← Κύπρος

Rilwan Adetunzhi Bamgbala ν. Rudnikov Viatcheslav Alekseevich κ.α., Αρ. Αγωγής: 2073/2011, 17/8/2012

Rilwan Adetunzhi Bamgbala ν. Rudnikov Viatcheslav Alekseevich κ.α., Αρ. Αγωγής: 2073/2011, 17/8/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2073/2011 Μεταξύ: Rilwan Adetunzhi Bamgbala, από την Ρωσία Ενάγοντα/Αιτητή και 1. Rudnikov Viatcheslav Alekseevich, από την Ρωσία 2. Lafinex Ltd, από τις Βρετανικές Παρθένους Νήσους 3. Hophil Nominees Ltd, από τη Λευκωσία 4. Hophil Services Ltd, από τη Λευκωσία 5. Ανδρούλλα Παπαδοπούλου, από τη Λεμεσό 6. Ηλιάνα Χατζησάββα Γιαννακού, από τη Λεμεσό 7. Osnova Development Close Joint Stock Company, από τη Ρωσία 8. Algashev Andrey Anatolevich, από τη Ρωσία 9. Fomchenkov Alexander Vladimirovich, από τη Ρωσία 10. CAPENDA LTD, από τη Λευκωσία Εναγόμενων/Καθ' ων η αίτηση - - - - - - - - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 17 Αυγούστου 2012 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κ. Χ"Κυριάκος για κκ. Χρ. Δημητριάδη και Κ.Π. Ερωτοκρίτου Για Καθ' ων η αίτηση: κ. Χρ. Φρακάλας (για ν'ακούσει απόφαση κ. Θ. Χριστοδούλου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ο ενάγων αξιώνει εναντίον των εναγομένων σειρά θεραπειών και έκδοση διαταγμάτων όπως κατωτέρω αναφέρεται: «Α. Διάταγμα και/ή Προληπτικό Διάταγμα του Δικαστηρίου υπό τη μορφή Quia Timet, με το οποίο να εμποδίζονται οι Εναγόμενοι ή οποιοσδήποτε από αυτούς και/ή οι αντιπρόσωποί τους από του να προβούν σε οποιαδήποτε πράξη και/ή ενέργεια η οποία θα επιφέρει αλλαγή στη σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 10 μέχρι την τελική εκδίκαση (
  2. i)της Έφεσης εναντίον της απόφασης του Ρωσικού Εφετείου "The Ninth Arbitration Court of Appeal" ημερομηνίας 22.3.2011 στην υπόθεση με αριθμό Α40-87751/10-48759 μεταξύ των Εναγομένων 10 και της Ρωσικής εταιρείας ΚS-TRUST LLC (OOO "KC TRACT) και (
  3. ii)της αγωγής που καταχωρήθηκε στο Ρωσικό Δικαστήριο "Mowcow Arbitration Court" από την Εναγόμενη 10 εναντίον των Εναγομένων 7 και της Ρωσικής εταιρείας ΚS-TRUST LLC (OOO "KC TRACT) στις 19.4.2011και των τυχόν εφέσεων αυτής. Β. Διάταγμα και ή Προληπτικό Διάταγμα του Δικαστηρίου υπό τη μορφή Quia Timet, με το οποίο να εμποδίζεται η Εναγόμενη 10 και/ή οι αντιπρόσωποί της από του να ανακαλέσουν τα Πληρεξούσια Έγγραφα ημερομηνίας 20.7.2010 και 21.4.2011 που η Εναγόμενη 10 έδωσε προς όφελος των Ρώσων δικηγόρων που αναφέρονται σε αυτά για να την εκπροσωπήσουν στις αναφερόμενες στο Παρακλητικό «Α» ανωτέρω υποθέσεις, οι οποίες καταχωρήθηκαν από την Εναγόμενη 10 με σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων της, μέχρι την τελική εκδίκαση των εν λόγω υποθέσεων και τυχόν εφέσεων αυτών. Γ. Δήλωση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου ότι η επιστολή και/ή ειδοποίηση ημερομηνίας 18.4.2011 για σύγκληση Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης στις 18.5.2011, η οποία επιστολή και/ή ειδοποίηση δόθηκε από τον Εναγόμενο 1 στις Εναγόμενες 3 και 4, είναι άκυρη και/ή άνευ σημασίας και/ή στερείται οποιωνδήποτε έννομων αποτελεσμάτων. Δ. Τιμωριτικές και/ή Παραδειγματικές και/ή Γενικές Αποζημιώσεις προς όφελος της Εναγόμενης 10 στην παρούσα αγωγή, η οποία εγείρεται υπό μορφή «παράγωγης αγωγής» προς όφελός της, για δόλο και/ή συνωμοσία και/ή απάτη, λόγω της προσπάθειας των Εναγομένων 1, 2, 5 6, 7, 8 και 9 να αντικαταστήσουν τους Συμβούλους της Εναγόμενης 10 με απώτερο σκοπό τον επηρεασμό των αναφερομένων στο Παρακλητικό «Α» ανωτέρω υποθέσεων, οι οποίες καταχωρήθηκαν από την Εναγόμενη 10 με σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων της.» Μετά από μονομερή αίτηση ημερομηνίας 11.5.11 εξεδόθησαν αυθημερόν εναντίον των εναγομένων 1 μέχρι 6 και 10 τα πιο κάτω διατάγματα: «Α. Παρεμπίπτον Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο απαγορεύεται η σύγκληση και/ή διενέργεια της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των Εναγομένων 10 που προγραμματίστηκε για τις 18.5.2011 δυνάμει της ειδοποίησης του Εναγόμενου 1 ημερομηνίας 18.4.2011 με σκοπό την αντικατάσταση των υφιστάμενων δύο Διοικητικών Συμβούλων των Εναγομένων 10 με τις Εναγόμενες 5 και 6. Β. Παρεμπίπτον Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο απαγορεύεται η σύγκληση και/ή διενέργεια της πιο πάνω Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία εκτός από την 18.5.2011 μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Γ. Παρεμπίπτον Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο εμποδίζονται οι Εναγόμενοι ή οποιοσδήποτε από αυτούς από του να προβούν σε οποιαδήποτε πράξη και/ή ενέργεια η οποία θα επιφέρει αλλαγή στη σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 10 μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και τυχόν έφεσης. Δ. Παρεμπίπτον Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο εμποδίζεται η Εναγόμενη 10 και/ή οι αντιπρόσωποί της από του να ανακαλέσουν τα Πληρεξούσια Έγγραφα ημερομηνίας 20.7.2010 και 21.4.2011 που η Εναγόμενη 10 έδωσε προς όφελος των Ρώσων δικηγόρων που αναφέρονται σε αυτά για να την εκπροσωπήσουν στις υποθέσεις ενώπιον των Ρωσικών Δικαστηρίων που αναφέρονται στο Παρακλητικό «Α» του Κλητηρίου Εντάλματος της παρούσας αγωγής, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και τυχόν έφεσης.» Η αίτηση υποστηριζόταν από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Συνοπτικά τα γεγονότα που τη στηρίζουν είναι τα πιο κάτω: Σύμφωνα με τον ενάγοντα η παρούσα αγωγή αποσκοπεί στην αποτροπή των δόλιων και επιζήμιων για την εναγομένη εταιρεία 10 και εμμέσως του ιδίου προσωπικά, πράξεων του εναγομένου 1 ο οποίος διενήργησε μέσω των εναγομένων 2, 5, 6, 7, 8 και 9 με μοναδικό σκοπό ο εναγόμενος 1 και τα πρόσωπα που λειτουργούν για λογαριασμό του να αποκομίσουν οφέλη εις βάρος των συμφερόντων της εναγομένης 10 της οποίας ο ενάγων είναι μέτοχος μειοψηφίας. Η συνεργασία του με τον εναγόμενο 1 είχε ξεκινήσει πριν 20 περίπου χρόνια και έχοντας ως βάση των εργασιών του στη Μόσχα ίδρυσαν και επένδυσαν μεγάλα χρηματικά ποσά σε αριθμό εταιρειών μεταξύ των οποίων και στην Russian Elitarni Bank Ltd η οποία είναι τράπεζα που εδρεύει και λειτουργεί στη Ρωσία. Αμφότεροι συμμετείχαν επίσης στο μετοχικό κεφάλαιο της εναγόμενης 2 εταιρείας (εν τοις εφεξής "η Lafinex") κατά το χρόνο σύστασης της οποίας (17.10.2000) ο ενάγων κατείχε το 24% του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου ενώ ο εναγόμενος 1 το 48%. Συμμετείχαν επίσης ο Vasili Vasine και ο Otrachevski Louri με ποσοστό 15% και 13% αντίστοιχα. Τα δυο τελευταία άτομα περί τον Δεκέμβριο του 2009 μεταβίβασαν στον εναγόμενο 1 τις μετοχές τους χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση προς τον ενάγοντα, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος 1 να είναι σήμερα κάτοχος του 76% του μετοχικού κεφαλαίου της Lafinex. Όλα τα ανωτέρω πρόσωπα συμμετείχαν επίσης στο μετοχικό κεφάλαιο της εναγόμενης 10 εταιρείας (εν τοις εφεξής καλουμένης "Capenda") από τη Λευκωσία. Κατά το χρόνο σύστασης της Capenda (7.2.2000) και οι χίλιες εκδοθείσες μετοχές της εγγράφησαν επ' ονόματι των εναγομένων 3 και 4 οι οποίες κατείχαν τις μετοχές ως εμπιστευματοδόχοι του ενάγοντα, του εναγόμενου 1 και των άλλων δυο προσώπων που συμμετείχαν στο μετοχικό κεφάλαιο της Lafinex με τα ίδια ακριβώς ποσοστά. Δεδομένου ότι ο εναγόμενος 1 απέκτησε το 76% του μετοχικού κεφαλαίου της Lafinex έμμεσα απέκτησε και το 76% του μετοχικού κεφαλαίου της Capenda ενώ ο αιτητής παραμένει μέχρι σήμερα (11.5.11) εγγεγραμμένος μέτοχος της Capenda με 240 μετοχές δηλαδή 24% του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου. Στις 30-.3.2007 η Capenda αγόρασε το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της Ρωσικής εταιρείας KS-TRUST LLC (OOO "KC TRACT") (στο εφεξής καλουμένης η "ΚS") και εξακολουθεί να παραμένει ο μοναδικός της μέτοχος. Η εν λόγω εταιρεία η οποία έχει ως έδρα της την Μόσχα και είναι ιδιοκτήτρια και εκμεταλλεύεται ακίνητη ιδιοκτησία στη Ρωσία. Συνεπεία των ανωτέρω ο εναγόμενος 1 είχα κατά πάντα ουσιώδη χρόνο επιπροσθέτως των εταιρειών Lafinex και Capenda το μετοχικό έλεγχο και της KS. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα είχε συμφωνήσει με τον εναγόμενο 1 να αναλάβει εκείνος τη διοίκηση και τη διαχείριση της Capenda και της KS. Για τούτο η Capenda παραχώρησε προς όφελος του ενάγοντα σειρά πληρεξουσίων εγγράφων με τα οποία του παρέχοντο εξουσίες διαχείρισης των υποθέσεων της KS (Τεκμήριο 5). Περί τον Οκτώβριο του 2009 ξεκίνησαν διαφωνίες μεταξύ ενάγοντα και εναγομένου 1 όταν ο πρώτος πληροφόρησε τον δεύτερο ότι επιθυμεί να αποχωρήσει από τις εταιρείες τις οποίες ίδρυσαν ή στις οποίες επένδυσαν χρήματα. Ο λόγος για τον οποίο επιθυμούσε να αποχωρήσει ήταν πως ο εναγόμενος 1 απέφευγε από το 2006 και μετά να ετοιμάζει σχετικούς λογαριασμούς για τη διευθέτηση των διαφορών τους. Κάτι που εγινόταν από τα έτη 2003 μέχρι 2006 όπου κάθε χρόνο προέβαιναν σε απολογισμό των χρημάτων που είχαν επενδύσει στις εταιρείες και διευθετούσαν τις διαφορές με την πληρωμή ποσού από εκείνον που επένδυσε λιγότερα στον άλλο. Συνεπεία τούτου ο ενάγων δεν μπορούσε να ανακτήσει από τον εναγόμενο 1 τα ποσά που υπερεπένδυσε στις εταιρείες τους. Πρόσθετη διαφορά και διαφωνία προέκυψε στο κατά πόσο θα έπρεπε να δοθεί ακίνητη περιουσία της KS ως εξασφάλιση για δανεισμό άλλης εταιρείας. Περαιτέρω εταιρεία του ενάγοντα από το Γιβραλτάρ είχε δανείσει στην KS ποσά πέραν των USD 14.000.000. Ο δανεισμός έγινε σε διάφορες ημερομηνίες δανείζοντας την Lafinex η οποία δάνεισε την Capenda και η οποία με τη σειρά της δάνεισε την KS (Τεκμήρια 6 και 7). Στις 9.9.10 ο ενάγων έλαβε επιστολή από το δικηγορικό γραφείο Αντρέας Νεοκλέους και Σία ΔΕΠΕ με επισυνημμένο αντίγραφο απόφασης των μετόχων της Lafinex με το οποίο τον πληροφορούσαν ότι στις 3.9.10 οι διευθυντές της Lafinex έχουν αντικατασταθεί από τις εναγόμενες 5 και 6 (Τεκμήριο 8). Στις 14.1.10 ενώ ο ενάγων - αιτητής μετέβαινε στα γραφεία της KS έλαβε τηλεφώνημα από τον εναγόμενο 1 να μην μεταβεί στα εν λόγω γραφεία γιατί έδωσε οδηγίες στην ασφάλεια του γραφείου να μην του επιτρέψει την είσοδο στο κτίριο. Τον πληροφόρησε επίσης ότι το πληρεξούσιο έγγραφο που του είχαν δώσει οι διευθυντές της Capenda είχε ακυρωθεί και ότι πλέον είχε ο ίδιος ο εναγόμενος 1 πληρεξούσιο να χειρίζεται τις υποθέσεις της KS. Σε τηλεφωνική επικοινωνία του ενάγοντα-αιτητή με το διευθυντή της εταιρείας Hophil Secretarial Ltd, η οποία ενεργούσε ως γραμματέας της Capenda, επιβεβαιώθηκε η ανάκληση του πληρεξουσίου (Τεκμήριο 9). Στις 7.12.09 οι διευθυντές της Capenda και ο διευθυντής της εταιρείας Hophil η οποία ενεργούσε ως γραμματέας της Capenda παραχώρησαν πληρεξούσιο έγγραφο στο εναγόμενο 1 (Τεκμήριο 10) χωρίς ειδοποίηση προς τον ενάγοντα με το οποίο ο εναγόμενος 1 εξουσιοδοτείτο να προβαίνει στις ενέργειες που αναγράφονται σ' αυτό. Στο εν λόγω πληρεξούσιο δεν εξουσιοδοτούντο ενέργειες για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της KS ούτε και η πώληση ή μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας της KS. Ο εναγόμενος 1 μετά την 14.1.2010 που είχε απαγορεύσει στον ενάγοντα την είσοδο του στα γραφεία της KS βασιζόμενος στο πληρεξούσιο που του δόθηκε διόρισε ως Γενικό Διευθυντή της KS, το φίλο του, εναγόμενο 8 με σκοπό όπως ισχυρίζεται ο ενάγοντας την αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων της KS για δικό του όφελος. Στις 22.1.10 ο εναγόμενος 1 χωρίς εξουσιοδότηση και χωρίς συνεννόηση ή επαφή με τους διευθυντές ή μετόχους της Capenda η οποία είχε το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της KS αποφάσισε την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της KS κατά 36.000 ρούβλια Ρωσίας (ισάξιο με USD 1.200) (Τεκμήριο 11και 12). Οι 36.000 μετοχές παραχωρήθηκαν σε άτομο που λειτουργούσε για λογαριασμό του εναγομένου 1, δηλαδή τον εναγόμενο 9. Αποτέλεσμα τούτου ήταν ο εναγόμενος 9 να καταστεί ιδιοκτήτης του 80% του μετοχικού κεφαλαίου της KS και το ποσοστό της Capenda μειώθηκε στο 20%. Αποτέλεσμα τούτου ήταν το ποσοστό του ενάγοντα στο μετοχικό κεφάλαιο της KS μέσω της Capenda να μειωθεί από 24% στο 4,8%. Ο ενάγοντας σημειώνει πως για την απόκτηση του 80% του κεφαλαίου της KS η οποία ήταν ιδιοκτήτρια ακίνητης περιουσίας πέραν των USD 20.000.000 το ποσό που πλήρωσε ο εναγόμενος 9 ήταν εξωφρενικά χαμηλό σε σχέση με την πραγματική αξία των μετοχών, εξάγοντας το συμπέρασμα ότι η συμπεριφορά αυτή δεικνύει δόλο και απάτη. Μετά την εξέλιξη αυτή ο εναγόμενος 1, ενημέρωσε τους διευθυντές της Capenda στην Κύπρο οι οποίοι και προέβησαν στην ανάκληση του πληρεξουσίου, τεκμήριο 10 και προχώρησαν στην παραχώρηση πληρεξουσίου εγγράφου σε Ρώσους δικηγόρους για να λάβουν δικαστικά μέτρα επ' ονόματι της Capenda και εναντίον της KS για ακύρωση της αύξησης του κεφαλαίου (πληρεξούσιο Τεκμήριο 14). Η αύξηση του κεφαλαίου επικυρώθηκε πρωτοδίκως αλλά το Ρώσικο εφετείο (Ninth Arbitration Court of Appeal) με την απόφαση του αρ. Α40-87751/10-48-759 ημερομηνίας 22.3.2011 ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση και ακύρωσε την αύξηση του κεφαλαίου της KS (Τεκμήριο 15 και Τεκμήριο 15 Α απόφαση και μετάφραση). Η εν λόγω απόφαση έχει εφεσιβληθεί από την KS πλην όμως η έφεση δεν εκδικάστηκε ακόμα. Ο ενάγων είχε λάβει πληροφόρηση, τεκμήριο 16, ότι η έφεση είχε οριστεί στις 30.6.2011. Ο ίδιος ο ενάγων καταχώρησε στις 24.9.10 αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον των προσώπων που περιγράφονται στο κλητήριο ένταλμα (Τεκμήριο 17). Η KS είναι ιδιοκτήτρια διαφόρων ακινήτων μεταξύ των οποίων και τα τέσσερα ακίνητα που περιγράφονται στην εκτίμηση ημερομηνίας 25.4.2010 (Τεκμήριο 19) η αξία των οποίων ανέρχεται σε USD 68.065.317,03. Ο εναγόμενος 1 με τον έλεγχο που ασκούσε στις εταιρείες Lafinex και Capenda μαζί με τους εναγόμενους 2, 7, 8 και 9 προέβη σε δόλιες ενέργειες για την πώληση και αποξένωση δύο ακινήτων της KS σε τιμές υπερβολικά χαμηλότερες της πραγματικής τους αξίας με απώτερο σκοπό την αποκόμιση προσωπικού οφέλους προκαλώντας ζημιά και βλάπτοντας τα συμφέροντα της Capenda και κατά συνέπεια του ιδίου. Τα εν λόγω δύο ακίνητα τα οποία βρίσκοντο στη Μόσχα ήταν εκτιμημένης αξίας το μεν ένα USD 10.153.364,92 και το άλλο USD 9.134.414,72. Συγκεκριμένα στις 25.2.2011 η KS συμφώνησε με την εναγόμενη 7 να της πωλήσει και μεταβιβάσει δυο εκ των τεσσάρων ακινήτων σε τιμές χαμηλότερες της πραγματικής τους αξίας. Οι συμφωνίες πώλησης υπογράφτηκαν από τον εναγόμενο 8 ο οποίος είχε διοριστεί από τον εναγόμενο 1 Γενικός Διευθυντής της KS. Τα δε πρωτόκολλα, Τεκμήρια 21 για την μεταβίβαση των ακινήτων υπογράφτηκαν από το φίλο του εναγόμενου 1, εναγόμενο 9. Συνεπεία των ανωτέρω ενεργειών του εναγόμενου 1 εις βάρος της Capenda οι διευθυντές της παραχώρησαν νέο πληρεξούσιο έγγραφο προς Ρώσους δικηγόρους για να λάβουν δικαστικά μέτρα επ' ονόματι της Capenda και της εναγόμενης 7 για ακύρωση της πώλησης των ακινήτων (Τεκμήριο 22) και κατ' ακολουθία καταχωρήθηκε στις 19.4.2011 σχετική αγωγή σε Ρωσικό Δικαστήριο (Τεκμήριο 23 και 23 Α). Ο ενάγων πιθανολογεί πως ενώ ως ημερομηνία πώλησης στις συμφωνίες έχει αναγραφεί η 25.2.2011 είναι εμφανές ότι τα έγγραφα ετοιμάστηκαν πολύ αργότερα της 22.3.2011 που εκδόθηκε η απόφαση για την ακύρωση της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της KS και τέθηκε σ' αυτά προγενέστερη ημερομηνία κατά την οποία η αύξηση του κεφαλαίου ήταν δήθεν έγκυρη και ο εναγόμενος 9 φερόταν κάτοχος του 80% του μετοχικού κεφαλαίου. Συμπεραίνει πως οι χρονολογίες προχρονολογήθηκαν καθόσον η κατάθεση τους στο κτηματολόγιο έγινε στις 29.3.2011 δηλαδή πέραν του ενός μηνός από την φερόμενη ως ημερομηνία πώλησης τους. Ο εναγόμενος 1 παρά τα ανωτέρω συνεχίζοντας τις δόλιες προσπάθειες του ενάντια στα συμφέροντα της Capenda απέστειλε επιστολή στους διευθυντές της Capenda, Τεκμήριο 24, για σύγκληση στις 18.5.2011 για έκτακτης γενικής συνέλευσης για αντικατάσταση των διευθυντών της Capenda από τις εναγόμενες 5 και 6 οι οποίες εργάζονται στο δικηγορικό γραφείο Ανδρέας Νεοκλέους και Σία ΔΕΠΕ. Ο ενάγων-αιτητής συμπεραίνει πως όλες οι ενέργειες του εναγομένου 1 για αντικατάσταση των διευθυντών της Capenda έχουν ως απώτερο σκοπό τον επηρεασμό της έφεσης εις βάρος της Capenda ως επίσης τον επηρεασμό της αγωγής της Capenda εναντίον των KS και εναγόμενης 7 καθώς και τη συνέχιση των δόλιων και παράνομων πράξεων για αποκόμιση οφέλους σε βάρος της Capenda. Αποτελεί τη θέση του ενάγοντα ότι η επιστολή-ειδοποίηση (Τεκμήριο 24) είναι άκυρη και παράτυπη και δεν δημιουργεί έννομα αποτελέσματα καθόσον (α) δεν δόθηκε από μέτοχο της Capenda διότι όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 1 ημερομηνίας 2.5.2011 ο εναγόμενος 1 δεν είναι μέτοχος της Capenda και (β) ουδέποτε επιδόθηκε ή αποστάληκε στον ίδιο τον ενάγοντα ο οποίος είναι μέτοχος της Capenda. Συνεπώς είναι η θέση του ενάγοντα ότι όλες οι ανωτέρω ενέργειες του εναγόμενου 1 είχαν σκοπό να παραβλάψουν τα συμφέροντα της Capenda και κατ' επέκταση του ιδίου και για τούτο προέβη στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Κατά την διάρκεια της έκδοσης τους μέχρι την ημερομηνία ακρόασης για τους εναγόμενους 1 και 2 τα διατάγματα κατέστησαν απόλυτα εναντίον της εναγόμενης 10, των εναγομένων 5 και 6 (εκ συμφώνου) ενώ η αίτηση εναντίον των εναγομένων 3 και 4 απορρίφθηκε και συνεπώς τα εναντίον τους εκδοθέντα διατάγματα έπαψαν να ισχύουν. Ακολούθησε η καταχώρηση αιτήσεων εκ μέρους του ενάγοντα για συμπληρωματική ένορκη δήλωση η οποία ακούστηκε και εξεδόθη σχετική απόφαση από το Δικαστήριο όπως και αίτηση για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα που συνόδευε την ένσταση των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 η οποία εν τέλει αποσύρθηκε από τους αιτητές. Η ένσταση των εναγομένων 1 και 2 καταχωρήθηκε στις 10.11.11 και με αυτήν εγείρονται ευάριθμοι λόγοι ένστασης οι οποίοι μπορούν να κατηγοριοποιηθούν στους πιο κάτω:

(1)Η διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε με την καταχώρηση αγωγής είναι λανθασμένη και παράτυπη και δεν επιτρέπει την έκδοση και συνέχιση ισχύος του διατάγματος που εκδόθηκε με βάση αυτή.
(2)Η αγωγή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας αφού έχουν καταχωρηθεί για τα ίδια ή παρόμοια θέματα δικαστικές διαδικασίες στο εξωτερικό.
(3)Ο ενάγοντας δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (clear hands) και δεν προέβηκε σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης και γενικά απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα με τρόπο που καθιστά αυτή παραπλανητική και ελλιπή.
(4)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του διατάγματος και δεν έχει καταδειχθεί με μαρτυρία ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (Λόγοι ένστασης Δ, Ε, ΣΤ, Ζ, Θ και Ι)
(5)Δεν υπήρχε το στοιχείο του κατεπείγοντος στην έκδοση του διατάγματος. Τα γεγονότα που στηρίζουν την ένσταση των εναγομένων 1 και 2 μέσω από την ένορκη δήλωση της Μαριάννας Γιωρκάτζιη δικηγόρου στο γραφείο που εκπροσωπεί τους εναγόμενους. Αφού επιβεβαιώνει ότι έχει εξουσιοδοτηθεί κατάλληλα από τους εναγόμενους 1 και 2 και εξακριβώσει μέσα από έγγραφα που περιέχονται στο φάκελο τις πληροφορίες που της δόθηκαν αναφέρει τα πιο κάτω: O εναγόμενος 1 καθ' ου η αίτηση κατέστη νόμιμος μέτοχος κατά 76% της εταιρείας Lafinex μετά την επ' ονόματι του μεταβίβαση των μετοχών των Vasilly Vasine και Oltrachevski louri. Το γεγονός αυτό το γνώριζε ο ενάγων αιτητής παρά το ότι ο ίδιος ισχυρίζεται το αντίθετο και εν πάση περιπτώσει δεν υπήρχε οποιοσδήποτε περιορισμός στο καταστατικό της Lafinex για τη μεταβίβαση των μετοχών η οποία είχε γίνει αποδεκτή από τους διευθυντές της εταιρείας. Ως εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ανωτέρω ποσοστού του κεφαλαίου της Lafinex είχε τη δυνατότητα να ασκήσει ουσιαστικό έλεγχο της Capenda. Περαιτέρω η εταιρεία Hophil είχε υπογράψει συμφωνία εμπιστεύματος με την εναγόμενη 4 για την εταιρική διαχείριση της Capenda και επομένως έχει υποχρέωση να ακολουθεί τις εταιρείες που εκδίδονται από την Lafinex (Τεκμ.1 η συμφωνία εμπιστεύματος). Ο ενάγων αιτητής παράνομα και δόλια κατέστη μέτοχος σε ποσοστό 24% των μετοχών της Capenda. Η εν λόγω απόκτηση έγινε χωρίς καμία εξουσιοδότηση και/ή άδεια και/ή γνωστοποίηση του εναγομένου καθ'ου η αίτηση 1 ο οποίος είναι ο μέτοχος πλειοψηφείας της εταιρείας με ποσοστό 76%. Για τούτο οι τότε δικηγόροι του εναγομένου καθ'ων η αίτηση 1 είχαν αποστείλει επιστολή ημερ. 17.12.10 (Τεκμ.2) και προέβηκαν σε σχετική καταγγελία προς το Τμήμα του Οικονομικού Εγκλήματος στη Λεμεσό (επιστολή Τεκμ.3). Συνεπώς η παράνομη απόκτηση του 24% των μετοχών της Capenda από τον ενάγοντα αιτητή η οποία είναι το μόνο πεδίο το οποίο του παρέχεται για να στοιχειοθετήσει την παρούσα υπόθεση του στερεί το δικαίωμα να διεκδικεί όσα αξιώνει διότι βασίζονται σε παράνομα αποκτηθέντα δικαιώματα. Ο εναγόμενος 1 αιτητής αμφισβητεί τους ισχυρισμούς του ενάγοντα αιτητή περί δήθεν άγνοιας του για το γεγονός της απόκτησης από τον εναγόμενο 1 το 76% των μετοχών της Capenda και παραπέμπει σχετικά στην επιστολή ημερ. 17.12.10 την οποία οι δικηγόροι του είχαν αποστείλει στους διευθυντές της Capenda. Προωθείται περαιτέρω η θέση πως σύμφωνα με την αρχική δομή των εταιρειών Capenda - Lafinex - KS Trust. Ολες οι αποφάσεις της Capenda καθορίζονται από τις αποφάσεις της Lafinex και ήταν αδύνατο να ληφθούν οποιεσδήποτε αποφάσεις χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση του εναγομένου καθ' ου η αίτηση
  1. Διαψεύδοντας τον ισχυρισμό του ενάγοντα αιτητή περί δόλιας απόκτησης από τον εναγόμενο 9 κεφαλαίου στην εταιρεία KS Trust αναφέρει ότι η ίδρυση και η ιδιοκτησία της KS Trust ήταν συνδεδεμένη από την αρχή με τον εναγόμενο 9 ο οποίος και την ίδρυσε στις 3.3.
  2. Αναφέρει περαιτέρω πως η ιδέα της συμφωνίας ήταν όπως ο εναγόμενος 9 μετά την εκτίμηση της πραγματικής αξίας της KS Trust που αρχικά ήταν 75 εκατομύρια δολάρια ΗΠΑ πωλήσει το 20% των μετοχών για 9,000 ρούβλια ανκαι το εν λόγω ποσοστό του 20% ισοδυναμούσε με ποσό δανείου 14 εκατομυρίων δολαρίων ΗΠΑ που είχε δοθεί από την Capenda στην KS Trust. Το υπόλοιπο ποσοστό του 80% των μετοχών της KS Trust ο εναγόμενος 9 το κράτησε για τον εαυτό του, ποσοστό το οποίο έπρεπε είτε να διαμορφωθεί στο μερίδιο του στην Capenda είτε να του επιστραφεί από την KS Trust εντός τριών ετών από τον χρόνο της αρχικής συμφωνίας. Αυτό συνεχίζει η ενόρκως δηλούσα αντικατοπτρίζεται στη συμφωνία που υπογράφηκε από τον εναγόμενο καθ' ου η αίτηση 1 τον Vassily Vasine και τον εναγόμενο
  3. Οι εναγόμενοι ουδέποτε συμφώνησαν ή συνεννοήθηκαν με τον ενάγοντα αιτητή όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, για να αναλάβει τη διοίκηση και διαχείριση της Capenda ή της KS Trust. Κατά παράβαση των συμφωνιών εμπιστεύματος η εναγόμενη 3 εξέδωσε τα πληρεξούσια έγγραφα προς όφελος του ενάγοντα αιτητή και ενώ είχαν αρνηθεί να εκδώσουν πληρεξούσιο έγγραφο προς όφελος του εναγόμενου
  4. Αρνησης τυγχάνει και ο ισχυρισμός του ενάγοντα αιτητή για τον λόγο της διαφωνίας του με τον εναγόμενο 1 καθ' ου η αίτηση. Ο πραγματικός λόγος έχει να κάμει και σχετίζεται με την παράνομη συμμετοχή του ενάγοντα αιτητή στο μετοχικό κεφάλαιο της Capenda η οποία συμμετοχή δεν είχε εγκριθεί από την Lafinex και ο εναγόμενος καθ'ου η αίτηση 1 ουδέποτε συμφώνησε με αυτή. Εγινε δε κατά παράβαση των νομοθετικών προνοιών που ισχύουν στις Βρεττανικές Παρθένες Νήσους αλλά και ενάντια στη θέληση των μετόχων της Capenda. O εναγόμενος 1 καθ' ου η αίτηση παρά το ότι ζήτησε επανειλημμένα να ενημερωθεί για το πως, πότε και ποίες ακριβώς μετοχές μεταφέρθηκαν επ' ονόματι του ενάγοντα και απέστειλε προς τούτο επιστολή στους διευθυντές της Capenda ουδέποτε ενημερώθηκε (Τεκμ. 5 και 6 επιστολές). Σύμφωνα με την συμφωνία εμπιστεύματος (Trust Agreement) η οποία υπογράφηκε μεταξύ της Lafinex και της εναγόμενης 3 καμία μεταβίβαση μετοχών θα γινόταν χωρίς την προηγούμενη ρητή συγκατάθεση του εναγόμενου
  5. Συνεπώς κατά παράβαση της συμφωνίας αυτής οι διευθυντές της Capenda συμφώνησαν με τον ενάγοντα αιτητή τη συμμετοχή του τελευταίου στο κεφάλαιο της Capenda κατά 24%. Ως αποτέλεσμα των προαναφερόμενων παράνομων και αντισυμβατικών πράξεων του ενάγοντα αιτητή σε συνωμοσία με τους διευθυντές της Capenda ο εναγόμενος καθ'ου η αίτηση 1 απομακρύνθηκε από τη διαδικασία λήψης αποφάσεων οι οποίες λαμβάνονταν εν αγνοία του και χωρίς τη συγκατάθεση του. Περαιτέρω αποτέλεσμα των παράνομων πράξεων του ενάγοντα ήταν να κατευθύνονται οι εμπορικές δραστηριότητες των εταιρειών Capenda, Lafinex και KS Trust χωρίς την έγκριση και συγκατάθεση του εναγόμενου 1 ως μετόχου πλειοψηφίας. Και αυτός ήταν ο πραγματικός λόγος η αιτία διαφορών που προέκυψαν μεταξύ του ενάγοντα αιτητή και του εναγόμενου 1 καθ' ου η αίτηση και που αποτελούν αντικείμενο δικαστικής διαδικασίας που ηγέρθη στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στα πλαίσια της οποίας καταχωρήθηκε αίτηση για λήψη ενδιάμεσων προσωρινών μέτρων. (Ενώ η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι επισυνάπτει ως Τεκμ.7 δέσμη εγγράφων που περιλαμβάνει την αγωγή, την ενδιάμεση αίτηση και την ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, όμως ως Τεκμ.7 επισυνάφθηκε αντίγραφο της παρούσας αγωγής). (Το Τεκμ.12 είναι αυτό που αποτελεί φωτοαντίγραφο της αγωγής που καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας). Η συμφωνία δανείου την οποία ο ενάγων επικαλείται και σύμφωνα με αυτή ισχυρίζεται ότι δική του εταιρεία με το όνομα Codel International Ltd δάνεισε την Capenda μέσω της Lafinex αμφισβητείται ως άκυρη και υποδεικνύεται πως η φερόμενη συμφωνία δανείου έχει ημερομηνία δανείου 7.2.2000 δηλαδή φέρεται να καταρτίστηκε σε χρόνο κατά τον οποίο η Lafinex δεν είχε καν ιδρυθεί. Η ημερομηνία ίδρυσης της Lafinex είναι ο Απρίλιος του
  6. (Τεκμ.8 Ιδρυτικό και Καταστατικό της Lafinex). Eκείνο που στην πραγματικότητα έγινε είναι πως το δάνειο των 14 εκατομυρίων δολαρίων ΗΠΑ δόθηκε από την Lafinex στην Capenda και όχι από την Codel στην Capenda. To ψευδές των ισχυρισμών του ενάγοντα αποδεικνύεται σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα όχι μόνο από την ανωτέρω ημερομηνία αλλά και από το γεγονός πως ο αιτητής δεν έχει παρουσιάσει ούτε καταχωρίσει σε οποιοδήποτε αρχείο, πρωτότυπο της συμφωνίας, γεγονός το οποίο σύμφωνα πάντοτε με την ενόρκως δηλούσα καταδεικνύει ότι το αντίγραφο είναι εξ ολοκλήρου δικό του κατασκεύασμα. Μετά την ανακάλυψη από τον εναγόμενο 1 καθ'ου η αίτηση των παράνομων και αντισυμβατικών πράξεων των διευθυντών της Lafinex με τον ενάγοντα αιτητή οι διευθυντές αυτοί αντικαταστάθηκαν από τις Ανδρούλα Παπαδοπούλου και Ηλιάνα Χατζησάββα. Παρά την ανωτέρω αναφορά της η ενόρκως δηλούσα συνεχίζει και αναφέρει ότι οι διευθυντές της Capenda και Lafinex Μάριος Τζιωρτζιή και Μαρία Ζάρκου που αντικαταστάθηκαν από τις ανωτέρω αναφερθείσες δεν προέβηκαν στην αντικατάσταση των διευθυντών της Lafinex με αποτέλεσμα την αποκλειστική διαχείριση των Capenda και Lafinex να την έχει ο ενάγων αιτητής συνεννοούμενος με τους προαναφερόμενους διευθυντές. Οι ανωτέρω διευθυντές χωρίς την συγκατάθεση του εναγόμενου καθ' ου η αίτηση 1 εξέδωσαν αριθμό πληρεξουσίων εγγράφων προς Ρώσσους δικηγόρους οι οποίοι κίνησαν νομικές διαδικασίες στη Ρωσσία επ' ονόματι της Capenda και εναντίον του εναγομένου καθ' ου η αίτηση 1 και της KS Trust. Οι προαναφερόμενοι διευθυντές της Lafinex και Capenda όχι μόνο δεν είχαν εκπληρώσει τα καθήκοντα τους προς τις εταιρείες αυτές και συνακόλουθα προς τον εναγόμενο καθ' ου η αίτηση 1 ο οποίος είναι μέτοχος πλειοψηφίας, αλλά σκοπίμως δεν τον ενημέρωσαν για αποφάσεις που λήφθηκαν οι οποίες αφορούσαν τις εταιρείες αυτές. Σε σχέση με την προαναφερθείσα συμφωνία στρατηγικής συνεργασίας αναφέρεται ότι ο εναγόμενος 9 υπέγραψε στις 5.4.07 συμφωνία αγοραπωλησίας μετοχικού κεφαλαίου της KS Trust με την Capenda για το ποσό των 346,000 δολαρίων ΗΠΑ το οποίο αναλογούσε στο 100% του μετοχικού κεφαλαίου. Η συμφωνία αυτή υπογράφηκε από τον ενάγοντα αιτητή ο οποίος ενεργούσε εκ μέρους της Capenda δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 31.5.
  7. (Επισυνάπτει ως Τεκμ.10 μια συμφωνία στη Ρωσσική γλώσσα). Τον Ιανουάριο του 2010 σύμφωνα πάντοτε με τη συμφωνία στρατηγικής συνεργασίας η Capenda, σύμφωνα με πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 7.12.09 το οποίο είχε πιστοποιηθεί στις 7.1.0 απο τον εναγόμενο καθ' ου η αίτηση 1 με την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατέστη μέτοχος αποκτώντας το 80% του μετοχικού κεφαλαίου της KS Trust. Αποτελεί ισχυρισμό της ενόρκως δηλούσας πως η συμφωνία μεταξύ της εταιρείας Οsnova και της KS Trust για την πώληση των ακινήτων που ο ενάγων αναφέρει στην ένορκη του δήλωση αποτελεί συνήθη εμπορική τακτική και δραστηριότητα με σκοπό την επένδυση των χρημάτων από την πώληση με άλλα ακίνητα στη Μόσχα. Η αξία των ακινήτων αυτών είχε εκτιμηθεί από την εταιρεία Expert Insurance Estimation η οποία καθόρισε την αξία πώλησης τους όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στη συμφωνία 25.2.11 για την πώληση τους. Επομένως είναι ανυπόστατοι οι ισχυρισμοί του ενάγοντα αιτητή ότι υπήρξε δήθεν συνωμοσία μεταξύ της Osnova και του εναγόμενου καθ' ου η αίτηση 1 για αποκόμιση προσωπικού οφέλους εις βάρος της Capenda. Η ενόρκως δηλούσα επαναλαμβάνοντας τον ισχυρισμό του ενάγοντα αιτητή περί παράνομης συμμετοχής στην Capenda ισχυρίζεται πως είναι εκείνος που θέλει να απομακρύνει τον εναγόμενο 1 από την εταιρεία παρά το ότι είναι μέτοχος πλειοψηφίας για να τον αποκλείσει από τη διαδικασία λήψης αποφάσεων εναντίον των συμφερόντων του. Υποστηρίζεται δε με την ίδια ένορκο δήλωση ότι η έγερση αγωγής με προληπτικό χαρακτήρα προϋποθέτει την ύπαρξη καλής συζητήσιμης υπόθεσης κάτι που ελλείπει από την παρούσα διαδικασία αφού ο ενάγοντας αιτητής βασίζει τους ισχυρισμούς του στο γεγονός της μετοχικής του ιδιότητας. Θεωρεί δε μεμπτό το γεγονός ότι ο ενάγων επιχειρηματολογεί για θέματα που αποτελούν επίδικα θέματα στις δικαστικές διαδικασίες που ηγέρθηκαν στη Ρωσσία και τα οποία δεν μπορούν να αξιολογηθούν από το παρόν Δικαστήριο. Προχωρεί δε και επισημαίνει διάφορα άλλα γεγονότα που έλαβαν χώρα χωρίς τη γνώση και συγκατάθεση του εναγόμενου 1 καθ' ου η αίτηση όπως την αντικατάσταση του διευθυντή της KS Trust και τις ενέργειες των διευθυντών της Capenda οι οποίοι φέρονται να συμμαχούν με τον ενάγοντα αιτητή μέτοχο μειοψηφίας εναντίον του εναγομένου καθ' ου η αίτηση 1 μετόχου πλειοψηφίας. Μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων Θεωρώ ορθό να ασχοληθώ πρωτίστως με τον ως ανωτέρω λόγο ένστασης δεδομένης της απόλυτης υποχρέωσης των αιτητών να προσέρχονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια ιδίως όταν επιδιώκουν θεραπεία μονομερώς χωρίς ειδοποίηση στην άλλη πλευρά. Η αρχή της αποκάλυψης όλων των απαραίτητων για την κρίση της υπόθεσης στοιχείων τονίζει ότι πρέπει να προσφέρονται και αποκαλύπτονται στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται και εκδίδει διάταγμα κατόπιν μονομερούς αίτησης, χωρίς να ακούσει τον άλλο διάδικο. Και αυτό γιατί στο αρχικό στάδιο, το Δικαστήριο κατά παρέκκλιση της αρχής "Audi alteram partem" ή επί το ελληνικότερον «μηδένα δικάσεις πριν αμφί μύθον ακούσεις», όπου ακούει τον ένα μόνο των διαδίκων, επιβάλλεται η αποκάλυψη των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να επηρεάσουν την απόφαση. Ο επιτακτικός χαρακτήρας της υποχρέωσης αυτής, προσδίδει δικαίωμα στο Δικαστήριο, να ελέγξει και να εξετάσει από μόνο του, έχοντας υπόψη τις ένορκες δηλώσεις την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής. (Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 AAΔ, 734) Όπως εύστοχα τονίστηκε από το Εφετείο στην απόφαση του στην υπόθεση The Timberland Co of U.S.A. v. Evans & Sons Ltd ν. Άλλων
(1988)1 (Β) Α.Α.Δ. 1179, η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση του διατάγματος το οποίο έχει εκδοθεί μετά από μονομερή αίτηση και το καθιστά ακυρωτέο. Παρατίθεται σχετικό απόσπασμα της απόφασης: «..Στην απόφαση του, το πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση μας της Ολομέλειας στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.α. Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90, 30/5/96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά˙ διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.α. (ανωτέρω) σελ.
  1. «Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας, για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Τα γεγονότα τα οποία κατ΄ ισχυρισμό των εναγομένων 1 και 2 - καθ΄ων η αίτηση δεν αποκαλύφθηκαν προσδιορίζονται στα πιο κάτω. Αμφισβητείται η δήλωση του ενάγοντα - αιτητή που περιέχεται στην παράγραφο 8 της ενόρκου δηλώσεως του ότι δεν γνώριζε ούτε είχε ειδοποιηθεί για τη μεταβίβαση των μετοχών των Vasiliy Vasine και Otrachevski Louri επ' ονόματι του Ε
  2. Η αμφισβήτηση αυτή του ενάγοντα δίδεται με την παράγραφο 3 της ενόρκου δηλώσεως της Μαριάννας Γιωρκάτζη που συνοδεύει την ένσταση. Παρατηρείται ότι η ενόρκως δηλούσα δεν παραθέτει οποιοδήποτε στοιχείο αποδεικτικό της γνώσης του ενάγοντα πέραν της δικής της δήλωσης. Οι συνήγοροι του ενάγοντα με την αγόρευση τους σε σχέση με τούτο το θέμα αναφέρουν πως δεν αντιλαμβάνονται τη σχέση του ισχυρισμού με τα επίδικα θέματα και ότι, εν πάση περιπτώσει, αυτό είναι θέμα για το οποίο μαρτυρία θα δοθεί κατά την ακρόαση. Για σκοπούς πληρότητας, θα πρέπει να αναφερθεί ότι είναι απόλυτα σχετικός ο ισχυρισμός αυτός καθόσον η όλη προσπάθεια του ενάγοντα δια της ενόρκου δηλώσεως ήταν να καταδείξει δόλιες ενέργειες και συμπεριφορά του εναγομένου - καθ' ου η αίτηση στην οποία είχε συμπεριλάβει και τη μεταβίβαση των μετοχών των ανωτέρω δύο ατόμων επ' ονόματι του εναγομένου 1 την οποία, ως ισχυριζόταν, αγνοούσε. Όπως ανωτέρω αναφέρθηκε ο εναγόμενος 1 δεν προσφέρει κάποια θετική μαρτυρία για να αποδείξει τη γνώση αυτή του ενάγοντα και κατ' ακολουθία τη μη αποκάλυψη της προς το Δικαστήριο. Πρόσθετο στοιχείο μη αποκάλυψης προσδιορίζεται με την παράγραφο 8 της ενόρκου δηλώσεως της Μαριάννας Γιωρκάτζη. Η ρηθείσα παραπέμπει στην παράγραφο 15 της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα και ισχυρίζεται πως ο αιτητής παραπλάνησε το Δικαστήριο δίδοντας λανθασμένες και ψευδείς πληροφορίες αναφέροντας ότι δεν γνώριζε ότι ο εναγόμενος -καθ' ου η αίτηση 1 ήταν μέτοχος της εταιρείας CAPENDA. Η παράγραφος 15 της ενόρκου δηλώσεως του ενάγοντα αποτελείται από δύο γραμμές και καταγράφει μόνο ότι επισυνάπτει τα αποτελέσματα έρευνας στην ιστοσελίδα του εφόρου εταιρειών την οποία και καταθέτει ως τεκμήριο
  3. Το τεκμήριο δε 3 ημερομηνίας 21.8.01 αποτελείται από φωτοαντίγραφα από το αρχείο του εφόρου εταιρειών το οποίο αναφέρεται στους διευθυντές και γραμματείς της εταιρείας CAPENDA LTD (εναγόμενος 10), και πιστοποιητικό μετόχων. Ο ισχυρισμός αυτός της ενόρκως δηλούσας έχει ως βάση την παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης του αιτητή (όπως προσδιορίζεται με την αγόρευση του συνηγόρου του εναγομένου 1) στην οποία καταγράφεται πως ο εναγόμενος 1 έμμεσα απέκτησε το 76% του μετοχικού κεφαλαίου της CAPENDA, όταν απέκτησε το 76% του μετοχικού κεφαλαίου της LAFINEX μετά την παραχώρηση προς αυτόν των μετοχών από τους Vasiliy Vasine και Otrachevski Louri. Είναι γεγονός πως με την εν λόγω παράγραφο ο ενάγων αφήνει να νοηθεί ότι δεν γνώριζε για τη μεταβίβαση αυτή αφού και σε προηγούμενη του παράγραφο δηλώνει ξεκάθαρα ότι δεν είχε ειδοποιηθεί για τη μεταβίβαση αυτή. Για απόδειξη του ισχυρισμού της γνώσης του ενάγοντα, οι εναγόμενοι - καθ' ων η αίτηση επικαλούνται το Τεκμήριο
  4. Το Τεκ.4 όμως παρουσιάζει ανταλλαγείσα αλληλογραφία ημερ. 21.1.10 με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο μεταξύ του Σ. Σιάττη (διευθυντού της Ε10) και του δικηγόρου του ενάγοντα κ. Ερωτοκρίτου από την οποία προκύπτει πως ο πρώτος είχε αρνηθεί αίτημα του δεύτερου για μεταβίβαση των μετοχών της Εναγόμενης 10 επ' ονόματι του ενάγοντα. Δεν προκύπτει άμεση γνώση του ενάγοντα αλλά ούτε και επιβεβαιώνεται ή αποδεικνύεται ότι ο ενάγων παράνομα κατέστη μέτοχος της Εναγόμενης
  5. Σ'εκείνη τη χρονική στιγμή υπήρξε άρνηση μεταβίβασης αλλά τούτο το γεγονός δεν οδηγεί απαραίτητα στο συμπέρασμα, παράνομης απόκτησης των μετοχών σε μεταγενέστερο στάδιο. Συναφείς ισχυρισμοί που περιέχονται στην αγόρευση του συνηγόρου των εναγομένων οι οποίοι περιλαμβάνονται στο ίδιο θέμα με τους οποίους προβάλλουν τη θέση ότι ο ενάγων κατέστη μέτοχος της CAPENDA εν αγνοία του εναγομένου 1 και άρα δεν νομιμοποιείται στην προώθηση των αξιώσεων του δεν μπορεί να εξεταστεί στο παρόν στάδιο δεδομένου πως τούτοι είναι ισχυρισμοί επί της ουσίας και οι οποίοι θα εξεταστούν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Παρά το γεγονός ότι με την ένορκο δήλωση προβάλλονται και άλλα γεγονότα ως μη αποκαλυφθέντα, όμως με την αγόρευση του συνηγόρου του αιτητή προωθήθηκα μόνο αυτά τα δύο. Εν πάση περιπτώσει τα υπόλοιπα θέματα ως ο δανεισμός της Capenda και από ποια τελικά εταιρεία κατέστη δυνατός ή τα θέματα που αφορούν τις υπόλοιπες δραστηριότητες της K.S Trust κρίνεται πως αυτοί είναι αμφισβητούμενοι ισχυρισμοί και αντικρουόμενες θέσεις των διαδίκων οι οποίοι θα εξεταστούν στο κατάλληλο στάδιο. Προϋποθέσεις έκδοσης συντηρητικού διατάγματος Η αίτηση στηρίζεται κυρίως στο άρθρο 32 του Ν.14/
  6. Η κλασσική υπόθεση Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 557 έχει προδιαγράψει τα κριτήρια που θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν εξεταστεί και το ισοζύγιο της ευχέρειας με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Τα τρία κριτήρια ως γνωστό είναι (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, (β) να διαφαίνεται ότι υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να επιτύχει στην αγωγή, και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τα κατ' αντιπαράθεση ισχυριζόμενα γεγονότα και θέσεις των διαδίκων, χωρίς να διαφεύγει της προσοχής ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως είναι και η παρούσα, δεν εξετάζεται σε βάθος η προσφερόμενη μαρτυρία, ούτε και γίνεται οποιαδήποτε τελεσίδικη αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ή ευρήματα επί γεγονότων, παρά μόνο για να διαπιστωθεί η ύπαρξη της αναγκαίας εκείνης νομικής και πραγματικής βάσης που ικανοποιούν ή όχι τα κριτήρια του άρθρου 32. (Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ, σελ. 269-70). Το πρώτο κριτήριο ικανοποιείται με την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα, ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. ΄Ετσι, το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης, όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δε δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης, αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία στις περιστάσεις της υπόθεσης. Αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση της ζημιάς δεν αποτελεί κατ' ανάγκη έρεισμα για την έκδοση του διατάγματος (K.O.T v. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 152, Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1121). Έχουν ανωτέρω καταγραφεί οι ισχυρισμοί του ενάγοντα όπως αυτοί περιλαμβάνονται στην ένορκο του δήλωση. Παρόμοιοι ισχυρισμοί περιλαμβάνονται και στην έκθεση απαιτήσεως που έχει εν τω μεταξύ καταχωρηθεί. Η παρούσα αγωγή η οποία σκοπό έχει να παρεμποδίσει διενέργεια πράξεων εκ μέρους των εναγομένων χαρακτηρίζεται ως προληπτική αγωγή (quia timet) δικαίωμα για έγερση της οποίας αναγνωρίστηκε και στην κυπριακή νομολογία μεταξύ άλλων με την απόφαση Parico Aluminium Desings Ltd v. Muskita Aluminium Co κ.α.
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ
  1. Υποδεικνύεται σ΄αυτήν πως σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 24, παράγ. 832 όπου ένας ενάγοντας αποδεικνύει ότι έχει δικαίωμα το οποίο έχει παραβιασθεί και ότι επαπειλείται περαιτέρω παραβίαση σε σημαντικό βαθμό, δικαιούται σε απαγορευτικό διάταγμα για να εμποδίσει την επαπειλούμενη παραβίαση με βάση τις συνηθισμένες αρχές χορήγησης απαγορευτικών διαταγμάτων. Έχοντας υπόψη ότι με την εν λόγω αγωγή σκοπείται μεταξύ άλλων η παρεμπόδιση ενεργειών που να διαφοροποιούν τη σύσταση της εναγομένης 10 και τη διενέργεια άλλων ενεργειών εκ μέρους της μπορεί η αγωγή να ενταχθεί στην προληπτική αγωγή. Με δεδομένα τα γεγονότα που περιέχονται στην ένορκο δήλωση του ενάγοντα, ήτοι: Tις αναφορές του σε πράξεις του εναγομένου 1 για αποξενώσεις περιουσιακών στοιχείων της KS Trust σε τιμές πολύ χαμηλότερες των πραγματικών αξιών και για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά τρόπον που να μειώνεται το δικό του ποσοστό. Τις δηλώσεις του, ότι την απόφαση για την αύξηση του κεφαλαίου της, υπέγραψε ο εναγόμενος 1 βάσει πληρεξουσίου το οποίο δεν του έδινε τέτοια εξουσιοδότηση, θεωρώ ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις που τίθενται με το άρθρο 32 του Νόμου 14/
  2. Εχοντας βέβαια πάντα κατά νουν πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Όπως λέχθηκε στην T. A. Micrologic Computer Consultants Ltd. 1 A.A.Δ 1802, αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων. Αυτό, συνεχίστηκε στην ίδια απόφαση, συχνά παραγνωρίζεται σε Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά. Υπεδείχθη περαιτέρω και στην Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 A.A.Δ 1653: «.....το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. .. θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας». Όπως επιβεβαιώθηκε στην Parico (ανωτέρω): «..... Το παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα συνιστά μια προσωρινή δυνητική και εξαιρετική θεραπεία. Προσφέρεται προτού τα δικαιώματα των διαδίκων αποφασιστούν τελικά και στην περίπτωση απαγορευτικού διατάγματος που εκδίδεται μονομερώς ακόμα προτού το Δικαστήριο κατατοπιστεί για τη φύση της υπόθεσης του εναγομένου. Δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σ' αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να επιλύσει αντικρουόμενη μαρτυρία στις ένορκες δηλώσεις σε σχέση με τα γεγονότα επί των οποίων οι αξιώσεις των μερών ενδεχόμενα να εξαρτώνται. Η μαρτυρία είναι ασυμπλήρωτη γιατί μόνο κατά τη δίκη ελέγχεται με προφορική αντεξέταση. Πλήρης δικαιοσύνη δεν μπορεί να επιτευχθεί εφόσον το δικαστήριο λειτουργεί πάνω σε μη πλήρη πληροφόρηση. Επομένως δεν είναι σωστό για το δικαστήριο να αποφασίσει αντικρουόμενα πραγματικά ζητήματα ή δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Αυτά αποτελούν ζητήματα που πρέπει να εξετάζονται στη δίκη ...........». Σημειώνεται επίσης πως τα Δικαστήρια στη Ρωσία δικαίωσαν την Capenda στις αγωγές που καταχώρησε για ακύρωση της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου και εκκρεμεί αγωγή για ακύρωση των συμφωνιών πώλησης των ακινήτων. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Όπως δε τονίστηκε στην Οδυσσέως (ανωτέρω) το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Οσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Αν η υπόθεση ως εκ της φύσεως της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων και ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να ισχυρισθεί κανείς ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο, εκτός και αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η δυσκολία όμως υπολογισμού των αποζημιώσεων αυτών καθ' εαυτών, δεν οδηγεί κατ' ανάγκη στο συμπέρασμα ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο στο μέλλον να απονεμηθεί δικαιοσύνη (ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 255). Εξετάζοντας επίσης το θέμα της ανεπάρκειας των αποζημιώσεων στην απόφαση αναφορικά με την εταιρεία ο Φιλελεύθερος Λτδ Αρ. αίτησης 122/03 ημερ. 5.12.03 έγινε αποδεκτό ότι αν δεν εκδιδόταν το προσωρινό διάταγμα θα ήταν αδύνατη η ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδιδόταν υπέρ του ενάγοντα λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης του εναγόμενου. Οι θέσεις του αιτητή για αδυναμία απόδοσης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιέχονται στις παραγράφους 54-57 της ένορκης δήλωσης του. Εκφράζεται με αυτές ο φόβος πως αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα υπάρξει αντικατάσταση των διευθυντών της Capenda και οι νέες διευθύντριες εναγόμενες 5 και 6 οι οποίες θα λαμβάνουν οδηγίες από τον εναγόμενο 1 θα μπορούν να αποδεκτούν την έφεση ή να αποσύρουν την αγωγή που είναι καταχωρημένη ενώπιον Ρώσικων Δικαστηρίων. Η ίδια θέση επαναλαμβάνεται με την αγόρευση των συνηγόρων του αιτητή. Η αντίθετη άποψη εκφράζεται από τον συνήγορο των καθ'ων η αίτηση όπου τονίζεται πως αυτή η αναφορά από μόνη της καταδεικνύει εμμέσως πλην σαφώς την συμπαιγνία και την συνωμοσία του αιτητή με τους διευθυντές της Capenda (Ε10) για πλήρη έλεγχο της Εναγόμενης 10 και των δικαστικών διαδικασιών στη Ρωσία. Δεν έχω πεισθεί ότι αν δεν οριστικοποιηθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η οποιαδήποτε αλλαγή των διευθυντών της εταιρείας Ε10, δεν έχει εξηγηθεί με ποιο τρόπο θα οδηγήσει αναπόφευκτα στις ενέργειες που ο ενάγων υποθέτει ότι θα οδηγήσουν δηλαδή την απόσυρση ή αποδοχή των αγωγών στη Ρωσία. Δεν έχει επίσης εξηγηθεί γιατί οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν επαρκή λύση και απόδοση δικαιοσύνης στην παρούσα περίπτωση. Εξάλλου μια από τις αξιούμενες στην αγωγή θεραπείες είναι και η απόδοση αποζημιώσεων. Και είναι σε συνάρτηση με ό,τι έχει ενώπιον του το Δικαστήριο που θα κρίνει και την προϋπόθεση αυτή. Από την μελέτη δε της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την αίτηση, διαπιστώνεται πως ελλείπει αναφορά για αδυναμία ή ανικανότητα των καθ'ων να καταβάλουν αποζημιώσεις. Ούτε εξηγείται η αναφορά του ενάγοντα αιτητή στην ένορκο του δήλωση ότι δεν θα μπορεί να διεκδικήσει αποζημιώσεις, δεδομένου πως ήδη, με την παρούσα αγωγή αξιώνει επιδίκαση αποζημιώσεων. Συνεπώς κρίνεται ότι δεν έχει πληρωθεί η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Η αίτηση απορρίπτεται. Το εκδοθέν διάταγμα ακυρώνεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων - καθ'ων η αίτηση 1 και 2 και εναντίον του ενάγοντα αιτητή, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. .................. Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΚ Subject: Civil/Interim Αnafora: interim order cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.