής της αποθήκης όπου εντοπίστηκε η εν λόγω περιουσία και ακόμα αμφισβήτησε τη νομιμότητα της εισόδου της αστυνομίας εντός αυτής. Στο μαρτυρικό υλικό που αφορά στο πρώτο αδίκημα, υπάρχει η μαρτυρία ότι κατόπιν σχετικής πληροφορίας, στις 17.11.2006 αστυνομικοί πήγαν στην αποθήκη, όπου βρήκαν 8 άντρες να εκφορτώνουν κιβώτια από αυτή σε φορτηγό και τόσο τα κιβώτια που βρίσκονταν εντός της αποθήκης όσο και αυτά που είχαν ήδη φορτωθεί στο φορτηγό ήταν τα κιβώτια που ανήκαν στην Skye Footwear και ήταν το προϊόν ένοπλης ληστείας. Ανάμεσα δε στους 8 άντρες που εντοπίστηκαν, ήταν και ο κατηγορούμενος, ο οποίος μάλιστα παρέλειψε να δώσει ικανοποιητική ή εύλογη εξήγηση για την προέλευση των κιβωτίων. Σχετικές επίσης είναι οι καταθέσεις των Mkhacani Thomas Mathebula και Vivian Ponnen. Όσον αφορά το δεύτερο αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας, στο μαρτυρικό υλικό περιέχεται μαρτυρία ότι στις 10.5.2007 η αστυνομία εντόπισε σε συγκεκριμένη αποθήκη, η οποία ανοίχθηκε από εκπροσώπους της ιδιοκτήτριας εταιρείας και την οποία ενοικίαζε ο καθ' ου η αίτηση, εμπορεύματα που είχαν κλαπεί και ανήκαν στις εταιρείες Clicks, Nestle, Wooloworths και LG. Σχετική είναι η κατάθεση του Heather Conradie. Η νομιμότητα της εισόδου της αστυνομίας στην αποθήκη δεν είναι θέμα το οποίο μπορεί να εξεταστεί στο παρόν στάδιο και, παρόλο που το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ευρήματα για την αξιοπιστία των εν λόγω μαρτύρων, εν τούτοις θεωρεί ότι, για τον σκοπό της παρούσας διαδικασίας, η εν λόγω μαρτυρία είναι ικανή να καταδείξει πιθανό τεκμήριο ενοχής του καθ' ου η αίτηση για τα εν λόγω αδικήματα. Σε σχέση με το αδίκημα του φόνου και της παράνομης κατοχής πυροβόλου όπλου, ο κ. Σωφρονίου εισηγήθηκε ότι ελλείπει η σημαντική μαρτυρία του αστυνομικού που κατ' ισχυρισμό έλαβε το τηλεφώνημα από τον καθ' ου η αίτηση κατά το οποίο του απεκάλυψε ότι σκότωσε το θύμα. Διαφεύγει της προσοχής του συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση ότι υπάρχει μαρτυρία ότι το ίδιο βράδυ του εν λόγω τηλεφωνήματος, λίγο αργότερα, ο καθ' ου η αίτηση πήγε σε ένα εστιατόριο όπου ενημέρωσε τους φίλους του ότι είχε ένα καβγά με το θύμα και τον πυροβόλησε. Κάποιοι από τους φίλους του πρόσεξαν ότι είχε αίμα στο παντελόνι του. Σχετικές επί τούτου είναι οι καταθέσεις των Pieter Willem Van Heerden και Radavan Krecjir. Η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι δεν παρουσιάστηκαν αποτελέσματα επιστημονικών εξετάσεων για τις σταγόνες αίματος που, σύμφωνα με την υπάρχουσα μαρτυρία, υπήρχαν στο παντελόνι του καθ' ου η αίτηση όταν πήγε στο εστιατόριο, δεν επηρεάζει το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για τον σκοπό της παρούσας αίτησης. Καταλήγω ότι με βάση τη μαρτυρία που υπάρχει για τα εν λόγω αδικήματα, και πάλι ικανοποιούμαι ότι αυτή είναι ικανοποιητική να δημιουργήσει πιθανό τεκμήριο ενοχής του καθ' ου η αίτηση. Τέλος, για το αδίκημα της διαφθοράς, ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία καταδεικνύει μία καθ' όλα νόμιμη συναλλαγή που αφορούσε τον καθ' ου η αίτηση και τη σύζυγο του αστυνομικού. Η μαρτυρία όμως δεν επιβεβαιώνει τη θέση του κ. Σωφρονίου. Αυτή καταδεικνύει ότι ο καθ΄ ου η αίτηση παρουσίασε μία ανενεργή εταιρεία με μοναδικό μέτοχο την Petronella Engelbrecht και υπήρχε συμφωνία μεταξύ της και του Radovan Krejcir για αγορά ενός αυτοκινήτου. Όμως ο καθ΄ ου η αίτηση αγόρασε 3 αυτοκίνητα, χωρίς αντίρρηση από την Petronella Engelbrecht, το ένα εκ των οποίων προοριζόταν για τον κ. Mabasa, ανώτερο αξιωματούχο στις αστυνομικές υπηρεσίες της Νοτίου Αφρικής, αυτό ενεγράφη, όπως και τα υπόλοιπα, αρχικά στο όνομα μίας εταιρείας, και ακολούθως θα μεταβιβαζόταν στο όνομα της συζύγου του κ. Mabasa. Η μεταβίβαση δεν ήταν δυνατή, και επομένως ο κ. Mabasa κλήθηκε να συμπληρώσει νέα έγγραφα για τη μεταβίβαση και αλλαγή ιδιοκτησίας του εν λόγω οχήματος. Αφού το εν λόγω όχημα ενεπλάκη σε διάφορες τροχαίες παραβάσεις, ο κ. Mabasa υπέβαλε γραπτή δήλωση ζητώντας αποζημίωση λόγω του ότι ενεργούσε εν ώρα καθήκοντος. Έτσι διαφάνηκε ότι ο κ. Mabasa δεν έκανε πληρωμή για το εν λόγω όχημα, και επομένως έλαβε μη εξουσιδοτημένο δώρο, ενώ διεφάνη η υπόθεση πληρωμής ποσού από τον καθ΄ ου η αίτηση μαζί με την εμπλοκή 3 αστυνομικών για να εξασφαλίσει έγγραφα ασυλίας για τον Radovan. Σχετικές είναι οι καταθέσεις των Sello Ishmael Mohapeloa, Gideon Jacobus Joubert, Otto Julian Arends, Motsehoa Brenda Madumise, Mxolisi Eric Xayiya και Nduduzi Consolate Nzimande. Επομένως, σύμφωνα με την εν λόγω μαρτυρία, και για τον σκοπό της παρούσας διαδικασίας, ικανοποιούμαι ότι και γι' αυτό το αδίκημα υπάρχει πιθανό τεκμήριο ενοχής του καθ' ου η αίτηση. Τέλος, ικανοποιούμαι ότι τα γεγονότα που αφορούν τα 4 επίδικα περιστατικά, συνοδευόμενα από την υπάρχουσα μαρτυρία, αποκαλύπτουν αδικήματα τα οποία προνοούνται από τον Ποινικό Κώδικα, Κεφ. 154, και συγκεκριμένα τα αδικήματα της κλοπής, παράνομης κατοχής περιουσίας, φόνου και απάτης, καθώς επίσης τα αδικήματα της παράνομης κατοχής πυροβόλου όπλου, κατά παράβαση του Νόμου 113/2004, διαφθοράς, κατά παράβαση του Νόμου 25(ΙΙΙ)/2008, και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση του Νόμου 188(Ι)/
- Άλλωστε αυτό όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης, αλλά ούτε ηγέρθη στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Σχετική είναι η υπόθεση Mechanov (Αρ. 2) (ανωτέρω). Με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, ικανοποιούμαι ότι στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης τηρούνται οι διαδικαστικές προϋποθέσεις και περαιτέρω ότι η μαρτυρία είναι επαρκής για να επιτρέπει στο Δικαστήριο την έκδοση του καθ' ου η αίτηση. Ακόμα το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν εφαρμόζεται οποιαδήποτε από τις προυποθέσεις που δικαιολογούν την άρνηση της έκδοσης του καθ' ου η αίτηση, όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 11
(2)(στ)(iii) του Συντάγματος, το άρθρο 3 της Σύμβασης και το Νόμο 97/70, και επισημαίνω ότι τέτοια εισήγηση δεν υποβλήθηκε από την υπεράσπιση. Το τελευταίο θέμα που ήγειρε η υπεράσπιση και παραμένει προς εξέταση από το Δικαστήριο αφορά την καθυστέρηση που παρατηρείται από την ισχυριζόμενη ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας αίτησης και το μεγάλο χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει. Ο κ. Σωφρονίου εισηγήθηκε ότι αυτό αποτελεί παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων του καθ' ου η αίτηση και επομένως δεν είναι δίκαιο να διαταχθεί η έκδοση του. Η καθυστέρηση, ως επηρεάζουσα το δικαίωμα της δίκαιης δίκης, αφορά την εφαρμογή του άρθρου 10
(3)(β) του Νόμου 97/70, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Το Ανώτατον Δικαστήριον, επιλαμβανόμενον της τοιαύτης αιτήσεως, δύναται, μη επηρεαζομένης οιασδήποτε ετέρας δικαιοδοσίας αυτού, να διατάξη την αποφυλάκισιν του υπό έκδοσιν προσώπου, εφ΄ όσον ήθελε κρίνει ότι- ............................ (β) λόγω της παρόδου μακρού χρονού, αφ΄ ου εγένετο η διάπραξις του αδικήματος, ή, αναλόγως της περιπτώσεως, αφ΄ ου καταζητείται προς έκτισιν ποινής μετά καταδίκην αυτού, ............................ η απόδοσις αυτού θα απετέλει, λαμβανομένων υπ΄ όψιν απασών των περιστάσεων, άδικον ή καταπιεστικόν μέτρον.» Στην υπόθεση Badar
(2004)1 Γ Α.Α.Δ. 1625, η οποία αφορά Αίτηση Habeas Corpus, ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Χατζηχαμπής επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση επί του θέματος ότι η εφαρμογή του άρθρου 10
(3)(β) του Νόμου 97/70 είναι θέμα που εξετάζεται και αποφασίζεται από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της προνοούμενης αίτησης habeas corpus. Ο Δικαστής προχώρησε στην εξέταση του θέματος και στην έκδοση απόφασης του επί τούτου, και η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση στην υπόθεση Badar
(2005)1 Β Α.Α.Δ.
- Επομένως, το παρόν Δικαστήριο στερείται εξουσίας να εξετάσει και αποφασίσει το θέμα της καθυστέρησης, κάτι το οποίο αποτελεί αντικείμενο εξέτασης στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, ικανοποιούμαι ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έγκριση της παρούσας αίτησης. Ως εκ τούτου, η αίτηση εγκρίνεται. Διατάσσεται η προφυλάκιση του καθ' ου η αίτηση μέχρι την έκδοση του από τις αρμόδιες αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Νότιο Αφρική - βλ. Αίτηση του Victor Makushin, Πολιτική Αίτηση αρ. 43/2012, ημερ. 11.5.
- (Υπ.) ........... Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Ποινική/Απόφαση Αναφορά: Αίτηση έκδοσης εκζητούμενου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο