← Κύπρος

FREETRADE SAL ν. Tlais Trading Company Limited κ.α., Αγωγή αρ. 6053/2004, 31/7/2012

FREETRADE SAL ν. Tlais Trading Company Limited κ.α., Αγωγή αρ. 6053/2004, 31/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 6053/2004 Μεταξύ: FREETRADE SAL, από το Λίβανο Eναγόντων - και -

  1. Tlais Trading Company Limited
  2. Ptolemeou Tlaiss, άλλως Ali Tlaiss
  3. Fahad Ahmad Ismail Εναγομένων ----------------- Ως ετροποποιήθει δυνάμει διατάγματος του Ε.Δ. Λεμεσού ημερομηνίας 21.9.2011 Μεταξύ: FREETRADE SAL, από το Λίβανο Eναγόντων - και -
  4. Tlais Trading Company Limited
  5. "Κώστας Σαβεριάδης και Γιάννης Ντάρεκ Τλαϊς από την Λεμεσό υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος Ptolemeou Tlaiss"
  6. Fahad Ahmad Ismail Εναγομένων ------------------ Ημερομηνία: 31.7.2012 (κατόπιν αδείας της Προέδρου του Ε.Δ. Λεμεσού) Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Μ. Βορκάς με την κα Μ. Κωνσταντίνου Για την Εναγόμενη 1: κα Κ. Κλεάνθους, κ. Κ. Σαβεριάδης για ν' ακούσει απόφαση Για τους Εναγόμενους 2 και 3: κ. Μ. Σαβεριάδης, κ. Κ. Σαβεριάδης για ν' ακούσει απόφαση A Π Ο Φ Α Σ Η Η δικογραφία:- Η ενάγουσα εταιρεία είναι εγγεγραμμένη στο Λίβανο και ασχολείται με το διεθνές εμπόριο τσιγάρων. Η εναγόμενη 1 εταιρεία είναι υπεράκτια εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο, συμφερόντων των εναγομένων 2 και 3 που είναι αδέλφια. Όπου γίνεται αναφορά σε εναγόμενο 2 εννοείται ο αναφερόμενος ως εναγόμενος 2 πριν την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής, Ptolemeou Tlaiss, άλλως Ali Tlaiss, αποβιώσας. Περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης ένας τρόπος εμπορικών συναλλαγών με την «ανάμιξη» μιας τρίτης εταιρείας, της Bondtrade Limited, εγγεγραμμένης στην Κύπρο (παραγρ. 4). Οι εναγόμενοι παράγγελλαν στην Bondtrade τσιγάρα έναντι συμφωνηθέντος ή εύλογου ποσού (παραγρ. 5). Οι εναγόμενοι συμφωνούσαν με την ενάγουσα, απευθείας ή μέσω της Bondtrade, όπως η ενάγουσα πληρώσει την Bondtrade και οι ίδιοι, δηλαδή οι εναγόμενοι, πληρώσουν την ενάγουσα (παραγρ. 6). Οι εναγόμενοι ή εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος τους παραλάμβαναν τα τσιγάρα από την Bondtrade που πληρωνόταν από την ενάγουσα που με τη σειρά της δικαιούτο σε πληρωμή από τους εναγομένους. Κατά ή περί την 25.6.1999 ο λογαριασμός των εναγομένων είχε χρεωστικό υπόλοιπο $2.928.797 την εξόφληση του οποίου η ενάγουσα απαίτησε. Το ποσό δεν αποπληρώθηκε, οπόταν, η ενάγουσα με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 8.10.2004 τερμάτισε το λογαριασμό και καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν κοινή Έκθεση Υπεράσπισης. Για να γίνει κατανοητή η δικογραφημένη θέση των εναγομένων θα πρέπει να σημειωθεί πως ο Roberto Vaglietti που αναφέρεται στην Έκθεση Υπεράσπισης είναι ο ΜΕ1 ο οποίος μαρτύρησε πως είναι ο μέτοχος και διευθύνων σύμβουλος της ενάγουσας. Είναι, λοιπόν, η θέση των εναγομένων πως ο Vaglietti ήταν διευθυντής της Bondtrade που εμπορευόταν τσιγάρα, κατά κύριο λόγο της αμερικανικής κατασκευάστριας εταιρείας Philip Morris. Ο εναγόμενος 2 για 6-8 χρόνια είχε κατά καιρούς εμπορικές συναλλαγές με το Vaglietti ή και την Bondtrade. Μετά το 1992 ο εναγόμενος 2 που είχε μεγάλο πελατολόγιο στις πρώην Ανατολικές και άλλες χώρες συμφώνησε με τον Vaglietti να διαθέτουν επί συνεταιρικής βάσης τσιγάρα και άλλα προϊόντα στις χώρες αυτές. Θα πρέπει, εκ προοιμίου, να σημειωθεί αυτό που αναφέρθηκε κατά τη μαρτυρία πως την εποχή εκείνη η εξασφάλιση ποσοτήτων τσιγάρων, ιδιαίτερα της Philip Morris ήταν δύσκολη. Ο Vaglietti με τις διασυνδέσεις του μπορούσε να εξασφαλίζει τις ποσότητες που ο εναγόμενος 2 μπορούσε να διαθέσει. Η συμφωνία του εναγόμενου 2 με τον Vaglietti προέβλεπε για εξ ημισίας συμμετοχή στα κέρδη. Ο εναγόμενος 2 παράγγελλε στον Vaglietti ή την Bondtrade και παραλάμβανε, κατά κύριο λόγο, στη Λεμεσό, από διάφορες τρίτες εταιρείες τα τσιγάρα. Οι ισχυρισμοί περιλαμβάνουν τη θέση πως ο Vaglietti θα πωλούσε προϊόντα σε πελάτες του εναγόμενου 2 και κατ΄ ευθείαν, και ο εναγόμενος 2 θα δικαιούτο το ½ κέρδος και από αυτές τις πωλήσεις. Ο εναγόμενος 2 διατηρούσε ανοιχτό λογαριασμό με τον Vaglietti και ή την Bondtrade και προέβαινε σε διάφορες πληρωμές προς τον Vaglietti με επιταγές και τραπεζικά εμβάσματα. Μετά το 1994 αρκετές πληρωμές με τραπεζικά εμβάσματα εγίνονταν, κατά παράκληση του Vaglietti, σε τραπεζικό λογαριασμό στο Λίβανο επ΄ ονόματι της ενάγουσας. Για τις πληρωμές του, αλλά και για να αποδέχεται εμβάσματα, ο εναγόμενος 2 χρησιμοποιούσε και λογαριασμούς που δεν ήταν επ΄ ονόματι του. Ένα λογαριασμό του αδερφού του ονόματι Taleb στην Τράπεζα Κύπρου και ένα κοινό λογαριασμό του εναγόμενου 3 και άλλου αδελφού του ονόματι Mohamed στην Τράπεζα BLOM στη Λεμεσό. Είναι η θέση του εναγόμενου 2 πως ο συνεταιρισμός διεκόπηκε τέλος του 1998 με αρχές του 1999 με υπαιτιότητα του Vaglietti και ή της Bondtrade οι οποίοι αρνούνται να δώσουν λογαριασμούς. Διατείνεται ο εναγόμενος 2 πως έχει να λαμβάνει μερίδιο από τα κέρδη του συνεταιρισμού που υπερβαίνει τα $25 εκατ. Ο εναγόμενος 3 φέρεται ως ένας πελάτης του εναγόμενου 2, και κατ΄ επέκταση του συνεταιρισμού, στη Βουλγαρία, ενώ η εναγόμενη 1, της οποίας οι εναγόμενοι 2 και 3 διετέλεσαν κατά καιρούς διευθυντές και/ή μέτοχοι, παρουσιάζεται να μην έχει καμιά σχέση με την υπόθεση. Στην Απάντηση της η ενάγουσα αρνείται την ύπαρξη συνεταιρισμού μεταξύ του εναγόμενου 2 και του Vaglietti και εξηγεί πώς η ίδια αναμίχθηκε στην προϋπάρχουσα συνεργασία μεταξύ της Bondtrade και των εναγομένων που ενεργούσαν από κοινού ως μια οικογενειακή επιχείρηση αντιπροσωπεύοντας ο ένας τον άλλο. Σε κάποιο στάδιο της συνεργασίας αυτής η Bondtrade άλλαξε πολιτική και απαιτούσε την πληρωμή των τσιγάρων τοις μετρητοίς από τους εναγόμενους προτού τους τα παραδώσει, απαίτηση στην οποία οι τελευταίοι δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν. Έτσι παρεμβλήθηκε η ίδια που ήταν πρόθυμη να πληρώνει την Bondtrade και να παρέχει πίστωση 30 ημερών στους εναγόμενους για να την εξοφλούν. Εξ υπαρχής της συνεργασίας γίνονταν πληρωμές σε τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας στην τράπεζα BLOM στη Λεμεσό. Η αγωγή 8275/99 Ε.Δ. Λεμεσού - Ζήτημα δεδικασμένου:- Της παρούσας αγωγής είχε προηγηθεί άλλη με την οποία η ενάγουσα διεκδικούσε το ίδιο ακριβώς ποσό. Επρόκειτο για την αγωγή 8275/99 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην οποία οι εναγόμενοι ήταν επτά. (Ολόκληρος ο φάκελος της αγωγής αυτής παρουσιάστηκε - Τεκμήριο 33). Οι πρώτοι τρεις ήταν οι ίδιοι με την παρούσα αγωγή. Η αγωγή 8275/99 απορρίφθηκε την 3.6.
  7. Υπάρχει αποστενογραφημένο το σχετικό πρακτικό (κατατέθηκε επίσης ως Τεκμήριο 11) το οποίο αναφέρει: «Για τους ενάγοντες: κα Κακογιάννη για κ. Τριανταφυλλίδη Για τους εναγόμενους: κος Κ. Σαβεριάδης Παρών ο αντιπρόσωπος των εναγομένων 1 και ο 2ος εναγόμενος κα Κακογιάννη Ζητώ άδεια όπως αποσύρω την αγωγή άνευ βλάβης. κος Σαβεριάδης Δεν ενίσταμαι αλλά ζητώ τα έξοδα μου. κα Κακογιάννη Δεν φέρω ένσταση. Δικαστήριο Άδεια δίδεται για την απόσυρση της αγωγής η οποία απορρίπτεται άνευ βλάβης των δικαιωμάτων των εναγόντων να καταχωρίσουν νέα αγωγή μελλοντικά. Όσον αφορά τα έξοδα αυτά επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή.» Με την Έκθεση Υπεράσπισης τους οι εναγόμενοι ισχυρίζονται πως η ενάγουσα εμποδίζεται από του να εγείρει και να προωθήσει την παρούσα αγωγή λόγω δεδικασμένου. Επιχειρηματολόγησαν οι δικηγόροι των εναγομένων ότι το τι επεσυνέβηκε την 3.6.2002 και αποτυπώνεται στο σχετικό πρακτικό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άσκηση διακριτικής ευχέρειας από το Δικαστήριο, όπως απαιτείται από τη σχετική νομολογία την οποία και παραθέτουν. Προκύπτει πως κατά την 3.6.2002 είχε ήδη παρέλθει το διαδικαστικό στάδιο που η ενάγουσα μπορούσε δικαιωματικά να διακόψει την αγωγή. Γι΄ αυτό και η ενάγουσα ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου να την αποσύρει άνευ βλάβης. Οι εναγόμενοι δεν έφεραν ένσταση. Ζήτησαν τα έξοδα. Το Δικαστήριο αποφάσισε να δώσει άδεια για την απόσυρση της αγωγής την οποία και απόρριψε άνευ βλάβης των δικαιωμάτων της ενάγουσας να καταχωρίσει νέα αγωγή μελλοντικά. Ακολούθησε διαταγή για έξοδα προς ικανοποίηση των εναγομένων. Ενδεχομένως εκείνο που διατείνονται οι εναγόμενοι, χωρίς όμως να το λέγουν ευθαρσώς, είναι πως ουσιαστικά δεν ασκήθηκε διακριτική ευχέρεια γιατί τίποτε το συγκεκριμένο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που θα μπορούσε να αποτελέσει το υπόβαθρο άσκησης διακριτικής ευχέρειας δικαστικά. Όμως, το Δικαστήριο παρουσιάζεται να άσκησε διακριτική ευχέρεια αφού έδωσε την άδεια του για απόσυρση της αγωγής, άνευ βλάβης όπως είχε ζητηθεί και η απόφαση του Δικαστηρίου δεν έχει προσβληθεί, αν τούτο μπορούσε να γίνει. Άλλωστε οι εναγόμενοι δεν είχαν ένσταση. Η νομολογία στην οποία παραπέμπουν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των εναγομένων όχι μόνο δε βοηθά αλλά καταρρίπτει την προβαλλόμενη θέση τους. Στην Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τράπεζας Λτδ

(1995)1 Α.Α.Δ. 670 αναφέρεται: «Η άδεια που ζήτησε για απόσυρση της αίτησης δεν υπονοούσε «διακοπή» με διαφυλαγμένο το δικαίωμα του για καταχώρηση νέας αίτησης. Δε ζητήθηκε άδεια για «διακοπή». Σαφώς ο εφεσείων δεν απευθύνθηκε στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου με αυτή την έννοια και οριστικά το Δικαστήριο δεν άσκησε διακριτική εξουσία, όπως υποδηλώνει το γεγονός ότι απέρριψε την αίτηση «κατά συνέπεια» της δήλωσης του εφεσείοντα. Η αίτηση απερρίφθη όπως ήταν η επιθυμία του εφεσείοντα. Δεν διεκόπη κατ΄ εφαρμογήν της Δ.15, δημιουργήθηκε δεδικασμένο και ο αιτητής δεν δικαιούται να επανέλθει.» Στην Πατσαλίδης ν. Δίσπυρου
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 317 το σχετικό πρακτικό δεν αποκάλυπτε πως είχε ζητηθεί άδεια ή ότι τέτοια, για απόσυρση της αίτησης, είχε δοθεί. Αναφέρεται ότι: «Η Δ.15.2 απαιτεί ρητή αίτηση και παροχή άδειας από το Δικαστήριο για απόσυρση υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιον του. Το Δικαστήριο ασκεί εξουσία, έχει δηλαδή διακριτική ευχέρεια, να εξετάσει το αίτημα και να αποφασίσει αν θα επιτρέψει τέτοια απόσυρση, .» Στην αγωγή 8275/99 ζητήθηκε άδεια και τέτοια δόθηκε από το Δικαστήριο για απόσυρση της αγωγής άνευ βλάβης του δικαιώματος καταχώρησης νέας. Οι δικηγόροι των εναγομένων εγείρουν ακόμα ζήτημα ότι η ενάγουσα κωλύεται στην προώθηση της παρούσας αγωγής. Αναφέρθηκαν στην Castanko v. Brown & Root (UK) Ltd
(1980)3 All E.R. 72, 80 και στην Goldsmith v. Sperrings Ltd
(1977)2 All E.R. 566, 574-
  1. Στην Goldsmith η αγωγή είχε νομότυπα διακοπεί σε στάδιο που δεν χρειαζόταν η άδεια του Δικαστηρίου. Αποφασίστηκε πως είναι κατάχρηση της διαδικασίας η διακοπή, έστω και αν είναι νομότυπη, εάν γίνεται προς το σκοπό αποκόμισης πλεονεκτήματος από τον ενάγοντα και όχι για τους σκοπούς που η διαδικασία της διακοπής σχεδιάστηκε και υπάρχει. Οι δικηγόροι υπεράσπισης εμπλέκουν το γεγονός του θανάτου του εναγομένου 2 καθ΄ ον χρόνο εκκρεμούσε η παρούσα αγωγή, υποβάλλοντας ουσιαστικά πως η διακοπή της αγωγής 8275/99 και η μη εκδίκαση της διαφοράς τον Ιούνιο του 2002 οδήγησε με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής στην εκδίκαση της διαφοράς σε χρόνο που ο εναγόμενος 2 είχε ήδη αποβιώσει. Αδιαμφισβήτητα ο εναγόμενος 2 θα ήταν ο βασικότερος μάρτυρας της υπεράσπισης. Έτσι, εισηγούνται, η πλευρά της ενάγουσας απεκόμισε πλεονέκτημα ή η υπεράσπιση ζημιώθηκε αφού ο εναγόμενος 2 δε μαρτύρησε κατά τη δίκη. Διαδικαστικά, η περίπτωση της 8275/99 διαφέρει από την περίπτωση της Goldsmith. Στην 8275/99 η απόσυρση έγινε κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου και οι εναγόμενοι δεν είχαν προς τούτο ένσταση. Πέραν τούτου, και επί της ουσίας, κανένας δεν θα μπορούσε το 2002 να είχε προβλέψει το θάνατο του εναγόμενου 2 το
  2. Προκύπτει από τα όσα ο δικηγόρος του εναγομένου 2 είχε αναφέρει στο Δικαστήριο ζητώντας, από καιρού εις καιρό, αναβολές της συνέχισης της ακρόασης, πως ο εναγόμενος 2 που δεν ήταν μεγάλος σε ηλικία ασθένησε αιφνίδια. Ως εκ των ανωτέρω, η ένσταση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης απορρίπτεται. Η καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας:- Είναι ίσως το κατάλληλο στάδιο εδώ να γίνει αναφορά στο ιστορικό εκδίκασης της παρούσας αγωγής γιατί είναι γεγονός πως αντικειμενικά ιδωμένο, το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας μέχρι την αποπεράτωση της, ήταν υπερβολικό. Η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε την 15.10.
  3. Την 25.2.2005 καταχωρίστηκε αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρισης Έκθεσης Υπεράσπισης και την 11.4.2005 αίτηση για ασφάλεια εξόδων. Την 30.6.2005 εκδόθηκε, εκ συμφώνου, διάταγμα για παροχή ασφάλειας εξόδων ενώ η αίτηση για απόφαση απορρίφθηκε αφού την ίδια μέρα καταχωρίστηκε Έκθεση Υπεράσπισης. Απάντηση καταχωρίστηκε την 13.2.
  4. Η υπόθεση ορίστηκε για πρώτη φορά για οδηγίες την 23.6.2006 η οποία όμως ακυρώθηκε γιατί την 31.5.2006 η ενάγουσα καταχώρισε αίτηση για Περαιτέρω και Καλύτερες Λεπτομέρειες που εκδικάστηκε και εκδόθηκε ενδιάμεση απόφαση την 31.10.
  5. Οι διαταχθείσες λεπτομέρειες δόθηκαν στις 27.11.
  6. Την 13.7.2006 καταχωρίστηκε αίτηση από τους εναγόμενους για τροποποίηση του διατάγματος παροχής ασφάλειας εξόδων που εκδικάστηκε και εκδόθηκε ενδιάμεση απόφαση την 21.3.
  7. Προνοείτο σε αυτή πως η αξίωση θα θεωρείτο εγκαταλειφθείσα αν δεν παραχωρείτο η διαταχθείσα εγγύηση εντός τακτής προθεσμίας. Η αγωγή απορρίφθηκε και καταχωρίστηκε αίτηση επαναφοράς την 24.4.
  8. Εκδικάστηκε και την 18.12.2007 εκδόθηκε ενδιάμεση απόφαση που διέτασσε την επαναφορά της αγωγής. Η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες την 26.3.2008 και σε άλλες ημερομηνίες που ακολούθησαν ώστε να γίνει αποκάλυψη εγγράφων. Την 25.2.2009 καταχωρίστηκε αίτηση για διαγραφή της Υπεράσπισης λόγω παράλειψης αποκάλυψης. Η αίτηση εκδικάστηκε και εκδόθηκε ενδιάμεση απόφαση την 8.7.
  9. Την επομένη, 9.7.2009, οι εναγόμενοι καταχώρησαν αιτήσεις για απόρριψη της αγωγής λόγω μη αποκάλυψης και εκ συμφώνου εκδόθηκαν την 25.9.2009 σχετικά διατάγματα που προέβλεπαν και παράταση χρόνου για καταχώρηση ένορκης δήλωσης αποκάλυψης από την ενάγουσα. Η αγωγή παρέμεινε για οδηγίες την 18.11.
  10. Την 18.11.2009, ορίστηκε για πρώτη φορά για ακρόαση την 4.5.2010 και η δίκη άρχισε λίγες μέρες μετά, την 7.5.
  11. συνεχίστηκε την 18.5.2010, 20.5.2010, 2.6.2010 και 3.6.
  12. Ενώ ήταν ορισμένη για συνέχιση την 21 και 25.6.2010 ζητήθηκε αναβολή γιατί ο Μ.Ε.1, του οποίου η μαρτυρία δεν είχε αποπερατωθεί δεν μπορούσε να είναι στην Κύπρο γιατί είχε ασθενήσει σοβαρά η μητέρα του. Η υπεράσπιση δεν είχε ένσταση. Δηλώθηκε περαιτέρω από τον κ. Κ. Σαβεριάδη, που ουσιαστικά χειριζόταν την υπόθεση, πως δεν είχε διαθέσιμες ημέρες για ακρόαση πριν τις θερινές διακοπές. Η υπόθεση ορίστηκε για τις 29.9.
  13. Τότε ανέκυψαν τα προβλήματα υγείας του εναγόμενου
  14. Η υπεράσπιση θεωρούσε την παρουσία του απαραίτητη και δεν υπήρχε ένσταση στην αναβολή της αγωγής. Δόθηκε σταδιακά αρκετός χρόνος φθάνοντας στις 14.4.
  15. Η κατάσταση της υγείας του εναγόμενου 2 δεν είχε βελτιωθεί και δεν ήταν παρών κατά τη δικάσιμο κατά την οποία ολοκληρώθηκε η μαρτυρία του Μ.Ε.
  16. Η ενάγουσα έκλεισε την υπόθεση της στις 20.4.
  17. Η υπεράσπιση ζήτησε αναβολή ώστε να εξεταστεί το ζήτημα της υγείας του εναγόμενου 2 και την προοπτική κλήσης μαρτύρων από το εξωτερικό. Δόθηκαν διαδοχικές ημερομηνίες για συνέχιση (8.6.2011, 9.6.2011 και 10.6.2011), όμως στις 22.5.2011 ο εναγόμενος 2 απεβίωσε στο εξωτερικό, οπόταν άρχισαν οι διαδικασίες για διαχείριση της περιουσίας του και κατ΄ ακολουθία τροποποίηση του τίτλου της αγωγής. Σχετικό διάταγμα τροποποίησης εκδόθηκε την 21.9.2011 και αφού καταχωρίστηκαν τροποποιημένα δικόγραφα η αγωγή ορίστηκε για συνέχιση την 9.11.
  18. Ζητήθηκε εκ νέου αναβολή από την υπεράσπιση. Τελικά η ακρόαση συνεχίστηκε την 2.12.2011, 5.12.2011, 6.12.2011 και 9.12.2011 που οι εναγόμενοι έκλεισαν την υπόθεση τους. Ζητήθηκε χρόνος για αγορεύσεις που ολοκληρώθηκαν την 1.2.
  19. Ότι πρέπει να σημειωθεί είναι πως ουδέποτε η αγωγή αναβλήθηκε για λόγους του Δικαστηρίου και ουδέποτε δόθηκε αναβολή χωρίς την συναίνεση της άλλης πλευράς και πάντοτε προς εξυπηρέτηση αρχικά της πλευράς της ενάγουσας και μετά της υπεράσπισης. Τα πρακτικά καθρεφτίζουν την πιο πάνω εικόνα. Η μαρτυρία για την Ενάγουσα:- Ο Vaglietti μαρτύρησε πως η συνεργασία με την Bondtrade είχε αρχίσει τέλη του 1991 και αντισυμβαλλόμενοι της ήταν από κοινού οι εναγόμενοι. Η συνεργασία άρχισε μετά από προσωπική επαφή του εναγόμενου 2 μαζί του. Του είχε αναφέρει πως ο εναγόμενος 3 είχε εγκαθιδρύσει συναφείς επιχειρήσεις στη Σόφια της Βουλγαρίας. Είναι αποδεκτό από τον Vaglietti πως οι συζητήσεις γίνονταν με τον εναγόμενο
  20. Ο εναγόμενος 2 του είπε ότι εκπροσωπεί "the family business", ενώ και ο εναγόμενος 3 στην πρώτη τους συνάντηση του είπε ότι τον αντιπροσωπεύει ο εναγόμενος
  21. Οι συναντήσεις που είχαν στη Σόφια γίνονταν και στην παρουσία του εναγόμενου 3, που διέμενε εκεί. Ο Vaglietti δεν μπορούσε να επικοινωνεί μαζί του λόγω γλώσσας, αλλά οι εναγόμενοι 2 και 3 συσκέπτονταν μεταξύ τους για τις συμφωνίες. Ο Vaglietti όταν είχε κάποιο παράπονο για κάποια καθυστέρηση μιλούσε πάντα με τον εναγόμενο
  22. Οι συνεννοήσεις του ήταν πάντα με αυτόν. Καμιά παραγγελία δεν έγινε από την εναγόμενη 1 ή τον εναγόμενο
  23. Όλες οι παραδώσεις εμπορευμάτων ήταν κατόπιν εντολής του εναγόμενου
  24. Στις αρχές της συνεργασίας μέχρι και τις αρχές του 1992 οι συναλλαγές ήταν μικρές και οι εναγόμενοι παρέδιδαν επιταγές στην Bondtrade πριν την παράδοση των εμπορευμάτων. Αρχές του 1992 ο Vaglietti μαζί με τον εναγόμενο 2 επισκέφθηκε τον εναγόμενο 3 στη Βουλγαρία. Οι εναγόμενοι 2 και 3 ζητούσαν πιστωτικές διευκολύνσεις και μεγαλύτερες ποσότητες εμπορευμάτων από την Bondtrade όπως επίσης να σταματήσει η Bondtrade να πωλεί σε κάποιους ανταγωνιστές τους. Σε αντάλλαγμα ήταν διατεθειμένοι να δώσουν στην Bondtrade ποσοστό των κερδών τους που στην εξέλιξη της σχέσης συμφωνήθηκε στο 27,5% των πραγματοποιηθέντων καθαρών κερδών. Οι παραγγελίες γίνονταν από τον εναγόμενο 2 και οι εναγόμενοι πλήρωναν κατευθείαν την Bondtrade 30 ημέρες μετά την παράδοση των προϊόντων είτε με τραπεζικά εμβάσματα είτε με επιταγές. Ο Vaglietti απέστελλε ή παρέδιδε σχεδόν κάθε βδομάδα σχετική κατάσταση λογαριασμού στον εναγόμενο 2 ο οποίος την αποδεχόταν. Παρουσίασε τις σχετικές καταστάσεις λογαριασμού της Bondtrade που αφορούν τη σχετική περίοδο (Τεκμήριο 2). Οι καταστάσεις αφορούν συναλλαγές από τον Μάρτιο του 1992 μέχρι τον Ιούνιο του
  25. Δεν πρόκειται για εβδομαδιαίες καταστάσεις που θα μπορούσαν να αποστέλλονταν ή παραδίδονταν εβδομαδιαία. Πρόκειται για κατάσταση με όλες τις ισχυριζόμενες συναλλαγές τριών και πλέον χρόνων σε 15 σελίδες (σελ. 1-15). Αναφέρει ο Vaglietti ότι το 1994 ο όγκος των εμπορευμάτων που παραγγέλλονταν και παραδίδονταν στους εναγομένους 2 και 3 αυξήθηκε ενώ οι πληρωμές παρουσίαζαν σημαντικές καθυστερήσεις. Ο εναγόμενος 2 εισηγήθηκε την έκδοση αμετάκλητης τραπεζικής εγγύησης προς όφελος της Bondtrade ως ασφάλεια για την καταβολή του τιμήματος αγοράς των προϊόντων που η Bondtrade θα πωλούσε και παρέδιδε στους εναγομένους 2 και
  26. Εκδόθηκε η εγγυητική. Πρόκειται για το επίδικο ζήτημα στην αγωγή 3771/99 Ε.Δ. Λεμεσού, αναφορά στην οποία γίνεται πιο κάτω. Το ποσό της εγγυητικής ήταν $1.500.000 και δεν κάλυπτε το υπόλοιπο του λογαριασμού των εναγομένων 2 και 3 που συνέχιζαν να έχουν σημαντικές καθυστερήσεις στις πληρωμές τους. Η Bondtrade αποφάσισε πως εκτός εάν οι εναγόμενοι 2 και 3 συμφωνούσαν να πληρώνουν πριν την παράδοση των προϊόντων θα σταματούσε τη συνεργασία μαζί τους. Είχε κριθεί πως το ποσοστό κέρδους της δεν ήταν αρκετό για να καλύπτει τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθετο. Περαιτέρω η Bondtrade εύρισκε υπερβολικά τα έξοδα των εναγομένων, που η ίδια δεν μπορούσε να επαληθεύσει, και που μείωναν το καθαρό κέρδος και κατά συνέπεια τα έσοδα της στη βάση του ποσοστού του 27,5% που δικαιούτο. Ο Vaglietti εξήγησε στον εναγόμενο 2 την εξέλιξη σε συνάντηση που είχε μαζί του αρχές του 1995 και ο τελευταίος του ανέφερε πως δεν θα μπορούσαν να ανταποκριθούν. Ήθελε όμως ο εναγόμενος 2 να συνεχίσει να αγοράζει προϊόντα από την Bondtrade και αναζητούσε κάποιο άλλο τρόπο. Αναφέρει ο Vaglietti πως ήταν και δική του επιθυμία να συνεχίσει η συνεργασία. Κατά πρώτο λόγο για να εξασφαλίσει ότι η Bondtrade θα εισέπραττε το λαβείν της που στις 25.1.1995 ήταν $6.046.821 και κατά δεύτερο λόγο για να μην απολέσει η Bondtrade το μερίδιο στην αγορά που είχε στις χώρες που εμπορεύονταν οι εναγόμενοι 2 και
  27. Έτσι ο ίδιος ίδρυσε, το Φεβρουάριο του 1995 στο Λίβανο, την ενάγουσα. Οι μετοχές της ενάγουσας εγγράφηκαν στο όνομα του φίλου και συνεργάτη του Nicola Toufic Al Issa ο οποίος τις κατείχε ως καταπιστευματοδόχος για λογαριασμό του. Η ενάγουσα θα χρηματοδοτούσε τις αγορές των προϊόντων των εναγομένων από την Bondtrade. Η Bondtrade θα τιμολογούσε την ενάγουσα που θα πλήρωνε την Bondtrade πριν την παράδοση των προϊόντων στους εναγομένους. Η ενάγουσα θα τιμολογούσε τους εναγομένους και θα πληρωνόταν από αυτούς 30 ημέρες μετά την παράδοση των προϊόντων. Ως αντικειμενική παρατήρηση μπορεί στο στάδιο τούτο να καταγραφεί πως με την ισχυριζόμενη διευθέτηση η Bondtrade θα πληρωνόταν για τα εμπορεύματα που θα παρέδιδε στους εναγόμενους από μια άλλη εταιρεία, την ενάγουσα, που σύστησε ο διευθυντής της σε άλλη επικράτεια και όπου το συμφέρον του είχε αποκρυβεί πίσω από ένα καταπίστευμα. Ότι άλλο παρατηρείται είναι πως ενώ οι εναγόμενοι φέρονται από τον Vaglietti τον Ιανουάριο του 1995 να μην μπορούν να ανταποκριθούν στο να πληρώνουν άμεσα για τα τσιγάρα που παράγγελλαν, ο λογαριασμός τους με την Bondtrade αποκαλύπτει πως την 17.1.1995 το χρέος τους είχε πλήρως εξοφληθεί (βλ. Τεκμήριο 2 σελ. 12), ενώ ήταν σε ισχύ και η τραπεζική εγγύηση για $1,5 εκατ. Την 25.1.1995 το χρεωστικό υπόλοιπο είχε πράγματι φθάσει τα $6.046.821 ως αποτέλεσμα του όγκου του εμπορίου που τα μέρη διεξήγαγαν, παρατηρείται όμως πως πριν την ισχυριζόμενη εμπλοκή της ενάγουσας είχε μειωθεί σε επίπεδα μεταξύ $2 εκατ. - $4 εκατ. από τον Απρίλιο του 1995 ενώ στις 22.6.1996 το χρέος ήταν $1,5 εκατ. και καλυπτόταν πλήρως από την τραπεζική εγγύηση. Το γεγονός μπορεί να είναι σημαδιακό ότι στο συγκεκριμένο χρόνο επήλθε κάποια διαφοροποίηση στη συνεργασία των μέχρι τότε μερών, όμως παραμένει το ερώτημα γιατί η Bondtrade να φέρεται δυσαρεστημένη με ένα τέτοιο πελάτη. Η τραπεζική εγγύηση, μαρτύρησε ο Vaglietti, θα παρέμενε σε ισχύ και η ενάγουσα θα έδιδε πίστωση στους εναγόμενους μέχρι το ποσό των $3.000.000 πέραν του ποσού της εγγυητικής. Η εγγυητική επιστολή και οι σχετικές ανανεώσεις της παρουσιάστηκαν (Τεκμήριο 3). Αναφέρεται στην εγγυητική επιστολή πως αφορούσε εμπορεύματα που η Bondtrade θα παρέδιδε στον «Fahd Ismail Tlaiss», δηλαδή τον εναγόμενο
  28. Η εγγυητική θα ενεργοποιείτο με παράδοση στην τράπεζα αντίγραφου του τιμολογίου και επιβεβαίωση της Bondtrade πως τα εμπορεύματα παραδόθηκαν και πως το τιμολογηθέν ποσό παρέμενε απλήρωτο. Η εγγυητική ανανεώνετο με τους όρους της αναλλοίωτους όπως και τελευταία ανανεώθηκε με επιστολή ημερομηνίας 22.12.1997 και ίσχυε μέχρι 31.12.
  29. Η συνεργασία στη νέα βάση άρχισε τον Ιούνιο του 1995 και συνεχίστηκε μέχρι το Μάιο του
  30. Οι καταστάσεις λογαριασμού που αφορούν την περίοδο αυτή παρουσιάστηκαν (Τεκμήριο 4). Πρόκειται για 33 σελίδες (σελ. 16 - 48) και είναι η συνέχεια του Τεκμηρίου
  31. Είναι η θέση του Vaglietti πως απέστελλε ή παρέδιδε προσωπικά καταστάσεις λογαριασμού στον εναγόμενο 2 που αποδεχόταν το περιεχόμενο τους. Εξήγησε διά ζώσης πως ότι παρέδιδε ήταν ανεπίσημα έγγραφα, πολλές φορές χειρόγραφες σημειώσεις. Η εξήγηση του Vaglietti, γιατί εφόσον επρόκειτο για νέα συνεργασία των εναγομένων με νέο νομικό πρόσωπο, την ενάγουσα αντί της Bondtrade, συνεχίστηκε ο ίδιος λογαριασμός, ήταν πως όταν ανέλαβε η ενάγουσα το λογιστικό σύστημα της Bondtrade μεταφέρθηκε στην ενάγουσα και συνεχίστηκε ο λογαριασμός. Δεν είναι σύνηθες αυτό που φέρεται να έγινε. Η Bondtrade εξακολουθούσε να εμπορεύεται με τους εναγόμενους και το ότι θα πληρωνόταν από την ενάγουσα δεν εξάλειφε την αναγκαιότητα διατήρησης λογαριασμού. Οι πληρωμές σε λογαριασμό της ενάγουσας (Τεκμήριο 7), που είναι αδιαμφισβήτητες, αντικατοπτρίζονται στο Τεκμήριο
  32. Όχι μόνο τα ποσά αλλά και τα στοιχεία της τραπεζικής συναλλαγής που γινόταν κάθε φορά. Απεικονίζονται στο Τεκμήριο 4 τα ποσά που εισέπραττε η ενάγουσα και όχι αυτά που προφανώς εισέπραττε η Bondtrade. Οι όποιες πληρωμές της ενάγουσας προς την Bondtrade (Τεκμήριο 7) δεν φαίνονται στο Τεκμήριο
  33. Το ίδιο συμβαίνει και με τα τιμολόγια. Το Τεκμήριο 10 είναι μικρή δέσμη τιμολογίων της Bondtrade προς την ενάγουσα με τα αντίστοιχα της ενάγουσας προς τους εναγόμενους 2 και
  34. Στο Τεκμήριο 4 παρουσιάζονται τα τιμολόγια της ενάγουσας προς τους εναγόμενους 2 και 3 και οι τιμές που αυτή χρέωνε και όχι οι τιμές που η Bondtrade χρέωνε την ενάγουσα (βλ. καταχωρίσεις με αύξων αριθμό 98, 100, 101 και 104 - 108). Συνάγεται από τα πιο πάνω πως το Τεκμήριο 4 είναι κατάσταση λογαριασμού της ενάγουσας. Κατά πόσο ήταν γνήσιο έγγραφο της εποχής αμφισβητήθηκε έντονα και υποβλήθηκε στον Vaglietti πως ετοιμάστηκε εκ του πονηρού και για σκοπούς εξυπηρέτησης της αξίωσης. Παρουσιάστηκαν 118 τιμολόγια της ενάγουσας στα ονόματα «Ptolemeos Fahad Ahmad Ismail Tlais» (ως δέσμη Τεκμήριο 5). Καλύπτουν περίοδο από 9.1.1998 - 5.4.1999 και τις σελίδες από τη 43 και μετέπειτα του Τεκμηρίου 4, που αρχίζει (η σελίδα 43) με χρεωστικό υπόλοιπο $4.037.
  35. Υποστήριξε ακόμα ο Vaglietti, και επί τούτου επίσης αμφισβητήθηκε έντονα, πως τα τιμολόγια της ενάγουσας παραδίδονταν κατά καιρούς στον εναγόμενο 2 από τον ίδιο προσωπικά. Ποτέ δεν του ζήτησε να τα υπογράφει γιατί υπήρχε εμπιστοσύνη μεταξύ τους. Παρατηρείται, αντικειμενικά, πως είναι όλα φωτοαντίγραφα και δεν φέρουν οιαδήποτε υπογραφή. Το Τεκμήριο 8 είναι όλες οι γραπτές εντολές που οι εναγόμενοι κατά καιρούς έδιναν στην ενάγουσα για να χρηματοδοτήσει τις αγορές τους. Οι υπόλοιπες παραγγελίες ήταν προφορικές. Οι παραγγελίες αφορούν τα έτη 1995 - 1997 και τον Ιανουάριο του
  36. Τα παρουσιασθέντα έγγραφα δεν καταδεικνύουν τη μορφή των συναλλαγών που γίνονταν. Είναι σε συνοπτική μορφή που προφανώς κατανοούν οι εμπλεκόμενοι. Δεν παραπέμφθηκε το Δικαστήριο σε κάποιο στοιχείο που να επιβεβαιώνει ή έστω να υποστηρίζει πως ο τύπος των δοσοληψιών ήταν ο προτεινόμενος από την ενάγουσα. Ούτε και το αντίθετο. Σημειώνεται πως, εν πάση περιπτώσει, είναι κοινό έδαφος ότι οι εναγόμενοι ή έστω ο εναγόμενος 2 είναι πάντα στην Bondtrade που παράγγελλε. Η ενάγουσα, μαρτύρησε αρχικά ο Vaglietti, πλήρωνε την Bondtrade όλα τα ποσά με τα οποία η τελευταία την τιμολογούσε για τα προϊόντα που ελάμβαναν οι εναγόμενοι. Στο Τεκμήριο 10 περιλαμβάνονται μόνο μερικά από τα τιμολόγια της Bondtrade προς την ενάγουσα. Οι τιμές που η ενάγουσα χρέωνε ήταν περιθωριακά υψηλότερες προδήλως για να καλύπτουν το κέρδος της ενάγουσας για την εμπλοκή της. Τεκμήριο 9 είναι μερικά εμβάσματα της ενάγουσας για πληρωμή της Bondtrade. Όταν οι σχέσεις διασαλεύτηκαν και η συνεργασία σταμάτησε τον Ιούνιο του 1999, οι εναγόμενοι είχαν χρεωστικό λογαριασμό με την ενάγουσα που ανερχόταν σε $2.928.
  37. Πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, η ενάγουσα με επιστολή των δικηγόρων της προς όλους τους εναγόμενους ημερομηνίας 8.10.2004 (Τεκμήριο 12) τερμάτισε το λογαριασμό και τους κάλεσε να εξοφλήσουν το ποσό. Η μαρτυρία για την υπεράσπιση:- Μαρτυρία για την υπεράσπιση δόθηκε από το δικηγόρο Κωνσταντίνο Σαβεριάδη, στενό φίλο του εναγόμενου 2 και δικηγόρο του σε διάφορες υποθέσεις που είχε στα πλαίσια των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων. Η μαρτυρία του βασίζεται, όπως ανάφερε, σε προσωπική του γνώση και από μελέτη εγγράφων που αφορούν τη σχέση εναγόμενου 2 και Vaglietti. Το μεγαλύτερο πρόβλημα των λαθρεμπόρων τσιγάρων, γιατί έτσι χαρακτήρισε ο κ. Κ. Σαβεριάδης το διακομιστικό ("transit") εμπόριο τσιγάρων της εποχής, ήταν η εξασφάλιση τσιγάρων από τις βιομηχανίες και ιδιαίτερα την Philip Morris. Ο εναγόμενος 2, όπως άκουε ο κ. Κ. Σαβεριάδης, δεν είχε τέτοιο πρόβλημα γιατί, "όπως έλεγαν, είχε άμεση πρόσβαση στον κατασκευαστή και συνέταιρο μέσα στην εταιρεία". Από την επαφή του με τον εναγόμενο 2 ο κ. Κ. Σαβεριάδης διαπίστωσε πως, παρά τον όγκο των εργασιών του και τα τεράστια ποσά, οι επιχειρήσεις του εναγόμενου 2 διεξάγονταν σε προσωπικό επίπεδο με προσωπικές ή τηλεφωνικές επαφές, χωρίς την ανάμιξη τραπεζικών διατυπώσεων στη βάση εμπιστοσύνης μεταξύ των εμπλεκομένων. Μεγάλα ποσά διακινούνταν σε μετρητά. Μέσα στο Μάιο του 1999 άρχισαν οι αντιδικίες μεταξύ εναγόμενου 2 και Vaglietti και ο εναγόμενος 2 εξήγησε στον κ. Κ. Σαβεριάδη το ιστορικό της σχέσης του με τον Vaglietti, τον οποίο πάντα περιέγραφε ως τον συνέταιρο του. Οι αντιδικίες ξεκίνησαν όταν ο Vaglietti επιχείρησε να εξαργυρώσει τραπεζική εγγυητική που είχε δώσει ο εναγόμενος 3 προς όφελος της Bondtrade. Είναι το αντικείμενο της αγωγής 3771/99 που αναφέρεται πιο κάτω. Είναι η θέση του κ. Κ. Σαβεριάδη πως ο Vaglietti δεν ήταν μέτοχος της Bondtrade. Έτσι κατέδειξε έρευνα του στον Έφορο Εταιρειών. Ήταν μισθωτός διευθυντής της και έτσι τον γνώρισε ο εναγόμενος 2 περί το
  38. Η Bondtrade ήταν συνδεδεμένη με μια γαλλική εταιρεία που ήταν επίσημη αντιπρόσωπος της Philip Morris. Το 1991 με την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ δημιουργήθηκαν τεράστιες αγορές τσιγάρων και ο εναγόμενος 2 ήταν ο πρώτος που μπήκε σε αυτές τις αγορές. Ο εναγόμενος 2 χρειαζόταν μεγάλες ποσότητες προς ικανοποίηση της ζήτησης που είχε. Έτσι συμφώνησε σε συνεργασία με τον Vaglietti για εκμετάλλευση των αγορών αυτών. Δημιουργήθηκε ένας "άγραφος συνεταιρισμός". Όπως το κατανοούσε ο κ. Κ. Σαβεριάδης, ο Vaglietti "θα εργαζόταν ενάντια στα ουσιαστικά συμφέροντα των εργοδοτών του". Ο Vaglietti εξασφάλιζε τα τσιγάρα "με τον τρόπο του" και ο εναγόμενος 2 τα προωθούσε στην αγορά. Σε κάποιες χώρες έβαζαν και τρίτα πρόσωπα ως συνεταίρους, όπως στη Βουλγαρία κάποια εταιρεία Maxim. Μερικά από τα αδέλφια του εναγόμενου 2 εγκαταστάθηκαν σε χώρες του ανατολικού μπλοκ και ασχολούνταν με το εμπόριο τσιγάρων, όπως ο εναγόμενος 3 που εγκαταστάθηκε στη Βουλγαρία και έγινε πελάτης του συνεταιρισμού. Σύμφωνα με τον κ. Κ. Σαβεριάδη, υπό αυτές τις συνθήκες έδωσε ο εναγόμενος 3 την αναφερόμενη τραπεζική εγγύηση «προς αποφυγή παρεξηγήσεων». Παρά το ότι οι αντιδικίες εναγόμενου 2 και Vaglietti άρχισαν το Μάιο του 1999, οι σχέσεις τους είχαν αρχίσει να χαλούν από πιο πριν, όταν ο εναγόμενος 2 ανακάλυψε ότι πελάτες του που σταματούσαν να συνεργάζονται μαζί του προμηθεύονταν τσιγάρα έμμεσα από τον Vaglietti. Για παράδειγμα, στην αγορά της πρώην Γιουγκοσλαβίας μεγαλέμπορος τσιγάρων ήταν κάποιος δρ. Khalad Al Hamid οικογενειακός φίλος του εναγόμενου 2 που αγόραζε μεγάλες ποσότητες από τον συνεταιρισμό με πίστωση αρκετών εκατομμυρίων δολαρίων. Στη γραπτή του δήλωση ο κ. Κ. Σαβεριάδης αναφέρεται στον εναγόμενο 2 ως προμηθευτή και πιστωτή του Khalad, εξήγησε όμως δια ζώσης πως εννοούσε τον συνεταιρισμό. Όπως αναφέρει ο κ. Κ. Σαβεριάδης, στην εξέλιξη της συνεργασίας ο συνεταιρισμός προμήθευε τσιγάρα τους Γιουγκοσλάβους κατ΄ ευθείαν και ο Khalad έπαιρνε προμήθεια επί των πωλήσεων. Σε κάποιο στάδιο οι Γιουγκοσλάβοι σταμάτησαν να προμηθεύονται από το συνεταιρισμό αλλά ο Khalad που έβλεπε πως συνέχιζαν να λαμβάνουν μεγάλες ποσότητες απαιτούσε την προμήθεια του. Είναι η θέση του κ. Κ. Σαβεριάδη πως τους Γιουγκοσλάβους προμήθευε ο Vaglietti έμμεσα. Ως αποτέλεσμα η σχέση με τον Khalad διακόπηκε με τον τελευταίο να χρωστά στον συνεταιρισμό πέραν των $4 εκατομμυρίων. Τελικά ο Khalad αντιλήφθηκε πως τόσο ο ίδιος όσο και ο εναγόμενος 2 ήταν θύματα του Vaglietti και οι σχέσεις Khalad και εναγόμενου 2 αποκαταστάθηκαν. Ο εναγόμενος 2, ανέφερε ο κ. Κ. Σαβεριάδης, αναγκάστηκε να διαγράψει τα οφειλόμενα από τον Khalad που ήταν τότε $3,5 εκατ. Κατά τον εναγόμενο 2 η ζημιά οφειλόταν στον Vaglietti που «ηθικά έπρεπε να καλύψει τουλάχιστο τα μισά». Αναφέρει στη γραπτή του δήλωση ο κ. Κ. Σαβεριάδης (σελ. 12): «Από τον συνεταιρισμό αυτό είχε να παίρνει κατά την άποψη του ίσως πέραν των $25 εκατομμυρίων για τα οποία στη δικογραφία πάντοτε επιφύλαττε τα δικαιώματα του. Μου εξήγησε πως δούλευε ο συνεταιρισμός και πως κατέληγε στο πιο πάνω νούμερο. Ταυτόχρονα όμως παραδεχόταν σε μένα ότι ουδέποτε μπορεί να το αποδείξει αυτό το ποσό ενώπιον δικαστηρίου εξ' ου και ουδέποτε κινήθηκε δικαστικά για να το διεκδικήσει.» Στο τέλος της γραπτής του δήλωσης σημειώνει: «Ακόμη και αν ο κ. Vaglietti έχει θεωρητικά δίκαιο και στο τέλος της ημέρας κάποια χρήματα οφείλονται από τον Abou Hamid, αυτά οφείλονται στον κ. Vaglietti και όχι στους Ενάγοντες ή οιανδήποτε άλλη Εταιρεία.» Το θεωρητικό μέρος αφορά μάλλον και στα δύο σκέλη της αξίωσης. Ότι οι πραγματικοί διάδικοι έπρεπε να ήταν ο Vaglietti και ο εναγόμενος 2 και ότι ο εναγόμενος 2 δεν χρωστά στον Vaglietti. Όπως και να ήταν η μορφή της συνεργασίας οι διαπροσωπικές σχέσεις Vaglietti και εναγόμενου 2 φαίνεται πως διαταράχθηκαν όταν διαπιστώθηκε πως οι Γιουγκοσλάβοι πελάτες, είτε των εναγομένων κατά την ενάγουσα, είτε του συνεταιρισμού κατά την υπεράσπιση, προμηθεύονταν τσιγάρα από αλλού με την εμπλοκή του Vaglietti. Δέχθηκε ο τελευταίος πως πώλησε τσιγάρα σε άτομα στην Κύπρο που εμπιστευόταν και ίσως αυτοί να πώλησαν μετά στη Σερβία. Ανάφερε ο κ. Κ. Σαβεριάδης πως εργαζόταν ο συνεταιρισμός, όπως, κατ΄ ισχυρισμό, ο εναγόμενος 2 του είχε εξηγήσει. Τα τσιγάρα εξασφαλίζονταν από την Bondtrade αλλά και άλλους προμηθευτές κατά κύριο λόγο με τη διαμεσολάβηση του Vaglietti. Προστίθετο κέρδος 2 - 4 δολάρια. Σε ποια ποσότητα ήταν αυτό το κέρδος δεν διευκρινίζεται. Προφανώς σε κάθε πακέτο ή κούτα τσιγάρων. Τα κέρδη, λέει ο κ. Κ. Σαβεριάδης, παρέμεναν με τον Vaglietti ενώ ο εναγόμενος 2 δικαιούτο το 50%. Η θέση είναι προβληματική. Εφόσον ο Vaglietti είχε την ευθύνη της εξασφάλισης των τσιγάρων και ο εναγόμενος 2 την πτυχή που αφορούσε στη διάθεση τους, είναι αντιληπτό πως ο εναγόμενος 2 θα εισέπραττε από τους πελάτες. Ο εναγόμενος 2 θα εισέπραττε από τους πελάτες ένα ποσό που αναλύεται ως το κόστος των τσιγάρων για το συνεταιρισμό, πλέον το κέρδος του συνεταιρισμού. Ότι θα έπρεπε να αποδίδει στον συνέταιρο του τον Vaglietti έπρεπε να είναι το κόστος για τον συνεταιρισμό για να πληρωθεί η Bondtrade ή οποιοσδήποτε άλλος προμηθευτής πλέον το 50% του κέρδους και όχι όλο το κέρδος. Πώς είναι δυνατό ο εναγόμενος 2 να έχει να λαμβάνει κέρδη από τον Vaglietti; Αλλά κι αν τούτο μπορούσε να είχε συμβεί, γιατί σε μια τέτοια σχέση συνεταιρισμού που είχε αρχίσει από το 1992 γίνονταν πληρωμές προς την ενάγουσα ή έστω για λογαριασμό του Vaglietti μέχρι και το τέλος του 1998 με αρχές του 1999 σύμφωνα με την υπεράσπιση. Περαιτέρω, πώς τα κέρδη παρέμεναν με τον Vaglietti όταν, σύμφωνα και πάλι με τον κ. Κ. Σαβεριάδη, εκατομμύρια δολάρια ανταλλάχθηκαν μεταξύ του Vaglietti και του εναγόμενου 2 σε μετρητά. Αναφέρει ο κ. Κ. Σαβεριάδης πως πέραν των συσσωρευμένων κερδών που παρέμειναν στα χέρια του Vaglietti, υπήρχαν και ζημιές που ο εναγόμενος 2 υπέστη, για τις οποίες θεωρούσε υπεύθυνο ή συνυπεύθυνο τον Vaglietti, έστω ηθικά. Πέραν των ισχυριζόμενων ζημιών σε σχέση με τον Khalad οι λοιπές αναφορές ήταν γενικές. Η αναφορά ότι κατά κανόνα καλύπτονταν από τον εναγόμενο 2 "συνήθως δια της αποκοπής από τα οφειλόμενα" ενισχύει το συλλογισμό της προηγούμενης παραγράφου. Η δήλωση του Nicola Toufic Al Issa:- Τεκμήριο 15 είναι φωτοαντίγραφο μιας γραπτής δήλωσης του προαναφερθέντα Nicola Toufic Al Issa ημερομηνίας 29.6.1999 (Τεκμήριο 15) με την οποία ο ρηθείς δηλώνει πως δεν έχει να λαμβάνει οιοδηποτε ποσό από τους "Mohamad Ahmad Tlais, Abdul Asiz Ahmad Tlais, Fahd Ahmad Ismail" και πως την εταιρεία που διεύθυνε, την ενάγουσα, την είχε πωλήσει την 17.6.
  39. Υπενθυμίζεται πως, όπως εξήγησε ο Vaglietti, ο Issa ήταν κατόχος των μετοχών της ενάγουσας για λογαριασμό του. Δεν αμφισβητήθηκε πως ο ρηθείς Issa υπόγραψε το έγγραφο. Ο Vaglietti μαρτύρησε πως ο Issa του αποκάλυψε πως διέρρηξαν το σπίτι του στο Λίβανο όπου βρισκόταν και τον απείλησαν για να το υπογράψει. Ο Vaglietti προσπάθησε να του εξασφαλίσει άδεια για να έρθει στην Κύπρο τον Ιούλιο του 1999 αλλά το αίτημα του απορρίφθηκε από τις Κυπριακές Αρχές (βλ. Τεκμήριο 16). Έτσι ο Issa του απέστειλε εξουσιοδότηση στην Αραβική για να προβεί σε σχετική καταγγελία (Τεκμήριο 17). Το έγγραφο μετάφρασε στα Αγγλικά κάποιος George Iuanof και ο Vaglietti παρουσίασε και Αγγλικό κείμενο (Τεκμήριο 18). Είναι η θέση της ενάγουσας πως έγινε έγγραφη καταγγελία στις Λιβανικές αρχές μέσω δικηγόρου και παρουσιάστηκε το σχετικό έγγραφο στην Αραβική (Τεκμήριο 19) και μετάφραση του στην Αγγλική (Τεκμήριο 20). Δεν ζητήθηκε αντεξέταση του Issa δυνάμει του άρθρου 26 του περί Απόδειξης Νόμου σε σχέση με οποιαδήποτε δήλωση του. Ουδεμία βαρύτητα αποδίδω στη γραπτή δήλωση Issa ή στα άλλα έγγραφα που σε σχέση με αυτόν παρουσιάστηκαν. Δεν υπάρχει στέρεα βάση για κρίση της αξιοπιστίας του. Δεν αποκλείεται να προσυπογράφει ότι τεθεί ενώπιον του, είτε προς εξυπηρέτηση συμφερόντων είτε για άλλους λόγους. Μπορεί όμως να είναι και ένα καθόλα έντιμο και ειλικρινές πρόσωπο. Ποιός ή ποιοι είχαν εμπορική σχέση με την ενάγουσα, τον Vaglietti ή την Bondtrade:- Αποδιδόταν με την αγωγή 8275/99 Ε.Δ. Λεμεσού ότι οι εναγόμενοι 1-7 και/ή οιοσδήποτε εξ' αυτών ήταν επαγγελματικοί συνεργάτες και έκαναν συμφωνίες με την ενάγουσα και όφειλαν σε αυτή το ποσό της αξίωσης. Οι εναγόμενοι 1 - 3 ήταν οι ίδιοι όπως στην υπό εκδίκαση αγωγή. Όπως προκύπτει από την Έκθεση Υπεράσπισης που είχε καταχωριστεί (μέρος του Τεκμηρίου 33 και επίσης Τεκμήριο 14), οι εναγόμενοι 5 και 7 ήταν τα ίδια πρόσωπα με τους εναγόμενους 2 και 3 αντίστοιχα, με άλλα ονόματα τα οποία χρησιμοποιούν. Οι εναγόμενοι 4 και 6 είναι άλλα φυσικά πρόσωπα, ίσως συγγενικά των εναγομένων 2 και 3 αφού στο όνομα τους αναφέρεται το όνομα "Tlais". Στην παραγρ. 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης γινόταν παραδοχή πως και η νυν εναγόμενη 1 εταιρεία ήταν συνεργάτης και συνέταιρος του Vaglietti ή και της Bondtrade και όχι μόνο ο εναγόμενος 2 όπως προβλήθηκε στην παρούσα αγωγή. Της αγωγής 8275/99 είχε προηγηθεί προειδοποιητική επιστολή απαίτησης του τότε δικηγόρου της ενάγουσας ημερομηνίας 25.6.1999 (μέρος του Τεκμηρίου 6) που απευθυνόταν προς τους εναγόμενους 2 και 3 και τον "Mohamed Ahmad Tlais" (μετέπειτα εναγόμενο 6), τρία δηλαδή πρόσωπα αντί για πέντε εναντίον των οποίων η αγωγή εκείνη (στην πραγματικότητα) καταχωρίστηκε. Απάντησε ο δικηγόρος των τριών (επιστολή ημερομηνίας 29.6.1999 - μέρος του Τεκμηρίου 6) ζητώντας κατάσταση του "υποτιθέμενου" λογαριασμού. Ο δικηγόρος της ενάγουσας (με συνοδευτική επιστολή ημερομηνίας 9.7.1999 - μέρος του Τεκμηρίου 6) απέστειλε κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 26). Στην κατάσταση αυτή δεν αναφερόταν ούτε το όνομα αυτού που είχε να λαμβάνει ούτε το όνομα του αυτού ή αυτών που όφειλαν να πληρώσουν. Η κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 26 είναι σχεδόν πανομοιότυπη με την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 4, που όμως, όπως πιο κάτω θα δούμε, αναφέρει τρία πρόσωπα ως τους πελάτες της ενάγουσας. Η δικογραφία δεν είναι δήλωση του διαδίκου και όταν προβάλλονται θέσεις που διαφέρουν από τις προβαλλόμενες στη δίκη δεν επιτρέπεται η αντιπαραβολή προς το σκοπό διάψευσης των προβαλλόμενων θέσεων (βλ. Γιασεμή ν. Ρούσου
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1098, 1101). Αυτό ισχύει τόσο για το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης της ενάγουσας όσο και της Έκθεσης Υπεράσπισης των εναγομένων. Δεν μπορεί, χωρίς άλλο, να αναχθεί η δικογραφία, ακόμα και στην ίδια την αγωγή που εκδικάζεται, σε προγενέστερη αντιφατική δήλωση του διαδίκου. Έχει σημασία αν διαφανεί πως αντικατοπτρίζει τις ρητές οδηγίες του διάδικου προς το δικηγόρο του ώστε να μην μπορεί να αποδοθεί η αναφορά στον τρόπο που ο δικηγόρος έκρινε ορθότερο να συντάξει το δικογράφημα. Από την άλλη, το γεγονός πως η επιστολή του δικηγόρου της ενάγουσας την 25.6.1999 δεν αναφέρεται στην ενάγουσα 1, έχει σημασία. Η επιστολή στάληκε με οδηγίες της ενάγουσας, όπως ρητά αναφέρεται σε αυτή, και καμιά εξήγηση δεν προσφέρθηκε ότι υπήρξε κάποια παρερμηνεία των οδηγιών ή ότι ο δικηγόρος υπέπεσε σε κάποιο σφάλμα. Παραπέμπουν οι δικηγόροι των εναγομένων κατά την τελική τους αγόρευση στο γεγονός πως η ενάγουσα κατά τη διαδικασία της αγωγής 8275/99 καθυστέρησε στην παροχή ζητηθέντων λεπτομερειών, επικαλούμενη μάλιστα διά των δικηγόρων της και συγκεκριμένα του δικηγόρου κ. Δημήτρη Μιχαηλίδη που ορκίστηκε σχετική ένορκη δήλωση, πως θα έπρεπε να γίνει έλεγχος στα βιβλία της για περίοδο επτά ετών. Αυτό, υποστηρίζουν οι δικηγόροι υπεράσπισης, καταδεικνύει ότι ο Vaglietti δεν είχε ακόμα αποκρυσταλλώσει μέσα του την ιστορία που θα παρουσίαζε, η δε αναφορά σε επτά έτη, σημειώνουν, δείχνει ότι επρόκειτο για μια περίοδο εμπορικής συνεργασίας επτά ετών από το 1992 μέχρι το 1999, όπως η υπεράσπιση διαχρονικά υποστήριζε. Σε κάθε περίπτωση, δεν θα απέδιδα καταλυτική σημασία στα όσα οι τότε δικηγόροι της ενάγουσας επικαλέστηκαν για να επιτύχουν χρόνο παράτασης παροχής λεπτομερειών. Ενώ η ενάγουσα είχε ιδρυθεί μόλις το 1996, στοιχεία της προγενέστερης συνεργασίας θα μπορούσε να ήταν σημαντικά. Αναμφίβολα όμως πριν την ίδρυση της δεν θα μπορούσε να λαμβάνει παραγγελίες από το Μάρτιο του 1992 όπως αναφέρθηκε στις από αυτήν δοθείσες λεπτομέρειες. Φαίνεται πως δεν επιδείχθηκε η δέουσα προσοχή στην υπόθεση από τους τότε δικηγόρους της ενάγουσας αλλά το αποτέλεσμα δεν μπορεί αφ΄ εαυτού να είναι καταστροφικό για την αξιοπιστία του Vaglietti. Στις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήρια 2 και 4) αναφέρονται ως πελάτες οι «Ptolemeos, Mohamed Ahmad & Fahad Ahmad Ismail Tlais». Όπως εξηγήθηκε από τον κ. Κ. Σαβεριάδη (MY1), δικηγόρο των εναγομένων, «Ptolemeos» είναι ο εναγόμενος 2 που χρησιμοποιεί επίσης τα ονόματα «Ali Tlaiss» «Αbdoul Asis» και «Abu Hamid». «Fahad Ahmad Ismail Tlais» είναι ο εναγόμενος 3 που χρησιμοποιεί επίσης το όνομα «Abu Ahmad». «Mohamed Ahmad» είναι επίσης αδελφός των εναγομένων 2 και 3 που χρησιμοποιεί επίσης το όνομα «Abu Ali» και που δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή. Η εξήγηση του Vaglietti ήταν πως ίσως ο λογιστής της ενάγουσας να πήρε το όνομα αυτό από το όνομα του δικαιούχου του λογαριασμού που γίνονταν οι πληρωμές. Ο λογαριασμός στην τράπεζα BLOM ήταν επ΄ ονόματι του εναγόμενου 3 και του Mohamed Ahmad και πληρωμές από αυτό το λογαριασμό υπάρχουν πολλές στο Τεκμήριο
  1. Τα παρουσιασθέντα τιμολόγια της ενάγουσας είναι στα ονόματα «Ptolemeos, Fahad Ahmad Ismail Tlais». Είναι δηλαδή τα τιμολόγια για δύο μόνο ονόματα, των εναγομένων 2 και
  2. Δεν περιλαμβάνεται το όνομα του Mohamed Ahmad που είδαμε στις καταστάσεις λογαριασμού. Ούτε το όνομα της εναγόμενης 1 εταιρείας παρουσιάζεται σε αυτά. Ο Vaglietti δεν διατύπωσε σαφή θετική θέση για την εμπλοκή της εναγόμενης
  3. Στη γραπτή του δήλωση αναφερόταν στους εναγόμενους από κοινού αλλά δεν έδωσε μαρτυρία που να εμπλέκει την εναγόμενη 1 ως ξεχωριστή νομική οντότητα. Πώς οι εναγόμενοι θα λειτουργούσαν; Επρόκειτο για από κοινού δραστηριότητα μιας εταιρείας και δύο φυσικών προσώπων; Ήταν οι τελευταίοι απλοί εγγυητές των υποχρεώσεων της εταιρείας; Κατέληγαν ποτέ τα αγορασθέντα προϊόντα στην κυριότητα της εταιρείας; Ανάφερε ο Vaglietti πως κάποτε ο εναγόμενος 2 έδιδε οδηγίες όπως τα εμπορεύματα παραδοθούν στο όνομα της εναγόμενης
  4. Στο Τεκμήριο 9 που περιγράφηκε πιο πάνω, και που αποτελείται από πολλές δεκάδες έγγραφα, εμφανίζεται δύο φορές επιστολόχαρτο της εναγόμενης 1 ενώ πολλά από τα έγγραφα φαίνεται να στάληκαν από το τηλεομοιότυπο μηχάνημα της εταιρείας. Οι εργασίες, ανέφερε ο Vaglietti, διεξάγονταν από τα υποστατικά της εναγόμενης 1 και για τις παραγγελίες χρησιμοποιείτο το. Κατά τη διά ζώσης μαρτυρία του ο Vaglietti μαρτύρησε πως όταν η σχέση χάλασε, βρέθηκε να μην ξέρει με ποιον είχε να κάνει και πως οι εναγόμενοι 2 και 3 ενεργούσαν υπό διαφορετικές ταυτότητες. Ακόμα πως αυτό που ήξερε ήταν πως συμφώνησε με τους εναγόμενους 2 και
  5. Ο Vaglietti, στην έκταση που μπορεί να εκληφθεί ότι επιχείρησε να εμπλέξει την εναγόμενη 1, απέτυχε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως δημιουργήθηκε η όποια συμβατική ή άλλη σχέση μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης
  6. Κανένα τιμολόγιο της ενάγουσας δεν εκδόθηκε προς την εναγόμενη
  7. Αυτή δεν αναφέρεται ως πελάτης της ενάγουσας στις καταστάσεις λογαριασμού που η τελευταία παρουσίασε. Καμιά πληρωμή προς την ενάγουσα δεν έγινε από την εναγόμενη
  8. Ούτε και στις καταστάσεις λογαριασμού της Bondtrade, στη συνεργασία που φέρεται ως η προκάτοχος κατάσταση, παρουσιάζεται η εναγόμενη 1 ως πελάτης. Μάλιστα για την περίοδο εκείνη η θέση του Vaglietti ήταν σαφής, ότι η συνεργασία ήταν μεταξύ της Bondtrade και των εναγομένων 2 και 3 μόνο. Ούτε και η προειδοποιητική επιστολή - απαίτηση χρέους της 25.6.1999 απευθυνόταν προς την εναγόμενη
  9. Επέλεξε, εν τούτοις, η ενάγουσα ή ο δικηγόρος της καταχωρώντας την αγωγή 8275/99 να ενάξει και την εναγόμενη 1 και άλλους πέραν των εναγομένων 2 και 3, η δε εναγόμενη 1 ή οι δικηγόροι της να δικογραφήσουν πως αυτή ήταν συνεργάτης και συνέταιρος του Vaglietti και της Bondtrade. Τούτο δεν αναταράσσει την κατάληξη πως η ενάγουσα απέτυχε να τεκμηριώσει την αξίωση της εναντίον της εναγόμενης
  10. Η τραπεζική εγγύηση του εναγόμενου 3 προς την Bontrade:- Η τραπεζική εγγυητική επιστολή του εναγόμενου 3 προς την Bondtrade απετέλεσε την ουσία της διαμάχης στην αγωγή 3771/99 Ε. Δ. Λεμεσού (η δικογραφία παρουσιάστηκε ως δέσμη, Τεκμήριο 21). Η αγωγή κινήθηκε από τον νυν εναγόμενο 3 εναντίον της Bondtrade και του Vaglietti, διευθυντή της, για παράβαση συμφωνίας μεταξύ του, του εναγόμενου 3, και της Bondtrade. Ο εναγόμενος 3 με μονομερή αίτηση εξασφάλισε διάταγμα του Δικαστηρίου που να εμποδίζει την Bondtrade από του να εισπράξει την εγγυητική. Την 17.5.1999 η Bondtrade παρουσίασε στην τράπεζα την εγγυητική για είσπραξη παρουσιάζοντας δύο τιμολόγια, ημερ. 13.11.1998 για $1.329,975 και 19.11.1998 για $270.000 που επικαλέστηκε πως ήταν απλήρωτα. Τα τιμολόγια ήταν υπογραμμένα από τον Vaglietti. Ήταν η θέση του εναγόμενου 3, εκεί ενάγοντα, πως είχε συμφωνήσει τον Ιανουάριο του 1997 με την Bondtrade να τον προμηθεύουν τσιγάρα και προς εξασφάλιση των πληρωμών του είχε παραδώσει στην Bondtrade τραπεζική εγγύηση $1.500,000, πως τα τιμολόγια ήταν ψευδή και δεν είχε ποτέ παραλάβει τα αναφερόμενα σε αυτά εμπορεύματα. Η άνευ κλήσης αίτηση με την οποία εξασφαλίστηκε το απαγορευτικό διάταγμα παρουσιάστηκε (Τεκμήριο 29). Την υποστηρικτική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 18.5.1999 δεν ορκίστηκε ο τότε ενάγοντας - νυν εναγόμενος 3 αλλά ο κ. Γιαννάκης Οικονομίδης, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του κ.κ. Κυριάκος Κ. Σαβεριάδης & Σία. Αναφέρεται ο ομνύοντας σε συμφωνία του Ιανουαρίου του 1997 μεταξύ του νυν εναγόμενου 3 και της Bondtrade, ότι τα τιμολόγια ήταν ψεύτικα και ότι τα προϊόντα που αναφέρονται σε αυτά παραλήφθηκαν από κάποιο Σιαηλή από κάποια εταιρεία Ziga Sal για λογαριασμό τρίτων. Επισυνάπτονταν τρία έγγραφα της εταιρείας Ziga Sal. Οι λεπτομέρειες δεν επιβεβαιώνουν οτιδήποτε. Διαφάνηκε άλλωστε πως στις όποιες δοσοληψίες των όποιων μερών στην υπόθεση εμπλέκονταν κατά τη διακίνηση και παραλαβή των τσιγάρων διάφορες εταιρείες. Ο εναγόμενος 2 που στην αγωγή 3771/99 είχε συνενωθεί ως τριτοδιάδικος είχε δικογραφήσει πως είχε συνεταιρισμό με το Vaglietti αλλά και την Bondtrade από το 1992 και πως για τα προϊόντα που αφορούν τα τιμολόγια στη βάση των οποίων η Bondtrade απευθύνθηκε στην τράπεζα για να εισπράξει την εγγυητική, είχε πληρώσει την εποχή εκείνη $1,5 εκατ. την νυν ενάγουσα που παρουσιαζόταν ως προμηθευτής τους. Κατά την τελική τους αγόρευση οι δικηγόροι των εναγομένων επισύναψαν στο κείμενο των εισηγήσεων τους έγγραφο αναφερόμενο ως η ένορκη δήλωση του Vaglietti στην ένσταση της Bondtrade και του ιδίου στην αίτηση του τότε ενάγοντα, νυν εναγόμενου 3, εισηγούμενοι πως το περιεχόμενο της και επισυναπτόμενη σε αυτήν επιστολή διαψεύδουν την εκδοχή του Vaglietti στην παρούσα αγωγή. Δεν σημειώνεται σε ποιο τεκμήριο αναφέρονται και διερχόμενος το σύνολο των τεκμηρίων δεν βρίσκω να παρουσιάστηκε τέτοια ένορκη δήλωση ως τεκμήριο. Συνεπώς έχω αγνοήσει πλήρως την επί μέρους εισήγηση και απέφυγα να διαβάσω τα επισυναπτόμενα στη γραπτή αγόρευση έγγραφα. Η θέση του εναγόμενου 3 για άμεση σχέση με την Bondtrade και όχι ότι ήταν πελάτης του συνεταιρισμού του εναγομένου 2 και του Vaglietti ήταν στην αγωγή εκείνη ξεκάθαρη. Πέραν της δικογραφίας, η σημασία της οποίας έχει εξηγηθεί, είναι και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ. Γ. Οικονομίδη αλλά και το περιεχόμενο της ίδιας της εγγυητικής (μέρος του Τεκμηρίου 3) που αναφέρει: «. for one or more deliveries of cigarettes by you [Bondtrade Ltd] to Mr. Fahd Ismail Tlaiss [εναγόμενος 3].». Εάν μόνο ο εναγόμενος 2 ήταν συμβαλλόμενος και εμπορικός συνεργάτης της Bondtrade θα αναμένετο στους όρους της εγγυητικής να γίνεται αναφορά σε παράδοση τσιγάρων σε αυτόν. Δεν είναι ασύνηθες να παρέχεται τραπεζική εγγύηση εκ μέρους τρίτου για υποχρεώσεις κάποιου συμβαλλομένου. Καταλήγω πως ο εναγόμενος 3 δεν ήταν πελάτης του εναγόμενου 2 ή του όποιου ισχυριζόμενου συνεταιρισμού του τελευταίου με τον Vaglietti αλλά της Bondtrade. Στην κοινή τους Υπεράσπιση στην 3771/99 οι Bondtrade και Vaglietti αναφέρονται στις εμπορικές σχέσεις των νυν εναγομένων 2 και 3 με αυτούς, δηλαδή την Bondtrade και τον Vaglietti, από τα μέσα της δεκαετίας του
  11. Όσον αφορά το όνομα Mohamed Ahmad Tlaiss, που ειπώθηκε από την υπεράσπιση πως είναι κάποιος άλλος αδελφός των εναγομένων 2 και 3, φαίνεται πως ο Vaglietti και η Bondtrade δεν εννοούσαν κάποιο άλλο αλλά ήταν της θέσης πως είναι ένα άλλο όνομα του εναγομένου 3 (βλ. παραγρ. 2 (Β)(α) της Έκθεσης Υπεράσπισης). Η εμπλοκή κάποιας Freetrade Ltd από το Λίβανο σημειώνεται στην Υπεράσπιση. Η αναφορά ενδεχομένως να είναι για την ενάγουσα Freetrade SAL, γιατί της αποδίδεται ο ρόλος που αποδίδεται στην ενάγουσα στην παρούσα αγωγή. Η σύσταση και ανάμιξη της καθορίζεται «Προς το τέλος του 1996» (παραγρ. 2 (Β)(γ) της Έκθεσης Υπεράσπισης) ενώ στην παρούσα αγωγή αναφέρθηκε από τον Vaglietti πως η ενάγουσα ιδρύθηκε το Φεβρουάριο του 1995 και ενεπλάκηκε τον Ιούνιο του ιδίου έτους. Η εμπλοκή της φαίνεται να αφορά τους εναγόμενους 2 και 3 στην παρούσα, δηλαδή τους δύο αδελφούς μόνο, και όχι και την εναγόμενη 1 στην παρούσα αγωγή. Σε σχέση με την εγγυητική αναφέρεται πως επρόκειτο για ανανέωση παλιότερης εγγυητικής που είχε δοθεί προς την Bondtrade. Όταν πλέον η Bondtrade θα πληρωνόταν από την ενάγουσα στην παρούσα: «Για να αποφευχθούν καθυστερήσεις και επιπλέον έξοδα συνεφωνήθη ότι η εν λόγω εγγύησης θα ήτο απευθείας [στην Bondtrade] οι οποίοι θα μπορούσαν να συντονίζουν και να επιβλέπουν με αυτό τον τρόπο παραγγελίες, παραδόσεις εμπορευμάτων και πληρωμές για τα εμπορεύματα» (παραγρ. 2(Β)(ε)). Η θέση αυτή είναι ακατανόητη και ασυμβίβαστη με την προβαλλόμενη στην παρούσα αγωγή θέση πως η εγγυητική παραδόθηκε και ουσιαστικά εκχωρήθηκε στην ενάγουσα. Εν πάση περιπτώσει, αναφέρεται περαιτέρω στην Έκθεση Υπεράσπισης της 3771/99 ότι τα δύο αδέλφια παράγγειλαν μέσω του νυν εναγόμενου 2 τσιγάρα από την Bondtrade αξίας πέραν των 1,5 εκατομμύρια δολάρια Αμερικής, τα οποία παρέλαβαν χωρίς όμως να πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό. Η Bondtrade δεν εισέπραξε κανένα ποσό (παραγρ. 4(δ) και (ε)) και έτσι εφάρμοσαν τους όρους της εγγύησης. Τα περιγραφέντα εμπορεύματα (παραγρ. 4(α)) δεν ανταποκρίνονται πλήρως στα δύο τιμολόγια που παρουσιάστηκαν για είσπραξη της εγγυητικής. Τα τιμολόγια αυτά (Τεκμήριο 23) έχουν ημερομηνία 13.11.1998 και 19.11.1998 και φέρονται να εκδόθηκαν από την Bondtrade προς τον «Fahd Ismail Tlaiss» που πρέπει να είναι ο εναγόμενος 3 στην παρούσα. Παρά το γεγονός ότι στην Έκθεση Απαίτησης στην παρούσα αγωγή δεν αναφέρεται πότε ενεπλάκηκε η ενάγουσα, η μαρτυρία του Vaglietti είναι πως ήταν το
  12. Εάν δηλαδή από το 1995 η Bondtrade πληρωνόταν από την ενάγουσα, πώς το 1998 είχε να λαμβάνει την αξία των δύο, πιο πάνω, τιμολογίων από τους εναγόμενους 2 και 3 στην παρούσα. Σχετικά με το τιμολόγιο της ενάγουσας ημερομηνίας 13.11.1998 για $1.329.975 υπάρχει χειρόγραφη σημείωση ότι η Bondtrade χρέωσε $1.239.000 και ότι η ενάγουσα είχε να λαμβάνει προμήθεια $90.975 που ανέβαζε την τιμή στο $1.329.
  13. Είναι λογικό πως αν η ενάγουσα πλήρωνε και εισέπραττε στη συνέχεια αναλαμβάνοντας και τον ανάλογο κίνδυνο, θα πρέπει να είχε κάποιο όφελος. Ανάφερε ο Vaglietti πως η Bondtrade δεν ήθελε το ρίσκο και οι μέτοχοι της γνώριζαν για τη δική του εμπλοκή μέσω της ενάγουσας. Στο Τεκμήριο 5, που είναι τιμολόγια της ενάγουσας προς τους εναγόμενους 2 και 3 από 9.1.1998 μέχρι 5.4.1999 υπάρχουν δύο τιμολόγια ημερομηνίας 13.11.1998 και 19.11.1998 για τα ίδια ποσά των τιμολογίων της Bondtrade. Πώς εξηγείται η τιμολόγηση προς τους εναγόμενους 2 και 3 των ίδιων προϊόντων και στις ίδιες τιμές, δηλαδή τις τιμές που χρέωνε η ενάγουσα και όχι η Bondtrade; Σε κάθε περίπτωση το τιμολόγιο της Bondtrade, είτε προς τους εναγόμενους 2 και 3 είτε προς την ενάγουσα, δεν έπρεπε να περιλαμβάνει το κέρδος της ενάγουσας. Τα δύο αυτά τιμολόγια της ενάγουσας δεν παρουσιάζονται στην κατάσταση Τεκμήριο
  14. Υπήρχαν τα δύο αυτά τιμολόγια στις καταστάσεις λογαριασμού και αφαιρέθηκαν. Στην κατάσταση που είχε σταλεί στον δικηγόρο των εναγομένων την 9.7.1999 (Τεκμήριο 26) υπήρχαν, με την υποσημείωση όμως πως γι΄ αυτά τα δύο τιμολόγια είχε παρουσιαστεί στην τράπεζα η εγγυητική και πώς συνεπώς το υπόλοιπο του λογαριασμού ήταν $1.500.000 λιγότερα. Ο Vaglietti στη γραπτή του δήλωση προσδιορίζει πως η εγγυητική δόθηκε το
  15. Ο εναγόμενος 3 δικογράφησε στην αξίωση του στην 3771/99 πως την εγγυητική παραχώρησε τον Ιανουάριο του
  16. Επρόκειτο για ανανέωση (βλ. Τεκμήριο 3). Η συνεργασία της ενάγουσας με τους εναγόμενους, μαρτύρησε ο Vaglietti άρχισε με την αξία της εγγυητικής. Τότε η Bondtrade είχε να λαμβάνει από τους εναγόμενους $1.500.000 και κατείχε την εγγυητική. Η Bondtrade, ανέφερε, μεταβίβασε το λαβείν της στην ενάγουσα και της παρέδωσε και την εγγυητική. Η ενάγουσα δεν πλήρωσε στην Bondtrade το ποσό των $1.500.000 αλλά, όπως συνέβαινε και στη συνέχεια, ελάμβανε πίστωση από την Bondtrade και την έδιδε στους εναγόμενους. Είναι ακατανόητη η εμπορική λογική του πράγματος. Η Bondtrade όχι μόνο δεν εισέπραξε από την ενάγουσα αλλά, κατά τον Vaglietti, της εκχώρησε και το περιουσιακό στοιχείο της τραπεζικής εγγύησης. Η ενάγουσα συστάθηκε για την εξυπηρέτηση της επίδικης σχέσης και αρχικά, τουλάχιστο, μοναδικός της πελάτης ήταν, κατ' ομολογία του Vaglietti, οι εναγόμενοι. Δεν ήταν εν τέλει ζήτημα ότι η Bondtrade επιθυμούσε να πληρώνεται πριν την παράδοση των προϊόντων και ούτε φαίνεται να γινόταν αυτό. Ότι, σύμφωνα με την αξίωση, άλλαξε ήταν ο χρεώστης της Bondtrade. Το θεμέλιο της αγωγής ότι η ενάγουσα ενεπλάκηκε γιατί η Bondtrade δεν ήθελε πλέον να προμηθεύει τους εναγομένους ή οιονδήποτε από αυτούς επί πιστώσει ανατράπηκε. Παρουσιάστηκε αρχικά η εικόνα πως με την εμπλοκή της ενάγουσας πληρωνόταν άμεσα αλλά αυτό δεν γινόταν. Η ενάγουσα δεν πλήρωνε από δικά της κεφάλαια. Λάμβανε πίστωση από την Bondtrade και φαίνεται να πλήρωνε μόνο αφού εισέπραττε από τους εναγόμενους 2 και
  17. Η διατήρηση της εγγυητικής μετά τον Ιούνιο του 1995 με δικαιούχο την Bondtrade και περισσότερο η ανανέωση της χωρίς να αλλάξει ο δικαιούχος και να γίνει η ενάγουσα, συνηγορεί υπέρ του ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 συνέχιζαν να συμβάλλονται με την Bondtrade και αντιμάχεται της βάσης της αγωγής που είναι ότι οι οικονομικές υποχρεώσεις των εναγομένων ήταν προς την ενάγουσα. Ο Vaglietti ανάφερε πως δεν έγινε ανανέωση της εγγυητικής επ΄ ονόματι της ενάγουσας γιατί υπήρχε πρόβλημα. Η τράπεζα ήθελε επιστροφή της εγγυητικής για να εκδώσει άλλη επ΄ ονόματι της ενάγουσας και στο μεταξύ θα παρέμεναν ακάλυπτοι. Δεν είναι πειστική η δικαιολογία. Δεν υπήρχε και λόγος να γίνει, είπε ο Vaglietti. Όμως ασφαλώς και υπήρχε. Όταν παρουσιάστηκε το Μάιο του 1999 η εγγυητική προς είσπραξη, αυτό έγινε φυσικά από την Bondtrade που, σύμφωνα με την βάση της εκδοχής του Vaglietti, δεν είχε να λαμβάνει κανένα ποσό από τους εναγόμενους. Η Bondtrade παρουσίασε ως δικαιολογητικά προς την τράπεζα δύο τιμολόγια της προς τον εναγόμενο 3 του Νοεμβρίου του 1998 που επικαλέστηκε πως ήταν απλήρωτα. Πώς, αφού από τον Ιούνιο του 1995 η Bondtrade πληρωνόταν από την ενάγουσα; Η εξήγηση του Vaglietti ήταν πως αφού η ενάγουσα είχε να λαμβάνει από τους εναγόμενους που δεν ανταποκρίθηκαν στις εκκλήσεις της για πληρωμή, τότε η Bondtrade, που είχε προπληρωθεί για τα προϊόντα από την ενάγουσα, εξέδωσε πιστωτική σημείωση για $1.500.000 στην ενάγουσα, δηλαδή «πήρε πίσω το χρέος», και εξέδωσε αυτή τα δύο τιμολόγια που παρουσίασε στην τράπεζα. Περί τούτου καμιά αναφορά δεν έγινε στην Έκθεση Υπεράσπισης στην αγωγή 3771/
  18. Όπως όμως ειπώθηκε και σε σχέση με άλλα δικογραφήματα δεν συνιστούν βάση για διάψευση προβαλλόμενων θέσεων. Τα δύο αυτά τιμολόγια υπογράφηκαν από τον Vaglietti ως διευθυντής της Bondtrade. Μάλιστα για να ταιριάζουν με τους όρους της τραπεζικής εγγυητικής εκδόθηκαν στο όνομα του εναγόμενου 3 μόνο. Την πιστωτική σημείωση δεν είχε για να παρουσιάσει ο Vaglietti η δε τελευταία του θέση για προπληρωμή των προϊόντων των τιμολογίων είναι ασυμβίβαστη με τη θέση πως η ενάγουσα δεν πλήρωνε με δικά της κεφάλαια αλλά λάμβανε πίστωση από την Βondtrade. Ανάφερε ο Vaglietti πως τα δύο τιμολόγια αφορούσαν πραγματικές παραγγελίες των εναγομένων. Ανέτρεξε πίσω και τις βρήκε. Δηλαδή η Bondtrade εξέδωσε τα τιμολόγια αυτά που φέρουν ημερομηνία 13.11.1998 και 19.11.1998 περί το Μάιο του
  19. Υπενθυμίζεται στο σημείο τούτο πως τα τιμολόγια της Βontrade αφορούν στο ποσό που η ενάγουσα φέρεται να τιμολογούσε τους εναγόμενους 2 και
  20. Εφόσον η Bondtrade τιμολόγησε για το ποσό που η ενάγουσα είχε τιμολογήσει τους εναγόμενους 2 και 3, αυτό θα πει πως είχε υπόψη της τις τιμές που οι εναγόμενοι 2 και 3 χρεώνονταν. Το τι στην πραγματικότητα αυτό μπορεί να σημαίνει είναι αμφίβολο αφού ο Vaglietti διηύθυνε και την Bondtrade και την ενάγουσα. Είπε δηλαδή στο Δικαστήριο ο Vaglietti πως ενώ η Bondtrade ήταν πληρωμένη για τα συγκεκριμένα τσιγάρα που πώλησε στους εναγόμενους 2 και 3, και δεν είχε το Νοέμβριο του 1998 εκδώσει κανένα τιμολόγιο προς του εναγόμενους 2 και 3, επτά μήνες μετά για να επιτύχει την είσπραξη της εγγυητικής, ενεργώντας μέσω του ίδιου, έκδωσε δύο τιμολόγια, όχι προς τους εναγόμενους 2 και 3 αλλά μόνο προς τον τελευταίο και μάλιστα όχι για τα ποσά που τους πώλησε τα τσιγάρα αλλά για μεγαλύτερο ποσό. Εν ολίγοις είναι ένας επιχειρηματίας που τουλάχιστον στην περίπτωση εκείνη κατασκεύασε έγγραφα ώστε να επιτύχει τους επιχειρηματικούς του σκοπούς και να αποκομίσει εταιρεία στην οποία είχε ενδιαφέρον, οικονομικό όφελος ή κάποιο πλεονέκτημα. Τεκμήριο 7 είναι δέσμη τραπεζικών εγγράφων που αφορούν πληρωμές που γίνονταν την περίοδο 16.1.1998 - 29.4.1999 από λογαριασμό του εναγομένου 3 στην τράπεζα BLOM στη Λεμεσό. Σύμφωνα με τον Vaglietti είναι όλες οι πληρωμές των εναγομένων της περιόδου. Ότι αντικειμενικά μπορεί να ειπωθεί πέραν του μεγάλου αριθμού των πληρωμών είναι πως αφορούν στρογγυλά ποσά. Τούτο σημαίνει πως διατηρείτο χρεωστικός λογαριασμός και πληρώνονταν διάφορα ποσά από καιρού εις καιρόν. Οι πληρωμές δεν αντιστοιχούσαν με συγκεκριμένες παραλαβές προϊόντων. Πληρώθηκαν εκατομμύρια δολάρια στο λογαριασμό της ενάγουσας. Οι εναγόμενοι αρνούνται πως γνώριζαν για εμπλοκή της ενάγουσας, πέραν του ότι κατ' εντολή του Vaglietti πλήρωναν στο λογαριασμό της. Ωστόσο, κανένα έγγραφο δεν παρουσίασαν ότι τα ποσά εισπράττονταν για λογαριασμό της Bondtrade. Αρνούνται ότι ποτέ παρέλαβαν οποιοδήποτε τιμολόγιο της ενάγουσας αλλά κανένα τιμολόγιο της Bondtrade δεν παρουσίασαν για τη συγκεκριμένη περίοδο. Στην όποια επιχείρηση ήταν μέρος ο εναγόμενος 2 έστω ως συνέταιρος του Vaglietti, όπως στην υπεράσπιση του υποστηρίζει, πού είναι τα τιμολόγια που η Bondtrade έκδιδε προς τον συνεταιρισμό και με ποιά βάση έδιδε ο εναγόμενος 2 οδηγίες στα αδέλφια του να πληρώνουν την ενάγουσα. Τον εναγόμενο 2 είτε ως άτομο, είτε ως οικογενειακή επιχείρηση, είτε ως συνέταιρο του Vaglietti ποιός τιμολογούσε, αν δεν ήταν η ενάγουσα, και πού βρίσκεται έστω ένα τέτοιο τιμολόγιο. Στον αντίποδα, να σημειωθεί πως υπάρχει μαρτυρία από αμφότερες τις πλευρές για προφορικές, τηλεφωνικές συνεννοήσεις, χειρόγραφες σημειώσεις και γενικά ένα άτυπο τρόπο διεξαγωγής εμπορίου με προεξάρχον στοιχείο αυτό των διαπροσωπικών σχέσεων. Υποβλήθηκε στον Vaglietti πως η ενάγουσα ήταν ένα «όχημα» μέσω του οποίου αυτός ξεγελούσε την Bondtrade και ουσιαστικά τους μετόχους της αφού ο ίδιος διεύθυνε την εταιρεία και λάμβανε τις σχετικές αποφάσεις. Τούτο θα σήμαινε πως η Bondtrade αντί να συναλλάσσεται με τον πραγματικό της πελάτη, συναλλασσόταν με την ενάγουσα που, ενώ θα όφειλε στην Bondtrade μια καθορισμένη τιμή, χρέωνε τους εναγόμενους μια ψηλότερη τιμή που περιλάμβανε και το δικό της κέρδος. Η Bondtrade σαν εταιρεία, πέραν του Vaglietti, δεν γνώριζε την πραγματική εμπλοκή της ενάγουσας. Απλά πληρωνόταν από την ενάγουσα. Προφανώς θεωρείτο η ενάγουσα ως μια οικονομική παράμετρος των πραγματικών της πελατών. Οι παραγγελίες συνέχιζαν να έρχονται από τον εναγόμενο 2 και η Bondtrade συνέχισε να διατηρεί λογαριασμό με τους εναγόμενους 2 και 3 άλλο από το παρουσιασθέν Τεκμήριο
  21. Γι΄ αυτό η Bondtrade επιχείρησε την εκποίηση της εγγυητικής γιατί είχε να λαμβάνει από τους εναγόμενους 2 και
  22. Η Bondtrade έφερε τις παρωπίδες που ο Vaglietti της φόρεσε. Η ενάγουσα είχε πραγματική εμπλοκή, η οποία δεν φάνηκε να ήταν ρόλος χρηματοδότησης των παραγγελιών του εναγόμενου 2 όπως δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης. Μήπως αγόραζε και μεταπωλούσε στους εναγόμενους 2 και 3 ότι οι τελευταίοι παράγγελλαν στην Bondtrade; Το ερώτημα είναι κατά πόσο οι εναγόμενοι 2 και 3 είχαν συνδρομή και αναγνώριζαν τέτοιο ρόλο της ενάγουσας στην οποία ουσιαστικά χρωστούσαν ή πίστευαν ότι πλήρωναν για λογαριασμό της Bondtrade προς την οποία ήταν η όποια οφειλή τους. Υπάρχει ακόμα ένα καθοριστικό ζήτημα. Το Τεκμήριο 25 είναι επιστολή ημερομηνίας 10.6.1996 από την Bondtrade προς τον εναγόμενο
  23. Υπογράφεται εκ μέρους της Bondtrade από τον Vaglietti. Υπενθυμίζεται ότι αφορά σε χρόνο μετά τον Ιούνιο του 1995 που, σύμφωνα με την εκδοχή της ενάγουσας, εμπλέκεται η ίδια με τον τρόπο που ο Vaglietti υποστήριξε. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 25 είναι ασυμβίβαστο με την ίδια τη βάση της αγωγής και ανατρέπει εκ θεμελίων το υπόβαθρο της. Η Bondtrade αναφέρεται σε χρέος προς αυτήν ύψους $13.980.947 και προειδοποιεί με διακοπή της συνεργασίας αν δεν καταβάλλετο άμεσα το ποσό των $2 εκατ. Ουδεμία αναφορά γίνεται στην επιστολή στην ενάγουσα ή τον τυχόν ρόλο της. Φαίνεται πως για την Bondtrade η ενάγουσα ήταν απλά ένας λογαριασμός ή μια δίοδος των εναγομένων 2 και 3 από όπου δεχόταν πληρωμές. Στην επιστολή Τεκμήριο 25 γίνεται αναφορά στην τραπεζική εγγυητική χωρίς καμιά υπόνοια ότι αυτή είχε παραδοθεί, μεταβιβαστεί ή εκχωρηθεί σε άλλο. Αντίθετα, γίνεται σε αυτήν αναφορά ως περιουσιακό στοιχείο της Bondtrade που κάλυπτε μέρος μόνο του ποσού που είχε να λαμβάνει από τους εναγόμενους. Στο Τεκμήριο 4 φαίνεται πως οι εναγόμενοι δεν χρωστούσαν τέτοιο ποσό. Όπως έχει ήδη εξακριβωθεί το Τεκμήριο 4 ήταν κατάσταση λογαριασμού της ενάγουσας ενώ η Bondtrade πρέπει να διατηρούσε άλλη κατάσταση λογαριασμού με τους εναγόμενους 2 και 3 που δεν αποκαλύφθηκε. Στο Τεκμήριο 4 το υπόλοιπο τότε ήταν περίπου $9 εκατ. και στις 9 - 13.5.1996 πληρώθηκαν $2 εκατ. από τους εναγόμενους (βλ. Τεκμήριο 4 σελ. 28). Αυτό σημαίνει ότι η ενάγουσα όχι μόνο κρατούσε το κέρδος της από τις πληρωμές που γίνονταν προς αυτή αλλά δεν κατέβαλλε στην Bondtrade τα ποσά που δικαιούτο από τις πληρωμές που η ίδια λάμβανε, γι΄ αυτό και η διαφορά των $5 εκατ. μεταξύ των δύο χρεωστικών υπολοίπων. Η Bondtrade όχι μόνο δεν πληρωνόταν άμεσα για τα τσιγάρα που παρέδιδε στους εναγόμενους 2 και 3 αλλά στερείτο και χρήματα που οι εναγόμενοι 2 και 3 είχαν ήδη πληρώσει. Η ενάγουσα όχι μόνο δεν χρηματοδοτούσε τις αγορές αλλά κατακρατούσε και χρήματα που οι εναγόμενοι 2 και 3 είχαν ήδη πληρώσει και η Bondtrade δικαιούτο. Ο ρόλος του Δικαστηρίου σε μια αστική υπόθεση δεν είναι να εξεύρει την αλήθεια. Άλλωστε αυτή ή πτυχές της μπορεί να αποκρυβούν από τους διαδίκους. Το καθήκον του Δικαστηρίου είναι να διαπιστώσει κατά πόσο ο ενάγοντας έχει αποσείσει το βάρος της απόδειξης της υπόθεσης του επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Αγκαστινιώτη ν. Φιλιππίδης Σπρινγκ Κο Λτδ
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1590, 1596, και Νικολάου ν. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 938, 945 με παραπομπή στην Rhesa Shipping Co. S.A. v. Edmunds
(1985)1 W.L.R. 948, 954). Η εισήγηση του δικηγόρου της ενάγουσας ότι η υπόθεση είναι περίπτωση παραδεδεγμένου λογαριασμού (account stated), απέχει της πραγματικότητας και παραγνωρίζει την αμφισβήτηση από την υπεράσπιση του σχετικού λογαριασμού (Τεκμήριο 4) και των χρεώσεων που τον συνθέτουν. Ότι λογαριασμοί και τιμολόγια παραδίδονταν στον εναγόμενο 2, που ουδέποτε τα αμφισβήτησε, είναι η εκδοχή του Vaglietti που αμφισβητήθηκε έντονα. Ό,τι οι εναγόμενοι δεν αμφισβήτησαν, ήταν τις πληρωμές στον τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας, αλλά για λογαριασμό και έναντι της οφειλής προς την Bondtrade. Σε κάθε περίπτωση, επισημαίνουν οι δικηγόροι, η μαρτυρία του Vaglietti παρέμεινε αναντίλεκτη αφού δεν υπήρξε αντίκρουση της από καμιά ουσιώδη μαρτυρία από μέρους των εναγομένων. Η μαρτυρία του κ. Κ. Σαβεριάδη, ήταν γενικής μορφής και αφορούσε την εντύπωση που ο ίδιος απεκόμισε από τις επαφές του με τον εναγόμενο
  1. Δεν είχε προσωπική εμπλοκή στα πρωτογενή γεγονότα. Δεν μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία του κ. Κ. Σαβεριάδη ιδιαίτερη βαρύτητα. Πέραν όμως τούτου, το βάρος απόδειξης παρέμεινε πάντα στους ώμους της ενάγουσας να αποδείξει την υπόθεση της με αξιόπιστη μαρτυρία. Ο Vaglietti δεν μου έκαμε θετική εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας ώστε να μπορώ να βασιστώ στα λεχθέντα από αυτόν για να καταλήξω με ασφάλεια στα ευρήματα που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν την απαίτηση. Αντικειμενικά στοιχεία, τα οποία έχω επισημάνει και αναπτύξει πιο πάνω, αντιμάχονται της βάσης της αξίωσης και την ανατρέπουν. Δημιουργείται η εντύπωση ότι οι επίδικες εμπορικές δοσοληψίες είχαν ζοφερές πτυχές που δεν εξηγήθηκαν. Είναι ένα σοβαρό ενδεχόμενο οι εναγόμενοι 2 και 3 να οφείλουν χρήματα για τα τσιγάρα που παραλάμβαναν, δεν έχω όμως ικανοποιηθεί πως τα όποια ποσά οφείλονται στην ενάγουσα στη βάση αναγνωρισμένου ρόλου της. Πέραν του γεγονότος των πληρωμών σε λογαριασμό της ενάγουσας που μπορεί να εξηγηθεί στη βάση των θέσεων τόσο της ενάγουσας όσο και της υπεράσπισης, κανένα στοιχείο δεν παρουσίασε ο Vaglietti αναγνώρισης από τους εναγόμενους 2 και
  2. Καμιά υπογραφή σε οποιοδήποτε έγγραφο και κανένα λεκτικό σε έγγραφο προέλευσης από τους εναγόμενους που να επιμαρτυρεί τέτοια αναγνώριση. Βασίζεται η ενάγουσα σε έγγραφα που ο Vaglietti ετοίμασε και που διατείνεται ότι παρέδιδε στον εναγόμενο 2, ζήτημα το οποίο έχει σχολιαστεί. Οι δε ενέργειες του σε σχέση με τα τιμολόγια που εκδόθηκαν ώστε να απαιτηθεί η είσπραξη της τραπεζικής εγγύησης, ζημιώνει καταλυτικά την αξιοπιστία του και οδηγεί στην μη αποδοχή της μαρτυρίας του ως θετικής και αξιόπιστης επί της οποίας θα μπορούσε να βασιστεί το Δικαστήριο. Οι ενέργειες της Bondtrade υπό τη διεύθυνση και απόλυτο έλεγχο του να διατηρεί την τραπεζική εγγύηση προς όφελος της και να διεκδικεί την είσπραξη της, όπως και το περιεχόμενο της επιστολής Τεκμήριο 25, όλα σε χρόνο μετά τον Ιούνιο του 1995 καταδεικνύουν πως κάτι άλλο, ασυμβίβαστο με το θεμέλιο της αγωγής, υφίστατο. Είχε και η δικογραφημένη εκδοχή της υπεράσπισης αδυναμίες, όμως δεν ήταν το βάρος στους ώμους των εναγομένων να αποδείξουν τις θέσεις τους αλλά στην ενάγουσα να αποδείξει την υπόθεση της επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η ενάγουσα απέτυχε να αποσείσει το βάρος που είχε. Ως εκ των ανωτέρω, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον της ενάγουσας, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι εναγόμενοι, παρά το γεγονός ότι είχαν διαφορετικούς δικηγόρους, η εναγόμενη 1 αφενός και οι εναγόμενοι 2 και 3 αφετέρου, θα δικαιούνται σε ένα σετ εξόδων αφού καταχώρισαν κοινή Έκθεση Υπεράσπισης και είχαν κοινό χειρισμό κατά την ακροαματική διαδικασία. (Υπ.) ................ Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Action/Final Αναφορά: Χρεωστικό υπόλοιπο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.