← Κύπρος

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED ν. SOBOH HOLDING LTD κ.α., Aρ. Αγωγής: 3979/11, 20/9/2012

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED ν. SOBOH HOLDING LTD κ.α., Aρ. Αγωγής: 3979/11, 20/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 3979/11 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED Εναγόντων - και -

  1. SOBOH HOLDING LTD
  2. AIMAN M. SOBOH Εναγομένων -------------------------- Αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερ. 3.2.2012 Ημερομηνία: 20 Σεπτεμβρίου 2012 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Ι. Θεοδοσίου Για τους Εναγόμενους - Καθ'ων η Αίτηση: κ. Α. Αντωνίου -------------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων δυνάμει συμβολαίου ενοικιαγοράς ημερ. 23.10.2008, που υπογράφηκε μεταξύ των εναγόντων, από τη μια, και των εναγομένων 1 ως πρωτοφειλετών και των εναγομένων 2 ως εγγυητών, από την άλλη, για το ποσό των 420.178,22 ευρώ με τόκο προς 12.75% επί ποσού 81.685,05 ευρώ από 2.6.2011 (ημερομηνία τερματισμού) και τόκο προς 5,50% επί ποσού 333.162,00 ευρώ από 2.6.2011 μέχρι εξοφλήσεως. Επιπλέον οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση διατάγματος εναντίον των εναγομένων 1 για την παράδοση του αυτοκινήτου που ήταν το αντικείμενο του επίδικου συμβολαίου στους ενάγοντες και για την πώληση αυτού. Στο πλαίσιο σχετικής αίτησης, στις 2.9.2011, εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα παράδοσης του εν λόγω αυτοκινήτου από τους εναγόμενους στους ενάγοντες και παραμονής του υπό την ασφαλή φύλαξη των εναγόντων μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Ακολούθησε η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης από τους ενάγοντες για συνοπτική απόφαση η οποία βασίζεται στη Δ.18 Θθ.1(α), 2, 4, 5, 6, 8 και 9 και τη Δ.48 Θθ.1-4 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Νατάσας Χ' Γαβριήλ, που είναι στην υπηρεσία των εναγόντων και έχει την ευθύνη της λειτουργίας των λογαριασμών των εναγομένων. Σε αυτή η κα Χ'Γαβριήλ κάνει αναφορά και επισυνάπτει όλα τα έγγραφα προς υποστήριξη των ισχυρισμών της περί της υπογραφής του συμβολαίου, του τερματισμού αυτού, των σχετικών επιστολών που στάληκαν στους εναγόμενους καθώς επίσης κατάσταση λογαριασμού που να καταδεικνύει το οφειλόμενο υπόλοιπο. Η κα Χ'Γαβριήλ ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν καμία απολύτως υπεράσπιση και επομένως ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων ως η έκθεση απαίτησης. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην υπό κρίση αίτηση για τους λόγους ότι έχουν καλή υπεράσπιση, δηλαδή ότι η επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς έχει τροποποιηθεί ή αντικατασταθεί με νέα συμφωνία, και προς τούτο οι ενάγοντες παρέλειψαν να προβούν σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων που αφορούν την παρούσα αγωγή. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Παρασκευής Γιδάρη, που εργάζεται στους εναγόμενους 1, και στην οποία αναφέρει ότι οι εναγόμενοι παραδέχονται την υπογραφή του επίδικου συμβολαίου και κατέβαλαν κανονικά τις δόσεις τους μέχρι τον Μάιο 2010, ενώ στις 27.7.2011 συμβλήθηκαν γραπτώς και/ή προφορικά σε συμφωνία που τροποποιούσε την αρχική συμφωνία δυνάμει της οποίας το τελικό οφειλόμενο ποσό είναι 381.792,58 ευρώ αντί το ποσό των 423.669,22 ευρώ βάσει του αρχικού συμβολαίου. Επίσης οι διάδικοι συμφώνησαν στην αποπληρωμή όλου του ποσού ή δια μηνιαίων δόσεων της πρώτης πληρωτέας την 1.9.2011, και ότι θα συμφωνούσαν επακριβώς τον τρόπο αποπληρωμής του υπολοίπου κατά τον Αύγουστο 2011, μετά τις θερινές διακοπές των υπαλλήλων και των στελεχών των εναγομένων. Η αναβολή της συζήτησης περί τα τέλη Αυγούστου δεν διαφοροποίησε ή ανέτρεψε την εν λόγω συμφωνία ενώ οι ενάγοντες, κατά παράβαση των όρων αυτού και σε εξαπάτηση των εναγομένων, καταχώρησαν την παρούσα αγωγή στις 25.8.
  3. Προς τούτο επισυνάπτεται ηλεκτρονικό μήνυμα των εναγόντων, ημερ. 26.7.2011, στο οποίο φαίνεται η προσφορά τους για τροποποίηση και αναθεώρηση του συμβολαίου. Εν όψει των όσων αναφέρονται πιο πάνω, η κα Γιδάρη αναφέρει ότι οι ενάγοντες δεν προέβησαν σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων και συγκεκριμένα την ύπαρξη του αναθεωρημένου συμβολαίου, ενώ προέβησαν σε ψευδή παράσταση ότι θα συμφωνούσαν με τους εναγόμενους τον τρόπο αποπληρωμής του αναθεωρημένου ποσού και έτσι παραβίασαν τις συμβατικές υποχρεώσεις τους και εξαπάτησαν τους εναγόμενους. Η κα Γιδάρη καταλήγει ότι οι εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση την οποία δικαιούνται να προβάλουν στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Οι δύο δικηγόροι κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Ο δικηγόρος των εναγόντων εισηγήθηκε ότι τηρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 Θ.1 για την έκδοση συνοπτικής απόφασης ενώ οι εναγόμενοι δεν αποκάλυψαν υπεράσπιση και οι ισχυρισμοί τους περί δήθεν αναθεωρημένου συμβολαίου δεν ευσταθούν. Ο κ. Θεοδοσίου ανέφερε ότι οι εναγόμενοι όφειλαν να προβάλουν αυτή τη θέση στο πλαίσιο της αίτησης για την παράδοση του αυτοκινήτου, οι ισχυρισμοί για αναθεωρημένο συμβόλαιο είναι κακόπιστοι και υστερόβουλοι, και πλήρως ανυπόστατοι, καθώς οι εναγόμενοι χρησιμοποιούν αλληλογραφία που ήταν άνευ βλάβης για να υποστηρίξουν αυτή τη θέση τους, ενώ οι ενάγοντες εξάντλησαν όλα τα περιθώρια διαπραγμάτευσης. Ήταν τέλος η θέση του κ. Θεοδοσίου ότι οι εναγόμενοι επιδιώκουν μόνο την καθυστέρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ο δικηγόρος των εναγομένων εισηγήθηκε ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση οι εναγόμενοι κάνουν αναφορά στα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζαν κατά το έτος 2009, και στο πλαίσιο αναγνώρισης αυτών των οικονομικών δυσκολιών για τις οποίες μεγάλο μέρος της ευθύνης φέρουν οι ενάγοντες, οι τελευταίοι προσέγγισαν τους εναγόμενους με σκοπό την επίλυση του ζητήματος και των οφειλών που εκκρεμούσαν με βάση την αρχική συμφωνία που τερμάτισαν στις 2.6.2011, με αποτέλεσμα τη συνομολόγηση της αναθεωρημένης συμφωνίας στις 27.7.2011 και την εξαπάτηση των εναγόντων από τους εναγόμενους. Επίσης ο κ. Αντωνίου ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες χρεώνουν και αξιώνουν παράτυπα και παράνομα ποσά, όπως δικαιώματα ενοικιαγοράς, κατά παράβαση του περί Ελέγχου Ενοικιαγοράς Πωλήσεως επί Πιστώσει και Μισθώσεως Ιδιοκτησίας Νόμου του 1966, Ν. 32/66, και τόκο υπερημερίας, κατά παράβαση του περί Τόκου Νόμου. Τέλος, ήταν η θέση του κ. Αντωνίου ότι η παρούσα αίτηση πάσχει και για τον λόγο ότι το πρόσωπο που προέβη στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν είναι το κατάλληλο για να ορκιστεί θετικά για τη μη ύπαρξη υπεράσπισης από τους εναγόμενους. Η Δ.18 Θ.1(α) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, στην οποία στηρίζεται η αίτηση, προνοεί τα ακόλουθα: «Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2 rule 6 the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend.» Η αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια είναι η Δ.14 Θ.
  4. Όπως αναφέρεται στο The Annual Practice 1958, σελ.243, ο σκοπός της Δ.14 είναι να δώσει την ευχέρεια στον ενάγοντα να εξασφαλίσει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη αν αποδείξει την απαίτηση του ξεκάθαρα, ή αν ο εναγόμενος δεν μπορεί να προβάλει καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει κάποιο θέμα έναντι της απαίτησης το οποίο πρέπει να εκδικαστεί. Επίσης αναφέρεται ότι η συνοπτική ευχέρεια που παρέχεται στο Δικαστήριο με βάση την εν λόγω Διαταγή πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή, και ένας εναγόμενος δεν πρέπει να στερείται της ευκαιρίας να προβάλει υπεράσπιση εκτός στις περιπτώσεις όπου είναι ξεκάθαρο ότι δεν έχει υπόθεση στην υπό κρίση αγωγή. Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου υπάρχει σοβαρή διαφωνία σε θέμα γεγονότος ή εγείρεται σοβαρό νομικό ζήτημα. Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η υπόθεση Χριστόδουλος Μεττή και Λεωνίδας Κίμωνος ως διαχειριστής της περιουσίας του Χαράλαμπου Λοϊζου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ

(2002)1 Α.Α.Δ. 417, στην οποία γίνεται εκτενής ανάλυση των νομικών αρχών που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Σ' αυτή την υπόθεση αναφέρθηκε μεταξύ άλλων η γενική αρχή ότι συνοπτική απόφαση υπέρ του ενάγοντα εκδίδεται εκτός αν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι διαθέτει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή αποκαλύπτει γεγονότα που θεωρούνται ικανοποιητικά για να του επιτρέψουν να υπερασπιστεί. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Trans Middle East (Trading) (TMET) Ltd v. Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 339, η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος στερείται υπεράσπισης. Σχετική επίσης είναι η υπόθεση Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22. Εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που πρέπει να αποδείξει ο ενάγων, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του εναγόμενου να αποκαλύψει γεγονότα ικανά να καταδείξουν καλόπιστα την ύπαρξη δικάσιμου θέματος - βλ. Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, και δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να προβάλει απλούς ισχυρισμούς αλλά θα πρέπει να παρουσιάσει τέτοια στοιχεία και λεπτομέρειες από τα οποία να διαφαίνεται η ύπαρξη υπεράσπισης - βλ. N. V. Caterchef Ltd v. P. C. P. Electronics Ltd
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1912, και Hermes Insurance v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333. Χρήσιμη ανάλυση των νομικών αρχών που διέπουν το θέμα έκδοσης συνοπτικής απόφασης περιέχει επίσης η υπόθεση Νεάρχου κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 818. Όπως διαφαίνεται από το ίδιο το κείμενο της Δ.18 Θ.1(α) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, και όπως επιβεβαιώνεται από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, για να μπορεί το Δικαστήριο να επιληφθεί και εξετάσει την ουσία αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης πρέπει να ικανοποιούνται τρεις προϋποθέσεις: 1) Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικώς οπισθογραφημένο όπως προνοείται στη Δ.2 θ.6, 2) Ο εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, και 3) Η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται, καθώς επίσης να δηλώνει ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Πριν προχωρήσω με την εξέταση των εν λόγω προϋποθέσεων, επιθυμώ να ασχοληθώ με τον ισχυρισμό της κας. Γιδάρη στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, και αποτέλεσε μέρος της αγόρευσης του δικηγόρου των εναγομένων, ότι οι ενάγοντες/αιτητές δεν προέβησαν σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων. Αποτελεί βασική νομική αρχή ακολουθούμενη σταθερά τόσο από την Αγγλική όσο και την Κυπριακή νομολογία ότι στις μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής έχει υποχρέωση να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην δικαστική του κρίση. Παράλειψη αποκάλυψης όλων των ουσιαστικών γεγονότων θεωρείται ως είδος «εξαπάτησης» του Δικαστηρίου και έχει ως συνέπεια την άρνηση του Δικαστηρίου να τον ακούσει ακυρώνοντας το προσωρινό διάταγμα που εξέδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία του. Η πιο πάνω καθιερωμένη νομική αρχή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί, όπως έχει χαρακτηριστικά λεχθεί στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ. και Άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 το Εφετείο τόνισε για ακόμα μια φορά ότι η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides), και επομένως ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων εκτείνεται ακόμα και σε αναφορά σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά - βλ. Global Cruises v. Metro Shipping
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.
  1. Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, θεωρώ ότι το θέμα της μη αποκάλυψης εξετάζεται στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει, και εκδίδει, μονομερές διάταγμα χωρίς το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα να λάβει γνώση και να έχει την ευκαιρία να ακουστεί, επομένως είναι καθήκον του αιτητή να θέσει την όλη υπόθεση του με ακριβή και δίκαιο τρόπο. Όταν το άλλο μέρος αποταθεί για ακύρωση του διατάγματος και το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι έχει αποκρυφτεί κάποιο ουσιαστικό γεγονός, τότε ακυρώνει το διάταγμα και δεν εξετάζει την ουσία. Για τον σκοπό εξέτασης της μη αποκάλυψης, το Δικαστήριο περιορίζεται μόνο στα γεγονότα που στοιχειοθέτησαν την αρχική αίτηση - βλ. Demstar Ltd. v. Zim Israel Navigation Co. Ltd. κ.ά., Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου αρ.157/90, ημερ. 30.5.
  2. Στην υπό κρίση περίπτωση όμως, η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε διά κλήσεως, οι εναγόμενοι-καθ΄ ων η αίτηση έλαβαν γνώση αυτής και καταχώρησαν ένσταση, επομένως είχαν την ευκαιρία να προβάλουν τη δική τους θέση και όλα τα στοιχεία που έκριναν αναγκαίο για την κρίση του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει επί της αίτησης με βάση όλα τα στοιχεία και γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον του και από τις δύο πλευρές, και επομένως κρίνω ότι η θέση των εναγομένων-καθ΄ ων η αίτηση για μη αποκάλυψη είναι αβάσιμη. Στην παρούσα περίπτωση είναι εμφανές ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις τηρούνται. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και οι εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση που εκτίθεται πιο πάνω, αρχικά επισημαίνω ότι τόσο στην ένσταση όσο και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει αμφισβητείται μόνο η μη ύπαρξη υπεράσπισης. Ο δικηγόρος των εναγομένων κατά την αγόρευση του εισηγήθηκε ότι το πρόσωπο που προέβη στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και να αναφέρει ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση. Αυτός ο ισχυρισμός του δικηγόρου κατά την αγόρευση του ουδόλως αποτελεί λόγο ένστασης ούτε περιέχεται στην ένορκη δήλωση της κας Γιδάρη που συνοδεύει την ένσταση. Επομένως, θεωρώ ότι δεν μπορεί να εξεταστεί ως λόγος ένστασης. Βέβαια το Δικαστήριο οφείλει να ασχοληθεί με την εξέταση αυτού του θέματος για να καταλήξει κατά πόσο ικανοποιείται και η τρίτη προυπόθεση που θέτει η Δ.18 Θ.1(α). Χρήσιμη καθοδήγηση επί του θέματος προσφέρει η υπόθεση Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782, η οποία υιοθετήθηκε στις υποθέσεις Ευάγγελου Παύλου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1051, και Γεώργιου Αγαθαγγέλου Γεωργίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 274. Όπως προκύπτει από τις εν λόγω υποθέσεις, και με βάση το περιεχόμενο των παραγράφων 1 και 2 της ένορκης δήλωσης της κας Χ'Γαβριήλ που συνοδεύει την αίτηση και τα συνημμένα έγγραφα, συνάγεται ότι η κα Χ΄Γαβριήλ είναι πρόσωπο ικανό εντός της έννοιας της Δ.18 Θ.1(α) για να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης ενόψει της θέσης που κατέχει και των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων της, και να επαληθεύσει την αιτία αγωγής παραθέτοντας και τα σχετικά έγγραφα. Περαιτέρω, λόγω της ιδιότητας της, η κα Χ'Γαβριήλ είναι σε θέση να γνωρίζει την κατάσταση του οφειλόμενου ποσού και να ελέγχει κατά πόσο αυτό εξακολουθεί να οφείλεται ή όχι, και η ίδια ετοίμασε τη σχετική κατάσταση που επισυνάπτει στην ένορκη της δήλωση. Επίσης η ίδια δηλώνει ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Σχετικά επίσης παραπέμπω στην υπόθεση Pathe Freres Cinema Ltd v. United Electric Theatres Ltd
(1914)3 K.B. 1253, στην οποία ένορκη δήλωση από υπάλληλο της ενάγουσας εταιρείας, ο οποίος δήλωσε ότι τα γεγονότα ήταν εντός της προσωπικής του γνώσης, κρίθηκε ικανοποιητική. Εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι ικανοποιούνται και οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στους εναγόμενους να καταδείξουν καλόπιστα την ύπαρξη δικάσιμου θέματος. Η κα Γιδάρη, στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, κάνει εκτενή αναφορά στα γεγονότα που κατ΄ ισχυρισμόν αποτελούν καλή υπεράσπιση των εναγομένων σε σχέση με την ύπαρξη αναθεωρημένης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι εναγόμενοι αναγνωρίζουν και παραδέχονται τη σύναψη του επίδικου συμβολαίου ενοικιαγοράς καθώς επίσης την ύπαρξη οφειλόμενου ποσού δυνάμει αυτού και τη μη διευθέτηση αποπληρωμής του εν λόγω ποσού και επομένως τη μη πληρωμή του. Η κα Γιδάρη αναγνωρίζει ότι οι εναγόμενοι οφείλουν το ποσό των 381.792,58 ευρώ. Ο ισχυρισμός της περί ύπαρξης γραπτής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων προς τούτο παραμένει ατεκμηρίωτος, καθότι το μόνο έγγραφο που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της κας Γιδάρη είναι η πρόταση εκ μέρους των εναγόντων και η κοινοποίηση του προς τον εναγόμενο 2, Τεκμήριο 1, ενώ δεν έχει παρουσιαστεί οποιοδήποτε έγγραφο που να μαρτυρεί την αποδοχή αυτής της πρότασης από τους εναγόμενους και την ύπαρξη γραπτής συμφωνίας μεταξύ των μερών προς τούτο. Υπάρχει όμως και ο ισχυρισμός της κας Γιδάρη περί προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για το εν λόγω ποσό ως το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, και επομένως αυτή η θέση καταμαρτυρεί την αποδοχή των εναγομένων για την οφειλή τους προς τους ενάγοντες του προαναφερόμενου ποσού. Η θέση περί ύπαρξης νέας αναθεωρημένης συμφωνίας δεν διαφοροποιεί την αναγνώριση της οφειλής των εναγομένων προς τους ενάγοντες για το συγκεκριμένο ποσό δυνάμει του επίδικου συμβολαίου ενοικιαγοράς. Παρόλη τη γενικότητα που ομολογουμένως παρατηρείται στην παράθεση της θέσης της κας Γιδάρης για την υπεράσπιση των εναγομένων, προκύπτει σαφώς ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση για μέρος της απαίτησης των εναγόντων, και συγκεκριμένα για το ποσό των 381.792,58 ευρώ πλέον τον οφειλόμενο τόκο κατά την ημερομηνία της διευθέτησης, όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο1. Όμως, με βάση το Τεκμήριο 1 και τη θέση της κας Γιδάρη περί ύπαρξης προφορικής συμφωνίας των μερών προς τούτο, θεωρώ ότι οι εναγόμενοι έχουν συζητήσιμη υπεράσπιση για το υπόλοιπο ποσό της απαίτησης όπως και για το διάταγμα παράδοσης του επίδικου αυτοκινήτου στους ενάγοντες και πώλησης αυτού έναντι του οφειλομένου ποσού, καθότι στο Τεκμήριο 1 γίνεται αναφορά στο εν λόγω ποσό προς πλήρη διευθέτηση του επίδικου συμβολαίου και την αποδέσμευση του επίδικου αυτοκινήτου. Οι οποιοδήποτε ισχυρισμοί του δικηγόρου των εναγομένων κατά την αγόρευση του σχετικά με τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, όπως οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι εναγόμενοι κατά το έτος 2009 και για το οποίο οι ενάγοντες ευθύνονται, δεν περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, σε αντίθεση με τη δική του αναφορά. Επομένως, αυτοί δεν αποτελούν μαρτυρία υπό τη μορφή ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση και επομένως δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη και αξιολογηθούν από το Δικαστήριο. Ο δικηγόρος των εναγομένων, στην αγόρευση του, εισηγήθηκε ότι οι εναγόμενοι έχουν υπεράσπιση και για τον λόγο ότι οι ενάγοντες παράτυπα και/ή παράνομα χρέωσαν δικαιώματα ενοικιαγοράς και τόκο πέραν του προβλεπομένου διά του Νόμου ορίου. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει τέτοιον ισχυρισμό καθότι αυτός δεν αναφέρεται στους λόγους ένστασης ούτε και περιέχεται στην ένορκη δήλωση της κας Γιδάρη που συνοδεύει την ένσταση. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, ικανοποιούμαι ότι η παρούσα αίτηση μπορεί να πετύχει για μέρος της απαίτησης. Επομένως, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των 381.792,58 ευρώ. Με βάση το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 και την κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Ζ στην ένορκη δήλωση της κας Χ΄Γαβριήλ, επιδικάζεται τόκος προς 12.75% επί ποσού 81.685,05 ευρώ από 2.6.2011 και τόκος προς 5,50% επί ποσού 300.107,53 ευρώ από 2.6.2011 μέχρι εξοφλήσεως. Επιπλέον τα έξοδα της αγωγής για το εν λόγω ποσό της απόφασης επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εν όψει της επιτυχίας της αίτησης, τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων-αιτητών και εναντίον των εναγομένων 1 και 2-καθ΄ ων η αίτηση αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Παραμένει προς εκδίκαση η αγωγή αναφορικά με το υπόλοιπο ποσό της αξίωσης δυνάμει της παραγράφου Α της έκθεσης απαίτησης και αναφορικά με τα διατάγματα δυνάμει των παραγράφων Β και Γ της έκθεσης απαίτησης. Η υπεράσπιση των εναγομένων να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από σήμερα. (Υπ.) ............. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Πολιτική / Ενδιάμεση Απόφαση Αναφορά: Συνοπτική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.